Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Οι Έλληνες Πομάκοι

Οι Πομάκοι κατοικούν σε ορεινή ζώνη της Ροδόπης επιφάνειας περίπου 15000 τχ που έχει μήκος περί τα 240 χιλιόμετρα και μέγιστο πλάτος περί τα 100 χιλιόμετρα. Το 80% της μικρής αυτής έκτασης ανήκει στη Βουλγαρία και το υπόλοιπο 20% στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι που κατοικούν στη Βουλγαρία αριθμούν περί τα 270.000 άτομα, ενώ στην Ελλάδα ζουν, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, περί τα 36.000 άτομα. Οι Πομάκοι της Ελλάδας αποτελούν δηλαδή περίπου το ένα τρίτο των Ελλήνων μουσουλμάνων. Στην Τουρκία κατοικεί σήμερα αριθμός Πομάκων που προέρχεται από πολλές μεταναστεύσεις. Οι Έλληνες Πομάκοι κατοικούν κυρίως στην ορεινή περιοχή του Νομού Ξάνθης και τις τελευταίες δεκαετίες εγκαθίστανται σε χωριά στις παρυφές της Ροδόπης, όπου συνεχίζουν την καλλιέργεια του καπνού, και στην πόλη της Ξάνθης, όπου εργάζονται κυρίως ως οικοδόμοι.
Η προέλευση και το παρελθόν των Πομάκων χάνονται στην ιστορία. Εκείνο που είναι γνωστό είναι το ότι υπήρξαν χριστιανοί Βογόμιλοι και εξισλαμίσθηκαν τον 16ο αιώνα. Αναφέρεται μάλιστα ότι κατά τους μεγάλους εξισλαμισμούς της εποχής εκείνης καταστράφηκαν εκατοντάδες εκκλησίες της ορεινής Θράκης. Οι Πομάκοι μιλούν μια σλαβική διάλεκτο με πολλά δάνεια από την ελληνική και την τουρκική. Η γλώσσα των Πομάκων δεν γραφόταν μέχρι πρόσφατα και ο κίνδυνος εξαφάνισής της είναι εμφανής.


Κατά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον διαμοιρασμό της ιστορικής Θράκης ανάμεσα σε τρία εθνικά κράτη οι Πομάκοι διέθεταν μια θρησκευτική ισλαμική εθνοτική ταυτότητα. Η περιοχή των Πομάκων υπέστη μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μια γενική υποβάθμιση, στην οποία μεταξύ άλλων οδήγησε το αυταρχικό εθνικιστικό βουλγαρικό πρόγραμμα αναγκαστικής αφομοίωσης των Πομάκων και η αδυναμία του ελληνικού κράτους να εξασφαλίσει την κοινωνική και οικονομική ανύψωση του δικού του πομακικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του.
Παρά το ότι η Συνθήκη των Παρισίων του 1946 σηματοδότησε την λήξη του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των εδαφών της Θράκης και την παγίωση των συνόρων, ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, η διαίρεση των Βαλκανίων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και οι κρυφές βλέψεις της Τουρκικής Δημοκρατίας συνέχισαν να κρατούν τη Θράκη σε μια κατάσταση δυναμικής αμφισβήτησης. Επί πλέον, στον βωμό του ιδεολογήματος της Ελληνοτουρκικής φιλίας, οι ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1950 παρέδωσαν τους Έλληνες Πομάκους στην επιρροή της Τουρκίας. Η αμηχανία της Ελλάδας και οι πολιτικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου βοήθησαν τον επαναπροσδιορισμό της εθνοθρησκευτικής ταυτότητας των Ελλήνων Πομάκων προς όφελος της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Συνέβη το παράδοξο της χρήσης της θρησκευτικής ταυτότητας των Ελλήνων Πομάκων από μέρους της Τουρκίας, ώστε να επιτύχει τον εκτουρκισμό τους. Το πρόγραμμα της εκπαίδευσης των Πομάκων βασίσθηκε στην παραδοχή ότι είναι Τούρκοι. Η πομακική γλώσσα αγνοήθηκε και η διδασκαλία στα σχολεία καθιερώθηκε να γίνεται στην τουρκική. Κάτω από την πραγματικότητα της τριγλωσσίας οι Έλληνες Πομάκοι παρέμειναν πρακτικώς αναλφάβητοι και καταδικάστηκαν να αποξενωθούν από την κοινωνία και το περιβάλλον της χώρας στην οποία ζουν.
Οι Έλληνες Πομάκοι ζουν σήμερα κάτω από όρους θρησκευτικής, εθνικής και πολιτισμικής ετερότητας, χωρίς να κτίζονται συνεχώς γέφυρες επικοινωνίας και κατανόησης, όπως είναι αναγκαίο. Βέβαια, η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος έχουν επιδείξει μια συμπεριφορά η οποία διαχρονικά είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή μέτρων εθνικής κάθαρσης και τη συμβίωση διαφόρων εθνοτικών ομάδων στην ελληνική επικράτεια χωρίς σοβαρούς αποκλεισμούς και προβλήματα, –στο μέτρο πάντα της σύγκρισης με αυτά που συνέβησαν και συμβαίνουν στις γειτονικές χώρες, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ωστόσο, ο σεβασμός της ετερότητας των Ελλήνων Πομάκων παραβιάζεται βάναυσα από την Τουρκία, η οποία έχει επιτύχει να εγκαταστήσει μηχανισμούς πίεσης και να εφαρμόσει μέτρα εξαναγκασμού μέσα στην ελληνική επικράτεια. Ο καταθλιπτικός έλεγχος της Τουρκίας απαγορεύει κάθε αναφορά σε προσδιορισμό των Ελλήνων Πομάκων που περιέχει την ονομασία Πομάκος και εμποδίζει οποιαδήποτε προσπάθεια προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας που θα βασίζεται σε ιστορικούς, πολιτισμικούς και πολιτειακούς όρους.

Σήμερα η κατάσταση έχει εξελιχθεί στη δημιουργία ενός φολκλορικού πάρκου μειονοτήτων που καταλαμβάνει τις ορεινές περιοχές της Ξάνθης και της Κομοτηνής. Εκεί υφίσταται η μόνη ορεινή περιοχή της ελληνικής επικράτειας, όπου λαμβάνει χώρα έντονη ανοικοδόμηση, σε ασυμμετρία προς τις οικονομικές πραγματικότητες. Δεν υπάρχει στην ελληνική επικράτεια ορεινή άγονη περιοχή η οποία να κατοικείται με πυκνότητα ανάλογη της ελληνικής Ροδόπης.

Οι Έλληνες Πομάκοι αποτελούν μία μικρή μειονότητα η οποία ζει στα όρια του ελληνικού κράτους και αυτή είναι η πραγματικότητα. Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι το κύριο και ουσιώδες πρόταγμα. Τμήμα του ελληνικού πομακικού πληθυσμού πρέπει να αστικοποιηθεί και να κατανεμηθεί στα αστικά κέντρα της χώρας, εκεί όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, πράγμα που έγινε ήδη από χρόνια για το σύνολο σχεδόν του υπόλοιπου ελληνικού ορεινού πληθυσμού. Στο κάτω–κάτω, οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας εγκατέλειψαν τις ορεινές περιοχές και βρίσκονται σήμερα στις πόλεις όπου και οι θέσεις εργασίας. Γιατί οι Έλληνες Πομάκοι θα αποτελέσουν εξαίρεση; Η χώρα φιλοξενεί εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικών μεταναστών για τους οποίους εξασφαλίζει θέσεις εργασίας. Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και να μάθουν Ελληνικά. Χωρίς βέβαια, να απεμπολήσουν τις ιδιαιτερότητές τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει σταθερά η ελληνική κοινωνία.

Το ελληνικό κράτος έχει όλες τις δυνατότητες να προστατεύσει και να αναβαθμίσει οικονομικά και κοινωνικά τους Έλληνες Πομάκους για τους οποίους αδιαφόρησε ασυγχώρητα, και οφείλει μάλιστα να το κάνει γρήγορα και αποτελεσματικά. Χρειάζεται μελέτη και κατανόηση της κατάστασης, όπως και παρεμβάσεις και λήψεις μέτρων.
Ωστόσο, οι αναλύσεις και οι μελέτες οι οποίες έγιναν κατά τα τελευταία χρόνια κινούνται συνήθως στα πλαίσια της αντίληψης του πολιτικώς ορθού. Ως πολιτικώς ορθό ορίζεται αυτό που θεωρητικά ή έμπρακτα φροντίζει ώστε να βρίσκεται σε συμφωνία προς τις φιλελεύθερες αντιλήψεις σε κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Συνήθως στην πράξη το πολιτικώς ορθό σημαίνει την αποφυγή γλώσσας και συμπεριφοράς που συνδέονται με ο,τιδήποτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι διακρίνει κοινωνικά, πολιτισμικά ή φυλετικά.
Πίσω από την αντίληψη του πολιτικώς ορθού εμείς διακρίνουμε τις εργαλειακές κατευ­θύνσεις των σπουδών στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα των ΗΠΑ. Κατευθύνσεις οι οποίες εξυπηρετούν σκοπιμότητες με οικουμενική εμβέλεια. Εντέλει είναι ένας εθνικισμός αυτό που κινεί την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού[1]. Ιδεολογία, η οποία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην διαχείριση των μειονοτήτων ως εργαλειακού μέσου αποδυνάμωσης και κατακερματισμού των εθνικών κρατικών μορφωμάτων και των εθνικών ιδεολογιών.

Η Ελλάδα ως χώρα με ιδιαίτερα ισχυρή εθνική και κοινωνική συνοχή και πολυδιάστατη ιστορική ταυτότητα, διαμορφωμένες μέσα από μακραίωνη ιστορία και αιματηρούς εθνικούς και απελευθερωτικούς αγώνες, δεν είναι προφανώς χώρα η οποία εύκολα προσαρμόζεται σε τέτοιες αντιλήψεις και σχέδια.
Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητες οι συχνές καταγγελτικές εκθέσεις για την κατάσταση των μειονοτήτων στην Ελλάδα, στις οποίες πάντα η κατάσταση στη χώρα μας εμφανίζεται και περιγράφεται με μελανά χρώματα, – παρά το γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες συντάκτες των εκθέσεων ζουν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από καταστάσεις αποκλεισμού, αλλοτρίωσης και στέρησης άγνωστες στην Ελλάδα.

[1] Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία την οποία αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης εντάσσεται και το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα που ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου, πολιτικού και οικονομικού συστήματος με τρόπο απόλυτα οικονομιστικό και ορθολογικό, που αποβλέπει σε αυτό το οποίο η αγορά αποκαλεί ευελιξία. Η οικονομική ευελιξία αντιλαμβάνεται τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ίδια τα έθνη ως εμπόδια. Μεταξύ άλλων, σημαντικά στοιχεία για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών είναι η ενίσχυση των κάθε είδους μειονοτήτων και η ανάπτυξη του πολυπολιτισμού ως εργαλείων αποδυνάμωσης των εθνικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι φανερό ότι οι πολυδιασπασμένες κοινωνίες και τα πολυτεμαχισμένα έθνη είναι οικονομιστικά, ορθολογιστικά, αλλά και πολιτικά, πλέον ευέλικτα και διαχειρίσιμα. Εκείνο που ευαγγελίζονται οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης είναι ένας πλανητικός χώρος χωρίς σύνορα και χωρίς ιδιαιτερότητες, παραδομένος στην κυριαρχία της αγοράς. Ένας πλανητικός χώρος ασφυκτικά κυριαρχούμενος από τη βιομηχανία του πολιτισμού και τα κέντρα αποφάσεων τα οποία την ελέγχουν. Ένας πλανητικός χώρος απελπιστικά ενδεής από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

Η αναγεννητική προσπάθεια στις ΗΠΑ και η κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Ο σημαντικός λόγος που εκφώνησε κατά την ορκωμοσία του στις 20.1.2009 ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα περιγράφει την προσπάθεια για την ενίσχυση των ιδεολογικών βάσεων και την κινητοποίηση των αμερικανών πολιτών σε μια εποχή δεινής κρίσης.
Με την πρώτη πρόταση του λόγου του ο πρόεδρος Ομπάμα συνδέει την πρόκληση των καιρών με την συστατική παράδοση και τη συγκρότηση των δημοκρατικών ΗΠΑ. Η δεύτερη πρότασή του αναφέρεται στον απερχόμενο πρόεδρο Μπους, τον οποίο και ευχαριστεί για τις υπηρεσίες του προς το έθνος. Αλλά και στην επόμενη πρόταση του λόγου του ο πρόεδρος Ομπάμα επιστρέφει στα ιδρυτικά κείμενα της αμερικανικής δημοκρατίας και σε αναφορές στα ιδανικά της πολιτικής παράδοσης των ΗΠΑ. Διατυπώνονται δηλαδή αμέσως στις πρώτες φράσεις του λόγου αυτού η ιδεολογική βάση και η συναινετική διάθεση που θα στηρίξουν την πολιτική του.
Με σεμνότητα, μετριοπάθεια και ανθρωπιστικό ζήλο ο πρόεδρος Ομπάμα παρουσιάζει την δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι ΗΠΑ και μαζί τους ολόκληρος ο κόσμος. Γίνεται αναφορά "στις συνέπειες της απληστίας και της ανευθυνότητας ορισμένων προσώπων", χωρίς δημαγωγίες και χωρίς παραπομπές σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στο κύριο μέρος του λόγου του ο πρόεδρος Ομπάμα παρουσιάζει τα πλαίσια ενός οράματος ικανού να στηρίξει πολλαπλώς την ανόρθωση των ΗΠΑ και ζητά την αποκατάσταση "της ζωτικής εμπιστοσύνης μεταξύ του λαού και της κυβέρνησής του". Ακολουθούν νέες αναφορές στην κληρονομιά και τις δημοκρατικές παραδόσεις των ΗΠΑ, τις οποίες ορίζει πολυπολιτισμικά.
Ακολουθούν παραινέσεις για την κινητοποίηση των αρετών και των αξιών του αμερικανικού έθνους, οι οποίες μάλιστα ορίζονται ως "σκληρή δουλειά και τιμιότητα, θάρρος και δίκαιο παιχνίδι, ανοχή και περιέργεια, πίστη και πατριωτισμός". Γίνονται εκκλήσεις "για επιστροφή σε αυτές τις αλήθειες".
Αλλά και στην κατακλείδα του λόγου του ο πρόεδρος Ομπάμα επιμένει χωρίς βερμπαλισμούς σε αναφορές στη ιστορία και την παράδοση και σε επικλήσεις για ενεργοποίηση των ιδεαλιστικών προτύπων της δημοκρατίας των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος Ομπάμα πείθει για την ειλικρίνειά του και την πίστη του στο όραμα που προτείνει. Δεν γίνεται κατά τη διάρκεια της ομιλίας καμία αναφορά στις ολέθριες προεδρίες Μπους–Τσέινι–Ράμσφελντ, ούτε στο δαιμονοποιημένο Ισλάμ, ενώ εμφανής είναι η προσπάθεια εδραίωσης μιας συναίνεσης στο εσωτερικό και συνδιαλλαγής και μετριοπάθειας στο εξωτερικό. Προτείνεται προς τον αμερικανικό λαό ένα σύγχρονο όραμα που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του και δεν αφορά μόνο την ανόρθωση από την παρούσα δυσμενή συγκυρία, αλλά και καλύπτει σύγχρονα αιτήματα για το περιβάλλον και την παγκόσμια ειρήνη.
Παρά την έλλειψη οποιασδήποτε αναλογίας και ομοιότητας προς την ελληνική συγκυρία δεν μπορούμε να αποφύγουμε κάποιες συγκρίσεις σχετικές με τις στάσεις, τις συμπεριφορές, τους χειρισμούς και τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι Έλληνες πολιτικοί και οι ελληνικές πολιτικές και κοινωνικές ελίτ. Αλλά και σε μια εποχή κρίσης δεν μπορούμε να αποφύγουμε την διαπίστωση της αδυναμίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να υιοθετήσει στάσεις και συμπεριφορές αντίστοιχες με την αναγεννητική προσπάθεια στις ΗΠΑ. Και το λέμε αυτό με οδύνη, με τη συναίσθηση ότι η αναγεννητική διάθεση διατρέχει την ελληνική ιστορία και αποτελεί χαρακτηριστικό της.
Η Ελλάδα φαίνεται να εξελίσσεται σήμερα σε χώρα μη κυβερνήσιμη, όπου η ανομία, η διατύπωση ανορθολογικών αιτημάτων και η δυναμική απαίτηση απειλούν να ακυρώσουν την οποιαδήποτε πολιτική, αλλά και όπου απουσιάζει η οποιαδήποτε πολιτική.
Με τη συνενοχή των πολιτών το πολιτικό σύστημα διολισθαίνει σε ανυποληψία. Η συναίνεση φαίνεται να γίνεται έννοια ακατανόητη. Οι ελληνικές πολιτικές ελίτ και το πολιτικό σύστημα είναι ανίκανα να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες συναινετικές πολιτικές στην άμυνα, στην εξωτερική πολιτική, στην οικονομία, την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική ασφάλιση. Η πολιτική σήμερα στην Ελλάδα νοείται και εξασκείται ως μέσο νομής της εξουσίας. Η πολιτική εφαρμόζεται με γνώμονα το πολιτικό κόστος.
Ποιός Έλληνας πολιτικός μπορεί να πείσει τους πολίτες "να ανακαλύψουν ένα νόημα σε κάτι πιο σπουδαίο από τους ίδιους τους εαυτούς τους", όπως ζητά από τους πολίτες της χώρας του ο Αμερικανός πρόεδρος; Και δεν μπορεί να πείσει γιατί ο ίδιος δεν είναι ειλικρινής, αφού στερείται το οποιοδήποτε όραμα. Εκτός, βέβαια, από την υποθήκη να κυβερνήσει, όπως του επιβάλλεται παιδιόθεν από την οικογένειά του. Γιατί εκεί εξαντλείται χωρίς να τους υπερβαίνει ο οραματισμός της πλειονότητας των φιλόδοξων πολιτικών μας. Αλλά και σε ό,τι αφορά την επίκληση στις ιδεολογικές προϋποθέσεις, τις αξίες και τα παραδείγματα της παράδοσης, δύσκολα οι Έλληνες πολιτικοί μπορούν να καταφύγουν σε παραδείγματα, γιατί δεν τα γνωρίζουν. Βλέπουμε έτσι το παράδοξο στις ΗΠΑ να επιστρατεύονται για να στηρίξουν το έθνος τα υπάρχοντα ιδεολογικά στηρίγματα, η ολιγόχρονη ιστορία και η περιορισμένη πνευματική παράδοση, ενώ στην Ελλάδα κανείς δεν αναφέρεται στην τεράστια παράδοση, την μακραίωνη ιστορία, τη γιγαντιαία πνευματική δημιουργία και τα πλήθη των παραδειγμάτων και των προτύπων.
Πώς, όμως, να γίνει επίκληση των παραδόσεων και των αξιών του ελληνικού έθνους, –όπως τολμά να κάνει για το δικό του έθνος ο Αμερικανός πρόεδρος–, όταν αυτά καλύπτονται από τη λήθη και την άγνοια; Και για αυτό δεν είναι μόνο υπεύθυνος ο συμβατικός χαρακτήρας της παιδείας, αλλά κυρίως η στάση των φορέων του κοινωνικού συμβολαίου και η αποκοπή από τον τόπο, την ελληνική υπόσταση, τη γλώσσα και την ιστορική μνήμη. Αποκοπή που ενισχύεται κάθε απόγευμα από την οργουελλιανή ελληνική τηλεόραση, όπως αυτή επιβάλλει γνώμες, πρότυπα και αξίες σε κάθε ελληνική οικογένεια.