Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Τιμητική εκδήλωση για τον Κωνσταντίνο Θανόπουλο και τον Δημήτρη Μαυρίδη

Ιστορικά και ιδεολογικά πλαίσια για την πόλη της Ξάνθης.

Ευχαριστώ το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης για την εκδήλωση που με τιμά. Ευχαριστώ τον λαμπρό νέο ιστορικό καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη για τα καλά του λόγια.

Θα μπορούσα να πω ότι όσα εγώ έγραψα δεν είναι παρά σχόλια σε αυτό που κατόρθωσε ο Κωνσταντίνος Θανόπουλος το 1976.

Πέραν τούτου θα φανεί ίσως παράξενο αν σας πω ότι τα πέντε βιβλία που έχω γράψει για την Ξάνθη δεν στοχεύουν στην τοπική ιστορία. Εκείνο που με απασχο­λεί είναι γενικές αρχές που μεταφέρουν και διατηρούν σημασίες. Και οι σημασίες αυτές είναι συγκεκριμένες.

Η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης, λοιπόν, δεν αποτελεί για μένα ένα γεγονός με στενό τοπικό ενδιαφέρον, αλλά έχει βαρύτητα γενικότερη. Θα προσπαθήσω με απλά λόγια να εξηγήσω τι εννοώ.

Πρώτα-πρώτα, στη χωροταξική διάταξη της Ξάνθης διακρίνονται ακόμη οι βυζαν­τινές μυστικές αντιλήψεις για καθαγίαση του χώρου. Έπειτα, η πόλη, όπως διατη­ρείται, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα οικισμού της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά είναι και το πληρέστερα διατηρούμενο στον ελλαδικό χώρο δομημένο παράδειγμα της κοινοτικής οργάνωσης του νεότερου Ελληνισμού κατά την ύστερη Τουρκο­κρατία. Κτίτορας της Ξάνθης είναι η ρωμαίικη κοινότητα με την καθοδήγηση της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πόροι για την ανέγερση της πόλης προέρχονται από την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα της κοινότητας. Η εκ βάθρων ανέγερσή της κατεστραμμένης από σεισμούς πόλης γίνεται από μπουλούκια οικο­δόμων. Αυτοί μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνι­σμού στην Ξάνθη. Μεγάλη είναι η κινητικότητα των πληθυσμών της πόλης, η οποία αποτελεί ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων. Στη διατηρούμενη Παλιά Πόλη της Ξάνθης απαντώνται στοιχεία της λαϊκής, της "αρχοντικής" και της εκκλησιαστικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τα παραδοσιακά στοιχεία συνυπάρ­χουν με στοιχεία της κεντροευρωπαϊκής μπελ επόκ, της εκλεκτικιστικής αρχιτε­κτονικής των αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, αλλά και του νεοκλασσικισμού του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η Παλιά Πόλη είναι ένα αρχιτε­κτονικό υβρίδιο, καθρέπτης της εξωστρέφειας του Ελληνισμού και του κοσμοπολι­τισμού των Ρωμηών της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και τόπος αρμονικής συμβί­ωσης πληθυσμών με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.
Έχουμε, δηλαδή, εδώ την ζώσα και ορατή παρουσία όσων συνιστούν την εθνική και πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία: Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός, καθ’ ημάς Ανα­τολή, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Κοινότητες των Ρωμηών κατά την Τουρ­κοκρατία, Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως οι σημασίες που μεταφέρει η Παλιά Πόλη της Ξάνθης δεν αφορούν μόνο το ιστορικό περιβάλλον, αλλά απλώνονται και στη σύγχρονη προβληματική, όπως συνειδητά ή ασυνείδητα τη βιώνουμε.
Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμη του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό κενό από σημασίες. Γίνε­ται χώρος που δεν είναι μόνιμος, που χρησιμεύει μόνο για να μας μεταφέρει εκεί που είναι ανάγκη να πάμε. Ο τόπος γίνεται μη τόπος. Ουσιαστική είναι η διαπί­στωση ενός μεγάλου σύγχρονου διανοητή ότι «η έλλειψη πατρίδας είναι σήμερα ένα παγκόσμιο πεπρωμένο». Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ιδεολογική και έχει την εξήγησή της, πάντα κατά τον ίδιο διανοητή, στην αποχώρηση του ιστορικού στοι­χείου μέσα από το Είναι. Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μέσα σε ένα «διαρκές παρόν». Στα καθ’ ημάς, υπάρχει επί πλέον η πραγματικότητα του αστικού εφιάλτη, που εί­ναι το αντίθετο αυτού που κατά παράδοση ονομάζουμε πόλη, δηλαδή του οικι­σμού που ξεχωρίζει και ανυψώνεται γιατί διαθέτει μια χαρακτηριστική ψυχή.
Μετά το 1922, με την καταστροφή του ευρύτερου Ελληνισμού, η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μια χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, το Αιγαίο ή την Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας. Τα σύνορα παύουν να είναι γραμμικά και απλώνονται και διακλαδώνονται παντού στον εμπειρικό και στον νοητικό χώρο. Φαίνεται πια καθαρά ότι είναι απολύτως αναγκαίο να επασυνδεθούμε σταθερά με αυτό που μας καθορίζει.
Ιδού λοιπόν σήμερα εδώ μία πόλη σύνορο που στέκεται ως τόπος, απ’ όπου μπο­ρούμε να πλησιάσουμε αυτό που μας φαίνεται μακρινό, να συνδέσουμε το πρόσκαιρο με το διαρκές και να αντικαταστήσουμε το άξενο με το οικείο.

Ομιλία μετά την βράβευση του Δ. Μαυρίδη από την Νομαρχία Ξάνθης 30.1.2010

Ευχαριστώ τη Νομαρχία Ξάνθης για την τιμητική βράβευση της συγγραφικής μου δραστηριότητας. Ιδιαίτερα σας ευχαριστώ κύριε Νομάρχα, γιατί η επιβράβευση αυτή δικαιώνει τη μακρόχρονη ενασχόλησή μου με θέματα τοπικότητας και ταυτότητας. Ζητήματα που συχνά θεωρούνται αναχρονισμοί και άκριτα παραμερίζονται.

Από το προσφυγικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσα, κληρονόμησα την πποίθηση ότι η βίαιη απομάκρυνσή μας από τον ιστορικό μας χώρο, μας υποχρέωσε να πορευτούμε στερούμενοι μίας καθοριστικής για μας διάστασης. Η πεποίθηση αυτή με βοήθησε αργότερα να κατανοήσω τα προβλήματα που συνδέονται με την αμηχανία για τον πολιτισμό μας, τη λήθη και την απομάκρυνση από τις παραδόσεις μας, την προσκόλλησή μας σε πρότυπα που δεν είναι δικά μας, την ασάφεια και την απορία για το τι είμαστε και που ανήκουμε, όπως και την υστέρησή μας σε επιτυχείς θεσμούς και συνεπείς συμπεριφορές.

Τα προβλήματα αυτά με οδήγησαν στη διαπίστωση ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη, η ευημερία και εν τέλει η επιβίωση της χώρας μας και του λαού μας, αλλά και η γνώση, που αποτελεί την προϋπόθεσή τους.

Κατά τη δεκαετία του 1970 το περιφερειακό τότε, αλλά οικείο σε μένα περιβάλλον της Ξάνθης, μου έδωσε την αντίληψη της ελληνικότητας που υποπτευόμουν, αλλά αγνοούσα και είχα μάθει να περιφρονώ. Άρχισα να κατανοώ τη σημασία του βυζαντινού μας παρελθόντος, τη βαρύτητα αυτού που ονομάζουμε καθ΄ ημάς Ανατολή, τη σπουδαιότητα της αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού, αλλά και την ελληνική ιδιομορφία της ταύτισης της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας και της συνάρτησής τους με την ορθόδοξη πίστη. Αυτά είναι πράγματα της εμπειρίας, πνευματικά στην ουσία τους, που μεταφέρονται σε ζώσα ιστορική μορφή και καθημερινή πρακτική.

Την ίδια εποχή ελήφθη και η πρωτοποριακή απόφαση για την ανακήρυξη της Παλιάς Ξάνθης ως προστατευόμενου οικισμού. Πρωτοστάτησε ο τότε Νομάρχης Ξάνθης Κωνσταντίνος Θανόπουλος.

Αργότερα, στα πέντε βιβλία που έγραψα για την Ξάνθη, επικέντρωσα τις αναλύσεις μου στις σημασίες και τις αντιλήψεις που μεταφέρονται χάρη στη διατήρηση της πόλης. Αναφέρομαι στην καθαγίαση του χώρου κατά τη βυζαντινή εποχή, στον ρόλο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία, στις πραγματικότητες των Ρωμηών στην καθ΄ ημάς Ανατολή, στην αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού και στην κοινοτική συγκρότηση των Ρωμηών κατά την Τουρκοκρατία. Υποστήριξα έτσι την αντίληψη ότι η Παλιά Ξάνθη είναι δημιούργημα του ελληνικού κοινοτισμού, όπως και το καλύτερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού στον ελλαδικό χώρο. Στόχος μου ήταν η ανάδειξη του ιστορικού βάθους και του πολιτισμικού πλούτου, που η πόλη της Ξάνθης έχει την τύχη να διατηρεί και να διαφυλάσσει.

Ορισμένα από τα βιβλία μου, έχουν γραφεί με την ευκαιρία των εκθέσεων, με τις οποίες η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετέχει στις Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης. Άλλα, εκδίδονται από τον Δήμο Ξάνθης, με σκοπό την προβολή της πόλης. Η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στηρίζει τις εκδόσεις αυτές. Αυτό με ικανοποιεί, γιατί το ερμηνεύω ως αποτέλεσμα συλλογικής συναίνεσης και αποδοχής. Πράγμα που αξιολογώ ιδιαίτερα, γιατί πιστεύω ότι χωρίς τη συλλο­γικότητα η κοινωνική πραγματικότητα προκύπτει μόνο προσθετικά, ως άθροισμα ατομικών ιδιοτήτων και όχι ως ενιαία παράδοση και ζωντανός πολιτισμός. Αυτή την ενιαία παράδοση και τον ζωντανό πολιτισμό είναι αναγκαίο να παρουσιάσουμε και να αναδείξουμε.


Σεβασμιότατε,
Κύριε Νομάρχα,
Κύριε Δήμαρχε
Κυρίες και κύριοι,
σας ευχαριστώ

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Η Κωνσταντινούπολη εστία των Ελλήνων.

Ὁ μῦθος τῆς Κωνσταντινούπολης μοιάζει μέ τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη: ὅσο σέ ἀπασχολεῖ, τόσο ἀνακαλύπτεις οὐσιαστικότερα πράγματα καί τόσο περισσότερο σέ ἐνδιαφέρει˙ πάντα, ὅμως, βρίσκεσαι στήν ἀρχή.

Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Θράκης, ἀλλά καί βασιλική πόλη, ἡ ὁποία κρατᾶ σημασίες κοσμοϊστορικές.

Κατά τόν λόγιο αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο τόν Πορφυρογέννητο, ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι τό "κάλλιστον καί τιμιώτατον μέρος τῆς Θράκης". Γιά τόν Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ἀποτελεῖ, τίς παραμονές τῆς Ἅλωσης, τό "καύχημα τῶν ζώντων ὑπό τήν τοῦ ἡλίου Ἀνατολήν". Μέ τούς πατριδογράφους βυζαντινούς συγγραφεῖς ἡ Κωνσταντινούπολη ἀποκτᾶ μυστική σημασία καί γίνεται "παντός καλοῦ ἐνδιαίτημα". Ὅλοι, —Ἕλληνες, Τοῦρκοι, Σλάβοι, Ἄραβες καί Δυτικοί—, συμφωνοῦν στό ὅτι αὐτός πού τήν κατέχει ἀποκτᾶ μιά οἰκουμενικότητα μέ διαφορετική, βέβαια, ἔννοια σέ κάθε περίπτωση. Ὅλοι, ἐπίσης, συμφωνοῦν στό ὅτι πρόκειται γιά τή "βασιλίδα τῶν πόλεων". Τή λένε "βασιλεύουσα", "θεοφρούρητη", "ἄκουσμα παγκόσμιον", "ἁγιασματική πόλη" καί δίδουν πάμπολλους ἄλλους χαρακτηρισμούς καί ἐπίθετα.

Ἀνάλογες σημασίες ἔχει ἡ Κωνσταντινούπολη καί γιά τούς Τούρκους, τούς Ἀρμένιους, τούς Ἄραβες, τούς Γεωργιανούς, τούς λαούς τῆς Ἀνατολῆς, ἀκόμη καί γιά τούς Ἑβραίους. Μέ δέος καί σεβασμό τήν βλέπουν οἱ Ρῶσοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Σλάβοι. Γιά τούς Δυτικούς, βέβαια, ἡ Κωνσταντινούπολη, ὡς πυρήνας καί πηγή τοῦ Βυζαντίου, εἶναι "σημεῖον ἀντιλεγόμενον", χωρίς αὐτό νά κρύβει τόν φθόνο τους καί τόν ἄκρατο θαυμασμό τους.

Τέλος, γιά τούς Ἕλληνες ἡ Κωνσταντινούπολη ἀναγνωρίζεται ὡς μία ἑστία καί ἕνας ὀμφαλός τῆς πολιτισμικῆς τους ἐπιβεβαίωσης. Ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης διαπιστώνει ἐκεῖ τήν ὕπαρξη ἑνός συναισθηματικοῦ πόλου πού ὑποπτεύεται τήν ὕπαρξή του, ἀλλά δέν εἶναι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Ἕλληνες, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, βλέπουν τήν Κωνσταντινούπολη μέ ὑποκειμενικό τρόπο. Κανείς δέν εἶναι ἁρμοδιώτερος ἀπό τούς Ἕλληνες νά μιλήσει γι' αὐτό. Δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἀλλιῶς. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά λίγα ζητήματα στά ὁποῖα, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, συμφωνεῖ τό μόνιμα διχασμένο ἑλληνικό ἔθνος.

Ἡ Κωνσταντινούπολη παραμένει τό πολυπληθέστερο κέντρο τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ μέχρι τό 1922, ἀλλά καί ἡ νοερή πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τό οἰκονομικό καί τό πνευματικό κέντρο του. Εἰδικότερα, ἀπό τήν ἐποχή τῆς Ἅλωσης, —ἀλλά καί ἀπό τούς χρόνους τῆς πρώτης ἅλωσής της ἀπό τούς Λατίνους (1204)—, ἡ Κωνσταντινούπολη ἔλαβε διαστάσεις μυθικές καί ἔγινε τό κέντρο τῆς Μεγάλης Ἰδέας, μιᾶς ἰδεολογίας πού ἀπέβλεπε στή μελλοντική λύτρωση τῶν ὑποδούλων καί στήν ἀνασύσταση τῆς ἀρχαίας δόξας.

Στήν Κωνσταντινούπολη συμβίωσαν Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί πάνω ἀπό πέντε αἰῶνες.

Παρά τήν ἐγκατάσταση μουσουλμανικῶν πληθυσμῶν στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἀνοικοδόμησή της ὡς ἰσλαμική μητρόπολη, οἱ Ρωμηοί ἐξακολουθοῦσαν νά ἀποτελοῦν τό δεύτερο πολυπληθέστερο ἐθνικό στοιχεῖο. Μάλιστα τά τελευταῖα χρόνια τοῦ 19ου αἰώνα δημιουργήθηκε μία πραγματικότητα, στήν ὁποία ἡ παρουσία τῶν Ρωμηῶν ἔγινε πλέον πρωτεύουσα καί καθοριστική σέ σημαντικές περιοχές τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως ὁ Γαλατᾶς καί ὁ Βόσπορος.

Πλῆθος ἀπό χωριά περί τήν Κωνσταντινούπολη κατοικοῦνταν ἀπό ἑλληνικούς πληθυσμούς καί κυρίως αὐτά τῆς θρακικῆς περιφέρειας Δέρκων.

Τό 1912 λειτουργοῦσαν στήν περιφέρεια τῆς Κωνσταντινούπολης 105 σχολεῖα μέ 15.000 μαθητές. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ Σύλλογοι ἀνέρχονταν σέ πολλές ἑκατοντάδες.

Ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης πού σήμερα ἔχει τήν τύχη νά ἐπισκεφθεῖ τήν Κωνσταντινούπολη, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Ἁγία Σοφία, βρίσκεται μέσα σέ μία ἀχανή τεράστια πόλη, τήν ὁποία κατοικοῦν ἀναρίθμητοι ἀνατολίτες. Ὡστόσο, πρόκειται γιά τήν πόλη, πού γιά δεκαέξη αἰῶνες ἦταν ἡ μεγαλύτερη καί κύρια πόλη τῶν Ἑλλήνων.

Γιά τόν σημερινό ἐπισκέπτη ὑπάρχει πάντα τό ἐρώτημα: "Γιατί οἱ Ἕλληνες ἐπιμένουν νά ἐπιστρέφουν στήν Κωνσταντινούπολη;"

Ἀποκομμένοι ἀπό ἕνα χῶρο, πού ἦταν πολύ σημαντικός γιά μᾶς, βρεθήκαμε νά ἀγνοοῦμε τήν ἐσωτερική μας διάσταση. Ἀκόμη καί χωρίς Ρωμηούς, ἡ Κωνσταντινούπολη μᾶς δίδει τήν αἴσθηση ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας οὐσιαστικός ἐσωτερικός χῶρος. Ἐκεῖ βιώνουμε τήν οἰκείωση τοῦ περιβάλλοντος, τῶν ἱερῶν χώρων καί τῶν κτισμάτων, πού στέκονται γιά γενιές, μάρτυρες τῆς ταυτότητάς μας. Τόπο, ἀπό τόν ὁποῖο ἱστορικά γεγονότα μᾶς ὑποχρέωσαν νά ἀπομακρυνθοῦμε. Τό Βυζάντιο καί ὁ μέγας πολιτισμός του, δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἱστορική περίοδος, ἀλλά τά βάθρα καί ἡ πηγή τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ μῦθος τῆς Ρωμανίας καί τῆς Ρωμηοσύνης, ἀγνοημένος, ξεχασμένος καί ἀπωθημένος στό συλλογικό μας ὑποσυνείδητο, πλήν παραδόξως καί μυστικῶς καταλάμπων, ἔχει τήν ἑστία του στήν Κωνσταντινούπολη, τή γεμάτη σήμερα νεοφερμένους ἀπό τήν Ἀνατολή.

Δέν πηγαίνουμε, λοιπόν, ἐκεῖ μόνον γιά ὅ,τι ὀνομάζουμε τουρισμό. Ὁ τουρισμός εἶναι μιά παράδοξη ἀναζήτηση τοῦ ἐξωτικοῦ καί τοῦ διαφορετικοῦ, πράγματα πού ἐμφανίζονται στόν τουρίστα ὡς φευγαλέες ἐντυπώσεις. Ὁ τουρισμός μοιάζει ἔτσι μέ τή μή πραγματικότητα τῆς τηλεόρασης. Ὁ τουρίστας ἀδυνατεῖ νά μυηθεῖ. Τά ταξίδια τῶν Ἑλλήνων στήν πάλαι ἑλληνική Ἀνατολή καί στήν Κωνσταντινούπολη ξεκινοῦν ἀπό μία μύηση. Αὐτή ἡ μύηση βρίσκεται ἐν ὑπνώσει στή συνείδηση καί ἀναδεικνύεται μέ τά κατάλληλα ἐρεθίσματα καί κάτω ἀπό τίς κατάλληλες εὐκαιρίες.



Εἰσερχόμενος στήν ἱστορική Κωνσταντινούπολη ὁ ἐπισκέπτης περνᾶ ἀπό τεράστιους χώρους, ὅπου ὁ σταθμός τῶν λεωφορείων. Ἀμέσως, μετά ἀπό ἀνισόπεδο κόμβο, βρίσκεται σέ μία μεγάλη σύγχρονη λεωφόρο. Ἴσως μέ λίγη προσπάθεια, θά διακρίνει ὁ ἐπισκέπτης, μακριά, τά γκρεμισμένα γιά τό πέρασμα τῆς λεωφόρου τείχη, ὅπου κυματίζουν οἱ κόκκινες σημαῖες. Λίγο δύσκολο νά ἀντιληφθεῖ ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης ὅτι βρίσκεται στήν πύλη τοῦ Ρωμανοῦ. Σημεῖο, ὅπου ἡ αὐτοθυσία τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα καί τῶν συμπολεμιστῶν του ἔδωσε νόημα στήν πτώση τῆς Αὐτοκρατορίας.

Λίγο μετά, στήν κορυφή τοῦ τέταρτου λόφου τῆς Ἑπταλόφου, δεσπόζει, ὁρατό ἀπό παντοῦ, τό Φατίχ τζαμί, κτισμένο ἀπό τόν Μωάμεθ τόν Πορθητῆ, ὅπου καί ὁ τάφος του. Οἱ ὑπάρχοντες ὁδηγοί, ὡστόσο, συνήθως δέν ἀναφέρουν ὅτι στή θέση αὐτή ὑπῆρχε ἡ μεγάλη αὐτοκρατορική ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καί οἱ τάφοι τῶν Αὐτοκρατόρων καί τῶν Πατριαρχῶν.

Ὁ ἐπισκέπτης τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐπίσης, συχνά ἀγνοεῖ τό ἕτερο θαυμαστό καί μεγαλειῶδες ἔργο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, πού σώζεται σήμερα: τή βασιλική κινστέρνα. Ἀλλά, καί ἄν ἀκόμη ὁ σύγχρονος ταξιδιώτης ἐπισκεφθεῖ τή βασιλική κινστέρνα, εἶναι σχεδόν βέβαιο, ὅτι θά ἀγνοεῖ τό ὅτι στήν ἐπιφάνεια, πάνω ἀπό τούς ἐπιβλητικούς κίονες τῆς βασιλικῆς κινστέρνας, στέκονταν γιά ἑκατοντάδες χρόνια ἡ κιβωτός τοῦ κλασσικοῦ κόσμου: ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κωνστάντιου τοῦ Β´.

Ἀκόμη, ὁ σύγχρονος ταξιδιώτης δύσκολα θά προσεγγίσει τήν ἐρειπωμένη πιά Μονή τοῦ Στουδίου, κέντρο μάθησης, ὅπου οἱ λειτουργίες καί οἱ ψαλμοί δέν σταμάτησαν οὔτε στιγμή γιά χίλια χρόνια. Ἀλλά, ἀκόμη καί ἄν φτάσει ἐκεῖ στό Ἑπταπύργιο ὁ ἀπληροφόρητος ἐπισκέπτης, ἴσως δέν θά γνωρίζει ἕνα σημαντικό στοιχεῖο: ἐκεῖ οἱ μοναχοί μετέγραψαν τόν 9ο καί 10ο αἰῶνα, κατά τή πρώτη βυζαντινή ἀναγέννηση, ὅλα τά ἔργα τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ἀπό τή μεγαλογράμματη στή μικρογράμματη γραφή. Αὐτά πού γνωρίζουμε σήμερα ἀπό τόν ἀρχαῖο κόσμο ὀφείλονται στή δεύτερη αὐτή σωτήρια ἐπέμβαση τῶν Βυζαντινῶν, πού κέντρο της ὑπῆρξε ἡ Μονή τοῦ Στουδίου.

Τέλος, στόν σημερινό Γαλατᾶ, τόν γεμᾶτο ξέγνοιαστη διασκέδαση, ὁ ταξιδιώτης θά περιδιαβεῖ τήν πάλαι "Μεγάλη ὁδό τοῦ Πέραν", τή γεμάτη ἀπό σύγχρονα καταστήματα καί ἐντυπωσιακά καλοδιατηρημένα μέγαρα ἐποχῆς. Ἐκεῖ, στό γραφικό, πάντα ζωντανό Μπαλούκ Παζάρ, στήν ἐντυπωσιακή Χριστάκη Passage, τή γεμάτη θορύβους καί τουριστική ἀξιοποίηση, ὁ Ἕλληνας ταξιδιώτης δέν θά ὑποπτευθεῖ ὅτι βρίσκεται παρά τόν χῶρο, ὅπου ὑπῆρχε μέχρι πρόσφατα τό μέγαρο τοῦ "Ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου". Μία ἑστία μεγάλων πόθων καί τόπος αὐθόρμητης αὐτοσυνείδησης.

Πρόκειται γιά χώρους ἱερούς, ὅπου ἡ λήθη δέν εἶναι δυνατή καί ὅπου κλονίζεται ἐκ θεμελίων ἡ αὐτάρεσκη ἀντίληψή μας γιά ἕνα εὐδαιμονικό "διαρκές παρόν". Θέλουμε νά πηγαίνουμε λοιπόν ἐκεῖ, ὄχι μόνο γιά νά συνδεόμαστε μέ τήν παράδοση, ἀλλά καί γιά νά δίνουμε καί πάλι νόημα σέ τόπους μέ μεγάλη σημασία γιά μᾶς.



Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Μαυρίδη «Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Θράκης 1875–1925» , Ξάνθη 2006

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Η Ελλάδα δορυφόρος της Τουρκίας.

Η ζοφερή διαπίστωση του Παναγιώτη Κονδύλη ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αδιέξοδο αντιμετωπίζοντας τη στρατιωτική συντριβή ή τη δορυφοροποίηση από την Τουρκία, επαληθεύτηκε δυστυχώς ακόμη μία φορά. Η επίσκεψη της τουρκικής πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας στην Αθήνα σκόπευε στην άμβλυνση των ελληνικών αντιστάσεων στις προσβάσεις και την επιρροή που φιλοδοξεί να επιβάλλει η Άγκυρα στο Αιγαίο.

 Δεν επιδιώχθηκε να συζητηθούν οι αμφισβητήσεις της Τουρκίας πάνω στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, πράγμα που άλλωστε απερίφραστα αρνήθηκε και αγνόησε η τουρκική πλευρά χωρίς να το συζητήσει. Μάλιστα, η κολοσσιαία τουρκική στρατιωτική επιθετική παράταξη αποσιωπήθηκε σε βαθμό που οι Έλληνες πολιτικοί αισθανόταν ενοχή και ντροπή για τους ελληνικούς εξοπλισμούς. Σε μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα υπό τους βρυχηθμούς των τουρκικών αεριωθουμένων, τα αμήχανα χαμόγελα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και το πατερναλιστικό βλέμμα του Τούρκου πρωθυπουργού, ζητήθηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, η άρση των απαγορεύσεων και των εμποδίων που παρουσιάζονται στην Τουρκία στην επιθυμία της να επιβάλλει την δημογραφική και την οικονομική παρουσία της σε όλο το Αιγαίο. Ενώ γινόταν οι συζητήσεις στην Αθήνα η τουρκική αεροπορία αλώνιζε στο Αιγαίο, ώστε να μην ξεχαστεί ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά και κανείς από την ελληνική πλευρά δεν παρατήρησε το παράλογο και αδικαιολόγητο της ύπαρξης του μεγαλύτερου αποβατικού στόλου στον κόσμο απέναντι από την Λέσβο. Ούτε τόλμησε κανείς να δικαιολογήσει τους ελληνικούς εξοπλισμούς με την απλή ερώτηση για το ποιό αμυντικό σκοπό υπηρετεί η παραγγελία από την Τουρκία των αεροπλάνων F35 stealth, τα οποία ανατρέπουν συνολικά την ήδη επισφαλή στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο. Αντί γι’ αυτό, ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης δήλωσε πως αισθάνεται ντροπή για την κατασπατάληση τεραστίων ποσών για τους «άχρηστους» ελληνικούς εξοπλισμούς. Και βέβαια κανείς από τους Έλληνες πολιτικούς δεν εξέφρασε κανενός είδους «ντροπή» για την αποφυγή οποιασδήποτε διαμαρτυρίας για την ενίσχυση και υποστήριξη της επίσημης Τουρκίας προς τους εξωμότες εγκάθετους της Ελληνικής Θράκης.

Οι προτάσεις που έγιναν διατυπώθηκαν με πρωτοβουλία της Τουρκίας η οποία έχει εδώ και χρόνια το προνόμιο του να θέτει προβλήματα και απαιτήσεις. Κατά τη γνώμη μας, και οι σημερινές δήθεν ειρηνικές προτάσεις οικονομικής συνεργασίας περιέχουν πολύ δόλο. Η Τουρκία ως εκ συστήματος αποφεύγει να δείξει μετριοπάθεια και να αμβλύνει ή να άρει τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις που έχει συσσωρεύσει. Η πρόταση, για παράδειγμα, του παγώματος των εξοπλισμών γίνεται σε μια εποχή τερατώδους συσσώρευσης πολεμικών μέσων από την Τουρκία και χωρίς να προτείνεται μια μηδενική βάση ή κάποια μορφή ισορροπίας.

 Κατά την αντίληψή μας η ανομολόγητη επιθυμία της Τουρκίας να καταστήσει την Ελλάδα δορυφόρο δεν κρύβεται και πρέπει να μας υποχρεώσει να φερθούμε ανάλογα. Το πλέγμα κατωτερότητας της Τουρκίας, η επιβίωση της οθωμανικής κατακτητικής ορμής και των οθωμανικών πολιτειακών και πνευματικών δομών, όπως και οι φοβίες, η αρνητική διάθεση, η οικονομική, η δημογραφική και η γεωπολιτική κάμψη της Ελλάδας καθιστούν μια ελληνοτουρκική προσέγγιση αδύνατη. Μετά την αποδυνάμωση, τις εθνικές καταστροφές και τις εθνικές ταπεινώσεις της Ελλάδας και δεδομένων των νοοτροπιών που επικρατούν στην Τουρκία, μια προσέγγιση των δύο χωρών δεν θα σήμαινε παρά την δορυφοροποίηση της Ελλάδας. Η αμηχανία των Δυτικών μπροστά στην αντιπαράθεση της Ελλάδας προς την Τουρκία θα τους έκανε ίσως να αποδεχθούν μια τέτοια προοπτική με την ελπίδα ότι η ικανοποίηση του πιο ισχυρού μέρους θα οδηγούσε σε κάποιο διέξοδο.

Η εμπειρία που έχουμε από τη λεγόμενη «ελληνοτουρκική φιλία» είναι τραυματική: Το 1930, ο Βενιζέλος, μόλις οκτώ χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δέχεται διακανονισμό για τις αποζημιώσεις των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με όρους δυσμενέστατους για τους πρόσφυγες. Οι παλαιομουσουλμάνοι, σφόδρα αντικεμαλικοί ηγέτες της μειονότητας της Θράκης, οι οποίοι συντάχθηκαν μαζί μας στον Μικρασιατικό Πόλεμο, απελάθηκαν και η μουσουλμανική μειονότητα παραδόθηκε στην επιρροή του τουρκικού προξενείου. Η κατάληξη ήταν το εξοντωτικό "Βαρλίκ" και το οικονομικό πογκρόμ των Ελλήνων στην Τουρκία, όταν το 1941 η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από τριπλή κατοχή και ήταν δυνατή η εξόντωση των ελληνικών μειονοτήτων χωρίς προβλήματα. Την ίδια εποχή η Τουρκία προσπαθεί να διαπραγματευθεί με αμφότερους τους εμπολέμους την κατοχή των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το 1952 η ελληνοτουρκική προσέγγιση για χάρη του ΝΑΤΟ και λόγω της σλαβικής απειλής προς την Ελλάδα, μας υποχρεώνει σε άλλες παραχωρήσεις στο θέμα της μειονότητας, παραδίδοντας τους Πομάκους της Θράκης στην αγκαλιά της Τουρκίας και καταλήγοντας στα Σεπτεμβριανά του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, όταν δόθηκε το σύνθημα και έγινε η αρχή για την οριστική εξόντωση του Ελληνισμού της Πόλης. Το 1959, η Συμφωνία της Ζυρίχης, με την Τουρκία να αρνείται τον προσδιορισμό των Τουρκοκυπρίων ως μειονότητα, οδήγησε, με τη βοήθεια των δικών μας σφαλμάτων, στη διχοτόμηση της Κύπρου το 1974.


 Βασιζόμενη σήμερα στην συγκυριακή της ισχύ η Τουρκία επιδιώκει να θεμελιώσει ισχυρή οικονομική παρουσία στο Αιγαίο και να συνδέσει το Ανατολικό Αιγαίο με την Μικρασιατική χερσαία μάζα. Παράλληλα επιδιώκει να δημιουργήσει δημογραφική παρουσία στο Αιγαίο και να ισχυροποιήσει δημογραφικά τα ερείσματά της στην Ελληνική Θράκη. Με κάποια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν φιλοδοξεί να αποθαρρύνει και να αποδυναμώσει τους Έλληνες της ελεύθερης Κύπρου. Απώτατος ανομολόγητος σκοπός και στόχος της Τουρκίας είναι ο διαμοιρασμός του Αιγαίου, η κυριαρχία της στην Ελληνική Θράκη και την Κύπρο και η άρση των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών Πολέμων με τον περιορισμό του ελληνικού κράτους στα όρια μιας Ελλάδας της Μελούνας.

 Οι φιλοδοξίες αυτές βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τις ιστορικές εμπειρίες που χαρακτηρίζουν την τουρκική παρουσία, όπως και με τους σχεδιασμούς της τουρκικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Για να μην αναφερθούμε σε μακρινές εποχές θα θυμίσουμε αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «Τρίτη Άλωση», δηλαδή την μεταφορά μεγάλων πληθυσμιακών μαζών μουσουλμάνων δυτικά μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Η Τρίτη Άλωση σημαίνει την κατακυρίευση του γεωγραφικού χώρου και την ιστορική αλλοτρίωσή του, όπως έχει γίνει στους ιστορικούς χώρους του Ανατολικού Ελληνισμού. Βρισκόμαστε στη σφαίρα της ισχύος. Η Τουρκία ορίζει τους κανόνες και τις φάσεις της αντιπαράθεσης, από την οποία θα παραιτηθεί μόνο όταν πεισθεί ότι δεν μπορεί να συνεχίσει ή όταν η αντιπαράθεση καταλήξει επιζήμια για την ίδια. Εμείς μόνο με την ισχύ μας είναι δυνατό να αντέξουμε και να αποφύγουμε τη στρατιωτική συντριβή ή την υποταγή με το να καταστούμε δορυφόροι. Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι οι λαοί που θέλουν να επιβιώσουν βρίσκουν τον τρόπο και τους πόρους για να επιτύχουν. Εμείς, άλλωστε, είμαστε αυτοί που με την αντιστασιακή μας στάση και την περιφρόνηση των μεγεθών δώσαμε το μέτρο του φρονήματος.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Οι στόχοι του Ελληνισμού και το πολιτικό μας σύστημα.

Υποστηρίζουμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη από δεκαετίες σε καμπή και αναζητά σαφείς εθνικούς στόχους και αποτελεσματικούς τρόπους στήριξής τους, όπως και νέους ορίζοντες όσον αφορά την οικονομία, την κοινωνία, την ιδεολογία, την πολιτική και εν τέλει τον πολιτισμό. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τις θεμελιώδεις αξίες, τις αρχές και τα ιδεώδη τα οποία συνιστούν κοινές κατευθύνσεις και επιδιώξεις όλων των πολιτών, αλλά και των θεσμών, ώστε να υποστηρίζονται οι προσανατολισμοί και οι στρατηγικοί στόχοι της χώρας. Η κρίση του πολιτικού μας συστήματος συναρτάται απολύτως με την αδυναμία του να υποστηρίξει τους εθνικούς στόχους, να ακολουθήσει με συνέπεια βασικές προγραμματικές αρχές, αλλά και να προτείνει νέους προσανατολισμούς, δηλαδή ένα νέο όραμα. Ήδη η καθολική μας κρίση κορυφώθηκε και βρίσκεται σε παροξυσμό. Τόσο, ώστε τίθενται σε αμφισβήτηση ουσιαστικά επιτεύγματά μας και πιστοποιείται στα πράγματα η αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος.Είναι, λοιπόν, κατά βάση σημαντικό και αναγκαίο το να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τους μόνιμους και σταθερούς στόχους, στους οποίους προσβλέπουμε ως άτομα, ως κοινωνία και ως έθνος.

Εξετάζοντας πολύ γενικά τα πράγματα μπορούμε να διατυπώσουμε τους μεγάλους στόχους που από την διαμόρφωσή του έθεσε ο Νέος Ελληνισμός και που φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό παραμένουν πάντα σε ισχύ. Κατά την αντίληψή μας, οι μεγάλοι στόχοι του Νέου Ελληνισμού μπορούν πολύ γενικά να διατυπωθούν με τις ακόλουθες προτάσεις:
1) Το ζήτημα της επιβίωσης και της ανάπτυξης του ελληνικού έθνους. Βάσεις αποτελούν η ελληνική γλώσσα και η ελληνική ιστορία, αλλά και οι κοινές παραδόσεις. Ελληνική αρχαιότητα, Βυζάντιο και Νέος Ελληνισμός θεωρούνται ως ιστορική συνέχεια και γίνονται αντιληπτά ως προϋποθέσεις της ύπαρξης του ελληνικού έθνους. Ιδιαίτερη ιδιομορφία αποτελεί η συνάρτηση της εθνικής ταυτότητας με την ορθόδοξη πίστη.
2) Το ζήτημα της δημιουργίας, της εδραίωσης, της διατήρησης και της ανάπτυξης του νέου ελληνικού κράτους. Το κράτος αυτό στηρίζεται στην ιδεολογία της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και ελέγχεται από ομοιογενή μεσαία στρώματα, τα οποία αποτελούν και την πλειονότητα. Η πραγμάτωση αυτού του στόχου απαιτεί κοινωνική ισορροπία. Η εξωτερική ασφάλεια του κράτους στηρίζεται στις εθνικές δυνάμεις και πόρους. Η ιδιαίτερη όμως θέση της χώρας και το γεωπολιτικό περιβάλλον καθιστούν αναγκαία την παράλληλη ενίσχυση της ασφάλειας του κράτους, με την αναζήτηση της προστασίας ξένων δυνάμεων, ή πιο πρόσφατα, με τη συμμετοχή σε μεγάλες υπερεθνικές συσσωματώσεις και τον συνεταιρισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3) Το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, ήγουν η συμμετοχή όλων των ελληνικών πληθυσμών στο νέο ελληνικό κράτος και η ενσωμάτωση τμήματος των εδαφών στα οποία ιστορικά κατοικούν. Η εθνική ολοκλήρωση πραγματοποιείται με εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και εδαφική επέκταση, ενώ υποστηρίζεται ιδεολογικά στην πρώτη φάση της από τη ρωμηοβυζαντινή ιδεολογία.
4) Το ζήτημα της οικονομικής μεγέθυνσης. Η προσπάθεια οικονομικού πλουτισμού στηρίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία μεγάλης μάζας μεσαίων στρωμάτων, τα οποία προσβλέπουν προς την παιδεία και τον εκσυγχρονισμό ως μέσα συμμετοχής σε ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Παράλληλα, η οικονομική μεγέθυνση στηρίζεται στο κεφάλαιο, από το οποίο συχνά απαιτείται συμμετοχή στις προσπάθειες εθνικής ασφάλειας και εθνικής ολοκλήρωσης. Η αναδιανομή του πλούτου αποβλέπει κατά κανόνα στη στήριξη και διεύρυνση των στρωμάτων που αποτελούν τη βάση του κράτους. Η ένταξη στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα γίνεται μετά από τις αναγκαίες προσαρμογές και τον κατάλληλο εκσυγχρονισμό για τον οποίο πρότυπο αποτελεί πάντα η Δύση.
5) Το ζήτημα της εφαρμογής και της διάδοσης της παιδείας. Αυτό αποτελεί ιστορικό αίτημα και επιθυμία ευρύτατων μεσαίων στρωμάτων. Βάση συνιστούν η ελληνική παράδοση και ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός. Μόνιμο αίτημα παραμένει ο εκσυγχρονισμός, που είναι πάντα σύμφωνος προς τα πρότυπα που επικρατούν στον δυτικό κόσμο.
6) Το ζήτημα της διαμόρφωσης και της διατύπωσης ιδεολογίας για τη στήριξη της ταυτότητας και της κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Κύρια πλαίσια και στηρίγματα αποτελούν το αίτημα για εκσυγχρονισμό με πόλο τη Δυτική Ευρώπη και τη συμμετοχή στον κεντρικό πυρήνα λήψεις αποφάσεων που δυτικού κόσμου, καθώς και η αντίληψη της συνέχειας του ελληνικού έθνους και της ελληνικής γλώσσας.
Η ασυναίσθητη παρουσία των στόχων αυτών συγκροτεί ένα κεντρικό και θεμελιώδες συνειδησιακό υπόβαθρο κοινό για όλους τους πολίτες και ανεξάρτητο από την κοινωνικοπολιτική τους ιδεολογία. Δύσκολα ένα έθνος μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υποστηρίζεται από μια καθολική συνείδηση, όπως αυτή που προσπαθούμε να περιγράψουμε.
Οι στόχοι αυτοί είναι μόνιμοι, αλλά παρά το ότι μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε ως αποτελέσματα συναίνεσης δεν αποτελούν μόνιμες συνιστώσες συμπεριφορών. Τα φιλελεύθερα κοινοβουλευτικά καθεστώτα της Ελλάδας, για παράδειγμα, παρά το ότι αποδέχονται την ανάγκη της στήριξης της κοινωνικής βάσης του κράτους, συχνά αδιαφορούν για την αναδιανομή και τον έλεγχο του πλούτου. Άλλωστε, ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού κράτους και η αντίληψη της νομής της εξουσίας αποτελούν εμπόδια για την καθολική υιοθέτηση των εθνικών στόχων. Αυτό που ζητείται είναι η κατά το δυνατόν συμφωνία των κοινωνικών και των πολιτικών εταίρων με τους μόνιμους αυτούς στόχους.
Είναι φανερό ότι οι στόχοι αυτοί αποτελούν ένα μόνιμο και σταθερό υπόβαθρο στο οποίο είναι δυνατό να στηριχθούν αποτελεσματικά ορθολογικές και επιτυχείς οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές, ανάλογες με αυτές που παρατηρούνται σε σύγχρονες κοινωνίες. Η ταχύρυθμη ανάπτυξη της χώρας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αναπτυξιακή και εκσυγχρονιστική νοοτροπία, που καλλιεργήθηκαν με στήριγμα τους στόχους που περιγράφουμε.

Η δυναμική των προηγούμενων δεκαετιών θα μπορούσε να μας είχε οδηγήσει σήμερα στην ικανοποιητική εκπλήρωση μεγάλου τμήματος από τους στόχους που περιγράψαμε. Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσουμε, όμως, είναι ότι όχι μόνο υπάρχουν ελλείμματα αλλά και ότι σήμερα κλονίστηκαν οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορέσουμε να επιτύχουμε την εκπλήρωση των εθνικών στόχων:
1) Όσον αφορά την επιβίωση του Ελληνισμού διαπιστώνεται διάβρωση των στοιχείων που συνιστούν την πολιτισμική μας ιδιαιτερότητα. Αυτό έχει σημασία, αφού σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία μας η ασφαλέστερη και μονιμότερη ανεξαρτησία εδράζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία, ενώ η πιο απόλυτη υποταγή είναι αποτέλεσμα πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Αλλά και με αντικειμενικά ποσοτικά κριτήρια είναι εμφανής η αποδυνάμωση του συνολικού γεωπολιτικού δυναμικού του Ελληνισμού.
2) Όσον αφορά την πραγμάτωση του νέου ελληνικού κράτους διαπιστώνουμε αποδυνάμωση της ιδεολογικής του βάσης, εκφυλισμό της κρατικής οντότητας, έξαρση της διαφθοράς και οξύ πρόβλημα εξωτερικής ασφάλειας. Υπάρχουν διεκδικήσεις και επεκτατική διάθεση από ιστορικούς αντιπάλους μας σε Βορρά και Ανατολή. Παράλληλα, η άνιση διπλωματία που εφαρμόζουν εις βάρος μας οι ισχυροί προστάτες που είμαστε αναγκασμένοι να αναζητούμε, κρατά τη χώρα σε καθεστώς ομηρίας. Αλλά και η αποτυχία του πολιτικού συστήματος να εξασφαλίσει ένα αποτελεσματικό κράτος μας καταδικάζει σε αλλεπάλληλες αποτυχίες. Είναι γνωστός ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού κράτους και η εξαγορά του εκλογικού σώματος από το πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει αυτονομηθεί και επιδιώκει ανοιχτά τη νομή της εξουσίας. Επί πλέον είναι εμφανής η αντινομία διοίκησης – πολιτών και η απουσία αμοιβαίας αποδοχής και υποστήριξης. Για το ιδιόμορφο αυτό φαινόμενο έχουν προταθεί διάφορες εξηγήσεις. Υποστηρίζεται ότι η συγκρότηση του Ελληνισμού σε κρατικό μόρφωμα σημαίνει και το τέλος του, αφού αναγκάσθηκε έτσι να υιοθετήσει θεσμούς ξένους και να απεμπολήσει τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του. Οπωσδήποτε, εδώ βρισκόμαστε στον πυρήνα του προβλήματός μας, αφού τουλάχιστον τέσσερις από τους έξι στόχους που προσδιορίσαμε εξαρτώνται απόλυτα από την ύπαρξη ενός επιτυχημένου και αποτελεσματικού κράτους.
3) Όσον αφορά την εθνική ολοκλήρωση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο στόχος αυτός έπαψε να έχει έννοια μετά τη μερική εκπλήρωσή του και τη μερική αποτυχία του. Ωστόσο, μετά το 1922 ο εκτός συνόρων αλύτρωτος Ελληνισμός διαλύεται και παύει να υπάρχει, ενώ το δεύτερο ελληνικό κράτος, που δημιουργήθηκε στην ανατολική Μεσόγειο, αντιμετωπίζει πρόβλημα ύπαρξης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι το νέο ελληνικό κράτος δημιουργείται στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και η πρωτεύουσά του δεν απελευθερώνεται. Μετά το 1922 η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μια χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, το Αιγαίο ή την Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας.
4) Όσον αφορά την οικονομική μεγέθυνση, πετύχαμε κάποιο βαθμό πλουτισμού, διατηρώντας όμως δομές ξεπερασμένες, στερούμενοι μιας μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής, ενώ το όλο οικονομικό μας σύστημα φαίνεται να είναι επισφαλές και ήδη βρίσκεται σε αμφισβήτηση. Η οικονομική μας απογείωση κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οδήγησε την κατάταξη της χώρας στην ομάδα των αναπτυγμένων χωρών με καλές επιδόσεις. Ωστόσο, η δημοσιονομική μας αποτυχία έθεσε σε αμφιβολία τα επιτεύγματα αυτά.
5) Όσον αφορά το αίτημα για παιδεία, αυτό έχει πάρει την μορφή τυπολατρικής επιδίωξης δικαιωμάτων και ωφελημάτων. Αμφίβολο και αμφιλεγόμενο είναι το περιεχόμενο της παιδείας, ενώ αμφισβητούνται τα ιδεολογικά της στηρίγματα.
6) Όσον αφορά την ιδεολογική υποδομή επικρατεί σύγχυση, ενώ αποδομούνται η ιστορική και η πολιτισμική ταυτότητά μας. Μίμηση και εθελοδουλία χαρακτηρίζουν το ιδεολογικό μας περιβάλλον, ενώ εθνομηδενιστικές απόψεις διαδίδονται στους κύκλους που παίρνουν τις αποφάσεις.

Ιδού λοιπόν ευρύ και λαμπρό πεδίο για άσκηση πολιτικής που θα φιλοδοξεί να αναγεννήσει την παράδοση, να γεφυρώσει τα χάσματα και να αντιστρέψει τον κατήφορο μιας φθίνουσας Ελλάδας.
Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει πώς μέσα από τα ερείπια και τις καταρρεύσεις ανορθώνεται και πάλι το Ελληνικόν.

Ανθούν οι βιομηχανίες των εξοπλισμών.

Παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε τα δύο τελευταία χρόνια, οι βιομηχανίες και η κούρσα των εξοπλισμών ανθούν σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα της μελέτης που κυκλοφόρησε το ερευνητικό κέντρο Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI). Η μελέτη αυτή αναλύει και παρουσιάζει στοιχεία σχετικά με το παγκόσμιο εμπόριο οπλικών συστημάτων κατά το διάστημα 2005 – 2009.
Σύμφωνα με το ινστιτούτο SIPRI η εξοπλιστική φρενίτιδα κορυφώθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια δραματικά στη Νότιο Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Κατά το διάστημα 2005 – 2009 ο όγκος του εμπορίου των εξοπλισμών αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές σε σύγκριση με το διάστημα 2000 – 2004.
Οι ΗΠΑ παραμένουν σταθερά ως ο πρώτος εξαγωγέας όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο με μερίδιο της αγοράς γύρω στο 30%. Ακολουθεί η Ρωσία με 23%, η Γερμανία με 11%, η Γαλλία με 8% και η Μεγάλη Βρετανία με 4% των συνολικών πωλήσεων. Οι εξαγωγές της Γερμανίας σχεδόν διπλασιάσθηκαν, κυρίως λόγω της μεγάλης επιτυχίας των τεθωρακισμένων και των αρμάτων μάχης, τα οποία κατασκευάζει η χώρα αυτή. Το παγκόσμιο εμπόριο όπλων κατανέμεται κατά 41% στην Ασία, κατά 24% στην Ευρώπη, κατά 17% στη Μέση Ανατολή, κατά 11% στην Αμερικανική Ήπειρο και, τέλος, κατά 7% προς την Αφρική. Οι πωλήσεις όπλων προς τη Νότιο Αμερική αυξήθηκαν κατά 150% με τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού να αγοράζουν άφθονα άρματα Leopard. Στη Νοτιοανατολική Ασία η Σιγκαπούρη είναι η πρώτη χώρα της περιοχής που συγκαταλέγεται πια στους δέκα κορυφαίους εισαγωγείς όπλων. Παράλληλα, το Βιετνάμ είναι η πρώτη χώρα της περιοχής που διαθέτει τώρα μαχητικά αεροσκάφη ευρείας δράσεως και στόλο υποβρυχίων. Δημιουργούνται έτσι συνθήκες ικανές να αποσταθεροποιήσουν ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία.
Οι πρωταγωνιστές της παγκόσμιας κούρσας εξοπλισμών οδηγούνται από την Κίνα που απορροφά το 9% των παγκόσμιων εξαγωγών και παραμένει στην κορυφή και τα πέντε χρόνια, που καλύπτει η έρευνα. Ακολουθούν η Ινδία, η Νότιος Κορέα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η χώρα μας που κατέχει σταθερά την πέμπτη θέση, αν και κατά το διάστημα 2000 – 2004 βρισκόταν στην τρίτη θέση. Εντυπωσιακός είναι ο κατάλογος των αγορών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που εξοπλίζονται μέχρι τα δόντια προφανώς για να αισθάνονται σίγουρα απέναντι στο Ιράν. Η Ρωσία, που παραμένει μεγάλος εξαγωγέας, έχει παραγγείλει αριθμό ιπτάμενων διατάξεων χωρίς πιλότο από το Ισραήλ, το οποίο έχει αναπτύξει πρωτοποριακή παραγωγή των προηγμένων τεχνολογικά αυτών όπλων.
Μεγάλο ποσοστό των πωλήσεων όπλων αφορά μαχητικά αεροσκάφη, η αγορά των οποίων τροφοδοτεί την κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Νότιο Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Οι ΗΠΑ είναι ο κύριος προμηθευτής παραλλαγών των αεροσκαφών F16 και F15 με τα οποία εφοδιάζει 70 χώρες με μεγαλύτερους αγοραστές τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ, τη Νότιο Κορέα και βέβαια τη χώρα μας. Η κούρσα εξοπλισμού βρίσκεται σε παροξυσμό στο μέτωπο Ινδίας – Πακιστάν, όπου εκατοντάδες αεροσκάφη από την Κίνα και τη Ρωσία έχουν παραγγελθεί για τις αεροπορίες των χωρών αυτών. Η κούρσα εξοπλισμών στο Αιγαίο δεν αναφέρεται, προφανώς γιατί η Τουρκία έχει αναπτύξει αξιόλογη εξοπλιστική βιομηχανία, κάτι που εμείς δεν μπορέσαμε να επιτύχουμε. Οπωσδήποτε, στη μελέτη αυτή δεν αναφέρονται οι τερατώδεις εξοπλισμοί τους οποίους πραγματοποιεί και έχει προγραμματίσει η Τουρκία, αφού δεν αφορούν πράξεις εξωτερικού εμπορίου.
Ακόμη και οι φτωχοί του πλανήτη είναι παρόντες στις λίστες των παραγγελιών. Πάμπτωχες χώρες, όπως το Τσαντ, η Κένυα και το Σουδάν εμφανίζονται ως αγοραστές τεθωρακισμένων, αεροσκαφών και πυραύλων.

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Πληθυσμιακές εκρήξεις και πληθυσμιακές ανισορροπίες στον νέο τριμερή κόσμο.

Είναι γνωστές οι ανησυχίες για την επάρκεια ή την ανεπάρκεια των πόρων του πλανήτη σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό. Ο 20ός αιώνας απέδειξε ότι η τεχνολογία του δυτικού κόσμου μπόρεσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πλούτο με ρυθμό γρηγορότερο από την αύξηση του πληθυσμού. Ιδιαίτερα μετά το 1970 η παραγωγή πλούτου αυξήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η αύξηση του πληθυσμού περιορίστηκε δραστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το περιβαλλοντικό κόστος της παραγωγής πλούτου για την αντιμετώπιση των νέων πληθυσμιακών δεδομένων είναι άλλη ιστορία. Οι πληθυσμιακές ανισορροπίες και η οικονομική ανισοκατανομή είναι παράγοντες για την δημιουργία πολιτικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων και εν τέλει θα καθορίσουν τη μορφή του κόσμου στο άμεσο μέλλον.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών αναμένουν τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού γύρω στο έτος 2050. Εκείνη τη χρονιά ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αθροίζει περί τα 9 δισεκατομμύρια άτομα, από τα 7 που αριθμεί σήμερα. Αναμένεται επίσης ότι μέχρι το 2050 ο πλούτος του κόσμου θα αυξάνεται γύρω στο 2% ετησίως. Αυτό είναι πολύ ικανοποιητικό και σημαίνει ότι ο πλούτος θα αυξάνεται γρηγορότερα από τον πληθυσμό. Όμως, κάτι τέτοιο δεν αρκεί για να επιτρέψει αισιόδοξες σκέψεις, αφού εκείνο που έχει σημασία είναι η κατανομή του πληθυσμού, δηλαδή το πού και πώς αυξάνεται ο πληθυσμός και το πού και πώς μειώνεται, όπως και το πώς, πού και πόσο γηράσκει .

Σύμφωνα με πρόσφατα άρθρα στον Economist και στην Foreign Affairs οι ιστορικής σημασίας πληθυσμιακές εξελίξεις κατά τον 21ο αιώνα θα είναι οι εξής:

- Η δημογραφική βαρύτητα των αναπτυγμένων χωρών στο παγκόσμιο σύνολο θα περιορισθεί κατά 25% περίπου, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της οικονομικής δύναμης και του οικονομικού κέντρου βάρους προς τις αναπτυσσόμενες χώρες.

- Ο πληθυσμός των σήμερα ανεπτυγμένων χωρών θα περιορισθεί και θα γεράσει, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της οικονομικής τους ανάπτυξης και την ένταση της μετανάστευσης από τον μη αναπτυγμένο κόσμο στον αναπτυγμένο.

- Το σύνολο της παγκόσμιας αύξησης του πληθυσμού θα συγκεντρωθεί στις χώρες που σήμερα είναι φτωχές, που ήδη διαθέτουν νεότατο πληθυσμό και όπου ανήκει η πλειονότητα των μουσουλμανικών χωρών. Η έλλειψη παιδείας, κεφαλαίων και θέσεων εργασίας στις χώρες αυτές θα είναι αιτίες για επικίνδυνες εξελίξεις.

- Για πρώτη φορά στον ιστορικό χρόνο η πλειονότητα που παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί πλέον σε πόλεις. Αλλά οι μεγαλύτερες πόλεις θα βρίσκονται στις μη ανεπτυγμένες φτωχές χώρες, όπου οι συνθήκες του αστικού περιβάλλοντος θα είναι πολύ άσχημες.

Οι εξελίξεις αυτές, που είναι λογικά αναμενόμενες, μπορούν να σημαίνουν πολλά. Ειδικά για την ευρωπαϊκή ήπειρο οι προοπτικές είναι ανησυχητικές. Σήμερα, η κυριαρχία και η παγκόσμια εξάπλωση των Δυτικών έχει ανατρέψει τις αναλογίες που ίσχυαν μέχρι τον 18ο αιώνα. Έτσι, στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, είχε περισσότερο πληθυσμό από την Κίνα, ενώ οι Ευρωπαίοι, όντες τον 18ο αιώνα το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού είχαν φθάσει το 1913 να αποτελούν το 33% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, το 2003 ο συνολικός πληθυσμός της Ευρώπης και των ΗΠΑ περιορίσθηκε στο 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, με προοπτική να περιορισθεί ακόμη περισσότερο και να κατέλθει στο 12% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2050. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από αντίστοιχες δραματικές οικονομικές μεταβολές. Η Βιομηχανική Επανάσταση κατέστησε την Ευρώπη όχι μόνο πολυπληθέστερη, αλλά και πλουσιότερη, τόσο ώστε το 32% του παγκόσμιου πλούτου, που έλεγχε ο δυτικός κόσμος στις αρχές του 19ου αιώνα, να αγγίξει το 68% γύρω στο 1950. Τα πράγματα ήδη αντιστρέφονται: το ποσοστό του 68% του παγκόσμιου πλούτου, που προνομιακά απολάμβανε ο δυτικός κόσμος, περιορίσθηκε σήμερα στο 47% και θα περιορισθεί δραστικότερα στο άμεσο μέλλον, ώστε το 2050 να είναι κάτω του 30%, τόσο όσο περίπου ήταν το 1820. Οι αριθμοί αυτοί σημαίνουν ότι μέχρι το 2050 η αύξηση του παγκόσμιου πλούτου θα συμβεί κατά 80% στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τότε, η μεσαία τάξη, ‑που είναι αυτή που κυρίως καταναλώνει‑, θα αθροίζει στον σημερινό αναπτυσσόμενο κόσμο αριθμό μεγαλύτερο από ολόκληρο τον πληθυσμό που θα έχει τότε ο δυτικός κόσμος. Ή, με άλλα λόγια, η οικονομική επέκταση θα συμβεί κυρίως σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Τουρκία.

Όλα τα ανωτέρω είναι συνάρτηση των βιολογικών όρων που συνεπάγεται η γήρανση του πληθυσμού. Το 2050, το 30% των Ευρωπαίων, αλλά και το 40% των Ιαπώνων θα είναι πάνω από 60 ετών. Τα ποσοστά των συνταξιούχων θα διογκωθούν και θα αντιστοιχούν σε λιγότερους σε αριθμό εργαζόμενους. Στην Ευρώπη μόνο, οι εργαζόμενοι θα μειωθούν κατά 120 εκατομμύρια, δηλαδή η εργατική δύναμη θα μειωθεί κατά 25%. Οι οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές επιπτώσεις θα είναι τεράστιες. Οι δυτικές χώρες θα αντιμετωπίζουν συνεχείς μειώσεις της παραγωγικότητας και μόνιμες ελλείψεις σε παραγωγικό δυναμικό και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και επινοήσεις.

Ενώ, ο δυτικός κόσμος θα γνωρίσει μια πρωτοφανή γήρανση του πληθυσμού, οι χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της νοτιοανατολικής Ασίας θα κατοικούνται από νεανικούς πληθυσμούς. Πράγματι, το 70% της μελλοντικής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού θα συμβεί στις χώρες αυτές. Ενώ, στον δυτικό κόσμο θα υπάρχει έντονη έλλειψη εργατικών χεριών, θα υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες τεράστιοι αριθμοί διαθέσιμων χωρίς εργασία εργατών. Οι παρούσες συνθήκες οικονομικής μετανάστευσης θα είναι ειδυλλιακές συγκρινόμενες με τα μεταναστευτικά ρεύματα, που οι νόμοι της ζήτησης και της προσφοράς θα δημιουργήσουν σε λίγα χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, στον μουσουλμανικό κόσμο θα δημιουργηθεί έντονη τάση για μετακίνηση πληθυσμιακών μαζών. Χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Αίγυπτος, η Ινδονησία, η Νιγηρία, το Πακιστάν και η Τουρκία, που το 1950 άθροιζαν πληθυσμό γύρω στα 240 εκατομμύρια μουσουλμάνων, σήμερα αθροίζουν 900 εκατομμύρια, οι οποίοι θα αυξηθούν κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο το 2050. Οι εντάσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν θα οδηγήσουν τότε σε σύγκρουση πολιτισμών σε μεγάλη κλίμακα.

Πρόσθετους παράγοντες ανισορροπίας δημιουργεί η αστικοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο: ενώ το 1950 κατοικούσε σε πόλεις το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτό θα αυξηθεί δραματικά σε 70% το έτος 2050. Οι αγρότες των αναπτυσσόμενων χωρών μετατρέπονται σε εργάτες. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες, οι χώρες που διαθέτουν νεανικούς πληθυσμούς θα είναι πιθανόν να αναπτύξουν συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής με πρωτοφανείς συνθήκες εξαθλίωσης και αχαλίνωτης βίας. Η ραγδαία αστικοποίηση θα δημιουργήσει εντάσεις που πολλές ηγετικές ελίτ θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν. Είναι λοιπόν δυνάμει καταστροφική η επιδίωξη της σύγκρουσης των πολιτισμών, η οποία είναι αδύνατο να προλάβει ή να ματαιώσει τις εκρηκτικές ανισορροπίες των πληθυσμιακών μεταβολών, αλλά καλλιεργεί την αντιπαλότητα που ενδέχεται να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στο μέλλον.

Ωστόσο, η πληθυσμιακή έκρηξη που πριν μισό αιώνα ανησυχούσε τους δημογράφους δεν είχε την εφιαλτική κατάληξη που προβλεπόταν τότε. Ήδη πολιτικές έχουν ως ένα βαθμό ανακόψει τους ρυθμούς της πληθυσμιακής αύξησης. Νέες τεχνολογίες και αγροτικές μεταρρυθμίσεις εξασφάλισαν αύξηση της παραγωγής τροφίμων. Αλλά και η τεράστια αύξηση του διεθνούς εμπορίου βοήθησε στη διεύρυνση των διατροφικών επιλογών. Εδώ έχουμε μια θετική και αγνοημένη πλευρά της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα είναι αναγκαίο να αντιμετωπισθούν οι νέες πραγματικότητες που επιβάλλονται από τη γήρανση του πληθυσμού των βιομηχανικών χωρών, την οικονομική και πληθυσμιακή άνοδο των αναπτυσσόμενων χωρών και την διόγκωση της μετανάστευσης.

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου καθιερώθηκε η σχηματική διαίρεση του κόσμου: σε «Πρώτο Κόσμο» που αποτελείτο από τις βιομηχανικές δημοκρατικές χώρες, στον «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελούσαν οι κομμουνιστικές βιομηχανικές χώρες, και στον «Τρίτο Κόσμο» που ανήκαν όλες οι άλλες χώρες που θεωρείτο ότι ήταν υπό ανάπτυξη. Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εγκαταλείφθηκε η διαίρεση αυτή. Ίσως θα ήταν σκόπιμο να θεωρήσουμε και πάλι ένα τριμερή κόσμο με τον «Πρώτο Κόσμο» να συγκροτείται από τα έθνη με γερασμένο πληθυσμό (Βόρεια Αμερική, Ευρώπης και Άπω Ανατολή, που περιλαμβάνει την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα, την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα μετά το 2030), ένα «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελείται γρήγορα αναπτυσσόμενες δυναμικές χώρες με πληθυσμούς σε ηλικιακή ισορροπία, (όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, το Ιράν, η Τουρκία και η Κίνα μέχρι το 2030), και τέλος τον «Τρίτο Κόσμο» που συγκροτείται από αναπτυσσόμενες χώρες με νεανικό πληθυσμό, αλλά φτωχές οικονομίες. Η κατηγοριοποίηση αυτή ίσως θα μπορέσει να περιγράψει την ανάγκη κάποιας συνεργασίας του νέου πρώτου με τον δεύτερο κόσμο ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι ανισορροπίες που θα εκκολάπτονται από την οικονομική ανέχεια, την ανομία, την τάση προς την τρομοκρατία και τα εκρηκτικά προβλήματα του νέου τρίτου κόσμου. Η Foreign Affairs προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τη δημιουργία αποτελεσματικών διεθνών θεσμών. Ενδιαφέρον είναι το ότι προτείνεται η με κάθε τρόπο ενθάρρυνση της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την είσοδο της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως μία γέφυρα μεταξύ του πρώτου και του μουσουλμανικού τρίτου κόσμου.

Οι ζοφερές δημογραφικές προοπτικές για τον πρώτο κόσμο πρέπει να αντιμετωπισθούν με συγκεκριμένες δράσεις χωρίς καθυστέρηση. Χρήσιμη είναι η εμπειρία της Γαλλίας και της Σουηδίας, χώρες οι οποίες επέτυχαν να ανακόψουν την δημογραφική παρακμή. Ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να αποδεχθούν πολυπληθείς μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Παρά την ανάπτυξη τεχνολογιών που ενδεχομένως θα περιορίσουν τα αρνητικά αποτελέσματα της δημογραφικής παρακμής ο πρώτος κόσμος θα έχει ανάγκη από μεγάλους αριθμούς εργατών για την περίθαλψη των μεγάλων πληθυσμών τρίτης ηλικίας. Σχετικά προτείνεται η μεταφορά υπερηλίκων του πρώτου κόσμου σε χώρες με χαμηλό κόστος περίθαλψης. Είναι φανερό ότι η στρατηγική και η οικονομική πολιτική θα χρειασθούν ριζική αναθεώρηση στο άμεσο μέλλον.

Εθνική ταυτότητα και διεθνική βιομηχανία του πολιτισμού.

Ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική είναι η ανταπόκριση της αγγλικής επιθεώρησης The Guardian Weekly της 2.4.2010, η σχετική με την αντίδραση των Καναδών στις δραστηριότητες του ηλεκτρονικού καταστήματος Amazon, το οποίο εδρεύει στο Seattle των ΗΠΑ. Το κατάστημα αυτό διαθέτει άριστα οργανωμένα διαδικτυακά ιστολόγια, τα οποία κυρίως πωλούν βιβλία. Το Amazon είναι σήμερα το μεγαλύτερο ηλεκτρονικό κατάστημα που υπάρχει στο διαδίκτυο. To Amazon προσφέρει εντυπωσιακή ποικιλία τίτλων σε ελκυστικές τιμές, ενώ η ταχύτητα, η ποιότητα και το ανταγωνιστικό κόστος της εξυπηρέτησης, που το χαρακτηρίζουν, το καθιστούν κυριολεκτικά παρόν σε κάθε χώρα του πλανήτη. Το ίδιο υποστηρίζει ότι εξυπηρετεί το αναγνωστικό κοινό σε 170 χώρες. Ωστόσο, η κυριαρχούσα γλώσσα είναι βέβαια η αγγλική, ενώ οι προσφερόμενοι τίτλοι προέρχονται κυρίως από την αγγλοσαξονική βιβλιογραφία.
Πρόσφατα σχέδια του Amazon, να ενισχύσει την παρουσία του στην αγορά του Καναδά με την εγκατάσταση στη χώρα αυτή μιας κεντρικής αποθήκης διανομής βιβλίων, συνάντησαν τη αποφασιστική αντίδραση κυβερνητικών κύκλων και πολιτών του Καναδά, οι οποίοι ανησυχούν για την τύχη της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας τους, ενώ αισθάνονται την ανάγκη να αντιδράσουν στην πολιτιστική επικυριαρχία του ισχυρού γείτονά τους. Ειδικότερα, ζητήθηκε από την ομόσπονδη κυβέρνηση στην Οττάβα να επέμβει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά νομικές ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτισμικής οντότητας του Καναδά. Το πρόβλημα αποτέλεσε αφορμή για ευρύτατη συζήτηση πάνω στην αβεβαιότητα που αισθάνονται οι Καναδοί σχετικά με την πολιτισμική και εθνική τους ταυτότητα και οδήγησε σε κριτική της παραδοσιακής πολιτικής του Καναδά να υποστηρίζει χωρίς όρους το ελεύθερο εμπόριο. Τελικά, σε πείσμα των παγιωμένων αντιλήψεων και πολιτικών, ο τύπος του Καναδά έθεσε το ερώτημα: «Είναι πράγματι επωφελής για τον Καναδά η δραστηριότητα του Amazon;». Απόψεις πρωτοφανείς για την καναδική πραγματικότητα άρχισαν να γράφονται, όπως π.χ. αυτή του προέδρου της Ομοσπονδίας των βιβλιοπωλείων του Καναδά: «Η δραστηριότητα του Amazon θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια των κοινωνιών μας και των τοπικών παραδόσεων στη χώρα μας», ή η αντίληψη ότι «τα μικρά τοπικά βιβλιοπωλεία προάγουν τη λογοτεχνική παραγωγή και ενισχύουν την τοπικότητα». Φαίνεται μάλιστα ότι ο Καναδάς διαθέτει νομοθεσία για την προστασία της ταυτότητας στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, τέτοια που η παρουσία του Amazon συναντά νομικούς περιορισμούς.
Ομολογώ ότι δεν έχω σαφή αντίληψη της ταυτότητας του Καναδά, τον οποίο μπορώ μόνο να χαρακτηρίσω ως χώρα που βρίσκεται βόρεια των ΗΠΑ. Δεν έχω παράσταση και συνείδηση του τι σημαίνει να είναι κανείς Καναδός και μόνο σε συνάρτηση με την μητροπολιτική Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις γειτονικές ΗΠΑ μπορώ να σχηματίσω κάποια αντίληψη για την ταυτότητα της χώρας αυτής. Μιας χώρας, η οποία διαθέτει το μακρύτερο μη στρατιωτικά φυλασσόμενο σύνορο του κόσμου, ενώ εξαρτάται απολύτως από τις εμπορικές συμφωνίες που από ετών έχει συνάψει με τις ΗΠΑ. Μου φαίνεται δύσκολο να ξεχωρίσω οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκροτήσω μία εικόνα για τον Καναδά με τις γενικές γνώσεις που έχω για την χώρα αυτή, χωρίς να λάβω υπ΄ όψη την καθοριστική γειτνίασή της με τις ΗΠΑ. Απ΄ ό,τι μάλιστα διαβάζω, οι επισκέψεις στις ΗΠΑ που αντιστοιχούν ετήσια στα 33 εκατομμύρια των Καναδών ανέρχονται σε 100 εκατομμύρια. Αλλά και 9 στους 10 Καναδούς κατοικούν σε μια ζώνη πλάτους 160 χιλιομέτρων που ορίζεται νότια από το σύνορο με τις ΗΠΑ.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από υπερβολές συντηρητικών κύκλων του Καναδά. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, και παρά τη σύντομη σχετικά ιστορία και το πρόσφατο της δημιουργίας της καναδικής εθνικής συνείδησης, το πρόβλημα υπάρχει και μας αφορά όλους. Οι ΗΠΑ αποτελούν μία πολιτισμική υπερδύναμη και με την πανίσχυρη βιομηχανία πολιτισμού την οποία διαθέτουν, καθορίζουν τις πολιτισμικές αξίες και συρμούς σε μεγάλο τμήμα του πλανήτη. Πρόκειται για μια μηχανή παραγωγής και διάδοσης πολιτισμού που υποστηρίζεται από συνεργατική βάση οικονομίας και πολιτικής και στηρίζεται αποτελεσματικά από άριστα οργανωμένες κρατικές υπηρεσίες και επιτυχείς επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Πρόκειται για τη διαβόητη βιομηχανία του πολιτισμού, η οποία και αποτελεί συντελεστή και πραγμάτωση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Πρόκειται για μια μορφή οικουμενικότητας, η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται αξιακά, αλλά βασίζεται και επιδιώκει πολιτικές και γεωστρατηγικές σκοπιμότητες.
Αν, λοιπόν, μία χώρα, όπως ο Καναδάς, αντιδρά στην επιρροή της βιομηχανίας του πολιτισμού, τί θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οφείλουμε εμείς να πράξουμε κατ’ αναλογία; Και η αναλογία είναι ενοχλητικά καταπιεστική αν συνειδητοποιήσουμε ότι κι εμείς με πολλούς τρόπους – που αποσιωπούμε και θέλουμε να αγνοούμε – είμαστε μια πολιτιστική υπερδύναμη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βιομηχανία του πολιτισμού, ώστε «να απειλούνται τα θεμέλια της κοινωνίας μας και των τοπικών παραδόσεών μας».