Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Τόπος και πατρίδα




"Σύμφωνα με την ανθρώπινη ιστορία και την εμπειρία, στο βαθμό που είμαι ενήμερος, γνωρίζω ότι κάθε τι το ουσιώδες και το μεγάλο δημιουργήθηκε μόνο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μία πατρίδα και ήταν ενταγμένος σε μια παράδοση. "

Μάρτιν Χάιντεγκερ, συνέντευξη στον Spiegel, 1976




Οι έννοιες του τόπου και της πατρίδας θεωρούνται σήμερα μάλλον ξεπερασμένες και αντιμετωπίζονται περιφρονητικά με την κατάταξή τους και τη σύνδεσή τους με ό,τι μπορεί να χαρακτηρίσει περιβάλλοντα περιθωριακά και παρωχημένα. Θεωρούμε την αντίληψη αυτή εσφαλμένη και εξόχως βλαπτική: η έκλειψη του τόπου και η απουσία της πατρίδας συνδέονται με τα κεφαλαιώδη προβλήματα της αδυναμίας οικείωσης και της σύγχρονης αποξένωσης από το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, όπως και με την ποιότητα του σύγχρονου κόσμου.
Τόπος, χώρος, χρόνος είναι έννοιες που αποκτούν σημασία με την ανθρώπινη πολιτισμική παρουσία. Αποτελούν δηλαδή πολιτισμικά και κοινωνικά αποτελέσματα.
Ο χώρος από άξενος και χαώδης μετατρέπεται σε τόπο με την ανθρώπινη παρουσία. Η αντίληψη για τον τόπο είναι βέβαια μία αντίληψη υποκειμενική. Ο τόπος δεν είναι μία οπτική αντίληψη, ένας χώρος που μπορεί να μετρηθεί η ένα τοπογραφικό σύστημα, αλλά μία διανοητική κατασκευή, μία επέκταση της ατομικής και της συλλογικής ύπαρξης. Ο τόπος περιγράφεται και γίνεται κατανοητός με υποκειμενικό τρόπο. Τίποτε δεν είναι πιο χαρακτηριστικό για την υποκειμενικότητα του τόπου από τις καλλιτεχνικές περιγραφές και τα εγκώμια. Παραδείγματα υποκειμενικής περιγραφής του τόπου μέσα από την τέχνη είναι η συμφωνική μουσική εισαγωγή Εβρίδες του Φελίξ Μέντελσσον-Μπαρθόλντι, η ψυχογραφική απεικόνιση του Τολέδο από τον Γκρέκο η, τέλος, η περιγραφή του πίνακα του Φερμέερ Όψη του Ντέλφτ από τον Μαρσέλ Προύστ στην αφήγηση για την ανάκτηση του χαμένου καιρού.
Είναι ανάγκη να καταλάβουμε πόσο βαθιά σχέση έχει ο τόπος με την ταυτότητα, πόσο ουσιαστικά συνδέεται με την ιστορία και με τα συστήματα έκφρασης – γλώσσα, γραφή και τέχνη. Σημαντική παράμετρο της νοηματοδότησης του τόπου αποτελούν οι ονομασίες. Οι ονομασίες συγκροτούν συστήματα και ιστορίες νοηματοδότησης και τροφοδοτούν το παλίμψηστο στο οποίο τα ίχνη των διαδοχικών εμπειριών αθροίζουν την ταυτότητα του τόπου.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη ορθολογική κοσμοαντίληψη, ο χώρος είναι άμορφος, ομοιογενής, αόριστος και αφηρημένος, ενώ περιλαμβάνει όλα τα πράγματα, είναι κενός από σημασίες και διαθέτει συγκεκριμένες χρηστικές δυνατότητες. Αυτό σημαίνει ένα αντικειμενικό, αδιάφορο προς το υποκείμενο σύμπαν, αλλά και το χώρο ως αντικείμενο επιβολής και εκμετάλλευσης. Η αντίληψη αυτή έχει την αρχή της στον διαχωρισμό αντικειμένου και υποκειμένου που επιχειρεί ο δυτικός ευρωπαίος άνθρωπος και είναι η κυριαρχούσα αντίληψη σε παγκόσμια κλίμακα.
Αντίθετα, σύμφωνα με τη "συμβολική" κοσμοαντίληψη, που χαρακτηρίζει το σύνολο των πολιτισμικών παραδόσεων εκτός της Δύσης, ο χώρος είναι στενά δεμένος με τη συγκεκριμένη εμπειρία, γεμάτος σημασίες, άρα χώρος του υποκειμένου. Οι σημασίες μεταφέρονται με σύμβολα. Σύμβολο είναι η συμβολή κόσμου-όντος, όπως αποκαλύπτεται υπερλογικά με την παρουσία του συμβόλου. Το σύμβολο "ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει", σύμφωνα με την έκφραση του Ηράκλειτου (απόσπασμα 93). Η "συμβολική" αντίληψη επιτρέπει τη μυστική σύνδεση με το χώρο. Αυτό σημαίνει την υποκειμενοποίηση του χώρου, που περιβάλλοντας προστατευτικά το υποκείμενο, το απομακρύνει από την αποξένωση και τη λήθη. Σε όλα τα πολιτισμικά περιβάλ­λοντα και τις ιστορικές κοινωνίες ο χώρος,  οι οικισμοί, αλλά και τα μεμονωμένα κτήρια, εντάσσονται σε ένα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο και πηγή του συστήματος αυτού αποτελούν οι θρη­σκευ­τικές αντιλήψεις. Πρόκειται για τον ιερό χώρο και για τη συμβο­λική μικρο­γρα­φία του σύμπαν­τος, όπου εξορ­κί­ζεται το δαιμονικό και το κακό και εξασφα­λίζεται ιερή προστασία. Ο Δυτικός πολιτισμός αρνείται μετά την Αναγέννηση τη συστη­ματική συμβολική αυτή οργά­νωση του χώρου με μία συνεχή διαδικα­σία αποϊεροποίησής του. Αποκορύ­φω­ση της διαδικασίας αυτής αποτελεί η καταστροφή της σημασίας του τόπου και η δημιουργία ενός χώρου όπου είναι αδύνατη η οικείωση.
Η συμβολική αντίληψη δεν είναι καθόλου κατώτερη από την ορθολογική, ούτε παρωχημένη, όπως ο μοντερνισμός θέλησε να πιστέψει. Η συμβολική αντίληψη είναι απλώς μία διαφορετική αντίληψη.
Ως Έλληνες έχουμε πολλαπλές εμπειρίες και αναμνήσεις συμβολικών αντιλήψεων. Η βυζαντινή συμβολική αντίληψη ιεροποιεί τον κόσμο, αποκαθιστά την ενότητά του και καθαγιάζει τη φύση. Στο Βυζάντιο δημιουργείται ένας καθαρά πνευματικός πολιτισμός. Ο βυζαντινός άνθρωπος στρέφεται προς τα έσω και αναπτύσσει το συναίσθημα και την εσωτερική ζωή, χωρίς να κυριαρχείται από τις ανάγκες της πρακτικής ζωής.
Ακόμη και σήμερα στα περιβάλλοντα της Ανατολής υφίσταται μία πνευματική διάσταση και η φύση αγιάζεται από τον Θεό μέσα από το μυστικό πνεύμα, ώστε δεν είναι δυνατό να διανοηθεί ο άνθρωπος να μεταχειριστεί τη φύση ως αντικείμενο. Εδώ δεν υπάρχει, η χαρακτηριστική στη Δύση, διάσπαση του κόσμου σε πραγματικό και υπερβατικό, που εκφράζεται στον περιλάλητο λόγο του Φάουστ: "Μέσα μου έχω δυό ψυχές"˙ όπως δεν υπάρχει η παρουσία εκείνων των μορφών της επιστήμης και της τεχνικής, οι οποίες υποτάσσουν τα όντα και καταστρέφουν τους μυστικούς δεσμούς μας με αυτά, χωρίς να μπορούν να τα εξηγήσουν.
Η αντίληψη για τον τόπο και η σημασία του έχουν σχέση με το πόσο είναι δυνατή η οικείωση του υποκειμένου, η ακόμη και με το ποιά είναι η θέση του στον κόσμο. Το ήθος του υποκειμένου είναι και ο τόπος του. Κατά τον αινιγματικό Ηράκλειτο "ήθος ανθρώπω δαίμων", το ήθος του ανθρώπου είναι η μοίρα του, όπου ήθος είναι κατά την αρχαϊκή σημασία του και ο τόπος διαμονής (απόσπασμα 119). Σε σχέση, λοιπόν, με τον τόπο που συνειδητοποιείται το υποκείμενο καθορίζεται ο τρόπος της ύπαρξης του. Το αντίστροφο είναι επίσης δυνατό, αφού μεταξύ του υποκειμένου και του τόπου υφίστανται διαλεκτικές σχέσεις. Έχουμε σήμερα περισσότερο από ποτέ, την εμπειρία του ότι το υποκείμενο διαμορφώνει το χώρο. Το ήθος-τόπος λοιπόν, σημαίνει και οικείωση.
Σήμερα, η νεοφιλελεύθερη αντίληψη θεωρεί τον τόπο ως αντίληψη αντιδραστική, αφού ο τόπος αντιμάχεται με πολλούς τρόπους τον κοσμοπολιτισμό. Τόπος και πατρίδα είναι έννοιες ασύμβατες προς τις αγορές. Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμή του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό, γίνεται χώρος που δεν είναι μόνιμος και που χρησιμεύει μόνο εκεί που είναι ανάγκη να πάμε.

Πολλοί είναι αυτοί που αισθάνονται την ανάγκη ανατροπής αυτής της κατάστασης.
Ο Μαξ Βέμπερ αποδίδει εξαιρετική σημασία στον τόπο και επισημαίνει την αποϊεροποίηση του χώρου, την οποία θεωρεί χαρακτηριστικό στοιχείο του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ο Β. Σ. Νάιπουλ, ο σκεπτόμενος ταξιδευτής του Τρίτου Κόσμου, βλέπει τους κατοίκους των σύγχρονων άξενων πόλεων αποκομμένους από τη συναίσθηση του παρελθόντος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας "φαντασιακής αντίληψης του ποιοί και τι είναι". Περιπλανώμενοι από κατάλυμα σε κατάλυμα, οι σύγχρονοι ξένοι, διαμορφώνονται σε νομάδες ακόμη και αν παραμένουν στο ίδιο κατάλυμα, αφού ο γύρω χώρος αλλάζει συνεχώς. Αν υπάρχει μία μυστική σχέση και δεσμός ψυχισμού και χώρου, η διαταραχή του μπορεί να οδηγήσει "σε νεύρωση και μηδενισμό". [Στα βιβλία του Among the believers (1982), και Beyond belief-Islamic excursions among the converted peoples (1998)]. Μία σημαντική παράμετρος της εσωτερίκευσης του χώρου και του τόπου είναι η ιερότητα κτισμάτων και τοποθεσιών, η παρουσία ιερών προσκυνημάτων. Η απομάκρυνση από τον ιερό χώρο μαζί με την αδυναμία εσωτερίκευσης του περιβάλλοντος, δημιουργεί την αίσθηση της έλλειψης και της αποξένωσης, που είναι χαρακτηριστικές σήμερα σχεδόν σε όλο τον κόσμο.
Η έλλειψη μυστικής σύνδεσης με το χώρο και το παρελθόν που δημιουργεί η συνεχής αλλαγή, το άμορφο του περιβάλλοντος και η μετακίνηση των πληθυσμών, είναι ο ψυχικός πόθος ο οποίος γεννά την κρίση ταυτότητας. Η κρίση ταυτότητας είναι, βέβαια, ένα σημαντικό μεταφυσικό πρόβλημα που συναντάται σε πολλούς λαούς στα χρόνια μας.
Κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ "Η έλλειψη πατρίδας γίνεται ένα παγκόσμιο πεπρωμένο". Το πεπρωμένο αυτό δεν είναι ιδεολογικό. Είναι, μάλλον, ένα φαινόμενο οντολογικής τάξης και υπαρξιακής εμπειρίας, που αφορά τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Πράγμα που πρέπει να συνδέεται με την αλλοτρίωση του υποκειμένου στην οποία οδηγεί η "ορθολογική" αντίληψη του αφηρημένου χώρου, σε αντίθεση προς την οικείωση που επιτρέπει η αίσθηση του "συμβολικού" εμπειρικού χώρου. Πάλι κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ: "η αποξένωση του ανθρώπου, έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα". Εκείνο που έχει τεθεί σε αμφισβήτηση είναι, πάντα κατά το μεγάλο υπαρξιστή φιλόσοφο, η "ουσιαστικότητα του ιστορικού στοιχείου μέσα στο είναι" (Επιστολή για τον ανθρωπισμό). Η εξαφάνιση της ιδιαιτερότητας και η κυριαρχία της ομοιομορφίας τοποθετούν τον κόσμο μέσα σε ένα "διαρκές παρόν", μέσα στο οποίο το χαρακτηριστικό και το διαφορετικό στερούνται της ιστορικής τους θεμελίωσης και του πολιτισμικού τους βάθους. Αυτό είναι ένα ακόμη κεφαλαιώδες σύμπτωμα κρίσης των πολιτισμών. Η οικείωση είναι αδύνατη μέσα στις άξενες πόλεις. Εκεί, ο χώρος γίνεται βορά της συνεχούς αλλαγής μέσω της κατανάλωσης και της ανάπτυξης, ενώ η ιστορική μνήμη διαλύεται από την πολιτισμική αλλοτρίωση.
Κατά την ανάλυση του Μάρτιν Χάιντεγκερ η οικείωση σημαίνει και προϋποθέτει την εγγύτητα. Ωστόσο, η εγγύτητα ποτέ δεν ικανοποιεί. Πάντα, απέναντι σε ότι θεωρούμε κοντινό και οικείο θα υπάρχει κάτι που ταυτόχρονα θα το κρατά σε μία απόσταση από μας. Η απόσταση αυτή γίνεται μεγαλύτερη όταν επικρατεί η λήθη. Πάντα θα ζητάμε να ερμηνεύσουμε αυτό που είναι δικό μας και πάντα αυτή η ερμηνεία θα είναι προσωπική. Το γεφύρωμα αυτής της απόστασης γίνεται κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ με τρόπο ποιητικό. Η οικείωση δηλαδή αποκαλύπτεται με τρόπο συμβολικό και μυθικό. Ο συμβολικός και ποιητικός τρόπος έχει τον χαρακτήρα της αποκάλυψης, της αλήθειας ως μη-λήθης. Αυτό δηλώνεται από τον Ηράκλειτο με την αινιγματική ρήση "φύσις κρύπτεσθαι φιλεί" (απόσπασμα 136). Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι κατηγορηματικός στην αντίθεσή του προς τη σύγχρονη τεχνολογική οργάνωση του κόσμου με την οποία υποτίθεται ότι ο κόσμος εξηγείται, αλλά ταυτόχρονα γίνεται ερμητικά κλειστός. Η ανάλυση αυτή αποτελεί και μία από τις πιο σημαντικές σύγχρονες κριτικές προς την αποϊεροποίηση του χώρου.
Η εξαφάνιση της ιδιαιτερότητας ως πολιτισμικής έκφρασης μεταμορφώνει το χώρο σε αστική έρημο, όπου το χαρακτηριστικό και το ιδιόμορφο δεν υπάρχουν πια, αφού έχουν αντικατασταθεί από τις χωρίς χαρακτήρα μορφές ενός παγκοσμιοποιημένου συρμού.
Κατά τον ανθρωπολόγο Μαρκ Ωζέ το υπερμοντέρνο, δηλαδή η έσχατη κατάληξη του μοντέρνου, δημιουργεί το χώρο όπου ο τόπος παίρνει τη μορφή του μη-τόπου. Παίρνει δηλαδή τη μορφή όπου εξαφανίζεται η οικείωση με την επιβολή μίας απρόσωπης λειτουργικότητας ως δεσμού ανθρώπου και τεχνικής. Η δημόσια δραστηριότητα καλύπτει πλέον οικονομικές και τεχνικές σκοπιμότητες παγκόσμιας εμβέλειας. Η ιστορική μνήμη παίρνει τη μουσειακή εμπορευματοποιημένη μορφή της διατήρησης. Το περιβάλλον υποκύπτει στην αντιαισθητική ανάγκη. Η φύση έχει ερημωθεί και έχει υποταχθεί ως αντικείμενο στην εκμετάλλευση και την κυριαρχία. Πρόκειται για μία κατάρρευση πνευματικής τάξης. (Η ανάλυση του Μαρκ Ωζέ παρατίθεται στο βιβλίο του: Non places. An anthropology of the super modernity (1990).
Αυτό που είναι μη-τόπος κυριαρχεί στο σύγχρονο περιβάλλον. Χαρακτηριστικά, το νέο αεροδρόμιο, η πύλη δηλαδή της ξακουστής πόλης της Αθήνας και όλης της πασίγνωστης για τον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας, δεν διαθέτει κανένα ιδιαίτερο πολιτισμικό η αισθητικό χαρακτήρα, σε πείσμα των ελληνικών παραδόσεων. Δεν υπάρχουν σύμβολα η στοιχεία ταυτότητας. Πού, –τέλος πάντων–, φθάνει ο ταξιδιώτης; Βρισκόμαστε σε ένα δημόσιο χώρο χωρίς αρχιτεκτονική και ύφος, με αποκλειστικά λειτουργικό και διεθνιστικό χαρακτήρα.
Για τον Ουμπέρτο Έκο ο μεταμοντέρνος χώρος έχει τη μορφή μίας υπερπραγματικότητας, στην οποία η μίμηση αποκτά τη δύναμη μίας πίστης προς το πλαστό και το ψευδές. Με καυστική παρατηρητικότητα και ειρωνεία ο Ουμπέρτο Έκο περιγράφει τα περιβάλλοντα εκείνα των σύγχρονων μουσείων, όπου επιδιώκεται η έκθεση του "πραγματικού" και του "αυθεντικού", αλλά όπου όμως θριαμβεύει το ψευδές και το πλαστό. Ως "αυθεντικό" ορίζεται ό,τι είναι συμβατό προς την πολιτισμική ταυτότητα και την παράδοση. Το αυθεντικό παρουσιάζεται έτσι ως ασύμβατο προς τον διατυμπανιζόμενο παγκόσμιο πολιτισμό και τον μαζικό πολιτισμό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται από τον Έκο ως "υπερπραγματικότητα", όρος που περιγράφει την αντίληψη των μουσείων και των θεματικών πάρκων, όπου μία ψευδαίσθηση απόλυτης πραγματικότητας δημιουργείται από ολογράμματα, προβολές και πιστά αντίγραφα μεγάλων έργων τέχνης. Έτσι το καθοριστικό χαρακτηριστικό της ψυχαγωγίας, της γνώσης και της διασκέδασης καταλήγει να είναι το απόλυτα πλαστό, πλην όμως απόλυτα πραγματικό. Η ανάλυση παρατίθεται στο βιβλίο του: Travels in hyperreality Harcourt, Νέα Υόρκη 1986.
Κατά τον θεωρητικό του μεταμοντερνισμού Ζαν Μπωντριγιάρ, ό,τι μπορεί να δημιουργήσει ο σύγχρονος κόσμος έχει τον χαρακτήρα της απομίμησης. Μίας απομίμησης που δεν έχει άμεση σχέση με την πραγματικότητα, αλλά μιμείται μία φαντασιακή ατμόσφαιρα, όπως αυτή διαδίδεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ιδίως από την τηλεόραση. [Όπως αναλύεται στα βιβλία του: Symbolic Exchange and Death (1976) και Simulacra and simulations (1981)]. Την απαισιόδοξη αυτή αντίληψη συμπλήρωσε ο Ζαν Μπωντριγιάρ το 1994 διατυπώνοντας την άποψη ότι η απόλυτη απομίμηση είναι η αισθητική του θεματικού πάρκου, μιας "εικονικής πραγματικότητας", μιας φαντασίας χωρίς επαφή με την πραγματικότητα, η οποία όμως καταλήγει να γίνεται "πιο πραγματική από την πραγματικότητα". Χωρίς να πάψει να σηματοδοτεί την έλλειψη μίας βασικής πραγματικότητας, – θα πρέπει εμείς να συμπληρώσουμε.
Μαξ Βέμπερ, Β.Σ. Νάιπουλ, Μαρκ Ωζέ, Ουμπέρτο Έκο, Ζαν Μπωντριγιάρ συγκλίνουν προς τις αναλύσεις του Μάρτιν Χάιντεγκερ  και προσεγγίζουν το πρόβλημα της πατρίδας με τρόπους ανάλογους, αλλά διαφορετικούς.


Από το βιβλίο του Δ. Μαυρίδη:  «Αγγελοφύλακτος Ξάνθη», Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2007.