Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Ανατροπή των οικολογικών δεδομένων


Ενθουσιώδης είναι η υποδοχή που επιφύλαξαν οι πλούσιοι καταναλωτές της Σαγκάης στα πιο αντιπροσωπευτικά σύμβολα του δυτικού, ή για να κυριολεκτούμε, αμερικανικού life style.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, το σύνολο των πολιτών της Κίνας ζούσε στο βεληνεκές των μέσων που του επέτρεπε η οικονομία του Τρίτου Κόσμου στον οποίο ανήκε η χώρα του. Όχι πλέον σήμερα. Στην κοσμοπολίτικη Σαγκάη είναι πλέον προφανές ότι το δισεκατομμύριο και πλέον των Κινέζων προσβλέπει προς ένα τρόπο ζωής , όπως αυτός των Αμερικανών. Ένα τρόπο ζωής, σύμφωνα με τον οποίο, αν όλοι τον ακολουθούσαμε, θα χρειαζόμασταν 4,5 πλανήτες όπως η Γη. Τόση είναι η έκταση και οι πόροι που χρειαζόμαστε για να καταναλώνουμε όλοι ακριβώς όπως καταναλώνουν οι ευτυχείς κάτοικοι των ΗΠΑ. Αλλά και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου του λαού της Κίνας σε καταναλωτικά επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά των ΗΠΑ, θα απαιτήσει διπλασιασμό της παγκόσμιας παραγωγής χάλυβα, χαρτιού και αριθμού αυτοκινήτων. Η παραγωγή πετρελαίου θα απαιτεί 20 εκατομμύρια περισσότερα βαρέλια την ημέρα. Εάν οι Κινέζοι αποκτήσουν την βουλιμία των Αμερικανών θα καταβροχθίζουν το 80% της σημερινής παγκόσμιας παραγωγής κρέατος και τα 2/3 της σημερινής παραγωγής σταριού.

Ήδη οι ΗΠΑ έχουν ψωνίσει τόσα καταναλωτικά αγαθά ώστε η οικονομία τους να λυγίσει. Βυθισμένοι στα χρέη, καταδικασμένοι σε παχυσαρκία και αναγκασμένοι να διατηρούν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να εξασφαλίζουν και να προστατεύουν τον τρόπο ζωής τους, οι Αμερικανοί εξάγουν τους τρόπους και τα προβλήματά τους. Όσο η Ευρώπη παραμένει συντηρητική και προσκολλημένη  στις παραδόσεις της, οι αχόρταγες εταιρείες και παραγωγοί στρέφονται στις νεοφώτιστες καταναλωτικές χώρες του μέχρι πρότινος Τρίτου Κόσμου για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Η Κίνα είναι ο νέος παράδεισος των αγορών. Γνώριμα ονόματα όπως το Mac Donalds, το Kentucky Fried Chicken, το Gucci, το Chanel, το Starbucks, το Louis Vuitton, συνωθούνται στους δρόμους της Σαγκάης, η οποία απαστράπτουσα εκπροσωπεί την πλέον πλούσια και σαγηνευτική νησίδα μοντερνισμού σε ολόκληρη την Κίνα. Η χώρα έχει παραδοθεί στη γοητεία και τη λατρεία των ουρανοξυστών, των πολυτελών μπουτίκ, των ακριβών αυτοκινήτων και αποτελεί τον προορισμό στρατιών από πωλητές που προσπαθούν να προωθήσουν το απάνθισμα της παραγωγής που τροφοδοτεί την αμερικανική καταναλωτική ψύχωση.

Οι νέες γιγαντιαίες αστικές αναπτύξεις της Κίνας θέλουν να βλέπουν τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο ως πρότυπά τους. Τα δυτικού τύπου εστιατόρια και ταχυφαγεία αριθμούν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες καταστήματα, ενώ η παχυσαρκία, πριν κάτι σπάνιο στην Κίνα, ήδη χαρακτηρίζει το 15% του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι το όνειρο της προσέγγισης της Κίνας στον αμερικανικό τρόπο ζωής, όπως το πραγματώνει η Σαγκάη, απαιτεί την παραγωγή 159 εκατομμυρίων ψυγείων, 213 εκατομμυρίων τηλεοράσεων, 233 εκατομμυρίων υπολογιστές, 260 εκατομμυρίων κλιματιστικές συσκευές, 166 εκατομμυρίων φούρνους μικροκυμάτων και τέλος 187 εκατομμυρίων αυτοκινήτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υποδομή και τον χώρο.

Η δυναμική αυτή αντανακλά τους προσανατολισμούς ολόκληρης της χώρας, η οποία αναπτύσσεται στα πρότυπα του χειρότερου δυτικού καταναλωτικού μοντέλου. Η Κίνα είναι σήμερα πρώτη στη λίστα των χωρών που αποτελούν τις κύριες πηγές εκπομπής διοξείδιου του άνθρακα. Μάλιστα οι εκπομπές διοξειδίου, που αυξάνονται με ιλιγγιώδη ρυθμό, θα κορυφωθούν μεταξύ του 2030 και 2040. Μάλλον όνειρο αποτελεί λοιπόν η επίτευξη του ορίου της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας της Γης στους 2° C. Τον περασμένο χρόνο η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ σε κατανάλωση ενέργειας, έγινε ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στον κόσμο, όπως και ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων στον κόσμο. Το μοντέλο ανάπτυξης και κατανάλωσης που έχει θέσει ως στόχο η Κίνα οδηγεί σε ανησυχητικές σκέψεις. Το ίδιο μοντέλο φαίνεται να ακολουθείται μοιραία από όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες μικρές και μεγάλες, συμπεριλαμβανόμενης της Ινδίας. 

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες εκατομμύρια οικιακές συσκευές, όπως και δημόσιος φωτισμός σε ολόκληρη την Κίνα τίθενται κάθε μέρα σε απραξία στα πλαίσια μιας προσπάθειας για επίτευξη των οικολογικών στόχων που έχουν τεθεί  από τη χώρα αυτή. Ήδη μένουν τρεις μήνες ακόμη για να συμπληρωθεί το χρονικό όριο το οποίο έχει θέσει το πενταετές κινέζικο αναπτυξιακό πρόγραμμα, ώστε η συνολική οικονομία να βελτιώσει την επάρκεια ενέργειας κατά 20%. Ο φιλόδοξος αυτός στόχος φαινόταν ότι θα επιτευχθεί, αλλά ανατράπηκε με την κατασκευή τεράστιων εργοστασίων υποδομής για την παραγωγή χάλυβος και τσιμέντου, τα οποία είναι άκρως ενεργοβόρα και ρυπαίνουν ανάλογα. Για να αναιρέσει την αρνητική επίδραση των νέων εργοστασίων υποδομής η κινέζικη κυβέρνηση διέταξε την παύση λειτουργίας 2.000 βιομηχανιών από αυτές που ρύπαιναν ανεξέλεγκτα. Πρόκειται για κρίσιμη δοκιμασία που θα δείξει το αν η κινέζικη κυβέρνηση σκοπεύει να συνεισφέρει στην προσπάθεια μείωσης των εκπομπών διοξείδιου του άνθρακα. Το ισχύον πρόγραμμα αποβλέπει στη βελτίωση του βαθμού απόδοσης των βιομηχανικών συστημάτων με επενδύσεις σε υπερσύγχρονα μηχανήματα και χρήση ήπιων μορφών ενέργειας. Είναι αυτά αρκετά για να αντισταθμίσουν την καταναλωτική ροπή και το μοντέλο ανάπτυξης που γοητεύει σήμερα την Κίνα και αύριο την Ινδία;

Το ότι δισεκατομμύρια ατόμων θα αποκτήσουν την ευημερία που σήμερα αποτελεί το ιδανικό τους, όπως και το ιδανικό όλου του υπόλοιπου κόσμου, σημαίνει βέβαια ριζική αναδιάταξη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, αλλά κυρίως σημαίνει ανατροπή της ήδη κλονισμένης και παραπαίουσας παγκόσμιας οικολογικής ισορροπίας.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Ρωμηοί ή Έλληνες;




Πρόκειται για περίπλοκο ερώτημα, αποτέλεσμα εξόχου πολιτισμικού δυναμισμού και μακραίωνης ιστορικής πορείας. Πολλοί έχουν δώσει απαντήσεις. Ωστόσο οι απαντήσεις ποτέ δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Πάντα θα υπάρχει ένας χώρος αμφιβολίας και απροσδιοριστίας, όπου θα συγκρούονται ασυμβίβαστα δόγματα. Και όχι μόνο αυτό, κάθε απάντηση θα οδηγεί σε κρίση ταυτότητας. Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα ο Παλαμάς είχε τοποθετήσει το πρόβλημα: «Έλληνες για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου. Πραγματικά Ρωμηοί». Από τους Έλληνες το ερώτημα αυτό αν τεθεί εξακολουθεί να έχει, εσφαλμένα, εκσυγχρονιστική έννοια. Από τους Τούρκους ένα τέτοιο ερώτημα έχει τελείως άλλη μορφή, ενώ από τους Δυτικούς δεν είναι δυνατό να τεθεί.

Για τους Δυτικούς το πολυώνυμο του ελληνικού έθνους είναι άγνωστο και ακατανόητο. Το Βυζάντιο δεν είναι γι’ αυτούς τίποτε πέραν από ένα νεκρό πολιτειακό σχηματισμό. Οι ίδιοι θέλουν τους Έλληνες να ταιριάζουν στη φαντασιακή αντίληψη που δημιούργησαν γι' αυτούς με την Αναγέννηση, τον Κλασικισμό, τον Ρομαντισμό και το Νεοκλασικισμό, ή τους θέλουν μέσα στο φολκλόρ που οι ίδιοι οι Δυτικοί επιμένουν να τοποθετείται η Ελλάδα. Οι Έλληνες έφτασαν σήμερα να επιθυμούν διακαώς να μοιάσουν όπως τους φαντάζονται οι Δυτικοί, πλην μονίμως αποτυγχάνουν. Οι Δυτικοί πάντα θα απογοητεύονται από τούς Έλληνες, όπως αυτοί είναι πραγματικά.

Για τους Τούρκους, ο πολιτισμικός μας δυναμισμός, που αποτυπώνεται σε ποικιλία ονομάτων, δεν είναι κατανοητός. Αναφέρονται στους Έλληνες του Νέου Ελληνικού Κράτους και χωριστά στους Ρωμηούς του ευρύτερου Ελληνισμού της Ανατολής. Ο διαχωρισμός αυτός ίσως έχει πολιτικές σκοπιμότητες. Για τους Τούρκους, ο "Ρωμηός" είναι ονομασία που συνδέεται με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας θέλουν να είναι συνέχεια. Ο "Ρωμηός" είναι ο ραγιάς τον οποίο οι ίδιοι οι Τούρκοι επέτρεψαν να επιβιώσει και έτσι τους οφείλει κάποια χάρη, ενώ ο Έλληνας είναι ο κάτοικος μιας ξένης μικρής δυτικής χώρας.

Στην Ελλάδα, η ονομασία "Ρωμηός" έχει κάποια σαφή αρνητική σημασία, υποδηλώνει υποκριτική ταπεινοφροσύνη, κατεργαριά και κακομοιριά και, κυρίως, θυμίζει τις εποχές της γλυκόπικρης και θλιβερής ελληνοτουρκικής συνύπαρξης. Είναι μία ονομασία που μάλλον θέλουμε να ξεχάσουμε, αφού μας θυμίζει πραγματικότητες που ευτυχώς ξεπεράσαμε. Έτσι, οι Έλληνες της σήμερον καταφεύγουν για τους εαυτούς τους στη φαντασιακή αντίληψη που κατασκεύασαν οι Δυτικοί για το ποιός είναι ο Έλληνας. Το Βυζάντιο αγνοείται και η σύνδεση με την κλασική αρχαιότητα γίνεται με ένα άλμα. Ωστόσο, για την πραγματικότητα της Ανατολής, τα ονόματα "Ρωμηός" και "Έλληνας" είναι συνώνυμα και η διάκρισή τους μας αποκόπτει από το άμεσο βυζαντινό παρελθόν μας και διασπά τη θαυμαστή ενότητα της ελληνικής ιστορίας.

Το ερώτημα είναι καίριο, αφού κρύβει το πρόβλημα της εθνικής και της πολιτισμικής μας ταυτότητας μέσα από μία πολύμορφη πραγματικότητα. Στην ουσία πρόκειται για το πρόβλημα της κρίσης ταυτότητας που μας τυραννά. Η κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού συνοψίζεται στο ερώτημα αν η Ελλάδα είναι Δύση ή όχι, όπως και στην προφανή αμηχανία για το τί είναι το Βυζάντιο. Έτσι, ο μύθος της Ρωμανίας και της Ρωμηοσύνης, αγνοημένος, ξεχασμένος και απωθημένος στο συλλογικό μας υποσυνείδητο παραδόξως επιβιώνει. Η ονομασία «Έλληνας»  αποτελεί την επανεμφάνιση της αρχαίας και ένδοξης ονομασίας ως επακόλουθο της αναγέννησης της Αρχαίας Ελλάδας μέσα από την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Πρόκειται για την πραγμάτωση της ρομαντικής φαντασίωσης των Δυτικών Ευρωπαίων για την αναβίωση της Αρχαίας Ελλάδας. Η ονομασία «Ρωμηός» παραμένει ως συνδετικό στοιχείο με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, –τη Ρωμανία, όπως είναι το όνομά του– ή, αν θέλετε, με τον Ελληνισμό των Μέσων Χρόνων και στην πραγματικότητα ονοματίζει τους Χριστιανούς αυτούς που κατοικούν στην καθ’ ημάς Ανατολή. Πρόκειται για  παράλληλες ονομασίες που αφορούν διαφορετικές μορφές της ίδιας πραγματικότητας.

Υπάρχει βέβαια μια σαφής ιδεολογική και μορφολογική διαφοροποίηση των δύο ονομάτων. Ο Ρωμηός μπορεί να γίνει Έλληνας, το αντίστροφο δεν φαίνεται να ισχύει. Μετά την καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού οι Ρωμηοί άρχισαν να σπανίζουν. Ο Ρωμηός θα παραμένει όμως μια σαφής υπόμνηση του τί θα έπρεπε ή τί θα μπορούσε να ήταν η σημερινή Ελλάδα, όπως και μία αποκάλυψη για το τί πραγματικά είναι. 

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Με ευκαιρία την επέτειο των 70 ετών από το έπος του 1940

    
Συμπληρώνονται σε λίγες μέρες 70 χρόνια από την έναρξη του αγώνα που έδωσε η χώρα μας και ο λαός μας το 1940. Η επέτειος αυτή μας βρίσκει μπροστά σε σωρεία προβλημάτων και σε κατάσταση που μας επιβάλλει να αντλήσουμε το θάρρος και το σθένος που μας χρειάζονται. Καλό είναι λοιπόν να ανατρέξουμε σε μια πρόσφατη περίοδο της ιστορίας μας κατά την οποία ανέλπιστα βρεθήκαμε να διαθέτουμε και θάρρος και σθένος.
      Η χώρα μας και ο λαός μας διαθέτουν μια ιστορική και γεωστρατηγική ιδιομορφία: βρίσκονται μόνιμα κάτω από ποικίλες επιβουλές που σταθερά απειλούν την ύπαρξή τους. Με τραγικότητα ακολουθεί ο ελληνικός λαός την ιστορική του πορεία: πάντα είναι υποχρεωμένος να αμύνεται και να αντιστέκεται. Αναρίθμητες, συνεχείς και μόνιμες είναι οι απειλές προς τον ελληνικό χώρο, αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική ιστορία και την ελληνική γλώσσα. Σε μια συνεχή κατάσταση άμυνας είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μόνιμα και σταθερά. Και όταν τα σύννεφα των κατακτητικών επιδρομών και των πολέμων ξεσπούν σε θύελλες, πρώτοι είμαστε υποχρεωμένοι να τις αντιμετωπίσουμε με τα όπλα.
     Τον τρομερό και ανθρωποφάγο 20ο αιώνα πρώτη ήταν η Ελλάδα στους φοβερούς αγώνες που τον σημάδεψαν. Στους δύο εφιαλτικούς παγκόσμιους πολέμους η Ελλάδα έγινε ολοκαύτωμα, αλλά και βρέθηκε στην πλευρά των τελικών νικητών. Χαμένη όμως και ρημαγμένη βγήκε και από τους δύο πολέμους. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε για την Ελλάδα το 1922, τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του, και με ένα μεγάλο τμήμα του Ελληνισμού, αυτό της Ανατολής, για πάντα χαμένο. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε για την Ελλάδα μόλις το 1949, πάλι τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του, και πάλι με τεράστιες απώλειες για τον Ελληνισμό.
     Αλλά και η χώρα μας και ο λαός μας πορεύονται σε ένα κόσμο εν πολλοίς άξενο και συνήθως εχθρικό. Παρά τα ιστορικά παραδείγματα που έχουν καθιερωθεί παγκοσμίως, και για τα οποία είμαστε πασίγνωστοι, δεν διαθέτουμε συγγενείς λαούς η χώρες και δεν ανήκουμε σε καμιά από τις μεγάλες συσσωματώσεις λαών. Εκείνο που μόνο διαθέτουμε είναι το φρόνημά μας, που  μόνιμα αναγεννάται, όπως αναδύεται μέσα από την ελληνική ιστορία και όπως το προβάλλουν οι μεγάλοι ποιητές και τις εξιστορούν οι μεγάλοι ιστορικοί μας. Φρόνημα, το οποίο παρουσιάζει μια θαυμαστή σταθερότητα μέσα στις θύελλες και τις εκπλήξεις της ιστορίας. Το φρόνημα αυτό εκδηλώθηκε με συνέπεια κατά το 1940, όταν αντιμετωπίσαμε αυθόρμητα και καθολικά τις πάνοπλες στρατιές αυτών που κινούσε τη δαιμονική ιδέα της παγκόσμιας κυριαρχίας. Τότε, σε μια εποχή σκότους, η τολμηρή και γενναία στάση του ελληνικού λαού αποτέλεσε τον φωτεινό πόλο της ελπίδας των λαών της κατακτημένης Ευρώπης. Για μια ακόμη φορά οι Έλληνες έδωσαν ένα παράδειγμα τρόπου και συμπεριφοράς αρνούμενοι να υποταχθούν στην τυφλή δύναμη.
           
Η Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο
    
     Όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου μετά το 1923, όταν η Συνθήκη της Λωζάνης καθόρισε τα σύγχρονα περιορισμένα όρια του ελληνικού κράτους, η χώρα αντιμετώπιζε συνεχείς επιβουλές και εχθρικό διεθνές περιβάλλον. Η χώρα είχε υποδεχθεί ένα τεράστιο αριθμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολή Θράκη. Ωστόσο, η ηττημένη χώρα κατόρθωσε, με τον χαρακτηριστικό στους Έλληνες τρόπο, να ανορθωθεί μέσα από τα ερείπια και τις καταρρεύσεις. Μετά από μία επική προσπάθεια, το ελληνικό κράτος κατόρθωσε να περιθάλψει και να στεγάσει το 1.500.000 των προσφύγων. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στη Μακεδονία και στη Θράκη ανατράπηκαν. Η Ελλάδα έγινε η πιο ομοιογενής εθνικά χώρα στην Ευρώπη. Το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε και βελτιώθηκε. Οι Ρωμηοί της Ανατολής, που τους δύο προηγούμενους αιώνες είχαν διαπρέψει στο εμπόριο και την οικονομία, ξανάρχισαν την οικονομική τους δραστηριότητα στα όρια πλέον του ελληνικού κράτους. Η αγροτική και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκαν ραγδαία. Το εθνικό εισόδημα πραγματοποίησε άλματα κατά τη δεκαετία του 1930, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η χώρα δεν παρέμενε ουσιαστικά φτωχή και κατεστραμμένη. 
     Ωστόσο, η χώρα αντιμετώπιζε μια τελείως νέα κατάσταση: δεν υπήρχε πλέον ο εκτός των ελλαδικών συνόρων Ελληνισμός. Από την οικουμενική πραγματικότητα της καθ’ ημάς Ανατολής οι Έλληνες έπρεπε να προσαρμοστούν στα όρια του εθνικού τους κράτους. Αυτό σημαίνει το ιστορικό τέλος της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας και πρακτικά το τέλος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων που ακολούθησαν τη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους.
    
Απειλητικό το διεθνές περιβάλλον για την Ελλάδα του Μεσοπολέμου
    
     Τα τερατώδη πολιτικά συστήματα που κυριάρχησαν στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά τον Μεσοπόλεμο δημιούργησαν άμεσες απειλές για τη χώρα μας. Η φασιστική Ιταλία διατύπωσε ένα αυτοκρατορικό όνειρο, το οποίο κατά τα πρότυπα της Δ΄ Σταυροφορίας και του διαμοιρασμού των ελληνικών χωρών το 1204, στερούσε την Ελλάδα από τη δυνατότητα ελεύθερης ύπαρξης. Ήδη η απειλή είχε πάρει ορατή μορφή με την κατάληψη και υποταγή της Αλβανίας, ενώ είχε προηγηθεί η πρόσκαιρη κατάληψη της Κέρκυρας το 1923. Οι απειλές και οι ιταμές προκλήσεις της φασιστικής Ιταλίας, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του εύδρομου «Έλλη» στην Τήνο τον δεκαπενταύγουστο του 1940, δεν είχαν πτοήσει τους Έλληνες, αλλά αντίθετα είχαν αφυπνίσει το αντιστασιακό τους φρόνημα. Έμοιαζε τότε η φασιστική Ιταλία με τον σύγχρονο ανατολικό γείτονά μας, που από δεκαετίες βυσσοδομεί εναντίον μας και μόνιμα εκτοξεύει απειλές κάτω από την  νεοαυτοκρατορική του φαντασίωση.
    Η Βουλγαρία έτρεφε ακόμη τα εθνικιστικά όνειρα τα οποία δεν είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Σοβιετική Ένωση καλλιεργούσε το κατάλληλο κλίμα για την απόσπαση της Μακεδονίας και της Θράκης, με τη βεβαιότητα ότι τη συνέφερε μια αδύναμη μεσογειακή Ελλάδα και μια ισχυρή Βουλγαρία του Αιγαίου. Η Ελλάδα, χώρα ναυτική και μεσογειακή, είχε αναζητήσει προστασία στη συμμαχία της με την ιμπεριαλιστική, αλλά δημοκρατική Μεγάλη Βρετανία. Παράλληλα, είχε ανεγείρει την οχυρή γραμμή Μεταξά, συνεχή σειρά οχυρώσεων και οχυρών που κάλυπταν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Είχε επίσης γίνει μια διπλωματική προσπάθεια με το Βαλκανικό Σύμφωνο, ώστε να εξασφαλισθεί η συνεργασία της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας.     
    
Η Ελλάδα και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
    
     Τον Οκτώβριο του 1940 ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη συμπληρώσει ένα χρόνο από την έναρξή του. Φαινόταν τότε ότι η ναζιστική Γερμανία αξιοποιώντας σύγχρονα πολεμικά μέσα και μεθόδους θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Παρά το ότι είχε αποτύχει στην προσπάθειά της να καταβάλει με την αεροπορία της τη Μεγάλη Βρετανία και να την υποχρεώσει σε συνθηκολόγηση, η Γερμανία κυριαρχούσε απόλυτα στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Φαινόταν τότε ότι η Ελλάδα δεν είχε δυνατότητα αντίστασης στις διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας. Το μόνο ευνοϊκό στοιχείο για την Ελλάδα φαίνονταν να είναι η ναυτική κυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας στη Μεσόγειο και η αποτυχία των Ιταλών να καταλάβουν την Αίγυπτο και να αποκτήσουν τη Διώρυγα του Σουέζ.
     Για τη φασιστική Ιταλία η Ελλάδα ήταν ένας ασήμαντος και ανάξιος αντίπαλος, τον οποίο ανέφεραν με περιφρόνηση. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν αξιόμαχος και ότι θα μπορούσαν με τις δυνάμεις που διέθεταν στην Αλβανία να καταλάβουν σε μικρό διάστημα ολόκληρη τη χώρα. Η ιταλική αεροπορία είχε απόλυτη υπεροχή απέναντι στην ελληνική και ο ιταλικός στρατός διέθετε σύγχρονο μηχανικά πολεμικά μέσα, ώστε ο ελληνικός στρατός να μην μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι, μάλιστα, πίστευε ότι θα ανόρθωνε την αυτοπεποίθησή του παρουσιάζοντας μια εύκολη, αλλά εντυπωσιακή επιτυχία, στον φίλο του και ανταγωνιστή δικτάτορα της Γερμανίας.
          
Το ελληνικό «ΟΧΙ» και η μάχη της Πίνδου
    
     Η είδηση της επίθεσης των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο την αυγή της Δευτέρας 28.10.1940 δεν ήταν έκπληξη για τον ελληνικό λαό. Αντίθετα στις προβλέψεις και τους δυσμενείς όρους κάτω από τους οποίους άρχιζε ο πόλεμος, οι Έλληνες επιστρατεύθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό. Παρά τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής εκείνης, το αυταρχικό καθεστώς και τις έντονες αντιπαραθέσεις των πολιτικών αντιλήψεων ο ελληνικός λαός αντιμετώπισε ενωμένος και χωρίς διχασμούς την κρίσιμη κατάσταση. Ο Ελληνικός Στρατός, που πριν δεκαοκτώ χρόνια είχε ηττηθεί στη Μικρά Ασία, παρατάχθηκε αναγεννημένος με εντυπωσιακή επιτυχία στην Ήπειρο. Η συμμετοχή στην επιστράτευση ήταν καθολική, αυθόρμητη και ενθουσιώδης. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι στρατευμένοι των προσφυγικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης, οι οποίοι έδειξαν ότι πολεμούσαν πλέον για τις νέες τους πατρίδες.
     Ωστόσο, τις πρώτες κρίσιμες μέρες του πολέμου τα επίλεκτα ορειβατικά τμήματα των Ιταλών Αλπινιστών κατέλαβαν απειλητικές θέσεις στην Πίνδο, όπου δεν είχαν προλάβει ακόμη να φθάσουν οι επιστρατευμένοι Έλληνες. Υπήρχε κίνδυνος κατάληψης των Ιωαννίνων και του Μετσόβου και εισβολής των Ιταλών στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία. Ο Στρατηγός  Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Διοικητής της 8ης  Μεραρχίας που υπεράσπιζε το Καλπάκι μπροστά στα Ιωάννινα, δήλωσε, όταν έλαβε διαταγή υποχώρησης: «Εγώ εδώ θα πολεμήσω και θα σταματήσω τον εχθρό, για να δώσω χρόνο να πραγματοποιηθεί η επιστράτευση. Τότε, αν θέλουν από κάτω, ας έρθουν να μας σώσουν – η ας μας αφήσουν να πεθάνουμε». Ανάλογη ήταν η στάση του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη που υπεράσπιζε τις διόδους της Πίνδου. Ο αγώνας ήταν σκληρός και άνισος και έληξε με περίλαμπρη ελληνική νίκη. Μετά την άφιξη του Ελληνικού Στρατού έγινε σε λίγες μέρες φανερό ότι οι  Έλληνες πήραν την πρωτοβουλία. Για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου ο Άξονας βρέθηκε μπροστά σε μια ήττα και μάλιστα από την 8η Ελληνική Μεραρχία. Το γεγονός δημιούργησε μεγάλη εντύπωση σε όλο τον κόσμο και θεωρήθηκε νίκη όλων αυτών που αγωνίζονταν ενάντια στην υποταγή της Ευρώπης και των λαών της. Ήταν ο αγώνας ύπαρξης ενός μικρού και αδύναμου έθνους για την τιμή και την αξιοπρέπειά του, αλλά και αγώνας που γινόταν σύμβολο και ελπίδα των λαών της Ευρώπης.
        
Η απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου
    
     Στα μέσα του Νοεμβρίου του 1940 ο νικητής Ελληνικός Στρατός διέσπασε το ιταλικό μέτωπο, πέρασε τα τότε ελλαδικά σύνορα και άρχισε να απελευθερώνει τα χωριά και τις πόλεις της ελληνικότατης Βόρειας Ηπείρου. Η Βόρεια Ήπειρος, χώρα ελληνική, που έπαιξε σημαντικό ρόλο ως κοιτίδα Ελληνισμού, αλλά και ως εστία της Αναγέννησης του  Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία, είχε ήδη απελευθερωθεί από τον Ελληνικό Στρατό δύο φορές κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και στην πρώτη φάση του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, χωρίς αυτό να οδηγήσει στην ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος. Δύο φορές υποχρεώθηκαν οι Έλληνες να αποχωρήσουν από την Βόρειο Ήπειρο. Τώρα, στις 22.11.1940 απελευθερώθηκε και πάλι η Κορυτσά και τις 8.12.1940 το Αργυρόκαστρο.
     Παρά την έλευση του χειμώνα και την κινητοποίηση μεγάλων μέσων από τους Ιταλούς ο Ελληνικός Στρατός παρέμεινε νικητής στο πεδίο της μάχης μέχρις ότου τον Απρίλιο του 1941 η πανίσχυρη γερμανική στρατιά, που επετέθη στη χώρα μας από τη Βουλγαρία, τον απέκοψε και τον πλευροκόπησε, αφού νίκησε τη Γιουγκοσλαβία.

Η αντίσταση των Ελλήνων φαινόμενο διαχρονικό

     Η σημασία της ελληνικής αντίστασης και νίκης στην Ήπειρο το 1940 δεν είναι μόνο ηθική. Η ελληνική αντίσταση έχει διαστάσεις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές που ακόμη συζητούνται.
     Ανεξάρτητα από αυτές τις διαστάσεις, ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος και ο Ελληνογερμανικός Πόλεμος που τον ακολούθησε επαναλαμβάνουν τη γνωστή από την αρχαιότητα στάση των Ελλήνων να αντιστέκονται σε οποιεσδήποτε δυσμενείς συνθήκες, όσο ανυπέρβλητες και αν εμφανίζονται. Πρόκειται για στάση τραγική που είναι παρούσα στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Ήδη στην κλασική αρχαιότητα ο Ηρόδοτος και ο Αισχύλος αναρωτιούνται για το τί εμψυχώνει και επιτρέπει στους Έλληνες να αντισταθούν και να νικήσουν τις τεράστιες στρατιές των Περσών. Ο Ηρόδοτος παρουσιάζει τον Ξέρξη να απορεί και να ανησυχεί, μη μπορώντας να εξηγήσει την αδιαφορία των Ελλήνων μπροστά στα μεγέθη και τα μέσα της στρατιάς του, που είναι η μεγαλύτερη και η δυνατότερη της μέχρι τότε ιστορίας. Παρά την υπερηφάνεια που αισθάνεται μετά την επιθεώρηση της γιγαντιαίας ασιατικής πανστρατιάς, ανησυχεί γιατί διαισθάνεται ότι κάτι του διαφεύγει, χωρίς να μπορεί να το καταλάβει. Ο Ηρόδοτος υπαινίσσεται το ηθικό πλεονέκτημα των Ελλήνων βάζοντας τον Αρτάβανο και τον Δημάρατο να επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες του Ξέρξη. Για τον Αισχύλο η νίκη των Ελλήνων οφείλεται στο ηθικό πλεονέκτημα που τους χαρίζει η πολιτική διακυβέρνηση και ειδικά η αθηναϊκή δημοκρατία.
     Αργότερα ο Πλάτων στους διαλόγους του «Τίμαιος» και «Κριτίας» θα αναλύσει το πρόβλημα και θα δώσει μια απάντηση μέσα από ένα μύθο: Η προϊστορική Αθήνα σώζει την Ευρώπη και την Ασία από την κατακτητική επιδρομή των βασιλέων της μυθικής και βαρβαρικής Ατλαντίδας, που έχει υποτάξει αλαζονικά τη φύση και διαθέτει κολοσσιαία υπεροχή σε στρατιωτικά μέσα. Πρόκειται για την υπεράσπιση της κοσμικής τάξης και για τον νομοτελειακό θρίαμβο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια μορφή Μεγάλης Ιδέας την οποία υπερασπίζει η Αθήνα. Η ιδεαλιστική αυτή ερμηνεία τροφοδοτεί με πολλές μορφές το φρόνημά μας και γίνεται η αρχή, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες δίνουν ένα ηθικιστικό περιεχόμενο στις αντιπαραθέσεις τους με άλλους λαούς. Η ιδέα της κατίσχυσης του πολιτισμού προς τον βαρβαρισμό συνοδεύει τους αγώνες του Γένους και στηρίζει μόνιμα το φρόνημά του. Ο πολιτισμός θα παραμένει σταθερά δικαιωμένος απέναντι στην αδικία της δύναμης και θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τον βαρβαρισμό. Οι Έλληνες θα παραμένουν ιδιαίτεροι και θα έχουν το προνόμιο να υπερασπίζονται μόνιμα τον πολιτισμό απέναντι στη βαρβαρότητα. Ο απόηχος του πλατωνικού ιδεαλισμού διασχίζει την ιστορία και φθάνει στις μέρες μας.

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Μάχη στο Οχυρό Εχίνος. Απρίλιος του 1941.

Το Οχυρό Εχίνος βρίσκεται βόρεια της πόλης της Ξάνθης, 30 χιλιόμετρα από αυτήν και μέσα στη δασώδη ορεινή περιοχή της νότιας Ροδόπης, κοντά στα σύνορα της χώρας μας με τη γειτονική Βουλγαρία. 
     Τα εκτεταμένα χερσαία σύνορα της χώρας  μας με την Βουλγαρία είχαν οχυρωθεί κατά τη δεκαετία του 1930, ενέργεια που θεωρήθηκε απαραίτητη, δεδομένης της αδιάλλακτης αναθεωρητικής στάσης της Βουλγαρίας κατά τον Μεσοπόλεμο. Από το υστέρημα και τον μόχθο του ελληνικού λαού είχε κατασκευασθεί μία επιβλητική γραμμή 19 οχυρών από την κοιλάδα του Αξιού μέχρι τον Νέστο. Επρόκειτο για τεράστια συγκροτήματα από σκυρόδεμα και χάλυβα που διέθεταν βοηθητικά αμυντικά συστήματα, ώστε κάθε οχυρό να υποστηρίζει το επόμενο σε συνεχές μέτωπο. Η γραμμή των οχυρών αποτελούσε ένα πάνοπλο φράγμα όλων των προσβάσεων και δρόμων προς Νότο και κάλυπτε συνεχώς την Ανατολική Μακεδονία σε μήκος 155 χιλιομέτρων. Ολόκληρη η αμυντική αυτή γραμμή, που ονομάσθηκε «Γραμμή Μεταξά», περιελάμβανε υπόγειες στοές που κατέληγαν σε παρατηρητήρια και θέσεις άμυνας. Ποικίλα αμυντικά έργα καθιστούσαν την προσέγγιση των εχθρών δυσχερή. Στην Ελληνική Θράκη, το τεράστιο αυτό αμυντικό έργο δεν είχε ολοκληρωθεί. Υπήρχαν μόνο δύο μεμονωμένα ισχυρά οχυρά, αυτό του Εχίνου, που υπεράσπιζε την διάβαση προς την Ξάνθη και αυτό της Νυμφαίας, που κάλυπτε την Κομοτηνή.
     Κατά τον σύντομο Ελληνογερμανικό Πόλεμο, τον Απρίλιο του 1941, τμήμα της λεγόμενης μάχης των Οχυρών αποτελεί η μάχη του Οχυρού Εχίνος, την οποία διεξήγαγε από ελληνικής πλευράς η Ταξιαρχία Νέστου. Η στρατιωτική αυτή μονάδα συγκροτήθηκε από επίστρατους Θράκες πολίτες, οι οποίοι κυριολεκτικά υπεράσπισαν τις εστίες τους. Για πρώτη φορά κατά τη σύγχρονη ιστορία οι Θράκες πολέμησαν για τον τόπο τους. Στις τάξεις των πολεμιστών, μάλιστα, συντάχθηκαν και οι πρόσφυγες του 1922, οι προερχόμενοι από τις πάλαι ποτέ ελληνικές εστίες της Ανατολικής Θράκης, της Μικράς Ασίας και του Πόντου, οι  οποίοι αποτελούν σημαντικό τμήμα του συνολικού πληθυσμού του νομού της Ξάνθης. Οι πρόσφυγες πολέμησαν έτσι για τη νέα πατρίδα τους. Αλλά και οι Έλληνες Πομάκοι, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, που κατοικούν στον ορεινό όγκο της νότιας Ροδόπης,  συντάχθηκαν και αυτοί στις γραμμές της Ταξιαρχίας Νέστου και υπεράσπισαν τα πάτρια εδάφη.

Η Ελλάδα στη δίνη του Παγκόσμιου Πολέμου.

Υποχρεωμένος να αμύνεται και να αντιστέκεται βρίσκεται κατά κανόνα ο ελληνικός λαός. Σε κατάσταση άμυνας και αντίστασης είμαστε αναγκασμένοι να βρισκόμαστε μόνιμα και σταθερά.
     Κατά τον τρομερό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον καταστρεπτικότερο της παγκόσμιας ιστορίας, η Ελλάδα έγινε στόχος της κατακτητικής δαιμονικής ορμής δύο ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Η υπερφίαλη, επιθετική και επεκτατική Ιταλία της εποχής εκείνης επιχείρησε να κατακτήσει τη χώρα μας. Η αποτυχία της, αποτέλεσμα της ηρωικής άμυνας και αντίστασης του ελληνικού λαού, υποχρέωσε τη σύμμαχό της αδίστακτη, αλαζονική και στυγνή Γερμανία του 1941 να σπεύσει να διασώσει τη σύμμαχό της Ιταλία, αλλά και να εξασφαλίσει τα Βαλκάνια με προοπτική την επέκταση του πολέμου ανατολικά. Ο γερμανικός στρατός, ο ισχυρότερος του κόσμου κατά την εποχή εκείνη, έλαβε θέσεις κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων Βουλγαρίας-Ελλάδας σχεδιάζοντας να καταλάβει ολόκληρη τη Βαλκανική και να δώσει τέλος στην κατάσταση που η ελληνική αντίσταση είχε δημιουργήσει. Παράλληλα, η σύμμαχος των Γερμανών Βουλγαρία ήταν έτοιμη να επωφεληθεί από ενδεχόμενη νίκη της γερμανικής στρατιάς.
     Την Άνοιξη του 1941 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στην Βόρειο Ήπειρο, τμήμα της οποίας είχε απελευθερώσει, και είχε αποκρούσει τη μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών.
     Ωστόσο, οι ανάγκες του αλβανικού μετώπου και η στενότητα των μέσων που διέθετε η χώρα μας, είχαν υποχρεώσει το ελληνικό στρατηγείο να αποδυναμώσει την γραμμή των οχυρών από αριθμό υπερασπιστών και αριθμό πυροβόλων όπλων, που είχαν μεταφερθεί στις αρχές του 1941 στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά διέθεταν έτσι μειωμένη ικανότητα αντίστασης, ενώ απέναντί τους είχε παραταχθεί ο ισχυρότερος και πλέον εμπειροπόλεμος στρατός του κόσμου.
     Το αγγλικό στρατηγείο, που με μεγάλη καθυστέρηση είχε αρχίσει να αποβιβάζει ένα εκστρατευτικό σώμα στην Ελλάδα, θεώρησε ότι, δεδομένης της συντριπτικής υπεροχής της γερμανικής στρατιάς, η υπεράσπιση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ήταν μάταιες. Ζητήθηκε τότε η εγκατάλειψη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης και ο περιορισμός της άμυνας στον Αλιάκμονα. Η απαίτηση αυτή των Άγγλων απορρίφθηκε από το ελληνικό στρατηγείο, το οποίο αποφάσισε να δώσει μια απέλπιδα μάχη σύμφωνα με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις.
    
Η Μάχη των Οχυρών

Η Μάχη του Οχυρού Εχίνος εντάσσεται στη γενικότερη μάχη των οχυρών που δόθηκε από τις 6.4.1941 έως τις 10.4.1941.
     Για την προσβολή και κατάληψη της Ελλάδας το γερμανικό στρατηγείο συγκρότησε μία επιβλητική στρατιά από τέσσερα σώματα στρατού με 18 μεραρχίες, εκ των οποίων οι τέσσερις τεθωρακισμένες, που πλαισίωναν χιλιάδες αυτοκίνητα, πυροβόλα και μηχανικά πολεμικά μέσα και συμπλήρωνε μία σύγχρονη αεροπορική δύναμη από 1200 αεροσκάφη.
     Στις 6 Απριλίου 1941 η γερμανική στρατιά προσέβαλε την συμπαγή γραμμή των οχυρών και η Ελλάδα βρέθηκε να πολεμά και με την Γερμανία. Σε μερικές ώρες τα εμπειροπόλεμα πληρώματα των γερμανικών τεθωρακισμένων και οι γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων διεπίστωσαν ότι τα κτυπήματά τους ανταποδίδονταν στα ίσα και ότι οι δρόμοι προς το Αιγαίο ήταν κλειστοί. Η χρήση μοντέρνων όπλων και ισχυρών αεροπορικών μέσων απεδείχθη ατελέσφορη, τόσο ώστε το βράδυ της πρώτης μέρας του πολέμου επεκράτησε αμηχανία στο γερμανικό στρατηγείο και το γερμανικό πολεμικό ανακοινωθέν για πρώτη φορά, μετά από πολλούς μήνες δεν αναφέρθηκε σε σαρωτική νίκη των Γερμανών, αλλά στην «πείσμονα αντίσταση των Ελλήνων». Φαινόταν τότε ότι η τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου είχε αποτύχει.
     Παρά την κινητοποίηση μεγάλων μέσων από την πλευρά των Γερμανών και τον σκληρό αγώνα των υπερασπιστών τους η Μάχη των Οχυρών συνεχίστηκε για δύο ακόμη ημέρες με την γραμμή των οχυρών αραγή και ακλόνητη. Ωστόσο, στις 8.4.1941 η ελληνική στρατιά της Ανατολικής Μακεδονίας βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο: τεθωρακισμένες γερμανικές μονάδες είχαν ήδη πλαγιοκοπήσει την γραμμή των Οχυρών εισβάλλοντας στην Ελλάδα από την κοιλάδα του Αξιού, αφού η Γιουγκοσλαβία είχε καταρρεύσει. Τα ελληνικά οχυρά είχαν περικυκλωθεί. Το απόγευμα της 10.4.1941 η ελληνική στρατιωτική διοίκηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης συνθηκολόγησε με τους Γερμανούς και παρέδωσε τα οχυρά.

Το Οχυρό Εχίνος

Το Οχυρό Εχίνος βρίσκεται σε λόφο νότια της κωμόπολης Εχίνος, που είναι και το κέντρο των μουσουλμάνων Πομάκων της Ροδόπης. Το οχυρό φρουρεί τον δρόμο που από την μεγάλη πεδιάδα της Βουλγαρίας καταλήγει στο Θρακικό Πέλαγος, αλλά και ελέγχει τη συνάντηση τριών βασικών δρόμων από τους λίγους που διαθέτει η ορεινή Ροδόπη.
     Το Οχυρό Εχίνος αποτελείται από τέσσερα αμυντικά συγκροτήματα που στο μεγαλύτερο τμήμα τους είναι υπόγεια σε βάθος τριών ορόφων. Το κεντρικό οχυρό «Ίσαυρος» πλαισίωναν τα μικρότερα οχυρά «Αναρρωτήριο», «Αντλιοστάσιο», «Σ» και «Μ». Συνολικά το οχυρό διέθετε σε ανάπτυγμα καταφύγεια 765 μέτρων και υπόγειες στοές συνολικού μήκους 1229 μέτρων. Τα αμυντικά συγκροτήματα όμως, δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες σήραγγες, όπως συμβαίνει στα άλλα οχυρά της γραμμής. Πυροβολεία, πολυβολεία και παρατηρητήρια πλαισιώνουν τα αμυντικά συγκροτήματα. Διοικητής του οχυρού ήταν ο Ταγματάρχης Χρήστος Δρακούσης. Το σύνολο της στρατιωτικής δύναμης του οχυρού ανερχόταν σε 20 αξιωματικούς και 645 στρατιώτες.
     Ο εξοπλισμός του οχυρού παρουσίαζε το 1941 σοβαρές ελλείψεις και εστερείτο πυροβολικού, ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τη συντονισμένη επίθεση του γερμανικού στρατού.  Σημαντικό μάλιστα μέρος του οπλισμού του είχε μεταφερθεί στο μέτωπο της Αλβανίας, όπως είχε μετατεθεί και όλο το τεχνικό προσωπικό του οχυρού.

Η Ταξιαρχία Νέστου

Η ταξιαρχία αυτή είχε συγκροτηθεί από στρατεύσιμους της περιοχής και είχε διοικητή τον συνταγματάρχη Αναστάσιο Καλή που έδρευε στην Ξάνθη. Αποστολή της ήταν η φύλαξη των συνόρων της περιοχής Ξάνθης κλείνοντας όλες τις διόδους από Βορρά προς Νότο. Η αμυντική οργάνωση της Ταξιαρχίας Νέστου περιελάμβανε το απομονωμένο Οχυρό Εχίνος και πολλά πολυβολεία και οχυρώσεις κατά μήκος του Νέστου. Η τακτική της Ταξιαρχίας Νέστου σκόπευε στην καθήλωση των Γερμανών, ώστε να αποφευχθεί η κατάληψη της Ξάνθης και να εμποδισθεί η διάβαση του Νέστου. Ωστόσο, η συντριπτική υπεροχή των γερμανικών δυνάμεων, που είχαν παραταχθεί στα σύνορα της Ελληνικής Θράκης, δεν άφηνε περιθώρια αντοχής στις ελληνικές δυνάμεις. Η γερμανική δύναμη, ένα ολόκληρο σώμα στρατού και τμήματα μιας τεθωρακισμένης μεραρχίας, ήταν τεράστια και δυσανάλογα ισχυρή και σκόπευε να εισβάλει ταχύτατα στην Ανατολική Μακεδονία για να υπερκεράσει τη γραμμή των Οχυρών και να προωθηθεί στα νησιά του Αιγαίου. Παράλληλα, η τεράστια γερμανική δύναμη αποσκοπούσε στο να αποθαρρύνει την Τουρκία από οποιαδήποτε ενέργεια.
     Το πρωί της 6ης Απριλίου του 1941 τα μηχανοκίνητα γερμανικά τμήματα κινήθηκαν στον δρόμο προς το Οχυρό Εχίνος, το οποίο τα καθήλωσε. Παράλληλα, πεζοπόρα τμήματα πρόσβαλαν τα φυλάκια στο Δάσος της Χαϊντούς, τα οποία κράτησαν τους Γερμανούς μέχρι το βράδυ, όταν πήραν διαταγή να συμπτυχθούν.
     Το βράδυ της πρώτης μέρας του πολέμου οι Γερμανοί αποφάσισαν να παρακάμψουν το οχυρό από τα δυτικά και να βαδίσουν από μονοπάτια προς την Ξάνθη, την οποία κατέλαβαν την επόμενη μέρα.
     Την επόμενη μέρα 7.4.1941, δεύτερη μέρα του πολέμου, η Ταξιαρχία Νέστου συμπτύχθηκε οργανωμένα στην δυτική όχθη του Νέστου ανατινάζοντας όλες τις γέφυρες. Την ίδια μέρα παραδόθηκε το Οχυρό της Νυμφαίας. Το Οχυρό Εχίνος βρέθηκε έτσι απομονωμένο από παντού, αλλά συνέχισε να εμποδίζει την δίοδο των γερμανικών μηχανοκίνητων μέσων.
     Στις 8.4.1941, τρίτη μέρα του πολέμου, οι  Γερμανοί βομβάρδισαν τις θέσεις της Ταξιαρχίας Νέστου που είχε οχυρωθεί στη δυτική όχθη του ποταμού στο ύψος των Τοξοτών. Ωστόσο, παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό, οι Γερμανοί υπέστησαν αιματηρή ήττα, όταν τα ελληνικά πυροβόλα κατέστρεψαν τις κατάμεστες λέμβους με τις οποίες οι εισβολείς προσπάθησαν να περάσουν τον ποταμό.
     Όμως ο αγώνας των ανδρών της Ταξιαρχίας Νέστου, που εμπόδιζε την διάβαση του ποταμού και είχε καθηλώσει τον εισβολέα, έληξε το πρωί της 10.4.1941, όταν έγινε γνωστή η ελληνική συνθηκολόγηση. Οι άνδρες της Ταξιαρχίας διέφυγαν και διασκορπίστηκαν στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου.

Η Μάχη του Οχυρού Εχίνος

Τα ξημερώματα της 6.4.1941 ο ουρανός γύρω από το οχυρό γέμισε με φωτοβολίδες που ήταν το σύνθημα ότι οι προφυλακές των συνόρων είχαν προσβληθεί από τον εχθρό. Σήμανε συναγερμός και τμήματα από το οχυρό άρχισαν να ανατινάζουν τις γέφυρες και να εκκενώνουν τα γειτονικά χωριά. Ενδεικτικό του φρονήματος των υπερασπιστών του οχυρού είναι ότι υπεδέχθησαν με κραυγές ενθουσιασμού το σήμα του συναγερμού.
     Λίγο πριν το μεσημέρι εμφανίσθηκαν μπροστά στο οχυρό φάλαγγες μοτοσυκλετιστών και ποδηλατών, ενώ πλησίαζε ακάλυπτη σε σχηματισμό παρέλασης φάλαγγα πεζικού. Οι υπερόπτες και παράτολμοι Γερμανοί διασκορπίσθηκαν, όταν οι υπερασπιστές του οχυρού άρχισαν να πυροβολούν ομαδικά. Μπροστά στο οχυρό οι δρόμοι γέμισαν από τραυματίες και νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες. Πολύ γρήγορα οι τραυματιοφορείς των Γερμανών μετέφεραν τους τραυματίες στην όχθη του διπλανού ποταμού.
     Τη νύχτα κάτω από πυκνό σκοτάδι δύο λόχοι γερμανικού πεζικού πλησίασαν και συνεπλάκησαν σε μάχη σώμα προς σώμα, πράγμα που συνεχίσθηκε όλη τη νύχτα με τους Γερμανούς να πλησιάζουν και τους Έλληνες να εξέρχονται από το οχυρό για να τους εξουδετερώσουν. Ήδη την πρώτη μέρα της μάχης οι απώλειες των Γερμανών ανερχόταν σε δεκάδες και σχημάτιζαν θλιβερούς σωρούς έξω από το Οχυρό.
     Την επομένη 7.4.1941, δεύτερη μέρα του πολέμου, οι Γερμανοί  πλησίασαν το οχυρό με φάλαγγες αυτοκινήτων και αρμάτων. Είχαν επισκευάσει τις γέφυρες που κατέστρεψαν οι Έλληνες. Παράλληλα, συνέχισαν τους βομβαρδισμούς με βαρέα τηλεβόλα που είχαν μεταφέρει. Ακολούθησε μαζική επίθεση γερμανικού πεζικού, το οποίο βρέθηκε ακάλυπτο με αποτέλεσμα τα πυρά του οχυρού να τους αποκρούσουν και να προξενήσουν μεγάλες απώλειες. Τότε εμφανίσθηκαν πυκνός σχηματισμός από γερμανικά τανκς, τα οποία πήραν θέσεις στους γύρω λόφους, όπου και καθηλώθηκαν και παρέμειναν σε απόσταση ασφαλείας περιμένοντας να νυχτώσει. Το Οχυρό είχε περικυκλωθεί. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες σφοδρές επιθέσεις των Γερμανών, κατά τις οποίες οι υπερασπιστές του οχυρού ξαναεπέστρεφαν αστραπιαία τις χειροβομβίδες που τους έριχναν οι Γερμανοί προτού αυτές εκραγούν. Το απόγευμα ήταν φανερό ότι η προσπάθεια κατάληψης του οχυρού κόστιζε ήδη στους Γερμανούς μεγάλο αριθμό ανδρών.
     Από το πρωί της 7.4.1941 το Οχυρό Εχίνος είχε παρακαμφθεί από δυτικά  από τα πεζοπόρα γερμανικά τμήματα, αλλά το οχυρό έφραζε τον κύριο δρόμο ενώ συνέχιζε να εμποδίζει την δίοδό τους χωρίς υποστήριξη από τον γύρω χώρο. Ήδη το οχυρό δεχόταν σφοδρούς βομβαρδισμούς από τηλεβόλα και αεροπλάνα.
     Τη νύχτα της 7ης προς 8η Απριλίου οι ειδικές δυνάμεις των Γερμανών προσπάθησαν να ανοίξουν διόδους με φλογοβόλα και δυναμίτιδα, αλλά αποκρούστηκαν. Στόχος τους ήταν το συγκρότημα «Μ».
     Το πρωί της 8ης Απριλίου, τρίτη μέρα του πολέμου, οι Γερμανοί ενισχύθηκαν και συγκέντρωσαν στην προσπάθειά τους στο ασθενέστερο αμυντικό συγκρότημα «Μ», το οποίο τα άλλα συγκροτήματα δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν, αφού είχαν εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους. Οι Γερμανοί σκαπανείς κατόρθωσαν έτσι να επικαθίσουν στην επιφάνεια  του Οχυρού «Μ». Ακολούθησε μέχρι το απόγευμα μάχη σώμα προς σώμα, κατά την οποία οι Γερμανοί ανατίναζαν με δυναμίτη τις στοές για να διοχετεύσουν καπνογόνα και δηλητηριώδη αέρια, ώστε να αναγκάσουν τους υπερασπιστές να παραδοθούν. Το απόγευμα διακόπηκε η επικοινωνία με το αμυντικό συγκρότημα που είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά του. Απόπειρα των Ελλήνων να ανακαταλάβουν το συγκρότημα απέτυχε. 
     Η νύχτα της 8ης προς την 9η Απριλίου άρχισε με πυκνούς πυροβολισμούς με τους οποίους τα υπόλοιπα τρία συγκροτήματα προσπαθούσαν να εμποδίσουν τους Γερμανούς να πλησιάσουν. Ωστόσο, τα ελληνικά πυρομαχικά είχαν εξαντληθεί και ο βαρύς εξοπλισμός είχε αχρηστευθεί. Στο συγκρότημα του «Αναρρωτηρίου» οι Γερμανοί διοχέτευσαν ασφυξιογόνα αέρια με αποτέλεσμα να προσβληθούν οι μισοί από τους υπερασπιστές του και να καταφύγουν στο κεντρικό συγκρότημα «Ίσαυρος».
     Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ήταν φανερό ότι τα δύο συγκροτήματα που απέμεναν στα χέρια των Ελλήνων δεν θα μπορούσαν να ανθέξουν και δεν διέθεταν πλέον πυρομαχικά. Τα μεσάνυχτα ο Διοικητής του οχυρού κάλεσε τους αξιωματικούς σε συμβούλιο όπου διαπιστώθηκε ότι ο αγώνας δεν μπορούσε να συνεχισθεί και συμφωνήθηκε η εγκατάλειψη του οχυρού και η συνέχιση του αγώνα από την δυτική όχθη του Νέστου. Η εγκατάλειψη του οχυρού έγινε τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 9.4.1941 από κρυφές εξόδους από τις οποίες διέρρευσαν κάτω από καταρρακτώδη βροχή 18 αξιωματικοί και 550 στρατιώτες μεταφέροντας στα χέρια τους τραυματίες. Η φρουρά κατευθύνθηκε συντεταγμένη προς την Ξάνθη. Σύντομα όμως πληροφορήθηκε ότι η Ξάνθη και η Κομοτηνή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Μη έχοντας οδό διαφυγής οι υπερασπιστές του Οχυρού Εχίνος αναγκάσθηκαν να παραδοθούν στις 9.4.1941. Κατά τη μεταφορά των αιχμαλώτων στην Ξάνθη, οι Ξανθιώτες υπό τα βλέμματα των Γερμανών υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό και συγκινητικές εκδηλώσεις τους πολεμιστές.

Η σημασία της Μάχης των Οχυρών

Η χωρίς ελπίδα νίκης Μάχη των Οχυρών, δόθηκε εναντίον συντριπτικά ισχυρότερων εχθρικών δυνάμεων και επαναλαμβάνει τη γνωστή από την αρχαία, μέση και νεότερη ελληνική ιστορία στάση των Ελλήνων να πολεμούν ανυποχώρητα και με οποιεσδήποτε αντικειμενικές συνθήκες. Ήδη στην κλασσική αρχαιότητα, οι μάχες των Περσικών Πολέμων γέννησαν στους ιστορικούς, τους ποιητές και τους φιλοσόφους την απορία για το τι είναι εκείνο που εμψυχώνει έναν ασθενέστερο αντίπαλο να αντισταθεί απέναντι σε έναν ισχυρό εισβολέα και να νικήσει. Ο  Ηρόδοτος μας παρουσιάζει τον Ξέρξη να οδηγεί την ασιατική πανστρατιά κατά της Ελλάδας, να απορεί και να ανησυχεί μπροστά στην ακατανόητη για αυτόν επιμονή των Ελλήνων να περιφρονούν τους  συντριπτικούς αριθμούς της κολοσσιαίας στρατιάς του και να αντιστέκονται. Πέρα από τις ερμηνείες που αποδίδουν την υπεροχή των Ελλήνων σε όρους πολιτικής διακυβέρνησης, ο Πλάτων έδωσε μία φιλοσοφική και συμβολική ερμηνεία, κατά την οποία νομοτελειακά ο πολιτισμός θα κατανικήσει τον βαρβαρισμό και τη βία και θα επιβάλει την κοσμική τάξη. Πρόκειται για την ιδέα της υπεράσπισης της κοσμικής τάξης. Η ιδεαλιστική αυτή ερμηνεία στηρίζει το φρόνημά μας και γίνεται αρχή κάτω από την οποία οι Έλληνες δίνουν ένα ηθικιστικό περιεχόμενο στις αντιθέσεις τους με τους άλλους λαούς. Η ιδέα της κατίσχυσης του πολιτισμού προς τον βαρβαρισμό συνεχίζει έκτοτε να συνοδεύει τους αγώνες του Γένους και να τροφοδοτεί το φρόνημά του. Ο πολιτισμός θα είναι μόνιμα και σταθερά δικαιωμένος απέναντι στην άδικη επιβουλή της δύναμης και βέβαια θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τον βαρβαρισμό. Οι Έλληνες θα παραμένουν πάντα ιδιαίτεροι, αφού μόνιμα θα υπερασπίζονται τον πολιτισμό απέναντι στη βαρβαρότητα. Μέσα στα πλατιά κύματα της ιστορίας ο απόηχος του πλατωνικού ιδεαλισμού φθάνει μέχρι τις μέρες μας.

Οι κοινωνίες της Ελληνικής Θράκης

Το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της σημερινής Ελληνικής Θράκης συγκροτούν οι Έλληνες Μουσουλμάνοι. Ο πληθυσμός των Ελλήνων Μουσουλμάνων είναι με πολλές μορφές ετερογενής και ετερόκλητος. Η προέλευση των Ελλήνων Μουσουλμάνων παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία:  πολλοί, κυρίως οι αυτόχθονες Μουσουλμάνοι Πομάκοι της ορεινής περιοχής της Ροδόπης, κατοικούν στην Ελληνική Θράκη αρκετούς αιώνες. Οι λεγόμενοι Ρομά, δηλαδή οι Τσιγγάνοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ενώ τέλος οι λεγόμενοι Τουρκογενείς είναι απόγονοι των πρώτων κατακτητών της Θράκης τον 14ο αιώνα, όπως και των Τουρκομάνων Γιουρούκων που οι κατακτητές εγκατέστησαν στη Θράκη μετά τον 15ο αιώνα. Υπάρχουν και ορισμένοι Τουρκογενείς απόγονοι των προσφύγων του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-1878.

Παράλληλα οι Έλληνες της σημερινής Θράκης προέρχονται από τους γηγενείς πληθυσμούς, δηλαδή το βυζαντινό υπόστρωμα που επιβίωσε της τουρκικής κατάκτησης. Αριθμός Ελλήνων κατάγεται από ποικίλες μεταναστεύσεις ελληνικών πληθυσμών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Σημαντικό τμήμα τους αποτελούν οι Ηπειρώτες και οι Δυτικομακεδόνες έμποροι, τεχνίτες και μαστόροι, που έφθασαν στη Θράκη μετά τον 17ο αιώνα για να επωφεληθούν από την ανοικοδόμηση και τον πλούτο που προσπόριζε ο καπνός. Οι Έλληνες προέρχονται όμως και σε μεγάλο ποσοστό από τους πρόσφυγες των εθνικών αγώνων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα και κατάγονται από τις πρώην ελληνικές εθνικές εστίες της Ανατολικής Θράκης, της Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου. Η Ελληνική Θράκη είναι ένα καταφύγιο προσφύγων με αριθμό μάλιστα Ποντίων από την  πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση, τελευταίοι αυτοί φυγάδες από την Ελληνική Ανατολή.

Οι Έλληνες Χριστιανοί κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης είναι βέβαια αγρότες. Στις πόλεις οι Έλληνες είναι κυρίως μικρέμποροι και επαγγελματίες. Οι εργάτες είναι ολιγάριθμοι δεδομένης της απουσίας της μεταποιητικής παραγωγής στη Θράκη. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων απασχολούνται σε ποικίλες δημόσιες υπηρεσίες, στο Στρατό και τα Πανεπιστήμια, ενώ υπάρχουν και χιλιάδες φοιτητές προερχόμενοι κυρίως από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι Έλληνες Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης είναι και αυτοί σε μεγάλο ποσοστό αγρότες. Στις πόλεις υπάρχει αριθμός μικρεμπόρων και επαγγελματιών. Αντίστοιχα υπάρχουν εργάτες και μικροϋπάλληλοι.

Οι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης συγκροτούν μικροκοινωνίες. Όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα οι Έλληνες Χριστιανοί κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης εντάσσονται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, που εκφράζουν οι κοινές θρησκευτικές και εθνικές παραδόσεις, η ελληνική παιδεία, ο γραπτός λόγος, ο τύπος και τα τελευταία χρόνια, η πανταχού παρούσα τηλεόραση. Ωστόσο, η κοινωνική συγκρότηση των Ελλήνων Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελληνικής Θράκης κατακερματίζεται σε μικροκοινωνίες ανάλογα με την καταγωγή και την ομάδα στην οποία τα μέλη τους ανήκουν. Αυτό γιατί, πέρα από τη θρησκεία, οι Τουρκογενείς, οι Ρομά και οι Πομάκοι δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ακόμη και σήμερα, μισό αιώνα μετά την αναγκαστική διδασκαλία της τουρκικής σε ολόκληρη τη μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης, οι γλωσσικές διαφορές παραμένουν μαζί με τις υπόλοιπες ουσιαστικές διαφορές. Τμήματα μάλιστα της μουσουλμανικής μειονότητας παρουσιάζουν χαρακτηριστικά γκετοποίησης, όπως οι Τσιγγάνοι στις πόλεις και οι Πομάκοι σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές. Αλλά και το σύνολο των μικροκοινωνιών που συγκροτούν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης παραμένει αποκομμένο από το κύριο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και δεν μετέχει σε αυτή. Κύριοι λόγοι είναι η γλωσσική απομόνωση των Μουσουλμάνων που αρνούνται να χρησιμοποιήσουν την Ελληνική και η δόλια εθνικιστική προπαγάνδα που τους γεννά αλυτρωτική νοοτροπία και τους υποχρεώνει να τρέφουν αρνητικά αισθήματα προς την κοινωνία που δεν μπορούν, αλλά κυρίως αρνούνται να ενταχθούν.

Αλλά και οι μηχανισμοί τρομοκρατίας που ξεκινούν από το διαβόητο τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής χαλιναγωγούν τους Έλληνες Μουσουλμάνους. Στα τεμένη κάτω από το πρόσχημα της θρησκευτικής διδασκαλίας γίνεται εθνικιστική προπαγάνδα. Κατά τις ψηφοφορίες στις εκλογές οι ψήφοι της μειονότητας καθοδηγούνται μαζικά εκεί που το Προξενείο επιλέγει. Ορισμένοι Χριστιανοί πολιτευτές φθάνουν να είναι πρόθυμοι να συμβιβασθούν με τις απαιτήσεις του Προξενείου, αρκεί να επιδοτηθούν με κάποιες ψήφους. Δυστυχώς ανάλογα αίσχη συμβαίνουν και κατά την επιλογή των υποψηφίων από ορισμένα πολιτικά κόμματα. Έχουμε δηλαδή εδώ όλα τα συμπτώματα μιας παθογένειας που συναντάται στις πιο κλειστές και οπισθοδρομικές κοινωνίες. Και όμως, με μία απλή πολιτική απόφαση η κατάσταση μπορεί ραγδαία να μεταβληθεί. Οι μειονοτικοί πληθυσμοί πρέπει να μάθουν Ελληνικά και να ενταχθούν στο οικονομικό σύστημα. Στο κάτω-κάτω οι υπόλοιποι ορεινοί πληθυσμοί της χώρας έχουν συγκεντρωθεί στις πόλεις, όπου και υπάρχουν οι θέσεις εργασίας. Γιατί οι ορεσίβιοι Πομάκοι θα πρέπει να παραμένουν στη φτωχή ορεινή περιοχή της Ροδόπης;  Έτσι μια μικρή σχετικά μειονότητα αφήνεται να εκτουρκισθεί. Ένα φολκλορικό πάρκο μειονοτήτων έχει δημιουργηθεί στη Θράκη και τα μέλη του είναι σα να ζουν σε ξένη χώρα. Και οι ίδιοι οι Έλληνες αντιμετωπίζουν τη Θράκη ως χώρα εξωτική.

Οπωσδήποτε ακολουθώντας πρακτικές αιώνων οι μειονοτικές ομάδες της Ελληνικής Θράκης κατοικούν συνήθως σε διακριτές περιοχές κατοικίας και έχουν αυτόνομες κοινοτικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές πρακτικές, οι οποίες μάλιστα προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις. Τα μέλη των διαφόρων εθνοτικών ομάδων της Ελληνικής Θράκης συνυπάρχουν αρμονικά στον δημόσιο χώρο, ενώ δεν έχουν συγκροτηθεί ισχυροί μηχανισμοί κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ή είναι πρακτικά δύσκολο να διεκδικήσει ένας Έλληνας πολίτης τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται το βιοτικό επίπεδο της χώρας χωρίς να γνωρίζει την Ελληνική και χωρίς να κατέχει τις στοιχειώδεις γνώσεις για να κινηθεί παραγωγικά σε μια ανταγωνιστική κοινωνία, όπως είναι σήμερα η Ελληνική. Στο όνομα ενός υποτιθέμενου δικαιώματος η Μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης καταδικάζεται συλλήβδην να στερείται της εκπαίδευσης και της μόρφωσης που δικαιούται και που το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία είναι πρόθυμοι να παραχωρήσουν. Αυτό ακριβώς επιθυμεί και η μακροπρόθεσμη πολιτική της Άγκυρας: οι Έλληνες Μουσουλμάνοι να παραμένουν στο περιθώριο, πολίτες δεύτερης κατηγορίας που δεν μπορούν να ενσωματωθούν στην κοινωνία της πατρίδας τους, της Ελλάδας. Τους θέλει φτωχούς, αμόρφωτους και μίζερους, ώστε να μεμψιμοιρούν μόνιμα και να βυσσοδομούν κατά της Ελλάδας. Τους θέλει να περιμένουν τη λύτρωση από τη γειτονική Τουρκία, που για αυτούς γίνεται ένα όνειρο, από αυτά που καταλήγουν σε εφιάλτες.

Είναι λοιπόν παραλογισμός και έγκλημα εθνικό και ανθρωπιστικό το να υποχρεώνει το ελληνικό κράτος τους Έλληνες Πομάκους να στείλουν τα παιδιά τους σε σχολεία όπου δεν θα μάθουν Ελληνικά, θα διδαχθούν μια ξένη γλώσσα την Τουρκική και θα αλλοτριωθούν για να καταλήξουν αμόρφωτοι και χωρίς προσόντα πολίτες μιας χώρας που θα την θεωρούν ξένη.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Τόπος και πατρίδα




"Σύμφωνα με την ανθρώπινη ιστορία και την εμπειρία, στο βαθμό που είμαι ενήμερος, γνωρίζω ότι κάθε τι το ουσιώδες και το μεγάλο δημιουργήθηκε μόνο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μία πατρίδα και ήταν ενταγμένος σε μια παράδοση. "

Μάρτιν Χάιντεγκερ, συνέντευξη στον Spiegel, 1976




Οι έννοιες του τόπου και της πατρίδας θεωρούνται σήμερα μάλλον ξεπερασμένες και αντιμετωπίζονται περιφρονητικά με την κατάταξή τους και τη σύνδεσή τους με ό,τι μπορεί να χαρακτηρίσει περιβάλλοντα περιθωριακά και παρωχημένα. Θεωρούμε την αντίληψη αυτή εσφαλμένη και εξόχως βλαπτική: η έκλειψη του τόπου και η απουσία της πατρίδας συνδέονται με τα κεφαλαιώδη προβλήματα της αδυναμίας οικείωσης και της σύγχρονης αποξένωσης από το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, όπως και με την ποιότητα του σύγχρονου κόσμου.
Τόπος, χώρος, χρόνος είναι έννοιες που αποκτούν σημασία με την ανθρώπινη πολιτισμική παρουσία. Αποτελούν δηλαδή πολιτισμικά και κοινωνικά αποτελέσματα.
Ο χώρος από άξενος και χαώδης μετατρέπεται σε τόπο με την ανθρώπινη παρουσία. Η αντίληψη για τον τόπο είναι βέβαια μία αντίληψη υποκειμενική. Ο τόπος δεν είναι μία οπτική αντίληψη, ένας χώρος που μπορεί να μετρηθεί η ένα τοπογραφικό σύστημα, αλλά μία διανοητική κατασκευή, μία επέκταση της ατομικής και της συλλογικής ύπαρξης. Ο τόπος περιγράφεται και γίνεται κατανοητός με υποκειμενικό τρόπο. Τίποτε δεν είναι πιο χαρακτηριστικό για την υποκειμενικότητα του τόπου από τις καλλιτεχνικές περιγραφές και τα εγκώμια. Παραδείγματα υποκειμενικής περιγραφής του τόπου μέσα από την τέχνη είναι η συμφωνική μουσική εισαγωγή Εβρίδες του Φελίξ Μέντελσσον-Μπαρθόλντι, η ψυχογραφική απεικόνιση του Τολέδο από τον Γκρέκο η, τέλος, η περιγραφή του πίνακα του Φερμέερ Όψη του Ντέλφτ από τον Μαρσέλ Προύστ στην αφήγηση για την ανάκτηση του χαμένου καιρού.
Είναι ανάγκη να καταλάβουμε πόσο βαθιά σχέση έχει ο τόπος με την ταυτότητα, πόσο ουσιαστικά συνδέεται με την ιστορία και με τα συστήματα έκφρασης – γλώσσα, γραφή και τέχνη. Σημαντική παράμετρο της νοηματοδότησης του τόπου αποτελούν οι ονομασίες. Οι ονομασίες συγκροτούν συστήματα και ιστορίες νοηματοδότησης και τροφοδοτούν το παλίμψηστο στο οποίο τα ίχνη των διαδοχικών εμπειριών αθροίζουν την ταυτότητα του τόπου.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη ορθολογική κοσμοαντίληψη, ο χώρος είναι άμορφος, ομοιογενής, αόριστος και αφηρημένος, ενώ περιλαμβάνει όλα τα πράγματα, είναι κενός από σημασίες και διαθέτει συγκεκριμένες χρηστικές δυνατότητες. Αυτό σημαίνει ένα αντικειμενικό, αδιάφορο προς το υποκείμενο σύμπαν, αλλά και το χώρο ως αντικείμενο επιβολής και εκμετάλλευσης. Η αντίληψη αυτή έχει την αρχή της στον διαχωρισμό αντικειμένου και υποκειμένου που επιχειρεί ο δυτικός ευρωπαίος άνθρωπος και είναι η κυριαρχούσα αντίληψη σε παγκόσμια κλίμακα.
Αντίθετα, σύμφωνα με τη "συμβολική" κοσμοαντίληψη, που χαρακτηρίζει το σύνολο των πολιτισμικών παραδόσεων εκτός της Δύσης, ο χώρος είναι στενά δεμένος με τη συγκεκριμένη εμπειρία, γεμάτος σημασίες, άρα χώρος του υποκειμένου. Οι σημασίες μεταφέρονται με σύμβολα. Σύμβολο είναι η συμβολή κόσμου-όντος, όπως αποκαλύπτεται υπερλογικά με την παρουσία του συμβόλου. Το σύμβολο "ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει", σύμφωνα με την έκφραση του Ηράκλειτου (απόσπασμα 93). Η "συμβολική" αντίληψη επιτρέπει τη μυστική σύνδεση με το χώρο. Αυτό σημαίνει την υποκειμενοποίηση του χώρου, που περιβάλλοντας προστατευτικά το υποκείμενο, το απομακρύνει από την αποξένωση και τη λήθη. Σε όλα τα πολιτισμικά περιβάλ­λοντα και τις ιστορικές κοινωνίες ο χώρος,  οι οικισμοί, αλλά και τα μεμονωμένα κτήρια, εντάσσονται σε ένα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο και πηγή του συστήματος αυτού αποτελούν οι θρη­σκευ­τικές αντιλήψεις. Πρόκειται για τον ιερό χώρο και για τη συμβο­λική μικρο­γρα­φία του σύμπαν­τος, όπου εξορ­κί­ζεται το δαιμονικό και το κακό και εξασφα­λίζεται ιερή προστασία. Ο Δυτικός πολιτισμός αρνείται μετά την Αναγέννηση τη συστη­ματική συμβολική αυτή οργά­νωση του χώρου με μία συνεχή διαδικα­σία αποϊεροποίησής του. Αποκορύ­φω­ση της διαδικασίας αυτής αποτελεί η καταστροφή της σημασίας του τόπου και η δημιουργία ενός χώρου όπου είναι αδύνατη η οικείωση.
Η συμβολική αντίληψη δεν είναι καθόλου κατώτερη από την ορθολογική, ούτε παρωχημένη, όπως ο μοντερνισμός θέλησε να πιστέψει. Η συμβολική αντίληψη είναι απλώς μία διαφορετική αντίληψη.
Ως Έλληνες έχουμε πολλαπλές εμπειρίες και αναμνήσεις συμβολικών αντιλήψεων. Η βυζαντινή συμβολική αντίληψη ιεροποιεί τον κόσμο, αποκαθιστά την ενότητά του και καθαγιάζει τη φύση. Στο Βυζάντιο δημιουργείται ένας καθαρά πνευματικός πολιτισμός. Ο βυζαντινός άνθρωπος στρέφεται προς τα έσω και αναπτύσσει το συναίσθημα και την εσωτερική ζωή, χωρίς να κυριαρχείται από τις ανάγκες της πρακτικής ζωής.
Ακόμη και σήμερα στα περιβάλλοντα της Ανατολής υφίσταται μία πνευματική διάσταση και η φύση αγιάζεται από τον Θεό μέσα από το μυστικό πνεύμα, ώστε δεν είναι δυνατό να διανοηθεί ο άνθρωπος να μεταχειριστεί τη φύση ως αντικείμενο. Εδώ δεν υπάρχει, η χαρακτηριστική στη Δύση, διάσπαση του κόσμου σε πραγματικό και υπερβατικό, που εκφράζεται στον περιλάλητο λόγο του Φάουστ: "Μέσα μου έχω δυό ψυχές"˙ όπως δεν υπάρχει η παρουσία εκείνων των μορφών της επιστήμης και της τεχνικής, οι οποίες υποτάσσουν τα όντα και καταστρέφουν τους μυστικούς δεσμούς μας με αυτά, χωρίς να μπορούν να τα εξηγήσουν.
Η αντίληψη για τον τόπο και η σημασία του έχουν σχέση με το πόσο είναι δυνατή η οικείωση του υποκειμένου, η ακόμη και με το ποιά είναι η θέση του στον κόσμο. Το ήθος του υποκειμένου είναι και ο τόπος του. Κατά τον αινιγματικό Ηράκλειτο "ήθος ανθρώπω δαίμων", το ήθος του ανθρώπου είναι η μοίρα του, όπου ήθος είναι κατά την αρχαϊκή σημασία του και ο τόπος διαμονής (απόσπασμα 119). Σε σχέση, λοιπόν, με τον τόπο που συνειδητοποιείται το υποκείμενο καθορίζεται ο τρόπος της ύπαρξης του. Το αντίστροφο είναι επίσης δυνατό, αφού μεταξύ του υποκειμένου και του τόπου υφίστανται διαλεκτικές σχέσεις. Έχουμε σήμερα περισσότερο από ποτέ, την εμπειρία του ότι το υποκείμενο διαμορφώνει το χώρο. Το ήθος-τόπος λοιπόν, σημαίνει και οικείωση.
Σήμερα, η νεοφιλελεύθερη αντίληψη θεωρεί τον τόπο ως αντίληψη αντιδραστική, αφού ο τόπος αντιμάχεται με πολλούς τρόπους τον κοσμοπολιτισμό. Τόπος και πατρίδα είναι έννοιες ασύμβατες προς τις αγορές. Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμή του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό, γίνεται χώρος που δεν είναι μόνιμος και που χρησιμεύει μόνο εκεί που είναι ανάγκη να πάμε.

Πολλοί είναι αυτοί που αισθάνονται την ανάγκη ανατροπής αυτής της κατάστασης.
Ο Μαξ Βέμπερ αποδίδει εξαιρετική σημασία στον τόπο και επισημαίνει την αποϊεροποίηση του χώρου, την οποία θεωρεί χαρακτηριστικό στοιχείο του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ο Β. Σ. Νάιπουλ, ο σκεπτόμενος ταξιδευτής του Τρίτου Κόσμου, βλέπει τους κατοίκους των σύγχρονων άξενων πόλεων αποκομμένους από τη συναίσθηση του παρελθόντος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας "φαντασιακής αντίληψης του ποιοί και τι είναι". Περιπλανώμενοι από κατάλυμα σε κατάλυμα, οι σύγχρονοι ξένοι, διαμορφώνονται σε νομάδες ακόμη και αν παραμένουν στο ίδιο κατάλυμα, αφού ο γύρω χώρος αλλάζει συνεχώς. Αν υπάρχει μία μυστική σχέση και δεσμός ψυχισμού και χώρου, η διαταραχή του μπορεί να οδηγήσει "σε νεύρωση και μηδενισμό". [Στα βιβλία του Among the believers (1982), και Beyond belief-Islamic excursions among the converted peoples (1998)]. Μία σημαντική παράμετρος της εσωτερίκευσης του χώρου και του τόπου είναι η ιερότητα κτισμάτων και τοποθεσιών, η παρουσία ιερών προσκυνημάτων. Η απομάκρυνση από τον ιερό χώρο μαζί με την αδυναμία εσωτερίκευσης του περιβάλλοντος, δημιουργεί την αίσθηση της έλλειψης και της αποξένωσης, που είναι χαρακτηριστικές σήμερα σχεδόν σε όλο τον κόσμο.
Η έλλειψη μυστικής σύνδεσης με το χώρο και το παρελθόν που δημιουργεί η συνεχής αλλαγή, το άμορφο του περιβάλλοντος και η μετακίνηση των πληθυσμών, είναι ο ψυχικός πόθος ο οποίος γεννά την κρίση ταυτότητας. Η κρίση ταυτότητας είναι, βέβαια, ένα σημαντικό μεταφυσικό πρόβλημα που συναντάται σε πολλούς λαούς στα χρόνια μας.
Κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ "Η έλλειψη πατρίδας γίνεται ένα παγκόσμιο πεπρωμένο". Το πεπρωμένο αυτό δεν είναι ιδεολογικό. Είναι, μάλλον, ένα φαινόμενο οντολογικής τάξης και υπαρξιακής εμπειρίας, που αφορά τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Πράγμα που πρέπει να συνδέεται με την αλλοτρίωση του υποκειμένου στην οποία οδηγεί η "ορθολογική" αντίληψη του αφηρημένου χώρου, σε αντίθεση προς την οικείωση που επιτρέπει η αίσθηση του "συμβολικού" εμπειρικού χώρου. Πάλι κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ: "η αποξένωση του ανθρώπου, έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα". Εκείνο που έχει τεθεί σε αμφισβήτηση είναι, πάντα κατά το μεγάλο υπαρξιστή φιλόσοφο, η "ουσιαστικότητα του ιστορικού στοιχείου μέσα στο είναι" (Επιστολή για τον ανθρωπισμό). Η εξαφάνιση της ιδιαιτερότητας και η κυριαρχία της ομοιομορφίας τοποθετούν τον κόσμο μέσα σε ένα "διαρκές παρόν", μέσα στο οποίο το χαρακτηριστικό και το διαφορετικό στερούνται της ιστορικής τους θεμελίωσης και του πολιτισμικού τους βάθους. Αυτό είναι ένα ακόμη κεφαλαιώδες σύμπτωμα κρίσης των πολιτισμών. Η οικείωση είναι αδύνατη μέσα στις άξενες πόλεις. Εκεί, ο χώρος γίνεται βορά της συνεχούς αλλαγής μέσω της κατανάλωσης και της ανάπτυξης, ενώ η ιστορική μνήμη διαλύεται από την πολιτισμική αλλοτρίωση.
Κατά την ανάλυση του Μάρτιν Χάιντεγκερ η οικείωση σημαίνει και προϋποθέτει την εγγύτητα. Ωστόσο, η εγγύτητα ποτέ δεν ικανοποιεί. Πάντα, απέναντι σε ότι θεωρούμε κοντινό και οικείο θα υπάρχει κάτι που ταυτόχρονα θα το κρατά σε μία απόσταση από μας. Η απόσταση αυτή γίνεται μεγαλύτερη όταν επικρατεί η λήθη. Πάντα θα ζητάμε να ερμηνεύσουμε αυτό που είναι δικό μας και πάντα αυτή η ερμηνεία θα είναι προσωπική. Το γεφύρωμα αυτής της απόστασης γίνεται κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ με τρόπο ποιητικό. Η οικείωση δηλαδή αποκαλύπτεται με τρόπο συμβολικό και μυθικό. Ο συμβολικός και ποιητικός τρόπος έχει τον χαρακτήρα της αποκάλυψης, της αλήθειας ως μη-λήθης. Αυτό δηλώνεται από τον Ηράκλειτο με την αινιγματική ρήση "φύσις κρύπτεσθαι φιλεί" (απόσπασμα 136). Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι κατηγορηματικός στην αντίθεσή του προς τη σύγχρονη τεχνολογική οργάνωση του κόσμου με την οποία υποτίθεται ότι ο κόσμος εξηγείται, αλλά ταυτόχρονα γίνεται ερμητικά κλειστός. Η ανάλυση αυτή αποτελεί και μία από τις πιο σημαντικές σύγχρονες κριτικές προς την αποϊεροποίηση του χώρου.
Η εξαφάνιση της ιδιαιτερότητας ως πολιτισμικής έκφρασης μεταμορφώνει το χώρο σε αστική έρημο, όπου το χαρακτηριστικό και το ιδιόμορφο δεν υπάρχουν πια, αφού έχουν αντικατασταθεί από τις χωρίς χαρακτήρα μορφές ενός παγκοσμιοποιημένου συρμού.
Κατά τον ανθρωπολόγο Μαρκ Ωζέ το υπερμοντέρνο, δηλαδή η έσχατη κατάληξη του μοντέρνου, δημιουργεί το χώρο όπου ο τόπος παίρνει τη μορφή του μη-τόπου. Παίρνει δηλαδή τη μορφή όπου εξαφανίζεται η οικείωση με την επιβολή μίας απρόσωπης λειτουργικότητας ως δεσμού ανθρώπου και τεχνικής. Η δημόσια δραστηριότητα καλύπτει πλέον οικονομικές και τεχνικές σκοπιμότητες παγκόσμιας εμβέλειας. Η ιστορική μνήμη παίρνει τη μουσειακή εμπορευματοποιημένη μορφή της διατήρησης. Το περιβάλλον υποκύπτει στην αντιαισθητική ανάγκη. Η φύση έχει ερημωθεί και έχει υποταχθεί ως αντικείμενο στην εκμετάλλευση και την κυριαρχία. Πρόκειται για μία κατάρρευση πνευματικής τάξης. (Η ανάλυση του Μαρκ Ωζέ παρατίθεται στο βιβλίο του: Non places. An anthropology of the super modernity (1990).
Αυτό που είναι μη-τόπος κυριαρχεί στο σύγχρονο περιβάλλον. Χαρακτηριστικά, το νέο αεροδρόμιο, η πύλη δηλαδή της ξακουστής πόλης της Αθήνας και όλης της πασίγνωστης για τον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας, δεν διαθέτει κανένα ιδιαίτερο πολιτισμικό η αισθητικό χαρακτήρα, σε πείσμα των ελληνικών παραδόσεων. Δεν υπάρχουν σύμβολα η στοιχεία ταυτότητας. Πού, –τέλος πάντων–, φθάνει ο ταξιδιώτης; Βρισκόμαστε σε ένα δημόσιο χώρο χωρίς αρχιτεκτονική και ύφος, με αποκλειστικά λειτουργικό και διεθνιστικό χαρακτήρα.
Για τον Ουμπέρτο Έκο ο μεταμοντέρνος χώρος έχει τη μορφή μίας υπερπραγματικότητας, στην οποία η μίμηση αποκτά τη δύναμη μίας πίστης προς το πλαστό και το ψευδές. Με καυστική παρατηρητικότητα και ειρωνεία ο Ουμπέρτο Έκο περιγράφει τα περιβάλλοντα εκείνα των σύγχρονων μουσείων, όπου επιδιώκεται η έκθεση του "πραγματικού" και του "αυθεντικού", αλλά όπου όμως θριαμβεύει το ψευδές και το πλαστό. Ως "αυθεντικό" ορίζεται ό,τι είναι συμβατό προς την πολιτισμική ταυτότητα και την παράδοση. Το αυθεντικό παρουσιάζεται έτσι ως ασύμβατο προς τον διατυμπανιζόμενο παγκόσμιο πολιτισμό και τον μαζικό πολιτισμό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται από τον Έκο ως "υπερπραγματικότητα", όρος που περιγράφει την αντίληψη των μουσείων και των θεματικών πάρκων, όπου μία ψευδαίσθηση απόλυτης πραγματικότητας δημιουργείται από ολογράμματα, προβολές και πιστά αντίγραφα μεγάλων έργων τέχνης. Έτσι το καθοριστικό χαρακτηριστικό της ψυχαγωγίας, της γνώσης και της διασκέδασης καταλήγει να είναι το απόλυτα πλαστό, πλην όμως απόλυτα πραγματικό. Η ανάλυση παρατίθεται στο βιβλίο του: Travels in hyperreality Harcourt, Νέα Υόρκη 1986.
Κατά τον θεωρητικό του μεταμοντερνισμού Ζαν Μπωντριγιάρ, ό,τι μπορεί να δημιουργήσει ο σύγχρονος κόσμος έχει τον χαρακτήρα της απομίμησης. Μίας απομίμησης που δεν έχει άμεση σχέση με την πραγματικότητα, αλλά μιμείται μία φαντασιακή ατμόσφαιρα, όπως αυτή διαδίδεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ιδίως από την τηλεόραση. [Όπως αναλύεται στα βιβλία του: Symbolic Exchange and Death (1976) και Simulacra and simulations (1981)]. Την απαισιόδοξη αυτή αντίληψη συμπλήρωσε ο Ζαν Μπωντριγιάρ το 1994 διατυπώνοντας την άποψη ότι η απόλυτη απομίμηση είναι η αισθητική του θεματικού πάρκου, μιας "εικονικής πραγματικότητας", μιας φαντασίας χωρίς επαφή με την πραγματικότητα, η οποία όμως καταλήγει να γίνεται "πιο πραγματική από την πραγματικότητα". Χωρίς να πάψει να σηματοδοτεί την έλλειψη μίας βασικής πραγματικότητας, – θα πρέπει εμείς να συμπληρώσουμε.
Μαξ Βέμπερ, Β.Σ. Νάιπουλ, Μαρκ Ωζέ, Ουμπέρτο Έκο, Ζαν Μπωντριγιάρ συγκλίνουν προς τις αναλύσεις του Μάρτιν Χάιντεγκερ  και προσεγγίζουν το πρόβλημα της πατρίδας με τρόπους ανάλογους, αλλά διαφορετικούς.


Από το βιβλίο του Δ. Μαυρίδη:  «Αγγελοφύλακτος Ξάνθη», Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2007.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Ψηφιακοί κόσμοι.

Είναι απτόητες από την οικονομική κρίση και ακάθεκτες επελαύνουν για να γίνουν ανάρπαστες. Πρόκειται για τις ψηφιακές μηχανές αποθήκευσης βιβλίων και ανάγνωσης kindle και ipad που μπορούν να αποθηκεύσουν εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Η μεταφορά και η διακίνηση των βιβλίων γίνονται με παγκόσμιο ασύρματο δίκτυο, ώστε σε κάθε σημείο του κόσμου ο κάτοχος μιας τέτοιας ψηφιακής συσκευής θα μπορεί, –εφόσον διαθέτει βέβαια τη μαγική πιστωτική κάρτα–, να αποκτήσει άυλα το βιβλίο που επιθυμεί. Προς το παρόν βέβαια τα βιβλία, που μυστικώς πλανώνται στα βραχέα κύματα ανά τον κόσμο, ανήκουν στην πρόσφατη αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία. Στο άμεσο μέλλον βέβαια θα είναι διαθέσιμα κάθε είδους βιβλία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.  Η ανάγνωση οποιουδήποτε βιβλίου διαθέτει η ψηφιακή βιβλιοθήκη, γίνεται από την οθόνη που με ευκρίνεια παρουσιάζει τα βιβλία σελίδα-σελίδα. Η οθόνη αυτή στο μέγεθος σελίδας είναι ελαφριά και μπορεί να μεταφερθεί παντού. Πρακτικά η οθόνη περιλαμβάνει και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία της συσκευής. Στο μέλλον φαίνεται ότι οι κατασκευαστές των συσκευών αυτών σκοπεύουν να ψηφιοποιήσουν το σύνολο της γνώσης που βρίσκεται στα έντυπα μέσα και να το κάνουν διαθέσιμο οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Μάλιστα η εταιρεία Apple, κατασκευαστής των ιδιοφυών συσκευών ipod και iphone, έχει ήδη ψηφιοποιήσει τον μουσικό κόσμο με τρόπο αποτελεσματικό, τόσο ώστε να έχουμε διαθέσιμη κάθε στιγμή οπουδήποτε μια τεραστίου εύρους μουσική βιβλιοθήκη.  

Παρά την εμφάνιση και την ενθουσιώδη αποδοχή των ψηφιακών χρηστικών βιβλιοθηκών, οι προ δεκαετίας ζοφερές προβλέψεις για το τέλος του βιβλίου δεν φαίνεται σήμερα να γοητεύουν. Με λίγη ώριμη σκέψη έγινε δεκτό ότι το βιβλίο ως αντικείμενο και μάλιστα αισθητικό είναι κάτι διαφορετικό από τον ψηφιακό άυλο λόγο. Παρά την εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου η έκδοση νέων τίτλων βιβλίων είναι κάθε χρόνο μεγαλύτερη, σε βαθμό μάλιστα που οι νέοι τίτλοι είναι πρακτικά αδύνατο να διαβαστούν. Στην Αγγλία, τη χώρα όπου κατά αναλογία εκδίδονται τα περισσότερα βιβλία, έχουν συγκροτηθεί σύλλογοι και ενώσεις που τα μέλη τους ασχολούνται με την ανάγνωση βιβλίων που δεν αγοράζονται. Εξασφαλίζεται έτσι η έκδοση τίτλων που η αγορά και το κοινό δεν αγοράζουν και δεν διαβάζουν. Μόνο η έντυπη πληροφόρηση υφίσταται καθίζηση, αφού οι ειδήσεις και τα νέα είναι διαθέσιμα και μάλιστα δωρεάν και γρηγορότερα στο διαδίκτυο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μόνη χώρα όπου οι έντυπες εφημερίδες γνωρίζουν δόξες είναι η Ινδία, όπου η διαφήμιση που απευθύνεται στην κολοσσιαία ινδική μεσαία τάξη στηρίζει την έκδοση χιλιάδων εφημερίδων.

Ο θρίαμβος των ψηφιακών μέσων λαμβάνει σήμερα χώρα στους ψηφιακούς κόσμους του διαδικτύου. Εκεί συμβαίνει το πολύ σημαντικό γεγονός, κατά το οποίο άτομα που δεν έχουν οικονομικά ή επαγγελματικά συμφέροντα αποκτούν μαζική πρόσβαση σε ψηφιακά μέσα επικοινωνίας με παγκόσμια εμβέλεια και δράση. Και μάλιστα σε μέσα που παρέχουν την δυνατότητα συμμετοχής και συνδιάλεξης. Σχηματίζονται μεγάλες ομάδες ατόμων που έχουν τους ίδιους λόγους για να συνεργαστούν και να μετατρέψουν το διαδίκτυο σε ένα κοινωνικό και μορφωτικό εργαλείο. Η συνεργασία και η επικοινωνία είναι διεθνικές και προς το παρόν είναι ελεύθερες. Η προσφορά γνώσης και στοιχείων γίνεται χωρίς αμοιβή. Είναι έτσι δυνατή η συγκρότηση συνεργατικών έργων μεγάλης κλίμακας.

Η κυκλοφορία μηνυμάτων στο διαδίκτυο αυξάνεται με τον ιλιγγιώδη ρυθμό του 40% ετησίως. H ιστοσελίδα youtube διακινεί περί τα δύο δισεκατομμύρια video την ημέρα, ενώ το σύστημα facebook διακινεί 2,5 δισεκατομμύρια φωτογραφίες την ημέρα. Το νεόκοπο twitter εξυπηρετεί 750 μηνύματα το δευτερόλεπτο. Όλος αυτός ο ψηφιακός όγκος μηνυμάτων εξυπηρετείται από κέντρα διανομής τα οποία απαιτούν τεράστια ποσά ενέργειας παρόμοια με αυτά που απαιτεί η βαριά βιομηχανία. Τα κέντρα διανομής διακρίνονται από τους τεράστιους πύργους ψύξης, που είναι όμοιοι με αυτούς της σε παρακμή βαριάς μεταλλουργικής βιομηχανίας.

Φαίνεται πως ο πυρήνας των σύγχρονων κοινωνιών υφίσταται την είσοδο νέων συντελεστών. Αναφερόμαστε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα Πανεπιστήμια, τις κυβερνητικές υπηρεσίες, αλλά και κάτι ακόμη πολύ πιο σημαντικό στη βιομηχανία του πολιτισμού και την παραγωγή ιδεολογίας. Πρόκειται δηλαδή για το ίδιο το κατεστημένο και την ύπαρξή του.  Θα είναι αυτό αποδεκτό;  Ήδη τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν βραχυκυκλωθεί από την ελεύθερη ψηφιακή πληροφόρηση και τα απειράριθμα ατομικά blog. Η κυκλοφορία των εφημερίδων στις ΗΠΑ έχει μειωθεί κατά 25% από το 2007. Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις η μουσική βιομηχανία επωφελείται κατά 5% μόνο από την κυκλοφορία της μουσικής, το υπόλοιπο 95% δεν πληρώνει δικαιώματα. Τα Πανεπιστήμια, που αποτελούν συνήθως συντηρητικούς οργανισμούς, αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν τους ψηφιακούς χώρους. Πολιτικές δράσεις είναι δυνατό να οργανωθούν με επιτυχία, όπως η καταγγελία των εκλογικών παραβάσεων στην φτωχή Κένυα, όπου οργανώθηκε πρόσφατα συγκροτημένη αντίδραση στις αυθαιρεσίες που παρατηρήθηκαν στις πρόσφατες εκλογές. Η συγκρότηση της αντίδρασης βασίσθηκε σε ψηφιακή επικοινωνία των πολιτών στο διαδίκτυο. Ανάλογα συνέβησαν στην καθυστερημένη και περιθωριοποιημένη Αϊτή κατά τον πρόσφατο σεισμό και στην πολύπαθη λωρίδα της Γάζας κατά την πρόσφατη έκρηξη βίας. Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης της Εσθονίας να εντοπίσει τις παράνομες αποθέσεις λυμάτων και να επιστρατεύσει 50.000 εθελοντές για να τις εξαλείψει. Η έρευνα, η κινητοποίηση και ο συντονισμός των εθελοντών έγιναν μέσα από το διαδίκτυο.








Τέτοιες συνεργατικές δράσεις και ευκαιρίες επαφής ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα είναι βέβαια καθεαυτές ένα πολιτικό φαινόμενο και σαν τέτοιο θα έχει μεγάλη σημασία. Τα κυριαρχούντα πολιτικά και ιδεολογικά πλαίσια μπορεί να βρεθούν κάτω από πρωτοφανείς πιέσεις. Αυτό μπορεί απλώς να είναι μια χιμαιρική φαντασίωση. Το διαδίκτυο και η τεχνολογία του ελέγχονται από συγκεκριμένες πολιτικές οντότητες και εξελίσσονται μέσα σε συγκεκριμένες πολιτισμικές πραγματικότητες. Αν όμως το διαδίκτυο κατορθώσει να αποφύγει την παγίδα της Βαβέλ, δεν εμπορευματοποιηθεί και δεν γίνει αποθήκη αχρήστων, τότε  ίσως θα δικαιολογήσει την παρουσία του και το μέλλον του ως το πιο ριζοσπαστικό κοινωνικό μέσο της εποχής μας.