Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

Παλιά Πόλη της Ξάνθης.Λεπτομέρειες και διακοσμήσεις

Η πανσπερμία των ρυθμών των κτισμάτων της Ξάνθης συμπληρώνεται από την ποικιλία της λεπτομέρειας και της διακόσμησης, δηλαδή, από αυτό που είναι περιττό και δεν χρειάζεται, αλλά και είναι αυτό που δίνει τη χαρά και την ικανοποίηση, χωρίς πάντα να προϋποθέτει τον πλούτο, που όμως, κατά κανόνα, ακολουθεί. Οι λεπτομέρειες στα κτίσματα της Ξάνθης συναντώνται ως οικοδομικά και διακοσμητικά στοιχεία στους τοίχους, τις πόρτες, στα παράθυρα και στις όψεις. Οι λεπτομέρειες βρίσκονται στις κατεργασμένες πέτρες, τις γωνιές και τις φαλτσογωνιές, στα πεζοδρόμια ή στα καλντερίμια. Καμιά φορά επιστρατεύονται ζωγράφοι για να διακοσμήσουν εξωτερικές όψεις, να συνθέσουν κτιτορικές επιγραφές. Οι ζωγραφιές εμπνέονται από τα ρομαντικά ονειροπολήματα της Κεντρικής Ευρώπης και τις λαϊκές λιθογραφίες που κυκλοφορούσαν τον 19ο αιώνα. Συνηθέστερα, ντόπιοι αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες, που αποκαλούνται κοσμηματογράφοι, εμπλουτίζουν τα εσωτερικά των αρχοντικών και γεμίζουν τοίχους και οροφές με ζωγραφικές διακοσμήσεις σαν ταπετσαρίες. Στην όψιμη μορφή τους αυτές οι ζωγραφικές διακοσμήσεις παίρνουν ένα ψυχρό ακαδημαϊκό ύφος. Οι Ηπειρώτες μαστόροι της πέτρας φέρνουν μαζί τους τις συνήθειες της γλυπτικής διακόσμησης με λιθανάγλυφα. Οι κουδαραίοι μαστόροι αποτυπώνουν την παρουσία τους με τα συμβολικά τους ανάγλυφα, ενώ οι ιδιοκτήτες ζητούν τις ανάγλυφες διακοσμήσεις που ομορφαίνουν αλλά και απωθούν το κακό. Όσο για τις σιδεριές στις πόρτες, στα παράθυρα και τις μάντρες, αυτές κρατούν ταπεινά τον ρόλο των στολιδιών (τα βυζαντινά κοσμίδια), που με τη φιλοπαίγμονα διάθεσή τους ξεπερνούν το χαρακτηριστικό και δίνουν τη βεβαιότητα του ιδιαίτερου και του αποκλειστικού. Έτσι, συναντάμε παντού σιδεριές με την τυπική μορφή της Κωνσταντινούπολης (λόγχες και έλικες) και πάμπολλες άλλες μορφές, όπως π.χ. τις ίδιες κωνσταντινουπολίτικες σιδεριές σε περίπλοκες παραλλαγές, σιδεριές με ύφος art nouveau σε λαϊκά σπίτια, σιδεριές ύφους art deco σε νεοκλασικίζοντα σπίτια, περίπλοκες σιδεριές με βαριές διακοσμήσεις μάλλον γαλλικής έμπνευσης και πολλά άλλα. Όλη αυτή η πανσπερμία ρυθμών και διακοσμήσεων βρίσκεται ανάκατα, φύρδην μίγδην, υπερταξικά και αταξικά, θα μπορούσε κανείς να πει, ανάμεσα σε κατοικίες με ρωμαίικο, οθωμανικό ή λαϊκό χαρακτήρα. Η ανάμειξη ρυθμών και τάξεων εκτείνεται σε όλη την πόλη, απ άκρου εις άκρον. Οι μακραίωνες δημοκρατικές παραδόσεις της ελληνικής Ανατολής συνεχίζουν να επιβιώνουν, παρά τη συγκέντρωση πλούτου και την ανάπτυξη μιας αστικής τάξης, η οποία διαθέτει εισοδήματα, πράγμα για το οποίο είναι υπερήφανη και θέλει να το κάνει γνωστό.

Πόλη της Ξάνθης.Κτηριακός πλούτος.

Η ανοικοδόμηση της πόλης γίνεται σε τέσσερις φάσεις: α. Από το 1829 μέχρι περίπου το 1860, όταν ανεγείρονται οι εκκλησίες, πολλές κατοικίες και τα κονάκια των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων. Την εποχή αυτή σχηματοποιούνται και οι συνοικίες της πόλης. β. Από το 1860 μέχρι το 1912, όταν η πόλη επεκτείνεται στην πεδινή περιοχή έξω από τα όρια της βυζαντινής Ξάνθειας προς τη σημερινή Κεντρική Πλατεία και ανεγείρεται η βιομηχανική και βιοτεχνική περιοχή του καπνού . Την ίδια εποχή ανεγείρονται τα εκλεκτικιστικά και νεοκλασικά αρχοντικά των εμπόρων. γ. Κατά τον Μεσοπόλεμο, όταν δημιουργούνται οι προσφυγικοί συνοικισμοί. δ. Μετά το 1960 και κυρίως μετά το 1974, όταν πολυκατοικιοποιούνται οι συνοικίες της Νέας Πόλης. Σχηματικά μπορούμε να κατατάξουμε τα κτίσματα στην πόλη της Ξάνθης σε μερικές κατηγορίες: 1. Κτίσματα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Απλή μονώροφη ή διώροφη κατοικία με ή χωρίς περίκλειστη αυλή, που στις μουσουλμανικές γειτονιές παρουσιάζει εσωστρέφεια. Στον όροφο συνήθως διαθέτει χαγιάτι γύρω, από το οποίο διατάσσονται τα δωμάτια. Στο ισόγειο συνήθως υπάρχει αποθήκη και χώροι για τις εργασίες του σπιτιού ή για την ξήρανση του καπνού. Η κατασκευή γίνεται με απλά παραδοσιακά μέσα και είναι από πέτρα στο ισόγειο και τσατμά τον όροφο. Εκτός από τις παραδοσιακές κατοικίες, υπάρχουν και κατοικίες κτισμένες από Ηπειρώτες μαστόρους. Αυτές είναι στέρεες κατασκευές από πέτρα, τον άφθονο γρανοβιορίτη της περιοχής. Σημαντικό αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό στην πόλη της Ξάνθης, όπως και σε όλη την Ανατολή, αποτελεί το σαχνισί. Το σαχνισί είναι προέκταση του ορόφου ή τμήματος του ορόφου ενός κτίσματος. Η επέκταση αυτή υποστηρίζεται από ξύλινα στηρίγματα. 2. Κονάκια των μουσουλμάνων μπέηδων. Μεγάλα κτίσματα σε σχήμα Π με διαχωρισμό των χώρων για άνδρες και γυναίκες. Το ισόγειο διαθέτει αποθήκες και κουζίνες, ημιυπαίθριες ή μη, ενώ στον όροφο τα δωμάτια είναι διαταγμένα πέριξ μεγάλης σάλας που είναι και ηλιακό. Τα κονάκια αυτά σήμερα έχουν σχεδόν κατεδαφισθεί. 3. Κονάκια κατά τα πρότυπα της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας που ανέγειραν πλούσιοι χριστιανοί έμποροι, όταν σε πλήρη αντίθεση με τη φτώχεια των προηγούμενων αιώνων απόκτησαν τη δυνατότητα να ανοικοδομήσουν τα σπίτια τους με τρόπο που υπερβαίνει τις απλές στεγαστικές ανάγκες. Οι μακραίωνες αισθητικές παραδόσεις του Ελληνισμού αναδύονται και πάλι μετά τον 18ο αιώνα ως επιλογές των ευπόρων νέων ρωμαίικων αστικών στρωμάτων εκφραζόμενες στα πλαίσια και στους τρόπους της καθ' ημάς Ανατολής και της ευρύτερης Ανατολής. Οι πλούσιοι έμποροι ζητούν τη συνεργασία των λαϊκών μαστόρων, οι οποίοι ενσωματώνουν στην πλούσια παράδοσή τους τους τρόπους και τις αντιλήψεις Ανατολής και Δύσης. Η ανέγερση των κτισμάτων αυτών γίνεται από ομάδες μαστόρων που ξεκινούν από τη Μακεδονία, τήν Ήπειρο και τη Βόρειο Θράκη. Πολλοί από αυτούς θα μείνουν για πάντα στην Ξάνθη. Και αυτά τα κονάκια είναι διώροφα σε σχήμα Π. Οι κατασκευές είναι στέρεες από χονδρούς πέτρινους τοίχους στο ισόγειο και τσατμά στον όροφο. 4. Εκλεκτικιστικά κτήρια, αρχοντικά των εμπόρων και των μεγαλοαστών. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίζονται έμποροι του καπνού με κοσμοπολίτικη νοοτροπία και διεθνείς διασυνδέσεις. Στα σπίτια και στα αρχοντικά που ανεγείρουν μιμούνται την ποικιλία και την ανάμειξη των μορφών και των στυλ που εμφανίζει το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης. Δημιουργείται ένα ποικιλόμορφο δομημένο περιβάλλον, όπου συνυπάρχουν στοιχεία λαϊκής αρχιτεκτονικής με στοιχεία και μορφές που έρχονται από την Κεντρική Ευρώπη. Οι κατασκευές είναι στέρεες από πέτρα καθ΄ ολοκλήρου ή μεικτές με τσατμά στον όροφο, πολλά οικοδομικά στοιχεία έχουν εισαχθεί. Τα κτήρια αυτά συνήθως είναι διώροφα με υπερυψωμένο ημιυπόγειο. Είναι εμφανής η συμβολή σπουδασμένων αρχιτεκτόνων ή μηχανικών. 5. Νεοκλασικά κτήρια. Ο νεοκλασικισμός, που κυριαρχεί στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο είναι βέβαια, εκτός από αισθητικό στοιχείο και στοιχείο με ιδεολογική σημειολογία, έτσι ώστε κοινοτικά κτήρια και αρχοντικά σε νεοκλασικό ύφος να αναγερθούν με τη βοήθεια Ελλήνων ή ξένων αρχιτεκτόνων. Οι κατασκευές είναι συνήθως διώροφες με υπερυψωμένο ημιυπόγειο στέρεες από πέτρα. Η εσωτερική διάταξη είναι συνήθως συμμετρική με μία κεντρική αίθουσα στον όροφο πέριξ της οποίας διατάσσονται τα δωμάτια. Επιβλητική σκάλα με δύο κλάδους οδηγεί από το ισόγειο στον όροφο, ενώ πολύχρωμοι φεγγίτες δημιουργούν χρωματικές εντυπώσεις στους εσωτερικούς χώρους. 6. Πέτρινα κτήρια για κοινοτική ή κυβερνητική χρήση. Αυτά είναι κτίσματα που μεταδίδουν το κύρος και τη σοβαρότητα του φορέα, όπως είναι το Διοικητήριο, τα σχολεία, τα κοινοτικά κτίσματα και άλλα. Στην κατηγορία αυτή συνήθως περιλαμβάνονται κτήρια με νεοκλασικό χαρακτήρα και διακοσμήσεις στα πλαίσια των παραθύρων, επιβλητικές εξωτερικές σκάλες και ακριβά υλικά. 7. Αστικές κατοικίες με λόγια διακοσμητικά στοιχεία. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν κτήρια κατασκευασμένα με πέτρα ή σκυρόδεμα που συχνά ενσωματώνουν ακαδημαϊκά διακοσμητικά στοιχεία. 8. Κατοικίες της προσφυγικής αποκατάστασης. Στις προσφυγικές συνοικίες κατασκευασμένες τη δεκαετία του 1920 στα πλαίσια της μεγάλης προσπάθειας του Ελληνικού Κράτους για τη στέγαση των προσφύγων, η οποία έγινε είτε με την ανέγερση τυποποιημένων κατοικιών, είτε με την παροχή οικοπέδων και δανείων προς τους πρόσφυγες για αυτοστέγαση με χρήση έτοιμου σχεδίου. 9. Σύγχρονες πολυκατοικίες και κατασκευές. Ο τύπος αυτός είναι ο γνωστός σε όλη την Ελλάδα, με τον οποίο επετεύχθη η στέγαση του πληθυσμού μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό, μεταλλάσσοντας όμως το παραδοσιακό ελληνικό περιβάλλον. 10. Εμπορικά κτήρια. Απλές ή ευτελείς πρόχειρες κατασκευές και παραπήγματα στους εμπορικούς δρόμους, αλλά και στέρεες κατασκευές από πέτρα (γρανοβιορίτη) που ανήγειραν Ηπειρώτες μαστόροι. Ενδιαφέροντα είναι τα στηθαία και τα αετώματα μικρών μονώροφων και διώροφων καταστημάτων στο γύρισμα του αιώνα, όπου αποτυπώνονται χρονολογίες, αρχικά των κτιτόρων, ή διακοσμήσεις χαρακτηριστικές της ευαισθησίας του ιδιοκτήτη. 11. Βιομηχανικά κτήρια. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης αποτελούν ένα πολύ σημαντικό σύνολο βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και είναι η μοναδική παρόμοια περιοχή που σώζεται σήμερα στον ελληνικό χώρο. Ωστόσο η περιοχή των καπναποθηκών της Ξάνθης δεν προστατεύεται νομοθετικά, ενώ δεν έχει επιχειρηθεί κάποια χρήση τους που θα τις αξιοποιούσε ως σύνολο. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης είναι κτισμένες κατά την εποχή της εντατικής ανοικοδόμησης της πόλης, δηλαδή από το 1860 μέχρι το 1912. Στα κτήρια αυτά γινόταν η κατεργασία του καπνού, που κατέληγε σε δέματα καπνού τα οποία αποθηκεύονταν εκεί. Η επιβλητική στέρεη κατασκευή, τα αετώματα, οι κλιμακωτές απολήξεις και η συμμετρική σύνθεση παραπέμπουν σε πρότυπα της Κεντρικής Ευρώπης. Ο επιβλητικός χαρακτήρας των κατασκευών επιδιώκει να δώσει μία εγκυρότητα και μία άτυπη εγγύηση για την επιχείρηση που στεγάζεται εκεί. Πολλές από τις καπναποθήκες διαθέτουν ιδιόρρυθμα στηθαία ή αετώματα, δείγματα μιας φιλοπαίγμονος διάθεσης από μέρους των μαστόρων ή και των ιδιοκτητών. Πολλές φορές οι καπναποθήκες συνοδεύονται από κτήρια γραφείων ή κτήρια-κατοικίες των καπνεμπόρων. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των καπναποθηκών είναι συχνά η ρομαντική διάθεση, η νοσταλγία προς το φανταστικό, σ' αυτό που είναι άγνωστο αλλά και επιθυμητό. Η ρομαντική αυτή διάθεση, μια νοσταλγία χωρίς αντικείμενο ξεκινά βέβαια από τον νεορομαντισμό της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά και εκφράζει την εξιδανίκευση της Δύσης από τους Ρωμηούς. 12. Εκκλησίες. Αυτές είναι κτισμένες κατά τη δεκαετία του 1830 και ακολουθούν τον τύπο που διαμορφώνεται την ίδια εποχή στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή τον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Είναι η εποχή που η προσπάθεια για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιτρέπει στους Ρωμηούς την ανέγερση τριώροφων κατοικιών και μεγάλων εκκλησιών, – τόσο μεγάλων που συχνά είναι πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι απαιτείται από τον αριθμό των πιστών, ενώ μπορεί και να διαθέτουν ευρύχωρο γυναικωνίτη. Οι εκκλησίες βρίσκονται μέσα σε περίβολο που πολλές φορές περιλαμβάνει σχολείο, γραφείο της κοινότητας, κατοικία του παπά ή και ακόμη του νεωκόρου ή, τέλος, και αίθουσα συνεδρίασης της κοινότητας ή της Δημογεροντίας. Οι εκκλησίες και η μάνδρα που τις περιβάλλει είναι βαμμένες σε ώχρα. Παρά τον άνεμο φιλελευθερισμού που συνοδεύει τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις η ανατολική δεσποτεία είναι δυνατό να δημιουργήσει απρόβλεπτες καταστάσεις. Οι μάνδρες, λοιπόν, που περιβάλλουν τις εκκλησίες και τα γραφεία της κοινότητας εξασφαλίζουν και κάποια προστασία. Ενδιαφέρον είναι το κοινωνικό-θρησκευτικό συγκρότημα (κουλλιγιέ) που υπήρχε στη σημερινή περιοχή της Κεντρικής Πλατείας που ανήγειραν οι Οθωμανοί όταν η Ξάνθη έγινε έδρα του Καζά. Ενδιαφέροντα επίσης ήταν τα τυπικά χάνια της Ανατολής με φούρνο, καταστήματα και πυρήνα αγοράς που ξεπερνούσαν τα πενήντα και που σήμερα σώζονται ελάχιστα. Τα οικοδομικά υλικά είναι αυτά της παραδοσιακής οικοδομικής: πέτρα, ξύλο και συχνά πλίνθοι. Ειδικότερα την Ξάνθη χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον, αφού ήταν άμεσα διαθέσιμα, ο γκρίζος γρανίτης της Ροδόπης (γρανοβιορίτης) και η ροδίζουσα πέτρα (ψαμμίτης) που προέρχεται από το λατομείο της Μάνδρας κοντά στα αρχαία Άβδηρα.

Παλιά Πόλη της Ξάνθης.Υφος και πολυμορφία.

Η πόλη γίνεται αντιληπτή ως σύνολο μιας ενδιαφέρουσας αλληλουχίας πολιτισμικών στοιχείων, ρυθμών και εντυπώσεων, αλλά και ως μία συναρπαστική ανάμειξη παλιού και νέου. Η ποικιλομορφία αυτή, σε όλα τα επίπεδα και τις μορφές, καθιστά την Ξάνθη τόπο εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Στην Παλιά Πόλη η μίμηση των βορειοθρακιώτικων προτύπων αναμειγνύεται με λαϊκές κατοικίες, κονάκια κατά την παράδοση της "αρχοντικής αρχιτεκτονικής" της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, κονάκια μουσουλμάνων με διαχωρισμό των δύο φύλλων (χαρεμλίκ και σελαμλίκ), επιβλητικά πέτρινα κτήρια με οθωμανικό ακαδημαϊκό χαρακτήρα, κατοικίες των εμπόρων του καπνού με παράδοξο εκλεκτικιστικό δυτικότροπο ύφος καί, τέλος, νεοκλασικά κτήρια, τα οποία, όμως, διαθέτουν ανατολίτικα σαχνισιά. Το βυζαντινό-οθωμανικό ξύλινο σπίτι με τον μεγαλοαστικό φραγκολεβαντίνικο στόμφο δεν συναντάται στην Ξάνθη. Το δομημένο περιβάλλον ανήκει στην καθ΄ ημάς Ανατολή, αλλά και θυμίζει τα εμπορικά και αστικά κέντρα της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, αλλά και την ιταλική αναγέννηση, τον εκλεκτικισμό της Κεντρικής Ευρώπης και τη νεογοτθική αρχιτεκτονική της ρομαντικής Αγγλίας, τον ρωμανικό χαρακτήρα, τα αγγλικά μεσοαστικά και μεγαλοαστικά οπτοπλίνθινα σπίτια, τη γαλλική μικροαστική πολυκατοικία, τις κλιμακωτές απολήξεις των τοίχων κατά τον ολλανδικό και τον βορειογερμανικό τρόπο, τον νεοκλασικισμό του ελληνικού κράτους και, τέλος, την πρώιμη κεντροευρωπαϊκή art deco, αλλά και πολλά ακόμη, χωρίς όμως ο επισκέπτης προς στιγμή να αμφιβάλει ότι βρίσκεται στην καθ’ ημάς Ανατολή. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο ιδιαίτερης αισθητικής σημασίας. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με κυβολίθους, όπως αυτοί στο Παρίσι και η πολυχρωμία και η ποικιλομορφία των κτηρίων χαρίζουν μεγάλο πλούτο εντυπώσεων.

Παλιά Πόλη της Ξάνθης.Ιστορική επισκόπηση

Ο οικισμός που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι κτισμένος μετά το 1829˙ χρονιά κατά την οποία μεγάλοι σεισμοί, που τους ακολούθησε πυρκαγιά, φαίνεται ότι κατέστρεψαν ολοσχερώς τον προηγούμενο οικισμό. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης διατηρεί λίγα ίχνη της βυζαντινής Ξάνθειας, που εντοπίζονται στα θεμέλια των εκκλησιών και στη διάταξη του πολεοδομικού ιστού, όπως και των μοναστηριών που έχουν ιδρυθεί μετά τη μεσοβυζαντινή εποχή. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης διατηρείται σήμερα σε μεγάλο βαθμό άθικτη και έχει κηρυχθεί διατηρητέα το 1976. Η διατήρησή της οφείλεται στην οικονομική δυσπραγία των πρώτων μεταπολεμικών ετών, η οποία δεν επέτρεψε την ανοικοδόμηση με πολυκατοικίες, όπως έγινε στις άλλες ελληνικές πόλεις. Ο σωζόμενος σήμερα οικισμός της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι ο μεγαλύτερος παραδοσιακός οικισμός που διασώζεται στη Βόρειο Ελλάδα, αλλά και μαζί το καλύτερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης των Ελλήνων κατά την ύστερη Τουρκοκρατία που διασώζεται στον ελλαδικό χώρο. Παρά το ότι μιλάμε για την "Παλιά Πόλη" της Ξάνθης, ωστόσο –σε σχέση με το ιστορικό βάθος της πατρίδας μας –, χαρακτηρίζουμε έτσι μία σχετικώς νεόκτιστη πόλη. Κτίτορες της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι η ρωμαίικη κοινότητα και η τοπική εκκλησία, αφού πρωτεργάτης της ανοικοδόμησης είναι η κεφαλή της Δημογεροντίας ο Μητροπολίτης Ευγένιος, ο οποίος αρχιεράτευε την κρίσιμη δεκαετία του 1830. Η εξωστρέφεια των Ρωμηών εμπόρων του καπνού και η αίγλη της μεγάλης αστικής παράδοσης των Δυτικών συντελούν ώστε η πόλη να ανοικοδομηθεί ως ένα υβρίδιο της "αρχοντικής" αρχιτεκτονικής του νότιου ελληνικού χώρου του 18ου αιώνα και της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ευρώπης, όπως αυτή θριάμβευε την εποχή εκείνη στα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κατεστραμμένη πόλη ανοικοδομείται με πόλους και πυρήνες τα θεμέλια των εκκλησιών, που ανήκαν μάλλον στη βυζαντινή Ξάνθεια και που πάνω τους στηρίχθηκαν οι νέες εκκλησίες –κέντρα των συνοικιών. Η ανοικοδόμηση έγινε με γνώμονα τις νεοελληνικές κοινοτικές αντιλήψεις: είναι πλήρης ο εθνικοθρησκευτικός διαχωρισμός και οι χριστιανικές συνοικίες, οι οποίες παραμένουν στα όρια που έχουν καθιερωθεί επί αιώνες, απλώνονται πέριξ των εκκλησιών που αποτελούν και τα κέντρα του οικιστικού ιστού. Η πολεοδομική μορφή του χώρου της Ξάνθης οργανώνεται σε γειτονιές (μαχαλάδες), σύμφωνα με τις οθωμανικές αντιλήψεις και πρακτικές διοίκησης, με διαχωρισμό των κατακτημένων λαών σε θρησκευτικά έθνη (μιλλέτ). Δεν σώζεται σχεδόν τίποτε μέσα στην πόλη που να παραπέμπει σε εποχή παλαιότερη των σεισμών. Το παλαιότερο χρονολογημένο σπίτι της Ξάνθης ανάγεται στο 1841. Αμέσως μετά την καταστροφή του 1829, όμως, ανεγείρονται από τον Μητροπολίτη Ευγένιο πέντε κοινοτικοί ναοί μέσα στην πόλη, το καθολικό της Μονής της Αρχαγγελιώτισσας και τρεις ναοί στην περιφέρεια. Η εντυπωσιακή αυτή οικοδομική έξαρση θα πρέπει να στηρίχθηκε στις οικονομικές δυνατότητες που πρόσφερε στον Μητροπολίτη Ευγένιο η ρωμαίικη κοινότητα. Ευνοϊκές ήταν και οι πολιτικές συνθήκες, αφού κατά την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε εξέλιξη η προσπάθεια εφαρμογής μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με σκοπό τον διοικητικό, τον οικονομικό και τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό της. Όλα τα σπίτια έχουν θέα προς την πεδιάδα και ελεύθερο ορίζοντα κατά παλαιότατη πολεοδομική πρακτική των Βυζαντινών που υιοθέτησαν και οι Οθωμανοί Τούρκοι: μπορούσες να κτίσεις όπως ήθελες, αρκεί να μην εμπόδιζες τη θέα των γειτόνων. Έτσι οι γειτονιές της Ξάνθης είναι αμφιθεατρικά κτισμένες σε πλαγιές, ενώ οι νέες περιοχές, οι κτισμένες μετά την επέκταση της πόλης μετά το 1870, όπως και η σύγχρονη πόλη, βρίσκονται στο κατώτερο σημείο της προς την πεδιάδα. Το ανάγλυφο του οικισμού στις πλαγιές και ορισμένες θέσεις επιτρέπουν οπτικές φυγές, ώστε να δίνεται πάντα μια εικόνα ενός ποικιλόμορφου συνόλου και να γεννάται στον επισκέπτη η αίσθηση μιας εσωτερικής αρμονίας. Ο 20ός αιώνας βρίσκει την πόλη σε πλήρη ακμή με ισάριθμες συνοικίες χριστιανών και μουσουλμάνων. Οι χριστιανικές συνοικίες είναι επτά, δομημένες γύρω από μεταβυζαντινούς ναούς της ύστερης Τουρκοκρατίας. Οι πέντε από τις χριστιανικές συνοικίες βρίσκονται μέσα στα όρια της σημερινής Παλιάς Πόλης. Οι μουσουλμανικές συνοικίες εκτείνονται περιφερειακά και είναι έξι, εκ των οποίων οι δύο βρίσκονται στην Παλιά Πόλη. Τέλος, τα βιοτεχνικά και τα βιομηχανικά κτήρια, οι καπναποθήκες και τα καπνομάγαζα κτισμένα μετά το 1860, βρίσκονται στο νότιο κατώτερο και πεδινό τμήμα της πόλης. Ο διαχωρισμός της κατοικίας από τις βιομηχανικές δραστηριότητες είναι πλήρης. Στην περιφέρεια της πόλης κατοικούν σε μονώροφες ή διώροφες μονοκατοικίες με περίκλειστη αυλή οι εσωστρεφείς και υπομονετικοί τουρκογενείς μουσουλμάνοι. Στη συνοικία Σούννε κατοικούν σε μεγάλα κονάκια με πτέρυγες οι μουσουλμάνοι τσιφλικάδες μπέηδες και σε μικρότερες αστικές κατοικίες οι μουσουλμάνοι δημόσιοι υπάλληλοι. Στα βόρεια υψώματα της περιφέρειας της πόλης, κατοικούν σε μικρές φτωχικές κατοικίες οι αυστηροί, εργατικοί Πομάκοι, απόγονοι γηγενών ορεσίβιων Θρακών, των οποίων η γλώσσα και η ταυτότητα βρίσκονται σε συνεχή απειλή. Στη νότια περιφέρεια βρίσκονται οι φτωχοί και ολιγαρκείς Αθίγγανοι. Στη νέα συνοικία των Δώδεκα Αποστόλων κατοικούν στις αρχές του 20ού αιώνα λίγοι σλαβόφωνοι οπαδοί της Βουλγαρικής Εξαρχίας και δυτικά υπάρχει μία κοινότητα Εβραίων. Τέλος, στις κεντρικές συνοικίες κατοικούν οι έμποροι, μικρέμποροι, βιοτέχνες, μαστόροι και εργάτες που είναι Έλληνες, αυτόχθονες ή επήλυδες, από πολλά μέρη της Ελλάδας και κυρίως από την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Μέσα στήν Ξάνθη εγκαθίστανται κατά περιόδους χριστιανικοί πληθυσμοί από τη Βόρεια Θράκη, τη Χαλκιδική, την Ήπειρο και τη Μακεδονία, όπως καί Μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο το 1877–1878. Αργότερα εγκαθίστανται στην πόλη Κρητικοί και μετά το 1922 εγκαθίστανται μαζικά πρόσφυγες τής Ανατολικής Θράκης, της Μικράς Ασίας και του Πόντου και, τέλος, πληθυσμοί ποντιακής καταγωγής από τήν πρώην Σοβιετική Ένωση, τελευταίοι αυτοί φυγάδες της πάλαι ποτέ ελληνικής Ανατολής. Η πόλη ευτύχησε να βρίσκεται σε μία περιοχή η οποία διαθέτει πλούσιο και ποικίλο φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον περιβάλλει την πόλη, είναι από παντού ορατό και λειτουργεί ως συνοδευτικό στοιχείο του δομημένου χώρου, τον διαφοροποιεί ακόμη περισσότερο και τον αναδεικνύει. Ενδιαφέρουσα είναι η διάταξη των τριών μοναστηριών της πόλης στα γύρω υψώματα, με τρόπο που δημιουργεί στον επισκέπτη αισθήματα οικείωσης και σιγουριάς, αφού τα μοναστήρια φαίνεται σαν να αιωρούνται πάνω από την πόλη και να την περιβάλλουν προστατευτικά.

Παλιά Πόλη της Ξάνθης.Χώρος και Ιστορία.

Η σημερινή κατάτμηση της Θράκης από τρία εθνικά κράτη περιόρισε το ελληνικό στοιχείο στον στενό χώρο από τις υπώρειες της Ροδόπης προς το Θρακικό Πέλαγος και στη δυτική κοιλάδα του νότιου Έβρου, ενώ κατέστησε την Ελληνική Θράκη περιοχή των συνόρων χωρίς ενδοχώρα. Ωστόσο, η Ελληνική Θράκη αποτελεί σήμερα ιδιάζουσα πολιτισμική πραγματικότητα για την Ελλάδα, αφού διατηρεί τα ίχνη της μακροχρόνιας συμβίωσης διαφόρων λαών με το ανήσυχο ελληνικό στοιχείο, σε μια περιοχή κοντά στο κέντρο περίπου του σημαντικού εκείνου γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο τμήμα της ανθρώπινης ιστορίας και όπου υπάρχουν μερικές από τις σημαντικότερες τοποθεσίες της υφηλίου. Η περιοχή της Ξάνθης διατηρεί τα ιστορικά και τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της στο πέρασμα των αιώνων. Στην προς βορρά της Ξάνθης ορεινή περιοχή οι γηγενείς ορεσίβιοι Πομάκοι συνεχίζουν να κατοικούν στη γενέθλια γη. Η ορεινή περιοχή της Ροδόπης πάνω από την Ξάνθη δεν έχει εγκαταλειφθεί από τον πληθυσμό της, όπως άλλες ορεινές περιοχές της χώρας. Προς νότο της Ξάνθης, που είναι κτισμένη στις υπώρειες της Ροδόπης, απλώνεται μια εύφορη πεδιάδα, όπου σήμερα κατοικούν εθνοτικές ομάδες γηγενείς ή μεταφερμένες από μακριά σε διάφορες περιόδους. Η πόλη και η νότια περιφέρειά της μοιάζουν με ένα καταφύγιο προσφύγων, οι οποίοι υπενθυμίζουν μόνιμα το βυζαντινό παρελθόν. Η αρμονική συμβίωση των εθνοτικών ομάδων που κατοικούν στην Ξάνθη και την περιφέρειά της αποτελεί ένα επίτευγμα της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού κράτους, που δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Μετά την τουρκική κατάκτηση της περιοχής γύρω στο 1372 Γιουρούκοι και Κονιάρηδες Τουρκομάνοι εγκαθίστανται στην εύφορη πεδιάδα και απωθούν τους χριστιανούς κατοίκους, οι οποίοι καταφεύγουν στα βουνά και στην πόλη της Ξάνθης. Η πεδιάδα, εκτός από την ακτή, σχεδόν εκτουρκίζεται. Τον εκτουρκισμό της πεδιάδας ακολούθησε ο εξισλαμισμός της ορεινής περιοχής τον 17ο αιώνα. Οι νεοφερμένοι κατακτητές Οθωμανοί Τούρκοι ιδρύουν ένα νέο οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο μέσα στην εύφορη πεδιάδα: τη Γενισέα Καρά Σου. Η βυζαντινή Ξάνθεια, πόλη της οποίας πρώτη αναφορά γίνεται τον 9ο αιώνα, δεν παρακμάζει όπως το γειτονικό βυζαντινό Περιθεώριο. Δημιουργείται ένα δίπολο με τη Γενισέα μουσουλμανικό κέντρο και την Ξάνθη κατοικούμενη κυρίως από Ρωμηούς. Η αγροτική οικονομία της περιοχής θα αναβαθμισθεί μετά τον 16ο αιώνα, όταν εισάγεται η καλλιέργεια του καπνού, για να φθάσει στα τέλη του 19ου αιώνα να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο οικονομικό σύστημα ως κέντρο παραγωγής και εμπορίας καπνού υψηλής ποιότητας. Το ενδιαφέρον του διεθνούς κεφαλαίου για τον καπνό μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα συμπίπτει με την αναγέννηση του Ελληνισμού και τη δημιουργία του χώρου που ονομάσθηκε καθ' ημάς Ανατολή. Ο χώρος αυτός συμπίπτει με τον χώρο που καταλάμβανε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την ύστερη φάση της και κατοικείται και από Έλληνες, οι οποίοι ώς ένα βαθμό διαμορφώνουν και τον χαρακτήρα του. Την ίδια εποχή η ανάγκη για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκει τις κοινότητες των Ρωμηών πρόθυμους συνεργάτες. Λίγο αργότερα, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις θα καταστήσουν τις ρωμαίικες κοινότητες σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Αυτοκρατορίας. Εντυπωσιακή είναι η άνοδος της ρωμαίικης κοινότητας της Ξάνθης. Τόσο ώστε, ο πλούτος από το εμπόριο του καπνού δίνει στη ρωμαίικη κοινότητα τη δυνατότητα να ανοικοδομήσει εκ βάθρων την πόλη, που το 1829 είχε ισοπεδωθεί από σεισμό. Η μεγάλη εποχή της Ξάνθης αρχίζει γύρω στο 1860, όταν η παρακμή της Γενισέας κατευθύνει πόρους και δραστηριότητες στην Ξάνθη και την καθιστά το 1872 έδρα του Καζά. Το 1891 η πόλη συνδέεται σιδηροδρομικά με τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Η ανοικοδόμηση της πόλης συνεχίζεται αδιάλειπτα, για να διακοπεί απότομα το 1912 με την έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων. Το 1919 η πόλη ενσωματώνεται το Ελληνικό Κράτος. Η πόλη οφείλει την ανοικοδόμησή της μετά τους σεισμούς και την ακμή της κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα στον πλούτο που προσπορίζει η καλλιέργεια και η εμπορία του καπνού, αλλά και στην προνομιακή της θέση πάνω σε σημαντικούς εμπορικούς δρόμους. Η θέση αυτή βρίσκεται στη φυσική απόληξη των ορεινών δρόμων από τη Ροδόπη προς τη θάλασσα και εποπτεύει τη νότια της Ροδόπης εύφορη πεδιάδα, πηγή πλούσιας παραγωγής, που στηρίζει, εκτός από την πόλη, και πλήθος χωριών. Σταθμό στην ανθρωπολογία της Ξάνθης και της περιοχής της αποτελεί η Μικρασιατική Καταστροφή. Από τον Σεπτέμβριο του 1922 και συνεχώς μέχρι το 1925 καταφθάνουν στην περιοχή χιλιάδες πρόσφυγες της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής. Τα πληθυσμιακά δεδομένα ανατρέπονται, νέοι οικισμοί δημιουργούνται και οι μουσουλμάνοι παύουν πλέον να αποτελούν την πλειοψηφία. Στην ίδια την πόλη της Ξάνθης ο πληθυσμός υπερδιπλασιάζεται και εκτεταμένες νέες συνοικίες της προσφυγικής εγκατάστασης δημιουργούνται νοτιοδυτικά της πόλης. Οι δύο βάρβαρες βουλγαρικές κατοχές, το 1913-1919 και 1941-1944, δεν θα αφήσουν σημαντικά ίχνη στην πόλη, παρόλο που χιλιάδες κάτοικοι αναγκάζονται να εκπατρισθούν –πολλοί για να μη γυρίσουν ποτέ πιά πίσω. Μετά τις περιπέτειες και τα πάθη της χώρας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα οι παλιοί αυτόχθονες έμποροι μεταναστεύουν σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα και νέοι αστικοί πληθυσμοί συγκεντρώνονται στην πόλη. Ο ευτελισμός της τιμής του καπνού είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν στην καθυστέρηση της οικονομικής ανάπτυξης στην περιοχή της Ξάνθης. Οι γνωστές εξωτερικές απειλές αφύπνισαν το ελληνικό κράτος, ώστε μετά το 1974 δέσμη μέτρων έθεσε πάλι την πόλη και την περιφέρειά της σε αναπτυξιακή τροχιά. Ακολούθησαν προγράμματα στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα η πόλη στηρίζεται στις υπηρεσίες και την αγροτική παραγωγή της περιφέρειάς της και γνωρίζει πάλι μία περίοδο ανοικοδόμησης.

H διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης

Η σημασία του παραδοσιακού οικισμού της Ξάνθης δύσκολα περιγράφεται, όπως συμβαίνει για κάθε πολιτισμικό στοιχείο, του οποίου τη σημασία συναισθανόμαστε, χωρίς να μπορούμε εύκολα να τη διατυπώσουμε λεκτικά. Η σημασία αυτή είναι οικονομική, αισθητική και πολιτιστική, ενώ αφορά απολύτως το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Η οικονομική αξία της Παλιάς Πόλης έχει αποδειχθεί στην πράξη και θα είναι σπουδαιότερη στο μέλλον, αφού ο τουρισμός αποτελεί πλέον, σε διεθνές επίπεδο, την μεγαλύτερη βιομηχανία. Η πόλη της Ξάνθης είναι παλαιότατη, αν και οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί από την έρευνα και τα ευρήματα. Είναι εμφανές το βυζαντινό υπόβαθρο της πόλης. Η πόλη καθαγιάζεται από τα γύρω βυζαντινά μοναστήρια και στον πολεοδομικό ιστό της διακρίνεται ο βυζαντινός μυστικός συμβολισμός, ο γνωστός από την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Ο χαρακτήρας της πόλης δεν αλλοιώθηκε, παρά τον εκτουρκισμό τμήματος της προς Νότο πεδιάδας μετά τον 14ο αιώνα και τον εξισλαμισμό της προς Βορρά ορεινής περιοχής μετά τον 17ο αιώνα. Στην ίδια την πόλη οι νεοφερμένοι μουσουλμάνοι εγκαθίστανται περιφερειακά. Πρόκειται για μια σχετικώς νεόκτιστη πόλη που ανοικοδομήθηκε, μετά την καταστροφή της από σεισμούς το 1829, με πυρήνα μάλλον τις εκκλησίες της βυζαντινής Ξάνθειας. Η πόλη συγκροτήθηκε χάρη στον πλούτο που προσπορίζει ο καπνός στη ρωμαίικη κοινότητα ως ένα εμπορικό, βιομηχανικό, βιοτεχνικό και οικονομικό κέντρο. Στην Παλιά Πόλη, που κυρίως συγκροτούν οι ρωμαίικοι μαχαλάδες, η μίμηση των βορειοθρακιώτικων προτύπων αναμειγνύεται με λαϊκές κατοικίες, κονάκια κατά την παράδοση της Μακεδονίας και της Ηπείρου, επιβλητικά κτήρια με οθωμανικό ακαδημαϊκό χαρακτήρα και, τέλος, νεοκλασικά κτήρια, τα οποία, όμως, διαθέτουν ανατολίτικα σαχνισιά. Οι έμποροι του καπνού ταξιδεύουν και γνωρίζουν τη Δυτική Ευρώπη. Ο θαυμασμός τους για τη μεγάλη αστική παράδοση των Δυτικών αποτυπώνεται στον παράδοξο εκλεκτικιστικό χαρακτήρα και την διάθεση μίμησης που χαρακτηρίζει το ύφος των μεγάρων και των εργοστασίων που ανεγείρουν. Το δομημένο περιβάλλον θυμίζει έτσι την ιταλική αναγέννηση, τον γερμανικό ακαδημαϊκό ρομαντισμό αλλά και τον νεοκλασικισμό του ελληνικού κράτους. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο ιδιαίτερης αισθητικής σημασίας. Όμως ο παραδοσιακός οικισμός της Παλιάς Ξάνθης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρούμενος παρόμοιος οικισμός στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν είναι μόνο ένα αισθητικό περιβάλλον. Η Παλιά Ξάνθη είναι και πλήρες δομημένο παράδειγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού μετά την αναγέννησή του. Δομημένο παράδειγμα, μοναδικό στον ελλαδικό χώρο. Ο 19ος αιώνας αποτελεί μια εποχή ανόδου και ακμής της Θράκης ειδικότερα και του Ελληνισμού γενικότερα. Είναι μια εποχή, κατά την οποία αναδύονται και πάλι οι μακραίωνες παραδόσεις των Ελλήνων, ώστε οι ίδιοι να βοηθούνται να κατανοούν Δύση και Ανατολή με τρόπο που τους επιτρέπει να διαφυλάττουν τις ιδιαιτερότητές τους. Οι Έλληνες της καθ' ημάς Ανατολής επιτυγχάνουν μορφές αστικού εκσυγχρονισμού χωρίς να χάσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους. Αυτά συνεχίζουν να στηρίζονται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, τον κοινοτισμό, την παιδεία, το εμπόριο και την οικονομία. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και εξόχως επίκαιρο. Μετά τη φοβερή, ασύλληπτης έκτασης, Μικρασιατική Καταστροφή και τη δραματική εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης η πόλη γίνεται, και συνεχίζει να είναι, ένα καταφύγιο προσφύγων. Όσον αφορά στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι με την κυριαρχία του μοντερνισμού, την επικράτηση διεθνοποιημένων συρμών και την οικονομική απογείωση της χώρας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, πραγματοποιείται μια καθολική ανοικοδόμηση των ελληνικών οικισμών και πόλεων. Το δομημένο περιβάλλον της πατρίδας μας, το οποίο διέθετε υψηλή αισθητική, χαρακτηριστική ταυτότητα, ιδιαίτερη ατομικότητα και μοναδική λειτουργικότητα, υφίσταται ριζικές μεταβολές. Το ελληνικό περιβάλλον αποτελεί πλέον προϊόν μιας άκρατης εμπορευματοποίησης του χώρου, η οποία γίνεται απόλυτη αξία. Το νέο δομημένο περιβάλλον των ελληνικών οικισμών και πόλεων θα επηρεάσει τον ψυχισμό και τον τρόπο ζωής των Ελλήνων για τα επόμενα χρόνια. Όσον αφορά στην ιδιαιτερότητα, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι η τοπικότητα –ο χαρακτήρας και η ιδιαίτερη σημασία κάποιου συγκεκριμένου τόπου–, είναι ένας βασικός συντελεστής της ταυτότητας και της αυτογνωσίας. Σήμερα κυριαρχεί ένας συρμός και μια τάση για εξαφάνιση των τοπικών χαρακτηριστικών, εξομοίωσης και πίεσης στους πολιτισμούς, οι οποίοι δεν συμβιβάζονται με ό,τι επιβάλλεται από την παγκόσμια τάξη και τον λεγόμενο παγκόσμιο πολιτισμό. Το τοπικό θεωρείται κατώτερο από το διεθνές και το παλαιό, υποδεέστερο από το καινούργιο. Ο λαϊκός πολιτισμός υποκαθίσταται από τη διεθνοποιημένη βιομηχανία του πολιτισμού. Οι εθνικοί πολιτισμοί υφίστανται πρωτοφανείς πιέσεις. Οι ιδιαιτερότητες θεωρούνται τροχοπέδη και οπισθοδρόμηση. Ενδεικτικό των δυσχερειών του παρόντος είναι το ότι η ελληνική ιδιομορφία, της ταύτισης της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας και της συνάρτησής τους με το θρησκευτικό συναίσθημα, βρίσκεται σήμερα στο στόχαστρο. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι ένα περιβάλλον όπου υφίσταται μία χαρακτηριστική τοπικότητα. Τέλος, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Πόλης της Ξάνθης αποτελεί η ιστορική παρουσία διαφορετικών εθνοτικών ομάδων. Η επιτυχής και αρμονική συμβίωση των ομάδων αυτών, πάντα σε σύγκριση με τη διεθνή πραγματικότητα, αποτελεί ένα επίτευγμα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο όμως παραμένει άγνωστο και δεν προβάλλεται. Το ζήτημα αυτό θίγεται εδώ γιατί αφορά τη συγκρότηση της πόλης, και τη λειτουργία του δημόσιου χώρου. Η προστασία της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης επιβάλλεται επομένως από λόγους οικονομικούς, εθνικούς, ιστορικούς, ιδεολογικούς και πολιτισμικούς, αλλά και από λόγους που στηρίζουν την ιδιαιτερότητα, την αυτογνωσία και την ταυτότητα.

Ανιση διπλωματία

Η ανάλυση των ιστορικών και των αντικειμενικών δεδομένων δείχνει ότι στις ιστορικές συγκυρίες που βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο με την Τουρκία ή σε συγκυρίες όπου οι ισχυρές χώρες της Δύσης είχαν τη δυνατότητα να διαλέξουν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, είμαστε κατά κανόνα σε μειονεκτική θέση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να είναι και ο ιστορικός κανόνας με μόνη εξαίρεση τη βραχύχρονη και εύθραυστη ελληνοαγγλική συνεργασία το 1912-1922, όταν οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν από την Ευρώπη. Έτσι, ο Ελληνισμός δεν κατόρθωσε τον 19ο αιώνα, ευρισκόμενος σε δημογραφική, ηθική και πολιτισμική άνοδο να διατηρήσει τη θέση του στην Ανατολή, ως ένα βαθμό για πολιτικούς λόγους, ήγουν λόγω της αντίθεσης των δυτικών δυνάμεων. Κατά τον Μικρασιατικό Πόλεμο, η ελληνική πολιτική ηγεσία οδηγήθηκε στο να χρησιμοποιηθεί ο ελληνικός στρατός ως μοχλός εκβιασμού και πειθαναγκασμού του Κεμαλισμού, που συνδιαλέχθηκε τελικά με τους Δυτικούς, αφού εκμεταλλεύθηκε έντεχνα ακόμη και τις ιδεοληψίες της νεαρής τότε Σοβιετικής Ένωσης. Στις 16.7.1922 μάλιστα, σε κρίσιμη στιγμή, και πριν τη μοιραία τουρκική επίθεση στο Αφιόν, δεν μπορέσαμε να χρησιμοποιήσουμε αποφασιστικά τη στρατιωτική μας ισχύ. Ευρισκόμενοι τότε, σε μοναδική θέση ισχύος στην Ανατολή, τέτοια που δεν είχαμε βρεθεί από την εποχή του Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγου, και κατέχοντες στην Ασία τα εδάφη της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας˙ είμαστε σε θέση, καταλαμβάνοντες την ουδέτερη Κωνσταντινούπολη, να ανορθώσουμε το κλονισμένο ηθικό της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, να αποφύγουμε το ασύλληπτο μέγεθος της Μικρασιατικής Καταστροφής και να επιδιώξουμε μία έντιμη, διαρκή και δίκαιη ειρήνη, περιορίζοντες τον Κεμαλισμό και τους Τούρκους στα Στενά και στην Ασία, όπου ανήκουν˙ διασώζοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής με την ομαλή, οργανωμένη, μεταφορά τους στην Ανατολική Θράκη. Αποτύχαμε σε αυτό, από ψυχολογική και πολιτική πίεση των δυτικών υποτιθέμενων συμμάχων μας, που λόγω του Ανατολικού Ζητήματος δεν επιθυμούσαν μία τέτοια εξέλιξη, αλλά και από εθελοδουλεία δική μας. Η αλλοτρίωση της αστικής μας τάξης, η οποία είχε την ευθύνη του απελευθερωτικού πολέμου της Μικράς Ασίας, δεν επέτρεψε τη χωρίς δισταγμούς συμμετοχή όλων των δυνάμεών μας στον αγώνα μέχρι τα έσχατα όριά τους, όπως έγινε με τα παλληκάρια και τους ήρωες του πρώτου απελευθερωτικού μας αγώνα, που ενίκησαν, ενάντια στις γεωπολιτικές πραγματικότητες της εποχής τους. Αλλά και αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, πάλι η πίεση των Δυτικών, επικουρούμενη από το κράτος της καταστροφής και της ήττας και την εθελοδουλεία μας, οδήγησε στη δραματική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, που σήμερα φαίνεται αδικαιολόγητη και που μάλλον μεγάλο τμήμα της θα κρατούσαμε, αν λάβουμε υπ' όψη τις εξελίξεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη Θράκη στην κατοχή μας, και αποσυρόμενοι από τη ζώνη των Στενών, ίσως θα υποχρεώναμε την κεμαλική Τουρκία σε αναθεωρητική στάση στο πλευρό της παράταξης του Άξονα και θα πετυχαίναμε ίσως, την οριστική παγίωση της παρουσίας μας στην Ανατολική Θράκη μετά τη νίκη των Δημοκρατιών. Βέβαια, και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, όντες στο ίδιο στρατόπεδο με τη γεωπολιτικώς πανίσχυρη Τουρκία, πιεζόμαστε πάντα να την εξευμενίζουμε, ακολουθώντας την αδιέξοδη πολιτική του κατευνασμού, με αποτέλεσμα τον αφανισμό των ελληνικών μειονοτήτων στην Τουρκία, τη διχοτόμηση της Κύπρου, τη σημερινή δυσμενή συγκυρία και τις αναθεωρητικές επιδιώξεις της εθνικιστικής τουρκικής άρχουσας τάξης.

H νέα Λυρική Σκηνή

Τα μεγαλεπίβολα σχέδια για την ανέγερση λυρικού θεάτρου στην Αθήνα είναι μία ακόμη εκδήλωση της αντίληψής μας για τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός θεωρείται αποκλειστικά ως έκφραση του υψηλού, όπως αυτό περιγράφεται στον αστικό πολιτισμό και τη μεγάλη αστική παράδοση των Δυτικών, την οποία εμείς διακαώς προσπαθούμε να μιμηθούμε. Έτσι, τέτοιες προσπάθειες οδηγούν σε ποδηγέτηση από ελίτ, οι οποίες βέβαια δεν έχουν καμιά επαφή με το λαϊκό αίσθημα. Όσον αφορά το λυρικό θέατρο, αυτό είναι καθαρά δυτικοευρωπαϊκή επινόηση και συνέχεια της μουσικής παράδοσης των Δυτικών Ευρωπαίων. Μουσικής παράδοσης που είναι απολύτως διαφορετική από τη δική μας. Στη μουσική φαίνονται καθαρά η κρίσιμη και θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον Ελληνικό και στο Δυτικό Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η Μεγάλη Μουσική της Δυτικής Ευρώπης σωστά ταυτίζεται στην Ελλάδα με τη λάμψη του αστικού πολιτισμού των δυτικοευρωπαίων. Άλλωστε, το μεγαλείο και η γοητεία της μουσικής αυτής είναι ακατανίκητα. Το Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας είναι αφιερωμένο στη μουσική των Δυτικών και θέλει να εκφράζει με αποκλειστικότητα τον πολιτισμό. Ωστόσο, παρά την ανάδειξη Ελλήνων ερμηνευτών παγκόσμιας εμβέλειας και μοναδικής ευαισθησίας, το ελληνικό κοινό παραμένει ξένο προς τη μουσική αυτή. Είναι χαρακτηριστική η αμηχανία του κοινού που ακροάται με ευλάβεια στο Μέγαρο Μουσικής συμφωνική μουσική˙ αμηχανία, που εκδηλώνεται με ξεροβηξήματα και στριφογυρίσματα στα καθίσματα που τρίζουν, ενώ το ίδιο κοινό αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί ότι οι συμφωνίες έχουν συνήθως τέσσερα μέρη, σπεύδοντας να χειροκροτήσει, άκαιρα, στις παύσεις τους. Η ίδια η αισθητική του κτηρίου του Μεγάρου Μουσικής δεν θυμίζει ελληνικό περιβάλλον, ενώ η αρχιτεκτονική του είναι διεθνιστική, με τους χώρους να ομοιάζουν με χώρους υποδοχής κάποιου αεροδρομίου σε οποιοδήποτε σημείο της υδρόγειου. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που μιμείται ό,τι θεωρείται καταξιωμένο, ούτε είναι η απαστράπτουσα εικόνα που απαιτεί και παρουσιάζει ο συρμός. Ο πολιτισμός έχει χαρακτήρα λαϊκό και είναι στενά δεμένος με τον τόπο. Ο πολιτισμός συντίθεται με την καθημερινότητα, την εργασία, τις τέχνες, τις δράσεις και τα όνειρα των πολιτών. Ο πολιτισμός συνθέτει το παραδοσιακό με το σύγχρονο και παράγεται καθημερινά εδώ και τώρα, μέσα από τον τόπο και όχι αλλού. Μπροστά στις δυσχέρειες του παρόντος αποτελεί ανάγκη κατεπείγουσα να αντιμετωπίσουμε την άγνοια και τη λήθη. Το ζητούμενο είναι αυτό που θα απελευθερώσει τις λαϊκές εκείνες δυνάμεις, τις μόνες που είναι ικανές να υπερασπισθούν την πολιτισμική μας ιδιαιτερότητα και να εξασφαλίσουν την ιστορική μας συνέχεια.

Η συνύπαρξή μας με την Τουρκία στην Ευρωπαική Ενωση

Η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία εμείς, έτσι κι' αλλιώς, είμαστε μέλος, οφείλει να μας βρει απολύτως αντίθετους. Ακόμη και η, μη ορατή σήμερα, εμφάνιση μίας αντίληψης στην Τουρκία, που θα υποδεικνύει τη συνδιαλλαγή με τους Έλληνες, διαπιστώνοντας τη σημασία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, δεν θα πρέπει να μάς κάνει πρόθυμους να βοηθήσουμε την είσοδο της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδέα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας, που θα αμβλύνει την τούρκικη επιθετικότητα και θα οδηγήσει σε λήξη την αντιπαράθεση μας με τη χώρα αυτή, είναι μία δική μας αυταπάτη. Αν χρειαζόμαστε βοήθεια και συμμάχους στη φάση αυτή της αντιπαράθεσης μας, ίσως θα πρέπει να επιδιώξουμε να γίνουμε και πάλι το ευρωπαϊκό σύνορο, δηλαδή ένας προμαχώνας-ανάχωμα προς την Ανατολή και την Ασία. Η σύγκρουση της Δύσης με τόν ισλαμικό κόσμο οδηγεί προς μία τέτοια επιλογή. Η Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, παρά τις διαφορές μας και τη δυσπιστία της, θεωρούσε και θεωρεί τόν ελληνικό χώρο ως σύνορο της Ευρώπης, και έτσι πρέπει να παραμείνουμε. Η Τουρκία είναι μία ασιατική χώρα και η ενδεχόμενη είσοδός της στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι μία τερατογονία. Είναι πιθανό ότι το ενδεχόμενο άνοιγμα των συνόρων με την Τουρκία θα γεφυρώσει ξανά το Αιγαίο και θα μάς φέρει, για μία ακόμη φορά, στην Ανατολή, σε γεωγραφικούς χώρους οικείους. Όμως, η δημογραφική και οικονομική πίεση στη Θράκη ή το Αιγαίο, τη ζωτική μας περιφέρεια, δεν θα είναι εύκολο να ισορροπηθούν, αν τα σύνορα καταργηθούν. Το οικονομικό και δημογραφικό μέγεθος της Τουρκίας είναι δύσκολο να εξισορροπηθεί. Τί σημαίνει και τι αποτέλεσμα θα έχει η ελεύθερη διακίνηση των πληθυσμών της Ανατολίας στην Ελλάδα και στην Ενωμένη Ευρώπη ; Είναι ακόμη επίκαιρη η υποθήκη του θνήσκοντας ήρωα Όγκους Χαν στο "Ογκουζναμε", λαϊκό έπος των Τούρκων : "Προχωρείτε προς το Ρουμ!", ή τα λόγια του Σουλεϋμάν Πασά, κατακτητή της Θράκης και γιου του Ορχάν, δεύτερου Σουλτάνου των Οθωμανών μετά τόν Οσμάν, τόν κατακτητή της Βιθυνίας, μπροστά στην Προποντίδα : "Νά διαβούμε αυτή τη θάλασσα!". Ο παντουρκισμός και ο επεκτατικός τουρκισμός υπάρχουν πάντα. Αυτά τα ξαναζήσαμε, τελείως πρόσφατα, στην Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο. Κυρίως όμως, φαίνεται ότι η συνύπαρξη μας με την Τουρκία, σε ένα συνεταιρισμό χωρίς ισχυρή ιδεολογική κάλυψη, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα είναι σε βάρος μας, αφού η Τουρκία θα εγείρει συνεχώς μονομερείς αξιώσεις κινούμενη από τις οθωμανικές νοοτροπίες, από τις οποίες δεν μπορεί να απαλλαγεί. Τις αξιώσεις αυτές θα μάς πιέζουν οι Δυτικοί συνέταιροί μας να ικανοποιήσουμε, γιατί για το Ανατολικό Ζήτημα, το γεωπολιτικό και το οικονομικό βάρος της Τουρκίας θα είναι πάντα ελκυστικά στις θεωρήσεις τους. θα επιδεινώνεται έτσι, η σχέση άνισης διπλωματίας που χαρακτηρίζει την εξάρτηση του νέου ελληνικού εθνικού κράτους από τις μεγάλες δυνάμεις. Πρέπει άρα, κατ' ανάγκη να βρισκόμαστε σε διαφορετικά στρατόπεδα–συνεταιρισμούς με την Τουρκία της μορφής πού περιγράφηκε. Αυτό είναι μία ιστορική πραγματικότητα. Όπως είναι ιστορική πραγματικότητα, η μόνιμη ανάγκη για κινητοποίηση των δυνάμεών μας και αντιμετώπιση του εχθρικού περιβάλλοντος κατά βάση με τις δικές μας δυνάμεις. Κατά τόν σοφό πατριώτη, λογάδα του γενους, αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Δουκα Λάσκαρι : "Μόνον το Ελληνικόν, αυτό βοηθεί εαυτώ".

Το Ανατολικο Ζητημα και η Τουρκια

Posted: Tue Mar 11, 2008 15:25 pm Post subject: Το Ανατολικό Ζήτημα και η Τουρκία

Κάθε αναφορά προς το Ανατολικό Ζήτημα συνηθίζεται να συνδέεται με την ανατολική κρίση του 19ου αιώνα και το πρόβλημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, μια γενικότερη αντίληψη του Ανατολικού Ζητήματος σχηματοποιεί τους όρους κάτω από τους οποίους η Τουρκία απολαμβάνει ιδιάζουσα μεταχείριση από μέρους των ισχυρών. Η προσπάθεια εκδυτικισμού της Τουρκίας έχει σημαντική γεωπολιτική διάσταση, αφού η Τουρκία θεωρείται ως η εξέχουσα του Ανατολικού Ζητήματος, με κορυφαία σπουδαιότητα, τόσο ως δίοδος μεταξύ της Ασίας και Ευρώπης, όσο και ως φύλακας της Υπερκαυκασίας και της Κεντρικής Ασίας. Το Ανατολικό Ζήτημα δημιουργείται στο μέτωπο συνάντησης τριών ηπείρων και τριών τουλάχιστον πολιτισμών. Γεωπολιτική κομβική εστία του Ανατολικού Ζητήματος είναι η Κωνσταντινούπολη. Σημεία τριβής είναι ο Βόσπορος, τα Δαρδανέλλια και η Ανατολική Μεσόγειος. Εστία σύγκρουσης είναι το Αιγαίο. Το Ανατολικό Ζήτημα είναι διαχρονικό και κύρια παράμετρος του είναι η σύγκρουση της Ευρώπης με την Ασία. Το μέτωπο του Ανατολικού Ζητήματος εκτείνεται από τον Εύξεινο και τα Στενά, στο Σουέζ, και ελέγχει τις προσβάσεις και τις διόδους της Δύσης προς την Ανατολή, τον Βορρά και το Νότο. Το μέτωπο του Ανατολικού Ζητήματος συνδέεται άμεσα με τις δύο σημαντικές γεωστρατηγικές περιοχές, οι οποίες ελέγχουν την πρόσβαση στο δυτικό και στο ανατολικό τμήμα της Ευρασίας: τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ασία. Το μέτωπο του Ανατολικού Ζητήματος είναι επίσης η πιο σημαντική έξοδος του "χερσαίου πυρήνα" της Ευρασιατικής ηπείρου προς τη θάλασσα. Η κυριαρχία μιας ευρωπαϊκής ή ασιατικής χερσαίας δύναμης στο μέτωπο του Ανατολικού Ζητήματος ή σε τμήματά του, θά αμφισβητήσει από τις θαλάσσιες δυτικές δυνάμεις την παγκόσμια κυριαρχία. Η ανάπτυξη της εθνικιστικής ιδεολογίας περιέπλεξε το Ανατολικό Ζήτημα και έδωσε μεγάλες δυνατότητες διευθέτησης στους ισχυρούς της Δύσης. Η εθνικιστική κατάτμηση χρησιμεύει κατά βάση ως εργαλείο χειραγώγησης. Αυτό πολλαπλασιάζει τη δυστυχία της Τουρκίας και των χωρών της Ανατολής. Μια άλλη σύγχρονη διαπλοκή του Ανατολικού Ζητήματος είναι η σχέση του με τις ενεργειακές πήγες της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, πού είναι ζωτικές για την καταναλωτική κοινωνία και την παγκόσμια κυριαρχία. Μέσα στήν αγωνία τους να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα της πρωτεύουσας σημασίας για το Ανατολικό Ζήτημα Τουρκίας και να ικανοποιήσουν την ακόρεστη και καταστροφική βουλιμία τους, οι πραγματιστικές και υποκριτικές δυτικές δυνάμεις, είναι πάντα πρόθυμες να υποστηρίξουν οποιαδήποτε λύση στα προβλήματα της Τουρκίας όσο βραχυπρόθεσμη και κοντόφθαλμη και αν αποδεικνύεται μετά. Δεν πρόκειται για πολιτικό ρεαλισμό μόνο, αλλά και για έλλειμμα πολιτισμού. Η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης της Δύσης με τον ισλαμικό κόσμο είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή και ως μία μορφή του Ανατολικού Ζητήματος, αν και το επίκεντρό της βρίσκεται στον αραβικό κόσμο, ενώ αποτελεί και σύμπτωμα της επιπολιτισμικής δράσης της Δύσης και της αδυναμίας της να επιβάλει τη Δυτικοποίηση και την Παγκοσμιοποίηση. Η σπουδαιότητα της Τουρκίας θεωρείται από τούς κοσμοκράτορες Δυτικούς ως πρωταρχικής σημασίας. Κατά τον γνωστό αναλυτή Πώλ Κεννεντυ: "η Τουρκία είναι κράτος στυλοβάτης της παγκόσμιας σταθερότητας". Η παρουσία μιας ισχυρής δύναμης, που ελέγχει την εξέχουσα χερσόνησο της Μικράς Ασίας και τα Στενά, είναι ουσιαστική για την ασφάλεια του μετώπου του Ανατολικού Ζητήματος. Άλλωστε, ο έλεγχος της εξέχουσας της Μικράς Ασίας και του Αιγαίου από μία ισχυρή δύναμη, δημιουργεί τις κοσμοϊστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας μεγάλης δύναμης και την οικονομική και πολιτισμική άνθηση της σημαντικής αυτής περιοχής

Η Τουρκια στην Ευρωπαικη Ενωση

Για την Τουρκία, η οποία επωφελήθηκε από την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες, δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα, το οποίο σήμερα είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Οι Τούρκοι, λαός νομαδικός, εγκατέλειψαν τη στέππα της κεντρικής Ασίας για να κινηθούν προς τη Δύση, σε μια πορεία σε τόπους ξένους όπου σταματούν εκεί που θα τους σταματήσουν και όπου δημιουργούν κοσμοϊστορικές αναταράξεις. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή κρίθηκε οριστικά η εγκατάσταση των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Με την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης οι Τούρκοι επιστρέφουν στην Ευρώπη και θέτουν μία υποθήκη, που σήμερα ονομάζεται: "ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας". Χωρίς την παρουσία της στην Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία συγκεκριμενοποιείται σε αυτό που πραγματικά είναι: δηλαδή σε μία χώρα της Ασίας με σαφή ασιατική ταυτότητα. Η Τουρκία ενδέχεται να βρεθεί, για τον λόγο αυτό, μπροστά σε τεράστιες ανακατατάξεις, ακριβώς γιατί βασίζεται στην πολιτειακή μορφή ενός δυτικότροπου εθνικού κράτους, χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις και χωρίς την κατάλληλη κοινωνική και εθνική συνοχή. Η είσοδος των Τούρκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σημάνει το τέλος της πορείας τους προς τη Δύση. Αυτό είναι ένα εγχείρημα η επιτυχία του οποίου εξαρτάται αποκλειστικά από την Τουρκία και το οποίο είναι γεμάτο αντιφάσεις: Πώς θα συμβιβασθεί το πανίσχυρο τουρκικό κρατικό μόρφωμα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο; Πώς θα συμβιβασθεί ο νεο-οθωμανικός εθνικισμός με τη χωρίς εθνικές και εδαφικές διεκδικήσεις Ευρώπη του μέλλοντος; Πώς θα μεταλλαχθεί η τουρκική κοινωνία σε ανοικτή κοινωνία; Πώς θα συμβιβασθούν οι πολιτισμικές καταβολές καί οι ιστορικές υποθήκες με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας; Πώς θα εξισορροπηθεί η τουρκική δημογραφική έκρηξη; Εν τέλει πώς η ίδια η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή της σε ένα συνεταιρισμό όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση; Πρόκειται για ριζικό εκσυγχρονισμό της τουρκικής κοινωνίας και του τουρκικού κράτους και εν τέλει για μια ταχύρυθμη πολιτισμική μετάλλαξη. Μήπως αυτοί που επενδύουν στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας αγνοούν την πραγματικότητα και την αντικαθιστούν με τα όνειρα και τις επιθυμίες τους; Αν δεν υπάρξουν έμπρακτες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, όπως και σε πολλά άλλα, δεν απέχουμε ίσως πολύ από την εποχή κατά την οποία η Τουρκία θα αναδειχθεί και πάλι σε ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα, ενώ η Μικρασιατική Καταστροφή θα λάβει τις διαστάσεις μιας ήττας ολόκληρης της Ευρώπης και η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες θα αναγνωρισθεί ως ένα ασύγγνωστο σφάλμα.