Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ἀσέβεια καί περιφρόνηση τοῦ ἄλλου.




Θέλω νά ζητήσω συγγνώμη γιατί γράφω τό κείμενο αὐτό σέ πρῶτο πρόσωπο. Αὐτό γίνεται γιατί αἰσθάνομαι ὅτι τό θέμα πού δημιουργήθηκε στήν Ξάνθη μέ τήν παράσταση θεατρικοῦ ἔργου μέ ἀγγίζει καί προσωπικά. Τό ἔργο αὐτό, σύμφωνα μέ τούς δύο συγγραφεῖς του, καταγγέλλει τή διαφθορά καί τήν ὑποκρισία πού οἱ ἴδιοι διατείνονται ὅτι ἐπικρατεῖ στά ἑλληνικά μοναστήρια. Φαίνεται ὅτι τό κοινό ἀνταποκρίθηκε θετικά καί οἱ παραστάσεις τοῦ ἔργου αὐτοῦ μεταφέρθηκαν καί ἀνά τήν ἑλληνική ἐπαρχία κατά τή διάρκεια τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἡ παράσταση τῆς Ξάνθης δόθηκε τόν Αὔγουστο στά πλαίσια τῶν «Γιορτῶν τῆς Παλιᾶς Πόλης» στόν ὑπαίθριο θεατρικό χῶρο, λίγα μέτρα κάτω ἀπό τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης.
Ἀπό τά παιδικά μου χρόνια εἶχα τήν πεποίθηση ὅτι τά τρία μοναστήρια, πού παραδόξως φαίνεται σάν νά αἰωροῦνται πάνω ἀπό τήν πόλη, ἀποτελοῦσαν προστάτες τῆς πόλης καί κάποιο τρόπο πῦλες προσέγγισης πρός τό Ἐπέκεινα. Ἀργότερα, μελετῶντας τήν ἱστορία καί τή λαογραφία τῆς πόλης, διαπίστωσα ὅτι τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης ἐντάσσονταν, ἀπό τή σύστασή τους κατά τή βυζαντινή ἐποχή, σέ ἕνα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο καί πηγή τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἀποτελοῦν οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις. Πρόκειται γιά τόν ἱερό χῶρο καί γιά τή συμβολική μικρογραφία τοῦ σύμπαντος, ὥστε νά ἐξορκίζεται τό δαιμονικό καί τό κακό καί νά ἐξασφαλίζεται ἱερή προστασία. Πρόκειται, μέ ἄλλα λόγια, γιά μορφή καθαγίασης τοῦ χώρου καί τοπόσημα, πού παραμένουν ἀκλόνητα μέσα στίς θύελλες τῆς ἱστορίας. Οἱ διαπιστώσεις μου αὐτές ἀποτέλεσαν τή βάση γιά τή συγγραφή ἑνός βιβλίου καί τή συγκρότηση μιᾶς φωτογραφικῆς ἔκθεσης, πού παρουσιάσθηκε κατά τίς «Γιορτές τῆς Παλιᾶς Πόλης» τό 2007.
Ἡ ἀντίληψη γιά τόν καθαγιασμένο χῶρο μέ ὁδήγησε στό νά κατανοήσω τί σημαίνουν οἱ ἀγγελικές πολιτεῖες τῶν μοναστηριῶν καί τί προσφέρει ἡ ἄσκηση καί ὁ ἀγώνας τῶν μοναχῶν. Ὁπωσδήποτε, οἱ ἀγγελικές πολιτεῖες ἀντανακλοῦν καί τά ἀνθρώπινα πράγματα  καί εἶναι γεμάτες καί αὐτές ἀπό ἀτέλειες καί ἀπό ἀποτυχίες.
Γι΄ αὐτό καί πολύ ἐνοχλήθηκα ὅταν διάβασα καί πληροφορήθηκα τά καθέκαστα, τά σχετικά μέ τή θεατρική παράσταση καί τίς ἀντιδράσεις πού προξένησε. Διαβάζοντας μάλιστα τίς αἰτιάσεις τῶν συγγραφέων περί ἐλευθερίας τῆς καλλιτεχνικῆς ἔκφρασης καί τά περί ἡθικῆς δικαίωσης τῆς σάτιρας, πού δέν γνωρίζει ὅρια, ἔψαξα νά βρῶ καί νά διαβάσω τό κείμενο τοῦ ἐπίμαχου θεατρικοῦ ἔργου. Αὐτά πού βρῆκα μέ ἀπογοήτευσαν καί μέ τρόμαξαν: Δέν πρόκειται γιά διαλεκτική ἀναπαράσταση ἑνός  ἐσωτερικοῦ ἀγώνα, παρά γιά εὐκαιρία παράθεσης εἰκόνων καί κραυγῶν πού συνήθως εἶναι βωμολοχίες. Οἱ διάλογοι εἶναι γεμάτοι λαϊκισμό καί θέλουν νά ἐντυπωσιάσουν. Ἡ σημειολογία τῆς φωτογραφίας-μόττο πού δημοσιεύεται στίς ἀνταποκρίσεις γιά τή θεατρική παράσταση εἶναι βέβηλη καί ὑβριστική. Καθόλου δέν παριστάνεται τό ἱερό καί δέν ὑπάρχει διάκριση του ἀπό τό χυδαῖο. Τό κείμενο καί ἡ πλοκή εἶναι εὐτελή καί γεμᾶτα προσπάθεια νά ἀρέσουν καί νά ἱκανοποιοῦν μία τάση τοῦ κοινοῦ νά ἐκδηλώνει ἕνα συγκεκριμένο εἶδος χαιρέκακης μοχθηρίας.
Μετά τήν Ἀναγέννηση ὁ δυτικός κόσμος ἀρνεῖται τή συστηματική ὀργάνωση τοῦ χώρου μέ μία συνεχή διαδικασία ἀποϊεροποίησης. Τό θεατρικό αὐτό ἔργο ἐντάσσεται στήν παράδοση αὐτή.
Θά ἦταν ἐνδιαφέρον νά μάθουμε τά κριτήρια μέ βάση τά ὁποῖα ἐπελέγη ἡ παράσταση αὐτή. Κατά τήν ἀσήμαντη γνώμη μου καί στό μέτρο πού γνωρίζω τό θεατρικό ἔργο πού παρουσιάσθηκε στήν Ξάνθη εἶναι προϊόν αὐτοῦ πού ὀνομάζουμε «βιομηχανία τοῦ πολιτισμοῦ». Ἡ «βιομηχανία τοῦ πολιτισμοῦ» ἀποτελεῖ κυρίως ὑποπροϊόν τοῦ σύγχρονου παγκόσμιου πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ μέσα ἀπό τά μέσα τῆς μαζικῆς ἐνημέρωσης, ἀγνοώντας καί παραμερίζοντας τίς ἐθνικές καί τοπικές ἰδιαιτερότητες. Ἡ «βιομηχανία τοῦ πολιτισμοῦ» φροντίζει ὥστε νά τροφοδοτεῖ ὅλες τίς προτιμήσεις, ὥστε κανείς νά μήν μπορεῖ νά ἀποφύγει τήν κυριαρχία τῆς ἀγορᾶς. Ἔτσι ἡ τέχνη, πού κατά τόν Κάντ εἶναι «μία σκοπιμότητα χωρίς σκοπό», ἐξελίσσεται σέ «μία σκοπιμότητα» πού ἐξυπηρετεῖ τίς σκοπιμότητες τῆς ἀγορᾶς. Ἡ προσέλευση θεατῶν καί τά ταμεῖα εἶναι λοιπόν ἡ ὁμολογημένη σκοπιμότητα τῶν συγγραφέων τοῦ ἔργου, οἱ ὁποῖοι αὐτάρεσκα δέν κουράζονται νά ἀναφέρονται στήν εἰσπρακτική ἐπιτυχία τους. Παραβλέπουν τό γεγονός ὅτι μία καλλιτεχνική ἤ ἠθική ἀξία δέν μπορεῖ νά μετρηθεῖ μέ τό μέγεθος τῆς ἐμπορικῆς ἐπιτυχίας ἤ ἀποτυχίας της.
Εἶναι ἡ εἰσπρακτική ἐπιτυχία τόσο σημαντική, ὥστε νά προσβάλλεται βέβηλα καί νά ἀγνοεῖται ἡ ἀξιακή συγκρότηση μεγάλου τμήματος τοῦ κοινοῦ; Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή καί σέ συνάρτηση μέ τήν οἰκονομική κρίση, καλό θά ἦταν οἱ ἁρμόδιοι νά ἐπανεξετάσουν τή σύσταση τοῦ προγράμματος τῶν «Γιορτῶν τῆς Παλιᾶς Πόλης», ὥστε νά τό ἐμπλουτίσουν μέ δημιουργίες τῆς λόγιας καί τῆς λαϊκῆς μας παράδοσης. Αὐτός βέβαια εἶναι δύσκολος δρόμος. Ὅμως, τά προϊόντα τοῦ συρμοῦ καί ἡ διεθνιστική αἰσθητική τῆς τηλεόρασης μπορεῖ νά ἀρέσουν στό κοινό, ἀλλά ἴσως δέν ἀποτελοῦν τή σωστή ψυχαγωγική καί παιδαγωγική ἐπιλογή. Αὐτή, πού ἐπιβάλλουν ὁ τόπος καί οἱ καιροί.
Ὁ Μητροπολίτης Ξάνθης ἔχει ἀπόλυτο δίκιο ἀναφερόμενος στήν ἰδιαιτερότητα τῆς ἀκριτικῆς αὐτῆς πόλης. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι ἡ ἐλευθερία βασίζεται πάνω στήν πολιτισμική ἀκεραιότητα, ἐνῶ ἡ ὑποδούλωση ξεκινᾶ ἀπό τήν πολιτισμική παρακμή.
Ὁπωσδήποτε, οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἔργου θά πρέπει νά ἀντιληφθοῦν ὅτι ἡ μετωπική σύγκρουση δέν εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά τήν ἄσκηση τῆς καλλιτεχνικῆς ἔκφρασης, ἀλλά καί ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς τέχνης δέν σημαίνει ἔλλειμμα συνεννόησης καί κατανόησης τοῦ ἄλλου. Προϋπόθεση τῆς τέχνης εἶναι ἡ κοινωνική συμπεριφορά καί ὁ σεβασμός, ἀξίες, πού γιά τούς συγγραφεῖς τοῦ ἔργου φοβᾶμαι ὅτι τοποθετοῦνται πολύ πιό κάτω ἀπό τήν ἐπιτυχία τῶν ταμείων.

Αμαρτίες πολιτικών και πολιτική κακοδαιμονία.


Συμβαίνουν και αλλού. Σύμφωνα με ανταπόκριση του εβδομαδιαίου περιοδικού TIME στο τεύχος της 26ης Σεπτεμβρίου 2011, το ιταλικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να είναι έκθετο σε κατηγορίες για αυθαίρετες παραβατικές συμπεριφορές.
Συγκεκριμένα, ενώ γίνεται στη γειτονική μας χώρα έντονη συζήτηση για μέτρα εξοικονόμησης 50 δις ευρώ και αναζητούνται πηγές χρηματοδότησης, δημοσιεύθηκε στον τύπο το μενού του εστιατορίου της ιταλικής βουλής. Οι τιμές στον κατάλογο αυτό και για σπάνια πανάκριβα εδέσματα σε απαστράπτον πολυτελές περιβάλλον, όπου οι σερβιτόροι φορούν λιβρέες, είναι απλώς συμβολικές και ανέρχονται σε λίγα ευρώ, αφού επιδοτούνται γενναία από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η συζήτηση αυτή οδήγησε στην αναζωπύρωση των κατηγοριών για αδικαιολόγητες παροχές τις οποίες αυθαίρετα απολαμβάνουν οι κυβερνητικές ελίτ. Και βέβαια, ο αρχηγός της αντιπολίτευσης έσπευσε κοινότυπα να δηλώσει ότι «σε εποχή κρίσης, όταν ζητάμε θυσίες από τον ιταλικό λαό, οι πολιτικοί μας πρέπει να δώσουν παραδείγματα συμπεριφοράς».
Όχι βέβαια χωρίς λαϊκισμό, οι εφημερίδες άρχισαν να ερωτούν γιατί να επιδοτείται αφειδώς η τάξη των πολιτικών, τους οποίους στην Ιταλία αποκαλούν περιφρονητικά La Casta (ή Κάστα). Χαρακτηρισμοί όπως «παράσιτα», «αμαθείς», «καιροσκόποι», «ανάξιοι» και «δεκαρολόγοι» εκτοξεύτηκαν. Άρθρα δημοσιεύθηκαν για να περιγράψουν την καθημερινή ζωή στα κυβερνητικά κτήρια της Ρώμης, όπου οι πολιτικοί έχουν πρόσβαση σε ιδιαίτερα υποκαταστήματα τραπεζών και αποκλειστικά πολυτελή καταστήματα, όπως καταστήματα ειδών καπνιστού που διαθέτουν σπάνια πούρα, αλλά και αποκλειστικά μπαρ και εστιατόρια. Κάθε μήνα, έγραψαν, τα μέλη του κοινοβουλίου (ανέρχονται σε 630, ενώ οι γερουσιαστές είναι 321) εισπράττουν ένα αφορολόγητο ποσό περίπου 5.700 ευρώ πλέον 4.100 ευρώ για έξοδα παράστασης, πλέον ακόμη 4.100 ευρώ για διάφορα έξοδα. Τους κατηγορούν ότι ταξιδεύουν ελεύθερα με τα αεροπλάνα και τα τραίνα της Ιταλίας, ενώ δεν πληρώνουν διόδια στις εθνικές οδούς. Έχουν ελεύθερη είσοδο στους αγώνες ποδοσφαίρου και μεγάλος αριθμός από αυτούς απολαμβάνει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό. Το ωράριο εργασίας είναι περιορισμένο και παραβιάζεται, ενώ κανείς δεν υποχρεώνεται να εγκαταλείψει την ιδιωτική του εργασία όντας μέλος του κοινοβουλίου. Εκείνο όμως που εξαγρίωσε περισσότερο το αγανακτισμένο κοινό είναι το γεγονός ότι οι πολιτικοί εξακολουθούν να λαμβάνουν γενναιόδωρες συντάξεις και βοηθήματα για δεκαετίες ολόκληρες μετά την αποχώρησή τους από τη Βουλή, ακόμη και αν έχουν υπηρετήσει εκεί για πολύ σύντομο διάστημα. Σύμφωνα με τα λόγια κάποιου πολιτικού «αισθάνομαι ντροπή να λαμβάνω γενναιόδωρη σύνταξη για την οποία οι κοινοί πολίτες χρειάζεται να εργασθούν 40 χρόνια».
Οι περιγραφές αυτές θα μπορούσαν να μεταφερθούν επί λέξει και στα καθ΄ ημάς και χαρακτηρίζουν την αντίληψη που οδηγεί σε αυτό που ονομάζουμε «νομή της εξουσίας». Εκφράζουν βέβαια τις διαθέσεις μιας ελίτ, που παρά το ότι είναι μειοψηφική ομάδα μπορεί να επηρεάσει και να διεκδικήσει ανωτερότητα ως προς τους υπολοίπους. Όμως, κυρίως περιγράφουν μία διάθεση περιφρόνησης των θεσμών που οδηγεί σε διαφθορά. Γιατί πίσω από την παραβατική συμπεριφορά κρύβεται και στηρίζεται η διαφθορά. Πώς όμως να σεβαστούν τους θεσμούς οι πολιτικοί, όταν η αξιακή συγκρότηση της κοινωνίας δεν αντιλαμβάνεται την πολιτική ως υπέρβαση σε ένα σκοπό που υπερβαίνει τα άτομα;
Ειδικά για την ελληνική πολιτική ελίτ έχουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν μπορεί να ενστερνισθεί ένα όραμα και γι΄ αυτό δεν μπορεί να δράσει προοδευτικά. Έτσι η ελληνική πολιτική ελίτ χαρακτηρίζεται από το χαμηλό ρυθμιστικό της ρόλο, ώστε συνήθως επιδιώκει τη νομή της εξουσίας και συγκροτεί ομάδα πίεσης. Υπάρχει ασυμμετρία προς το λαϊκό φρόνημα; Ενδεικτική είναι η περιχαράκωση της ελληνικής πολιτικής ελίτ στην περιοχή από το Σύνταγμα στον Λυκαβηττό. Το ότι η ελληνική πολιτική ελίτ επιμένει σε μορφές επαρχιωτισμού μπορεί ίσως να εξηγηθεί από το γεγονός της ίδρυσης του Ελληνικού Κράτους στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και την καταστροφή των ελληνικών αστικών πληθυσμών της καθ΄ ημάς Ανατολής. Ωστόσο, η ελληνική πολιτική ελίτ έχει τη δυνατότητα να στρατολογεί μέλη από το υπόλοιπο σύνολο και να συνεχίζει την κυριαρχία της στο πολιτικό σύστημα. Έτσι, οι όποιοι πολιτικοί ηγέτες προέρχονται και αναδεικνύονται μέσα από την πολιτική ελίτ, ώστε μόνιμη σκοπιμότητά τους να είναι η ανάδειξη στην εξουσία και η νομή της.