Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Εμπειρίες και φαντασίες



…Καθοριστική, μόνιμη και μακροχρόνια είναι η σχέση μου με την παλιά Ξάνθη. Πάντα εδώ γυρίζω και ξαναγυρίζω. Γιατί δεν χορταίνω να περιεργάζομαι αυτά τα παράξενα σπίτια και τί με τραβά στις ξεχασμένες αυτές γωνιές;
Μυαλωμένοι μου φαίνεται πως ήταν εκείνοι που πρώτοι κτίσαν τα σπίτια τους στην πλαγιά αυτή, που αγναντεύει τον γεμάτο θαμπάδα και υγρασία κάμπο της Θράκης, όπως αυτός απλώνεται στα πόδια της πόλης όλο ανεξήγητη θλίψη. Εδώ, ανάμεσα στα βουνά και στην πεδιάδα, ο αέρας είναι κρυστάλλινος και διαυγής χάρη στον άνεμο που φυσά μέσα απ’ τη χαράδρα. Τη χαράδρα τη δημιούργησε σχίζοντας το βουνό το ποτάμι της Ξάνθης, ο Κόσσινθος. Ο άνεμος, που διώχνει τούς ατμούς από την πόλη, ξεκινά μακριά, ψηλά, από τα γεμάτα μυστήριο δασωμένα βουνά, που βρίσκονται βόρεια και πάνω από την πόλη. Από κει υπερχειλίζουν και διαρρέουν και τα νερά, που τα μεταφέρει ο Κόσσινθος κάτω στην πεδιάδα για να ποτίσει το λιπαρό χώμα και να δώσει ζωή στον καπνό˙ αυτό που φέρνει πλούτο στην πολιτεία.
Πιο πάνω από την πόλη, στα άξενα, σκοτεινά βουνά, βυζαντινά μοναστήρια που ημερώνουν τον τόπο και στεφανώνουν την πόλη προστατευ­τικά. Είναι γι’ αυτό αγγελοφύλακτη και αγγελό­καστρη η πόλη κάτω απ’ τα βουνά, που καταλή­γουν σε παράξενες ιδιόμορφες κορυφές.
Την πολιτεία, όπως είναι σήμερα, την έφτιαξαν όλοι όσοι έζησαν και ζουν εδώ. Όμως, εγώ πι­στεύω ότι τη σήκωσε πάνω από την ανάγκη και της έδωσε ψυχή η Ρωμηοσύνη, όταν ανορθώθηκε πάλι, αναγεννήθηκε κι έγινε και πάλι κυρίαρχη, όντας τότε μαζί πολιτικά υποταγμένη σε δυνάστη και κατακτητή σκληρό, – που λίγο έλειψε για να την αφανίσει. Λέω ψυχή και εννοώ εκείνο που φαίνεται απόμακρο, άγνωστο και είναι περιφρο­νημένο, πλην σε στιγμές εξαιρετικές ή και σε τόπους μυθικούς, όπως η Κωνσταντινούπολη, ανορθώνεται και αναβρύζει, παραδόξως και μυ­στικώς καταλάμπον. Λέω ψυχή και καταλαβαίνω αυτό που ξεχωρίζει μια πόλη από ένα οικισμό. Δηλαδή, ό,τι διακρίνει μια πόλη από το συνον­θύλευμα των κατοικιών, που είναι πάντα το ίδιο, χωρίς καμιά οικειότητα, έτσι που κάνει τους τόπους ξένους. Λέω ψυχή και αναζητώ αυτό που λείπει από τούς οικισμούς, όπου δεν μπορώ να γνωρίσω αυτούς που τους δημιούργησαν και που ζουν στο δομημένο χάος.
Για όλους έχει θέση η πολιτεία…
...Φαντάζομαι πλούσιους και μεροκαματιάρηδες σε αρχοντικά και ξεχαρβαλωμένα χαμόσπιτα δίπλα-δίπλα. Κοσμοπολίτες, πάμπλουτους εμπό­ρους, που διεκδικούν με σκληρά παζάρια και το τελευταίο γρόσι και που, όταν έρθει η ώρα, τα χαρίζουν όλα για να γίνουν σχολεία. Κυρίες ντυ­μένες με ακριβές δαντέλες, φερμένες κατευθείαν από τη Γάνδη. Μαζεμένους, φαρμακωμένους αρχοντάν­θρωπους, πρόσφυγες από τις πολιτείες της Προ­ποντίδας, που προσπαθούν να επιβιώ­σουν αξιο­πρεπώς και ζουν με την ανάμνηση του χαμένου τους πλούτου. Δερβίσηδες της μυστικής Ανατο­λής, που μετράν κομπολόγια με 99 χάντρες και κρατούν συμβολικά στο χέρι το πελέκι τους. Σχιστομάτηδες με εξογκωμένα μάγουλα, που οι νομάδες παππούδες τους ζούσαν σε γιούρτ, περι­πλανώμενοι πέρα από τον Καύκασο και την Κασπία. Χωριάτες, αλαφιασμένους και απαρηγό­ρη­τους από τα μέρη της Προύσας, που ακόμη δεν έχουν δεχθεί ότι χάσαν τους δικούς τους κι επι­μένουν να τους ψάχνουν με τον Ερυθρό Σταυρό. Εργατικούς, αυστηρούς Πομάκους με σφιγμένα χείλη, που δεν γελάν ποτέ και που φοράν μάλλινα ρούχα κατακαλόκαιρο. Ολιγαρκείς Τσιγγάνους, που φτιάχνουν καλάθια και που, παρά τη φτώχεια τους, δεν χάνουν ποτέ το κέφι τους για πανηγύρι. Αυθεντικούς νέγρους, φερμένους σαν σκλάβους από την Άνω Αίγυπτο πριν αιώνες για να καλλι­εργήσουν τα βαμβάκια. Χριστιανούς Καραμαν­λήδες από τα χωριά της Νίγδης, που ακόμη μιλάνε τούρκικα μεταξύ τους. Σαρακατσάνες με τις εξωπραγματικές μαυρόασπρες φορεσιές τους, φτιαγμένες λες από φουτουριστή ζωγράφο…
Για όλους έχει κάτι να προσφέρει η πολιτεία...
...Προς τα έξω βρίσκεται το ενδιαφέρον εδώ. Βγαίνω πάντα από την πόρτα περιμένοντας κάτι καλό. Πλημμυρίζουν οι δρόμοι, τα πάρκα, τα κέντρα από τον κόσμο. Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Σάββατο, κατεβαίνουν όλοι στον ελεύθερο χώρο που άφησε το ποτάμι όταν ξεράθηκε η δεύτερη κοίτη του. Εκεί γίνεται το παζάρι. Εγώ προτιμώ να βλέπω. Εδώ δεν χρειάζομαι κανένα για να μου υποδείξει το τί και το πώς. Εδώ δεν χρειάζομαι ερμηνείες. Μόνο βλέπω. Ὀφθαλμοί γάρ τῶν ὤτων ἀκριβέστεροι μάρτυρες.
Με γοητεύουν τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα εργα­στήρια και τα εργοστάσια, που κουβαλούν άλλες μακρινές αναμνήσεις και ξένες φαντασίες. Γεμά­τα είναι τα κτίσματα αυτά από όνειρα και φαντα­σιώσεις φερμένες μετά από ταξίδια στη μακρινή Δύση. Σχέδια και ρυθμοί ξένων αρχιτεκτόνων, που παραδόξως πάντα ταιριάζουν με το ύφος το ντόπιο και που φτιάχτηκαν από μαστόρους ντό­πιους με τέχνη και μεράκι πολύ. Ζωγραφιές από τεχνίτες ξένους, που μεταφέρουν εδώ τα ρομαν­τικά ονειροπολήματα της Κεντρικής Ευρώπης. Σπίτια που θέλουν να εντυπωσιάσουν, για να δείξουν τον πλούτο αυτού που μόλις ξέφυγε από τη φτώχεια. Σπίτια νεοκλασικά με αετώματα και πήλινα κοσμήματα φερμένα από το Ελληνικό Βασίλειο. Πάνω τους μυστικώς κυματίζει η πολύ­πόθητη γαλανόλευκη. Εκκλησίες βασιλικές, όπως αυτές της Κωνσταντινούπολης, πυρήνες των μαχαλάδων των Ρωμηών, σε μια εποχή που οι Ρωμηοί αναθαρρούν και δεν φοβούνται πια να κτίσουν τούς ναούς που τούς αξίζουν. Στα δάπε­δά τους, ανάγλυφος σε μάρμαρο είναι ο Δικέ­φαλος Αετός, σύμβολο του βασιλικού γένους των Ρωμηών και υπόσχεση ανόρθωσης στην αρχαία δόξα. Μέσα στα σκοτάδια, που τούς τριγυρίζουν και τούς απειλούν, λάμπουν και ακτινοβολούν για τούς Ρωμηούς οι ελληνικοί αιώνες. Με τη λαμπρότητα της εκκλησίας, την ιερατική γλώσσα και το βυζαντινό τυπικό επιμένει σταθερά το αυτοκρατορικό παρελθόν, η νοσταλγία της μεγά­λης Ρωμανίας και της ανωτερότητάς της, που υπόσχεται τη βέβαιη ανόρθωση μέσα από την κατάπτωση και την τυραννία. Σχολεία κτισμένα ως προσφορές μέσα στον περίβολο εκκλησίας. Ταπεινοί δάσκαλοι της παιδείας και του ήθους, που βρίσκονται πάνω από την ανάγκη και την επιτυχία.
Γύρω-γύρω βλέπω τούς μαχαλάδες των μουσουλ­μάνων, που ζουν κι αυτοί τη δική τους ζωή στην πόλη. Είναι φερμένοι από μακριά ή είναι κι αυτοί ντόπιοι, ζηλωτές, νεοφώτιστοι της καινούργιας τους πίστης. Ποιοί είναι αυτοί που με κοιτάζουν μέσα από τα κατάκλειστα περιμαντρωμένα σπί­τια; Ελάχιστα τούς ξέρω και δεν μπορώ να τούς γνωρίσω. Στα τζαμιά τους υψώνονται κατάλευκοι μιναρέδες, που λογχίζουν τα σύννεφα, γυρεύον­τας τη θέση τους στην πολιτεία.
Κοιτάζω τις σκουριασμένες πέτρες, περιεργάζο­μαι τα ξεβαμμένα, ξεφτισμένα ντουβάρια, εξετά­ζω τα κάγκελα και τις σιδεριές, ξαναδιαβάζω τις μισοσβυσμένες επιγραφές, κρυφοκοιτάζω μέσα από τις πόρτες και τα μεγάλα παράθυρα, στέκο­μαι κάτω από τα σαχνισιά, περπατώ άσκοπα στους στενούς δρόμους... Είναι οι τρόποι μιας πολιτείας που πρόκοψε κι ακούστηκε με τον μόχθο της, την παραγωγή της και το εμπόριό της κι έγινε η ίδια μια εικόνα τους, καθώς καθρέφτης του εαυτού της.
Ερήμωσαν, γκρεμίζονται και χάνονται τα παζά­ρια, τα χάνια και τα καπνομάγαζα, που ένα καιρό τα γέμιζαν ζωή οι Ρωμηοί της Ελληνικής Ανατο­λής, που κατανοούσε ως ίση τη Δύση και την αφομοίωνε, χωρίς να θέλει να τη μιμηθεί. Της Ρωμηοσύνης, πού συνέχιζε να είναι, που ήταν, και πού θα έπρεπε να είναι πάντα ο οδηγός και ο πόλος της μεγάλης, ακατάλυτης Ανατολής.
Κι εμείς, σήμερα, τί;
Γύρισε ο τροχός του χρόνου κι άλλαξαν οι καιροί και τα πράγματα του κόσμου. Χρειάζεται κι εμείς πάλι σήμερα, όπως χρειαζόταν και θα χρειάζεται πάντα, να επινοήσουμε τούς τρόπους και να ανοί­ξουμε τούς δρόμους τούς δικούς μας για να τούς κάνουμε πραγματικότητα, δηλαδή έκφραση και συνέχεια αυτού που μας ορίζει και μας χαρακτη­ρίζει. Όπως το κατόρθωσαν οι Έλληνες της Ανα­τολής κι όπως αυτό φαίνεται σ’ ό,τι απομένει από την πολιτεία της Ξάνθης. Σπουδαία και επίκαιρα επιτεύγματα, που εμείς φερόμαστε σήμερα σα να τα αγνοούμε…
Κάθομαι στην ευλογημένη γωνιά μου, στο σπίτι μου, κουρνιάζω κι επιμένω να τα αναλογίζομαι όλ’ αυτά… Τελειώνει η μέρα, πέφτει το δειλινό κι εγώ δεν ανάβω το φως. Αφουγκράζομαι τους ειρηνικούς θορύβους κι όλα είναι γαλήνια και φιλικά. Μια γνώριμη, ευχάριστη θλίψη με κυρι­εύει. Ένα συναίσθημα, που σήμερα με τη συνεχή κίνηση, τον θόρυβο των αυτοκινήτων και τη μόνιμη παρουσία της τηλεόρασης, δυστυχώς γεννιέται σπάνια. Τα ψηλοτάβανα αυτά κτήρια με τα πολύχρωμα τζάμια στο υπέρθυρο της εισόδου, τον φωτισμό με τη λάμπα πετρελαίου, με κεριά η με αχνούς γλόμπους, ταιριάζουν στην αίσθηση αυτής της ευχάριστης θλίψης, που συνήθως απλώνεται το σούρουπο μετά τον καφέ και μέσα στο ημίφως και τη σιωπή ή τις ψιθυριστές ομι­λίες. Θυμάμαι τέτοια δειλινά στις προσφυγικές γειτονιές, όταν αργά το απόγευμα, μετά τη δουλειά, η θλίψη των σκληρών βιωμάτων και η άφα­τη νοσταλγία για τον χαμένο κόσμο της νιότης και της πατρίδας, ξετυλίγονταν μαζί με μία ανέκ­φραστη ελπίδα. Αυτή η παράδοξη χαροποιός ελπίδα μέσα στη θλίψη της υπαρξιακής απογοή­τευσης, αυτή η χάρη που μας επιτρέπει να "ἀνυ­ψούμεθα ταπεινούμενοι", δεν είναι μόνο ένα από τα πολύτιμα στολίδια της ιδιόμορφης παρά­δοσής μας. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά που μοιάζουν αυταπάτες, αλλά βρίσκονται πάντα μαζί μας.
"Λάμπει μέσα μου κεῖνο πού ἀγνοῶ.
Μά, ὡστόσο, λάμπει."