Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Τα δώρα του Νείλου



Εντυπωσιακή εξακολουθεί να είναι η αφήγηση του Ηρόδοτου για τη σχέση και τη σημασία του ποταμού Νείλου με τη χώρα της Αιγύπτου: και σήμερα ακόμη η ζωή των 80 εκατομμυρίων Αιγυπτίων εξαρτάται από την ύπαρξη του μεγάλου ποταμού.

Είναι λοιπόν, σημαντική η είδηση ότι, μέσα στην κρίσιμη αναταραχή που βιώνει αυτή την εποχή η Αίγυπτος , η Αιθιοπία ανακοίνωσε την κατασκευή στον γαλάζιο Νείλο, που ξεκινά από το αιθιοπικό υψίπεδο, ενός γιγαντιαίου φράγματος που θα κατακρατεί μεγάλο τμήμα από τη συνολική ροή του ποταμού. Και αυτό δεν θα είναι λιγότερο από το 80% της συνολικής ροής που συλλέγει ο ποταμός στη μακρότατη ροή του, από το αιθιοπικό υψίπεδο και τη λίμνη Βικτώρια στο Δέλτα του Νείλου στη Μεσόγειο.

Τους τελευταίους δύο αιώνες η Αίγυπτος ήταν αρκετά ισχυρή στην περιοχή αυτή, ώστε να επικαλείται και να επιβάλει τα ιστορικά δικαιώματα που έχει στα νερά του ποταμού, τα οποία προέρχονται από το αιθιοπικό υψίπεδο και δευτερευόντως από το Σουδάν. Πέρα από τα δικαιώματα αυτά η Αίγυπτος εξαρτάται απολύτως από τα νερά του Νείλου τα οποία αποτελούν και τη μόνη δυνατότητα παροχής νερού για την χώρα αυτή. Αλλά, σήμερα, μια εξασθενημένη Αίγυπτος δεν φαίνεται να είναι σε θέση να επιβάλλει την παλιά συμφωνία με το Σουδάν, σύμφωνα με την οποία η Αίγυπτος λαμβάνει 55 δισεκατομμύρια κυβικών μέτρων νερού ετησίως από τα 84 δισεκατομμύρια που συνολικά ρέουν στον ποταμό. Τα υπόλοιπα ανήκουν στο Σουδάν, ενώ τίποτα δεν προβλέπεται για τις χώρες απ΄ όπου πηγάζουν και υπερχειλίζουν τα νερά του ποταμού. Είναι λοιπόν προφανής η ανάγκη να γίνει νέα συμφωνία με νέους εταίρους τις χώρες από τις οποίες ξεκινούν τα νερά. Αυτές είναι : η Αιθιοπία, το Μπουρούντι, η Κένυα, η Ουγκάντα, η Ρουάντα και η Τανζανία. Η πανικόβλητη  Αίγυπτος αρνήθηκε να υπογράψει όποια συμφωνία μεταβάλλει τη σημερινή κατανομή της ποσότητας του νερού.

Η ονομασία του αιθιοπικού φράγματος ως «Αναγέννηση» είναι συμβολική και δηλώνει την ανάδυση μιας ισχυρής χώρας με εκτεταμένες ζώνες επιρροής στην Ερυθρά Θάλασσα, τη λεκάνη του Νείλου και την Ανατολική Αφρική. Ήδη, η Αιθιοπία, που πριν 30 χρόνια βρισκόταν κάτω από συνθήκες ενδημικού λιμού διαθέτει εξαιρετικό δημογραφικό δυναμισμό και σημαντικούς στρατιωτικούς συμμάχους. Το νέο φράγμα θα πλουτίσει την Αιθιοπία με εκατομμύρια αρδευόμενα στρέμματα γης και 6.000 MW ηλεκτρικής ενέργειας, κάνοντας την Αιθιοπία ενεργειακά αυτάρκη και μάλιστα καθιστώντας την εξαγωγέα ενέργειας προς τις γειτονικές χώρες. Το πρόβλημα είναι το ποιος θα στερηθεί τα 63 δισεκατομμύρια κυβικών μέτρων νερού τα οποία απαιτούνται για την πλήρωση του φράγματος και  την λειτουργία των στροβίλων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.


Ποιόν απασχολεί η «Μαύρη Αθηνά» ;



Ο θάνατος στις 9.6.2013 σε ηλικία 76 ετών του Martin Bernal πέρασε απολύτως απαρατήρητος στη χώρα μας.

Ο Martin Bernal, Βρετανός καθηγητής στο πανεπιστήμιο Cornell των ΗΠΑ, είναι ο συγγραφέας της αμφιλεγόμενης «Μαύρης Αθηνάς», μίας ογκώδους μελέτης σε τρεις τόμους, που εξετάζει τις επιδράσεις των αφρικανών και ασιατών γειτόνων των αρχαίων Ελλήνων πάνω στον κλασσικό πολιτισμό. Ειδικότερα ο Bernal διερευνά τις επιρροές των αρχαίων Αιγυπτίων και των Φοινίκων πάνω στον ελληνικό χώρο, τον οποίο όπως ισχυρίζεται, οι λαοί αυτοί είχαν κατά κάποιους τρόπους εποικίσει. Το βιβλίο αυτό δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Ο  Bernal ισχυρίζεται ότι η αντίληψη των Δυτικών για την αρχαία Ελλάδα, που αντικατοπτρίζει την αίγλη του κλασσικισμού πάνω στη Δύση, δημιουργήθηκε τον 18ο αιώνα κάτω από την επίδραση του παντοδύναμου τότε ρατσισμού και της απόλυτης πίστης στην ανωτερότητα της Ευρώπης. Η αλαζονεία  της ευρωπαϊκής διανόησης εδράζεται κατά τον Bernal στην πεποίθηση για το μεγαλείο κλασσικισμού. Στα πλαίσια αυτά η «Μαύρη Αθηνά» παρουσιάζει αναλογίες με την σημαντική μελέτη του Edward Said «Οριενταλισμός».

Η «Μαύρη Αθηνά» δεν είναι προϊόν παραεπιστήμης, αλλά αποτέλεσμα επίμονης μελέτης των πηγών και εξαντλητικής ανάλυσης. Πρόκειται για ένα έργο λογιοσύνης, αν και οι αντίπαλοί του Bernal κατηγορούν τα κείμενα της «Μαύρης Αθηνάς» ως ψευδοϊστορία και ως παράθεση ενός χαώδους συνόλου από συγκεχυμένες αντιλήψεις. Η ορολογία που ο ίδιος χρησιμοποιεί είναι συχνά αδόκιμη και αντιεπιστημονική. Άλλωστε, ο Bernal χαρακτηρίζεται ως πολυμαθής, αφού ασχολείται με σωρεία επιστημών, ενώ ο ίδιος δίδαξε για πολλά χρόνια κινέζικη πολιτική ιστορία.

Η «Μαύρη Αθηνά» δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει την αρχή του στην Αφρική, παρά να αποκαλύψει το τι οφείλει στην Αφρική και την Ασία, κάτι το οποίο έχει απωλεσθεί και δεν αναφέρεται πια. Πάντως η πρόσληψη του βιβλίου συχνά δεν γίνεται στα πλαίσια αυτά.

Κατά τον Bernal υπάρχουν δύο τυπικά μοντέλα της ελληνικής ιστορίας. Το ένα θεωρεί την Ελλάδα ως μία χώρα κατ΄ ουσίαν ευρωπαϊκή, μία χώρα των Αρίων. Το δεύτερο μοντέλο βλέπει την Ελλάδα ως χώρα Λεβαντίνων, στην περιφέρεια του χώρου που κατοικούν οι Αιγύπτιοι και οι Σήμιτες. Άκρως αυθαίρετοι, αντιεπιστημονικοί, αδικαιολόγητοι και  παραπλανητικοί είναι οι ισχυρισμοί αυτοί.

Ο πρώτος τόμος της «Μαύρης Αθηνάς» φέρει τον διπλό υπότιτλο: Οι αφροασιατικές ρίζες του κλασσικού πολιτισμού. Η κατασκευή της Αρχαίας Ελλάδας 1785-1985. Στο βιβλίο αυτό εξετάζεται η ιστορία των ιδεών και διατυπώνονται πρωτοφανείς αντιλήψεις. Για τον Bernal π.χ. η ελληνική γλώσσα είναι εξέλιξη μιας πρωτοελληνικής που σχηματίστηκε από επιρροές των  Φοινίκων και των Αιγυπτίων. Ο δεύτερος τόμος έχει υπότιτλο: Η αρχαιολογική και αρχειακή έρευνα. Ο τρίτος τόμος φέρει τον υπότιτλο: Η γλωσσολογική μαρτυρία. Επίσης το 1996 ο Bernal κυκλοφόρησε το βιβλίο : «Επιστροφή στην Μαύρη Αθηνά» .

Η «Μαύρη Αθηνά» πρέπει να ενταχθεί στην εκτεταμένη αμφισβήτηση που δέχεται ο ευρωπαϊκός κλασσικισμός, αλλά και η ίδια η χώρα μας. Ο ευρωπαϊκός κλασσικισμός αμφισβητείται ως προς την εγκυρότητα, τη σπουδαιότητα και τη σημασία του. Η Ελλάδα ως κρατική υπόσταση αμφισβητείται ως προς την ιδεολογία και τις αρχές που την συγκροτούν. Η ελληνική ιστορία αμφισβητείται ως προς τους συστατικούς και τους βασικούς μύθους που την χαρακτηρίζουν. Η αμφισβήτηση προέρχεται από σημαντικά κέντρα παραγωγής ιδεολογίας και έγκυρα ινστιτούτα επιστημονικής έρευνας, ενώ έχει διαχυθεί και κατακτήσει συμπαγή σύνολα και έχει φθάσει ακόμη και να χρησιμοποιείται ως πολιτικό όπλο και επιχείρημα από κράτη τα οποία τρέφουν επεκτατικές φιλοδοξίες και απειλούν την χώρα μας.     

Δεν μας είναι γνωστό το τι στηρίζει και τρέφει την προσπάθεια για αποδόμηση της ελληνικής ιστορίας και της κρατούσας ιδεολογίας. Η προσπάθεια αποδόμησης φαίνεται επίμονη, διαρκής και εκτεταμένη και βέβαια δεν μπορούμε να καταφύγουμε σε θεωρίες συνωμοσίας. Οι πολιτικές σκοπιμότητες που ενδέχεται να υποκρύπτονται δεν μας φαίνεται να αποτελούν επαρκή εξήγηση.

Είναι ανάγκη απόλυτη και κατεπείγουσα να αναλάβει η ελληνική διανόηση και η ελληνική επιστήμη την απόκρουση αποδομητικών αντιλήψεων, όπως η «Μαύρη Αθηνά». Πρέπει να αναληφθεί δράση, να δημιουργηθούν συστηματικά συνθετικά επιστημονικά έργα και να κινητοποιηθούν τα ελληνικά πανεπιστήμια. Οφείλουμε να υποστηρίξουμε τον ευρωπαϊκό κλασσικισμό, ακόμη και αν δεν συμφωνούμε απόλυτα μ΄ αυτόν.


Μια καινούργια ματιά προς τον αρχαίο κόσμο

Με τον τίτλο αυτό δημοσιεύεται άρθρο στη βρετανική εβδομαδιαία επιθεώρηση The Guardian Weekly της 8.8.2013. Το άρθρο αυτό δεν φαίνεται να είναι άσχετο με τον πρόσφατο θάνατο του συγγραφέα της «Μαύρης Αθηνάς» Martin Bernal, στις 9.6.2013. Στο τρίτομο αυτό έργο, που είναι άκρως αμφιλεγόμενο, ο Martin Bernal επιχειρηματολογεί σε ένα ευρύτατο φάσμα υποστηρίζοντας ότι οι απαρχές του ελληνικού πολιτισμού βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο και στην αρχαία Φοινίκη. Οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες εποίκισαν κατά τον Bernal την προϊστορική Ελλάδα.  Έτσι, ο κλασσικός πολιτισμός περιγράφεται ως υβριδικό αποτέλεσμα της συνάντησης αρχαίων πολιτισμών και παραδόσεων, παρά ως αυτοδύναμο σύνολο μιας συμπαγούς και αδιάσπαστης πολιτισμικής συνέχειας. Μάλιστα, τη σχετικοποίηση του κλασσικού κόσμου και την υποταγή του σε πολυπολιτισμικά πλαίσια ακολουθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που θεωρείται ως φαντασιακό αποτέλεσμα, κατάλληλο για να στηρίζει και να εξυπηρετεί τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και τον συνακόλουθο ρατσισμό.

Το άρθρο, που υπογράφει η συγγραφέας και κλασσικίστρια Charlotte Higgins, υποστηρίζει ότι η κληρονομιά της αρχαιότητας πρέπει να ανασυρθεί από την απομόνωση που βρίσκεται και να αναδειχθεί σε μία από τις πολλές υβριδικές πολιτισμικές παραδόσεις που υπάρχουν ή υπήρξαν ιστορικά. Ο κλασσικός πολιτισμός προσδιορίστηκε ψευδώς ως ευρωπαϊκός μόνο για να εξυπηρετήσει τον ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα. Αν θεωρήσουμε τον κλασσικό κόσμο ως τμήμα ενός ευρύτερου κόσμου που περιλαμβάνει τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, τότε τι απομένει σήμερα από την ιδέα μας για την ευρωπαϊκή ταυτότητα;

Έτσι, η μοναδικότητα του κλασσικού κόσμου διαλύεται σε μια σειρά από πολλές υβριδικές πολιτισμικές υποενότητες και ένα πολυφωνικό συνονθύλευμα από ανατολικές δοξασίες και παραδόσεις. Πρόκειται για τον θρίαμβο του διαβόητου πολυπολιτισμικού μοντέλου πάνω στον κλασσικισμό. Θα πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε τι απομένει από τον αγώνα κατά της αμάθειας, της δεισιδαιμονίας και ποιος θα διαρρήξει τους δεσμούς που συνεχώς υφαίνουν το άλογο και το παράλογο. Αγώνα, που ανέλαβε ο κλασσικισμός ως προϋπόθεση κάθε πολιτισμικής άνθισης και κάθε ουσιαστικής εκπαίδευσης, αλλά και κάθε δημοκρατικής εξέλιξης, αφού η δημοκρατία σημαίνει κατ΄ ανάγκην και παιδεία και μάλιστα κλασσική παιδεία.

Για τους θιασώτες του πολυπολιτισμικού και τους αρνητές του κλασσικισμού ο αρχαίος κλασσικός κόσμος πρέπει να ανασυρθεί από την τέλεια απομόνωση, στην οποία κατά τη γνώμη τους βρίσκεται,  ώστε να απελευθερωθεί ο διανοητικός κοινός χώρος που συνδέει όλη την αρχαιότητα. Η καλλιέργεια του πολυγλωσσικού, του διαπολιτισμικού, αυτού που βοηθά την πνευματική αλληλοκατανόηση και προάγει την παγκόσμια συνεργασία δεν είναι ό,τι μπορεί σήμερα να πετύχει η ψυχρότητα αυτού που ονομάζουμε κλασσικό.

Οπωσδήποτε, η αμφισβήτηση του κλασσικισμού είναι πολύπλευρη και πολύμορφη. Η εφαρμογή και η άνοδος του πολυπολικού κόσμου δημιουργεί την ανάγκη άλλων διαπολιτισμικών σχέσεων. Η κατάργηση κάθε εμποδίου στη διακίνηση των προϊόντων, όπως και η απελευθέρωση όλων των αγορών επιβάλουν την πολυπολιτισμικότητα ως ανάγκη και ως αξία. Ο κόσμος μικραίνει, αλλά από πολλές απόψεις, γίνεται μεγαλύτερος. Ο κλασσικισμός ως δυτική συνεκτική παράδοση δεν έχει ίσως σήμερα τη συνδετική ισχύ που του εξασφάλιζε η δυτική πολιτική και οικονομική κυριαρχία. Ο πολυπολικός κόσμος θα είναι ίσως αναπόφευκτα και πολυπολιτισμικός.


Όμως, όπως και να διαμορφωθεί η οικουμένη πάντα θα υπάρχει η δύναμη και η γοητεία του κλασσικού, όπως εύστοχα την περιέγραψε ο Νίτσε: «ο κόσμος μπορεί να είναι όσο παίρνει σκοτεινός, όμως αρκεί να κοιτάξουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής, για να φωτιστεί αμέσως άπλετα».

Εναντίον του Ελληνοκεντρισμού

Αυτός είναι ο τίτλος του άρθρου του Peter Green, καθηγητή κλασσικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Τέξας, στην έγκυρη επιθεώρηση London  Review of  Books στις 8.8.2013. Ίσως η δημοσίευση του άρθρου αυτού συνδέεται με τον θάνατο στις 9.6.2013 του, καθηγητή στο πανεπιστήμιο Cornell, Martin Bernal, συγγραφέα της «Μαύρης Αθηνάς».

Το άρθρο του Green αναφέρεται σε δύο πανεπιστημιακές εκδόσεις που διερευνούν τις σχέσεις της αρχαίας Περσίας με την αρχαία Αίγυπτο κατά την εποχή των Περσικών Πολέμων. Πρόκειται για μια ακόμη εκδήλωση της αμφισβήτησης των μέχρι σήμερα αντιλήψεων για τον κλασσικό κόσμο.

Στην πρώτη από αυτές, το βιβλίο του Stephen Ruzicka: Egypt and the Persian Empire, Oxford 2012, εξετάζεται η προσπάθεια της Περσικής Αυτοκρατορίας για την κατάκτηση της Αιγύπτου, ταυτόχρονα σχεδόν με την εμπλοκή σε θανάσιμο αγώνα με την Ελλάδα, η οποία από την επανάσταση των Ιώνων τον 6ο αιώνα π.Χ. κατέληξε στην κατάλυση της Αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο μετά από 200 χρόνια. Το βιβλίο αυτό δίνει αφορμή σε επιθέσεις προς τον Ελληνοκεντρισμό που κατά τον κριτικό χαρακτηρίζει την ιστοριογραφία της εποχής εκείνης.

Στη δεύτερη έκδοση, το βιβλίο του Lloyd Llewellyn-Jones: King and court in ancient Persia, Edinburgh 2013, εξετάζεται μέσα από πλούτο στοιχείων η ιστορία και η συγκρότηση της αυτοκρατορικής περσικής αυλής.

Εκείνο στο οποίο επικεντρώνεται ο Peter Green είναι η πεποίθησή του ότι ο Ελληνοκεντρισμός παραμόρφωσε και περιόρισε τα επιτεύγματα των πολιτισμών που είχαν την κακή τύχη να αντιπαραταχθούν προς τους Έλληνες. Ενοχλείται καταφανώς από το ότι η ένδοξη κληρονομιά των Ελλήνων επιβίωσε των κατακτητών της Ελλάδας. Η Ρωμαϊκή και η Οθωμανική κατάκτηση της Ελλάδας δεν στάθηκαν ικανές να εμποδίσουν τους μεταγενέστερους θριάμβους του κλασσικισμού και τον ενθουσιασμό που εξακολουθεί αμείωτος να συνοδεύει τα ελληνικά επιτεύγματα.

Η προνομιακή αναφορά στις εκπληκτικές νίκες των Ελλήνων επί των κολοσσιαίων δυνάμεων που κινητοποίησαν για την κατάκτηση της Ελλάδας ο Δαρείος και μετά ο Ξέρξης παρουσιάζονται, μαζί με τις αφηγήσεις των Ελλήνων προπαγανδιστών (sic), όπως ο Ηρόδοτος και ο Πλούταρχος  ως τα αίτια που επέβαλαν τον Ελληνοκεντρισμό στη φαντασία των Ευρωπαίων.

Υποστηρίζεται ότι ο ελληνοκεντρισμός παραμόρφωσε και περιόρισε τα επιτεύγματα των άλλων πολιτισμών που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες στις πιο ένδοξες στιγμές τους. Ενώ  τα επιτεύγματα των Ελλήνων δεν μπορούν να υποβαθμιστούν, η σκιά που ρίχνουν στους αντίπαλους σύγχρονούς τους πολιτισμούς είναι καταθλιπτική.

Κατά τη γνώμη πάντα του Peter Green, μόνο τελευταία η αρχαιολογική και επιγραφική έρευνα έδωσαν την αφορμή για να κινηθεί το ενδιαφέρον προς τους Αχαμαινίδες και τα εντυπωσιακά αυτοκρατορικά και πολιτιστικά επιτεύγματά τους.

Ο Peter Green  προσπαθεί να απαλύνει την αδικαιολόγητη γι΄ αυτόν αίγλη του κλασσικού ελληνισμού και πασχίζει να προβάλει την αξία και το μεγαλείο της αρχαίας Αιγύπτου που, κατά την γνώμη του, αντιμετώπισε την ασιατική επιβολή και τις περσικές εισβολές με τρόπο αντίστοιχο των Ελλήνων. Ο Ελληνοκεντρισμός κρατά άγνωστη την αντιπαράθεση της Περσικής Αυτοκρατορίας και της Αιγύπτου, που συμπίπτει χρονικά με τους Περσικούς Πολέμους. Κατά τον Peter Green το βιβλίο του Stephen Ruzicka διορθώνει την εικόνα που επέβαλε ο Ελληνοκεντρισμός διευρύνοντας τα στενά όρια του ελληνικού κόσμου και περιορίζοντας την κλίμακα της σύγκρουσης, ώστε να ιστορηθεί και η αντιπαράθεση Περσικής Αυτοκρατορίας και Αιγύπτου. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι οι Έλληνες πέτυχαν να προσδώσουν στους εαυτούς τους και τον αγώνα τους σπουδαιότητα που είναι φανταστική. Έτσι, οι δύο επιθέσεις κατά της Ελλάδας είναι διάσημες, σε αντίθεση με τις δέκα εκστρατείες που η Περσική Αυτοκρατορία επιχείρησε κατά της Αιγύπτου. Μάλιστα, η μεγάλη και κοσμοϊστορική εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδας δεν αποτελεί την μέχρι τότε μεγαλύτερη σύγκρουση της ιστορίας, κατά την οποία η Ασία εκστράτευσε κατά της Ευρώπης, αλλά είναι μικρότερη και λιγότερο σπουδαία από την πανστρατιά της Περσικής Αυτοκρατορίας κατά της Αιγύπτου το 340 π.Χ.

Εν ολίγοις, ο Peter Green αναζητά έναν Πέρση ή Αιγύπτιο Ηρόδοτο, ώστε να προβάλει μέσα από τις πηγές την αντίθεσή του προς τον Ελληνοκεντρισμό. Απ΄ όσο γνωρίζουμε οι πηγές δεν βοηθούν και δεν είναι ικανές να ανταγωνιστούν την αίγλη των Ελλήνων συγγραφέων. Ό,τι τέλος, έχει γραφεί για να ανατρέψει τις αφηγήσεις των Ελλήνων βασίζεται στη φαντασία και επιδιώκει να επιβάλει μια προκαθορισμένη άποψη.

Το βιβλίο του Lloyd Llewellyn-Jones παρουσιάζει την Περσική Αυτοκρατορία μέσα από τους κύριους διοικητικούς θεσμούς της, την πολιτισμική ιδιαιτερότητά της και το μεγάλο πλούτο της. Ο συγγραφέας είναι ανατολιστής και δεν κρύβει τον θαυμασμό του για την περσική αυλή ως ένα τόπο απόλαυσης, ευγένειας, καλλιέργειας και ευαισθησίας, που ωστόσο μπορούσε να μεταμορφωθεί σε περιβάλλον συνομωσιών, αγριότητας και βαρβαρισμού. …  Όπως ακριβώς διαπίστωσαν οι φυγάδες τελευταίοι φιλόσοφοι από την Ακαδημία της Αθήνας, όταν το 530 μ.Χ. κατέφυγαν με το κλείσιμο της Ακαδημίας την περσική αυλή.