Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Παράδοση καί ἐκσυγχρονισμός.




Πολύς λόγος γίνεται γιά τήν παράδοση μας καί μόνιμες εἶναι οἱ παραινέσεις γιά τήν ἀνάγκη τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ μας.  Ἡ παράδοσή μας εἶναι τεράστια: εἶναι οἱ δοκιμασμένοι θεσμοί πού συνεχίζουμε νά ἐφαρμόζουμε, ὁ τόπος καί ἡ μορφή πού τοῦ δίνουμε, ἡ γλώσσα ὅπως ἐξελίσσεται καί ἡ ἱστορική μνήμη ὅπως τήν ἀντιλαμβανόμαστε. Ἐκσυγχρονισμός εἶναι κάθε προσπάθεια προσαρμογῆς τῆς παράδοσης στόν σύγχρονο κόσμο, δηλαδή κάθε ἀντίληψη πού σκοπεύει νά ἀντικαταστήσει ἤ νά βελτιώσει τούς θεσμούς, κάθε ἐνέργεια καί δράση γιά νά μεταβάλει τή μορφή τοῦ τόπου, νά μεταλλάξει τή γλώσσα καί τή γραφή καί νά δεῖ μέ ἄλλο βλέμμα τήν ἱστορία.
Ἡ παράδοση ἀποτελεῖ μία συνεχή γραμμή πού διασχίζει τό χρόνο καί μᾶς παραδίδεται ἀπό τή μία στιγμή τήν ἄλλη, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀντίστοιχα τήν παραδίδουμε σ’ αὐτούς πού μᾶς ἀκολουθοῦν. Κάθε στιγμή ἡ παράδοση προσαρμόζεται καί ἐκφράζεται μέ κάποιους διαφορετικούς τρόπους, ὥστε νά βρίσκεται σέ συμφωνία μέ τά αἰτήματα τῶν καιρῶν. Γι’ αὐτό ὁ ἐκσυγχρονισμός ἀποτελεῖ μία ἀνάγκη πού ἀκολουθεῖ πάντα τήν παράδοση.
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ χώρα μας βρίσκεται ἀπό αἰῶνες σέ μία κατάσταση συνεχοῦς ἐκσυγχρονισμοῦ ἤ τουλάχιστον σέ ἕνα συνεχές καί μόνιμο αἴτημα γιά ἐκσυγχρονισμό. Καί μάλιστα θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι στή χώρα μας ἡ ἔννοια τῆς παράδοσης συχνά καταλήγει νά εἶναι ἀσύμβατη πρός τίς μορφές τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ πού προτείνονται. Ἐμφανίζονται ἔτσι, παράδοση καί ἐκσυγχρονισμός, σάν ἔννοιες ἀντιθετικές καί μόνιμα ἀντίπαλες. Αὐτό δέν φαίνεται νά συμβαίνει σέ ἄλλες χῶρες, ὅπου ὁ ἐκσυγχρονισμός ἀποδέχεται τήν παράδοση καί δέν ἐπιδιώκει νά τήν καταργήσει ἤ νά τήν μεταβάλει.
Βλέπουμε ἔτσι τό παράδοξο σέ ἄλλες χῶρες νά ἐπιστρατεύονται μόνιμα γιά νά στηρίξουν τό ἔθνος τἀ ὑπάρχοντα ἰδεολογικά στηρίγματα, ἡ συχνά ὁλιγόχρονη ἱστορία τους καί ἡ περιορισμένη πνευματική παράδοσή τους, ἐνῶ στήν Ἑλλάδα κανείς δέν ἀναφέρεται στήν τεράστια παράδοση, τή μακραίωνη ιστορία, τή γιγαντιαία πνευματική δημιουργία καί τά πλήθη τῶν παραδειγμάτων καί τῶν προτύπων.
Πῶς, ὅμως, νά γίνει ἐπίκληση τῶν παραδόσεων καί τῶν ἀξιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, –ὅπως δέν διστάζουν νά κάνουν οἱ ἄλλοι γιά τά δικά τους ἔθνη–, ὅταν αὐτά καλύπτονται ἀπό τή λήθη καί τήν ἄγνοια; Καί γιά αὐτό δέν εἶναι μόνο ὑπεύθυνος ὁ συμβατικός χαρακτήρας τῆς παιδείας, ἀλλά κυρίως ἡ στάση τῶν φορέων τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν τόπο, τήν ἑλληνική ὑπόσταση, τή γλώσσα καί τήν ἱστορική μνήμη. Ἀποκοπή πού ἐνισχύεται κάθε ἀπόγευμα ἀπό τήν ὀργουελλιανή ἑλληνική τηλεόραση, ὅπως αὐτή ἐπιβάλλει γνῶμες, πρότυπα καί ἀξίες σέ κάθε ἑλληνική οἰκογένεια.
Μποροῦμε λοιπόν νά διαπιστώσουμε ὅτι στή χώρα μας ἡ παράδοση μέ κανένα τρόπο δέν λαμβάνεται ὑπόψη καί δέν εἶναι συντελεστής στίς ἀποφάσεις πού παίρνονται. Ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι ἡ χώρα ὅπου ἡ παράδοση εἶναι ἀμέσως ὁρατή καί ὅπου ἡ παράδοση ὑφίσταται ὡς κάτι θεμελιῶδες καί μή μεταβλητό. Ἴσα-ἴσα ἡ παράδοση θεωρεῖται στήν Ἑλλάδα κάτι πού πάντα εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀντικατασταθεῖ μέ κάτι ἄλλο, πού πάντα φαντάζει καί ἐμφανίζεται ὡς καλύτερο. Ὡστόσο, σέ μία συνεχή διαδοχή υἱοθέτησης θεσμῶν καί πρακτικῶν οἱ Ἕλληνες ἀρνοῦνται πεισματικά νά ἀποδεχθοῦν στήν πράξη τούς πολιτικούς καί οἰκονομικούς θεσμούς τῶν ἄλλων, κυρίως τῶν Δυτικῶν, πού ὅμως οἱ ἴδιοι θαυμάζουν καί φροντίζουν νά υἱοθετήσουν.
Τί συμβαίνει; Γιατί εἶναι δύσκολο, ἴσως καί ἀδύνατο νά συμμορφωθοῦμε μέ τά πρότυπα πού ἀποδεχόμαστε; Γιατί δέν μᾶς εἶναι δυνατόν νά ὑπερβοῦμε τίς ἀτομικές ἐπιδιώξεις; Γιατί στήν Ἑλλάδα ἀναδύονται μόνιμα καί ἐπίμονα τόσα προβλήματα; Τά ἐρωτήματα αὐτά ἐμφανίζονται καί πάλι μετά τό ἀδιέξοδο ὅπου ὁδηγηθήκαμε ἔπειτα ἀπό τήν ἱστορική ἐπιλογή μας νά συνεταιριστοῦμε μέ τούς Δυτικούς Εὐρωπαίους στό οἰκονομικό μόρφωμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Καί βέβαια ὡς μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καί ὡς μικρή καί ἀδύνατη οἰκονομικά χώρα ἀναγκαστήκαμε νά ἀποδεχθοῦμε χωρίς ὅρους τούς θεσμούς καί τίς πρακτικές πού οἱ Δυτικοί Εὐρωπαῖοι ἔχουν ἀναπτύξει καί μέ ἐπιτυχία χρησιμοποιοῦν. Ἄλλωστε, ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱ θεσμοί τούς ὁποίους προσπαθοῦμε νά ἑδραιώσουμε εἶναι δάνεια ἀπό τίς χῶρες τῆς Δύσης.
Ὡστόσο οἱ δυσχέρειες τοῦ παρόντος εἶναι καί οἱ εὐκαιρίες γιά τή δημιουργία τοῦ μέλλοντος. Τόν δρόμο αὐτό ἔχουν προλάβει νά μᾶς τόν ὑποδείξουν ἄλλοι. Σέ πρόσφατό ἄρθρο του στήν ἐφημερίδα «New York Times» ὁ διάσημος ἱστορικός Mark Mazower ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται πάντα στήν πρωτοπορία καί στήν ἐμπροσθοφυλακή τῶν ἀγώνων πού καθορίζουν τήν πορεία τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων. Σήμερα, πάντα κατά τόν Mark Mazower, ἔχουν τεθεῖ σέ ἀμφισβήτηση οἱ δημοκρατικές βάσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου καί ἡ δυνατότητά της νά παραμείνει ὡς ἀνταγωνιστική δύναμη στήν παγκόσμια σκηνή. Ὁ κ. Mazower ἀναφέρεται στά τελευταῖα 200 χρόνια τῆς παγκόσμιας ἱστορίας καί ἀναδεικνύει τή Μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση, τή Μικρασιατική Καταστροφή, τόν Πόλεμο τοῦ 1940-1941 καί τή σύγχρονη ἑλληνική ἱστορία ὡς σημεῖα σταθμούς γιά τό μέλλον τῆς Εὐρώπης καί τοῦ κόσμου. Γιά τή σημερινή θλιβερή κατάσταση ὁ κ. Mazower θεωρεῖ τήν Ἑλλάδα ὡς ἐμπροσθοφυλακή καί πρώτη γραμμή γιά τή δημοσιονομική ἐξυγίανση τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας καί ὡς καταλύτη τῆς διεργασίας πού θά ἐλέγξει τίς σημερινές ἀνισορροπίες καί θά ὑποχρεώσει τίς κυβερνήσεις νά ἀναλάβουν ρυθμιστικούς ρόλους. Πρόκειται γιά τά κύρια σημεῖα πού θά καθορίσουν τό μέλλον.