Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Το Ισραήλ και η ανάκαμψη της Ελλάδας.

Οι ραγδαίες εξελίξεις, οι σχετικές με τη μεταβολή της στάσης της Τουρκίας και τη ζητούμενη συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ, δεν άφησαν χρόνο για αξιολόγηση της κατάστασης και της σημασίας της. Οι περισσότερες αναλύσεις και συζητήσεις βασίστηκαν σε στερεοτυπικές αντιλήψεις και ευχές που δεν έχουν σχέση με την επιδίωξη της ισχύος.

Όμως το θέμα είναι τόσο σοβαρό, ώστε δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε χωρίς να το συζητήσουμε. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μας και κατά βάση, για τη διεθνή θέση της Τουρκίας, πράγμα που αποτελεί και το κλειδί της ανάσχεσης της επιθετικότητας της χώρας αυτής, όπως και της ματαίωσης των σχεδίων που καταρτίζει κατά της χώρας μας. Από ό,τι φαίνεται η Τουρκία προσανατολίζεται προς μία ισλαμοκεντρική κατεύθυνση και φιλοδοξεί –ούτε λίγο, ούτε πολύ– να ηγηθεί στο μεσανατολικό αραβικό κόσμο, αλλά και να δημιουργήσει μια σχέση συνεργασίας με το Ιράν. Οι σχεδιαστές της τουρκικής πολιτικής έχουν επίγνωση ότι ένας νέος πολυπολικός κόσμος αναδύεται, στον οποίο θέλουν η Τουρκία να αποτελεί ένα ισότιμο πόλο. Το μεγαλεπήβολο και φιλόδοξο αυτό εγχείρημα σκόπευε η Τουρκία να το ενισχύσει και να το πλαισιώσει με την συνέχιση της ιδιάζουσας δυτικοστρέφειας που ακολουθεί από την ίδρυσή της. Φαίνεται όμως ότι οι αντιδράσεις των ΗΠΑ είναι άμεσες και αποφασιστικές. Αν λοιπόν η Τουρκία επιμείνει στην πρόσφατη κατεύθυνση της εξωτερικής της πολιτικής, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να διακόψουν την ειδική μεταχείριση που απολαμβάνει η χώρα αυτή από μέρους τους εδώ και πολλές δεκαετίες. Αλλά, και η πολιτική των ΗΠΑ, η σχετική με το κουρδικό πρόβλημα, δείχνει από καιρό ότι οι ΗΠΑ δεν συμμερίζονται τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις της Τουρκίας και σχεδιάζουν τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της.

Όσον αφορά εμάς, φαίνεται ότι για πρώτη φορά μετά το 1922, θα βρεθούμε, ή ήδη βρισκόμαστε, σε διαφορετικό στρατόπεδο από αυτό που βρίσκεται η Τουρκία. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να ασκήσουμε μια ευρύτερη εξωτερική πολιτική και αναβαθμίζει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική μας σημασία, ενώ αυξάνει κατακόρυφα το γεωπολιτικό δυναμικό της χώρας μας. Περιορίζεται έτσι, η δυνατότητα εφαρμογής άνισης διπλωματίας εις βάρος μας, πράγμα που χαρακτηρίζει τις ιστορικές μας σχέσεις με τους ισχυρούς προστάτες που είμαστε αναγκασμένοι να αναζητούμε. Ήδη, μέσα σε ένα διάστημα λίγων μηνών, βρεθήκαμε να δεχόμαστε προτάσεις συνεργασίας από το Ισραήλ και βέβαια στην ουσία από τις ΗΠΑ. Το Ισραήλ φαίνεται να αναζητά πρακτικές διευκολύνσεις, κάτι που σημαίνει ότι από πλευράς μας μπορούμε να εξασφαλίσουμε σοβαρά ανταλλάγματα. Με άλλα λόγια, να αναιρέσουμε σε κάποιο βαθμό την προϊούσα απομείωση και έκλειψη του γεωπολιτικού μας δυναμικού και την απομάκρυνση από τον γεωγραφικό μας χώρο, που βέβαια περιλαμβάνει και την Ανατολική Μεσόγειο. Ίσως μπορέσουμε μάλιστα να σχεδιάσουμε μια πολιτική που θα τολμά να στοχεύει στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, στην αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων με την Τουρκία και στην αποτελεσματική ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας. Θα πρέπει να αξιολογήσουμε το τι μπορούν να μας προσφέρουν οι ΗΠΑ, οι οποίες θα παραμείνουν υπερδύναμη και στρατιωτικός παράγων στη Μέση Ανατολή για τις προσεχείς δεκαετίες.

Όσον αφορά την συγκεκριμένη απειλή που αντιμετωπίζουμε από μέρους της Τουρκίας, ο γενικότερος αρνητικός ψυχισμός ο οποίος έχει δημιουργηθεί προστίθεται στο υπάρχον από το 1922 φοβικό σύνδρομο απέναντι στην Τουρκία, αποτέλεσμα εθνικών ταπεινώσεων της Ελλάδας, αλλά και ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεως μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Αλλά και το μέγεθος του προβλήματος και ο εθισμός μας στην άνεση του παρασιτικού καταναλωτισμού μας εμποδίζουν να υιοθετήσουμε μια ενεργητική και δυναμική στάση. Στάση που επιβάλλεται από την πραγματικότητα μιας χώρας που βρίσκεται υπό απειλή και πολιορκία. Ήδη το 1974 δεν πολεμήσαμε. Έκτοτε, απέτυχε η επιδίωξή μας να απαλλαγούμε από τους ισχυρούς προστάτες που αναγκαζόμαστε να αναζητούμε. Ακυρώνεται έτσι ο κύριος και ανομολόγητος λόγος της συμμετοχής μας στο συνεταιρισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενδεχόμενη συνεργασία μας λοιπόν με μια χώρα όπως το Ισραήλ, που ζει μέσα στο μάτι του κυκλώνα θα μας εμπλουτίσει με πραγματικότητες τις οποίες αρνούμεθα να δούμε, παρ’ όλο το ότι και εμείς οι ίδιοι ζούμε στο μάτι του κυκλώνα.

Αλλά και το ίδιο το πολιορκημένο Ισραήλ θα πρέπει να το δούμε σαν μια χώρα που αγωνίζεται αποφασιστικά για την ύπαρξή της. Μια χώρα για την οποία οι εξωτερικές απειλές παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τις απειλές που και εμείς αντιμετωπίζουμε. Έτσι, θα απαλλαγούμε από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που μας επιβάλλουν να κρίνουμε τα πράγματα με όρους διεθνούς δικαίου, κάτι που εν πολλοίς δεν υπάρχει και που αποτελούν προπέτασμα και συχνά είναι κατασκεύασμα των συγκυριών. Και είναι γεγονός ότι οι ιδεολογικές αγκυλώσεις είναι υπεύθυνες για την περιθωριοποίησή μας και την έκλειψη από τον γεωγραφικό μας χώρο. Αγνοήσαμε εγκληματικά τους κανόνες της ισχύος, η οποία και μόνον κατά τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο αποτελεί «το ισχυρότερον των εθνικών δικαίων επιχείρημα».

Τα εμπόδια βρίσκονται στον τρόπο σκέψης στον οποίο έχουμε συνηθίσει. Δηλαδή στον ψυχισμό παραίτησης και απογοήτευσης, ο οποίος μας εμποδίζει από το να επιχειρήσουμε. Η κατάστασή μας θεωρείται αθεράπευτη και προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν μπορούμε να κατορθώσουμε τίποτε. Κυριαρχεί ένα μείγμα φαταλισμού και απαισιοδοξίας στο οποίο προσκρούουν όλες οι προσπάθειες για δράση και όλες οι σκέψεις για βελτίωση των πραγμάτων. Και βέβαια η Ελλάδα πρέπει να στηριχθεί παραγωγικά στον εαυτό της και να υπερβεί την παρασιτική εξάρτηση στην οποία έχει συνηθίσει, γνωρίζουμε όμως ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αύριο και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση για δράση. Πρόκειται για την στάση στην οποία οδηγούνται μερικοί από τους πιο σημαντικούς διανοούμενους μας, σε ό,τι αφορά το υπαρξιακό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Η δυσχερής θέση στην οποία βρισκόμαστε έχει βέβαια ενδογενείς αιτίες, πράγμα που οδηγεί συχνά σε αδιέξοδες απελπισίες. Αυτό καταλήγει για συγκεκριμένα θέματα τα οποία συζητούνται ως επιχείρημα ότι δεν πρέπει να επιχειρούμε, αφού θεωρείται βέβαιο ότι θα αποτύχουμε.

Στο συγκεκριμένο πρόβλημα το οποίο συζητάμε, κινδυνεύουμε να παραλύσουμε κάτω από το βάρος της ανάλυσής του. Το δίλημμα βρίσκεται στο αν πρόκειται για ευκαιρία αναβάθμισης της γεωπολιτικής μας θέσης ή για εμπλοκή σε αδιέξοδες καταστάσεις. Πιστεύω πως αντί να παραθέτουμε επιχειρήματα πρέπει να ζυγίσουμε τα υπέρ και τα κατά αυτού που μας ζητούν. Γιατί μας ζητούν κάτι και δεν εκλιπαρούμε εμείς, όπως συνήθως συμβαίνει.

Μια συνεργασία με το Ισραήλ εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους. Ωστόσο, θα πρέπει να αναλύσουμε σε ποιούς κινδύνους μας εκθέτει η μη συνεργασία μαζί του. Αν υποθέσουμε ότι αρνούμεθα την συνεργασία και την παροχή διευκολύνσεων προς το Ισραήλ, τι θα συμβεί; Η πιο πιθανή εξέλιξη θα είναι να πάρουν ό,τι ζητούν χωρίς τη δική μας συναίνεση, όπως έγινε κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίπτωση αυτή ο κίνδυνος να καταλήξουμε σε μια Ελλάδα της Μελούνας θα είναι μεγάλος. Στην αντίθετη περίπτωση παρέχοντας τις διευκολύνσεις που μας ζητούν θα αποκτήσουμε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα απέναντι στην Τουρκία. Δηλαδή την προτίμηση και την υποστήριξη των Δυτικών, πράγμα για το οποίο πάντα μακαρίζαμε την Τουρκία, που κατά την αντίληψή μας το απολάμβανε.