Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη - γνώμες



Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ισως προκαλεί έκπληξη που αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.
Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας. Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. "Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου", έγραψε ο Σέλεϊ στο ποιημά του "Ελλάς", "το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχθηκε και έλαμψε! " Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική , εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.
Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο. Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έλληνες και τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.

Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.

Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Αξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας.
Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή. Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις.
Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.
Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ενωση. Προανήγγηλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη. Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ενωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή.
Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα θέσει το ερώτημα: "ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;".
Η Ευρωπαϊκή Ενωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.
............................................................
* Ο κ. Μαρκ Μαζάουερ είναι Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ.
 
 
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ - The New York Times

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Απέναντι στη βαρβαρότητα. Ξαναδιαβάζοντας τον μύθο του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα.





Περί μύθου.

Αντιποιητική και αντιμυθική είναι η διάθεση που σήμερα κυριαρχεί, ώστε να εκφράζονται και να επιβάλλονται αντιλήψεις και γνώμες με τρόπους στεγνούς και επίπεδους. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη συζήτηση για το αν υπήρξε ή όχι το κρυφό σχολειό, όπως και η απομυθοποιητική παρουσίαση της Επανάστασης του 1821 στην ελληνική τηλεόραση. Οι αναφορές που γίνονται σε μύθους έχουν συνήθως καταγγελτικό χαρακτήρα και αποβλέπουν στην αναίρεση κάποιας πλαστότητας. Υποστηρίζεται, και γίνεται αποδεκτό, ότι ο μύθος είναι κατά βάση κάτι το πλαστό και φαντασιακό και γι’αυτό θα πρέπει να αντικαθίσταται με τα ξερά δεδομένα της επιστημονικής έρευνας. Όμως έτσι περιορίζεται η υπερβατική διάθεση για να υποκατασταθεί, μερικώς και ατελώς, από την αυστηρώς λογική νόηση.
Οπωσδήποτε, αναφερόμενοι σήμερα στον όρο μύθος[i] εννοούμε πρώτα-πρώτα κάτι το ψευδές ή το πλαστό. Είμαστε όμως βέβαιοι ότι αποδομώντας τον μύθο προσεγγίζουμε σε ό,τι αντιστοιχεί στο ουσιαστικό και το αληθινό; Ο μύθος ως διήγηση δεν αντιμάχεται την λογική, αλλά της δίνει διαστάσεις που μόνη της δεν διαθέτει. Γι΄ αυτό και η αρχαϊκή σημασία της λέξης ταυτίζει τον μύθο με τον λόγο και δεν αποκλείει αυτό που είναι ουσιαστικό και είναι αληθές. Όσο, όμως, και αν η κριτική σκέψη διατείνεται ότι έχει εκτοπίσει τον μύθο, αυτός συνεχίζει να επιτρέπει το άλμα από το εννοιολογικώς συμβολιζόμενο προς αυτό που είναι κρυμμένο βαθιά μέσα στα πράγματα και μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια τους. Επιπλέον, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τον συμβολικό μύθο, αυτόν που με φιλοσοφική ή θρησκευτική μορφή έχει ένδοξη ιστορία. Κατά τον Σπύρο Κυριαζόπουλο[ii] ο μύθος διηγείται μία πράξη, το νόημα της οποίας δεν αντιστοιχεί απολύτως σε ό,τι εκφράζει η διήγηση, νοούμενη ως ιστορική είδηση[iii]. Αυτό που φαίνεται στον μύθο δεν είναι το νοούμενο, αλλά το παριστάμενο. Ο μύθος, μέσω του αποδέκτη του, προσπαθεί να εκφράσει και να ψηλαφίσει την ουσιαστική διάσταση που υπάρχει πέρα από τα λεγόμενα και μέσα στα νοούμενα. Δεν αποτελεί, λοιπόν, ο μύθος μόνο μια εκφραστική ή λογοτεχνική μορφή, αλλά την ίδια την απαίτηση και τη δυνατότητα για την προσέγγιση στην ουσία των πραγμάτων. Για να μιλήσουμε τη γλώσσα της φιλοσοφίας, όπως αρμόζει για ένα σοβαρό θέμα, ο μύθος είναι μεταφυσική σκέψη και σαν τέτοιος εκφράζει την αλήθεια και όχι την πλαστότητα των πραγμάτων. Παραλλάσσοντας τη μεγαλοφυή διατύπωση του Ηράκλειτου μπορούμε να πούμε ότι ο μύθος ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει[iv]. Η αποκάλυψη της σημασίας του μύθου είναι έργο του αποδέκτη του μύθου και όχι του σημαίνοντος και γι’ αυτό ο μύθος είναι διαλεκτικός. Μυθολογικό είναι, λοιπόν, το φιλοσοφικό φρόνημα, διό φιλόμυθος ο φιλόσοφος[v].



Ο μύθος του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα.

Φιλόδοξους λόγιους, ανήσυχους ερευνητές, αλλά και κάθε είδους μυθομανείς θεοσοφιστές, ευφάνταστους ψευδοεπιστήμονες και παραδοξολόγους αποκρυφιστές τροφοδοτεί για αιώνες η μυθική περιγραφή της Ατλαντίδας από τον Πλάτωνα στους διαλόγους του Τίμαιος[vi] και Κριτίας ή Ατλαντικός[vii]. Πρόκειται για μυθική διήγηση στην οποία εμπλέκονται όλα τα στερεότυπα του αποκρυφισμού: αρχαία κρυμμένη γνώση που την κρατά ζηλότυπα ένα ιερατείο σε κάποια απροσπέλαστη τοποθεσία, ιστορική πραγματικότητα που αποκρύπτεται και αποκαλύπτεται μόνο στους μυημένους, εν συντομία μυστική γνώση μόνο για λίγους. Η ατλαντιδολογία και η αντλαντιδομανία έχουν δώσει αφορμή για την έκδοση χιλιάδων βιβλίων και για ατέρμονες συζητήσεις, επιστημονικές και μη. Πρόσφατα, ο γνωστός διανοούμενος και κλασσικιστής Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, μετά από πολύχρονη μελέτη του θέματος, δημοσίευσε περισπούδαστη, πλην παράδοξη μελέτη για την ιστορία και την εξέλιξη του θέματος[viii]. Που δεν είναι, βέβαια, άλλο από το πού βρισκόταν η Ατλαντίδα και πότε.
Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά την Ατλαντίδα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μνημειώδη σύγχυση του τι είναι μύθος και του τι είναι ιστορία και σε μια πλημμυρίδα μελετών και εκδόσεων που ξεκινούν από σαφείς παρερμηνείες. Γιατί ο συμβολισμός του μύθου, –αυτό που ήθελε να υποδηλώσει ο Πλάτων–, σπάνια συζητείται. Είναι μάλλον σαφές ότι πρόθεση του Πλάτωνα δεν ήταν η ιστορία και η ιστορική γεωγραφία. Ο ίδιος μάλιστα απέφευγε να εμπλακεί ή να αναφερθεί στην ιστορία καθεαυτή. Ο Πλάτων παρουσιάζει τις αντιλήψεις του για το παρελθόν και τα οράματά του για το μέλλον μέσα από μυθικές αφηγήσεις.
Με τον μύθο του της Ατλαντίδας ο Πλάτων αντιπαρατάσσει τον ελληνικό κόσμο στο πολιτικό και πολιτισμικό του αντίθετο. Ο μύθος τοποθετείται σε μια μακρινή προϊστορική εποχή, η οποία έχει ξεχασθεί. Η διήγηση γίνεται από γέροντα Αιγύπτιο ιερέα που κατέχει τη χαμένη γνώση[ix]. Η αφήγησή του Αιγύπτιου ιερέα απευθύνεται προς τον Αθηναίο Σόλωνα, έναν από τους επτά σοφούς. Πρόκειται για μια εξιστόρηση γεγονότων που συνέβησαν 9.000 χρόνια[x] πριν από την εποχή του Σόλωνα. Κατά την αφήγηση του Αιγύπτιου ιερέα, την εποχή εκείνη έλαβε χώρα μεγάλος πόλεμος μεταξύ αυτών που ζούσαν εντεύθεν και αυτών που ζούσαν εκείθεν από τις Στήλες του Ηρακλή[xi]. Η κυρίαρχη δύναμη εντεύθεν των Ηράκλειων Στηλών, το σημερινό Στενό του Γιβραλτάρ, ήταν η προϊστορική μυθική Αθήνα. Κυρίαρχη δύναμη εκείθεν των Ηράκλειων Στηλών ήταν η μυθική Ατλαντίδα. Ο πόλεμος είχε αφορμή την επιδρομή των δέκα βασιλέων της Ατλαντίδας κατά της Ευρώπης, που σκόπευε στην κατάκτηση όλου του τότε κόσμου[xii]. Επειδή ο διάλογος Κριτίας παρέμεινε για άγνωστους λόγους ημιτελής δεν γνωρίζουμε τίποτε για τον πόλεμο αυτόν, εκτός από το ότι η Αθήνα νίκησε, παρά την απόλυτη υπεροχή των Ατλάντων σε πολεμικά μέσα και μεγέθη και παρά το γεγονός ότι η Αθήνα εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους της και αναγκάσθηκε να πολεμήσει μόνη[xiii].
Ο Πλάτων περιγράφει μια ιδανική προϊστορική Αθήνα, που εκφράζει το ελληνικό ήθος, για να την αντιπαραβάλει προς μία φανταστική Ατλαντίδα, η οποία συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της βαρβαρότητας, χαρακτηριστικά που δεν είναι ελληνικά[xiv]. Η αντιπαραβολή θέλει να καταδείξει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς πολιτειακούς και πολιτισμικούς σχηματισμούς. Είναι σημαντικό ότι το πολιτισμικό οικοδόμημα και η τέχνη είναι για τον Πλάτωνα ουσιώδη στοιχεία που συμπληρώνουν την πολιτική συγκρότηση και το οικονομικό σύστημα των δύο πόλεων που περιγράφει. Η ιδανική Αθήνα, που περιγράφει ο Πλάτων, χαρακτηρίζεται για την επίδοσή της στις τέχνες και την αγάπη της προς τη σοφία, όπως καθόρισαν οι ιδρυτές της Ήφαιστος και Αθηνά. Η γη της Αττικής προμήθευε τα αγαθά που καθιστούσαν την Αθήνα αυτάρκη[xv]. Την κοινωνία της Αθήνας[xvi] αποτελούσαν τάξεις, με ανώτερη αυτή των φρουρών, που ζούσαν γύρω από την Ακρόπολη. Οι τεχνίτες ζούσαν παραπέρα, ενώ στην περιφέρεια ζούσαν οι αγρότες. Υπήρχε μια μεσότητα και μια τάξη, όπως υπαγόρευε το πρέπον. Επρόκειτο για μία κατ' εξοχήν ελληνική πόλη, η οποία ήταν πρόσφορος αρετή και φρονήσει[xvii], και είχε πολλά ήμερα υψηλά δένδρα[xviii].
Η αφθονία και το μεγαλείο που χαρακτηρίζουν την Ατλαντίδα αποτελούν το αντίθετο της σεμνότητας και του μέτρου που χαρακτηρίζουν την Αθήνα[xix]. Η ίδρυση της Ατλαντίδας βασίζεται στην κυριαρχία επί της φύσης, όπως την πραγματώνει ο ιδρυτής της Ποσειδώνας. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει η τοποθεσία[xx] που επιλέγει ο Ποσειδώνας αξιοποιούνται, ώστε τεράστια τεχνικά έργα να δημιουργήσουν μια πανίσχυρη πόλη και να συσσωρεύσουν απίστευτο πλούτο. Όλα εξυπηρετούν την επιδίωξη της δύναμης, την απόκτηση της υλικής αφθονίας και την κυριαρχία των μέσων. Όλα απαστράπτουν, ώστε να επιβεβαιώνουν τον πλούτο, την αφθονία και την ισχύ των Ατλάντων[xxi]. Παράλληλα, η φύση έχει αλλοτριωθεί για να περιπέσει στην κατηγορία ενός τεχνικού έργου και να εξυπηρετεί την θέληση και την ευδαιμονία των βασιλέων της Ατλαντίδας. Είναι σαφής η νεωτερική αντίληψη στην οποία στηρίζεται η εικόνα αυτή και είναι σαφές το πόσο συνεπής είναι η εξέλιξη της Ατλαντίδας προς τα αιτήματα των Αθηναίων της εποχής του Πλάτωνα[xxii]. Η Ατλαντίδα ήταν μια απολύτως βαρβαρική πόλη. Η γλώσσα της δεν ήταν ελληνική. Το μοναρχικό πολίτευμα των βασιλέων της Ατλαντίδας χαρακτήριζε για τους Έλληνες την Περσική Αυτοκρατορία, τον μεγαλύτερο εχθρό τους. Οι περιγραφές της Ατλαντίδας παραπέμπουν στις μεγάλες πόλεις των βαρβάρων, όπως ήταν γνωστές μέχρι την εποχή του Πλάτωνα. Οι διώρυγες, οι γέφυρες και οι κρεμαστοί κήποι θυμίζουν την Βαβυλώνα. Οι τεράστιοι ναοί, οι πύλες, ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο, τα πολύτιμα μέταλλα που χρησιμοποιούν με αφθονία οι Άτλαντες, όλα παραπέμπουν στα ανατολικά βασίλεια, αλλά και στους πλούσιους τυράννους της Σικελίας. Βέβαια, μετά έναν αιώνα από την εποχή του Πλάτωνα, εμφανίζεται ο ελληνιστικός κόσμος, του οποίου τα πλούτη, οι τρόποι και τα μεγέθη θα ανταγωνισθούν αυτά των περιγραφών του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα. Το ίδιο ισχύει και για την αυτοκρατορική Ρώμη.
Το ορθό φρόνημα, το ήθος και η ανδρεία των προϊστορικών Αθηναίων θα σώσουν την Ευρώπη και την Ασία από την κατακτητική επιδρομή των βασιλέων της νήσου Ατλαντίδας, παρά το ότι αυτοί διαθέτουν απεριόριστους υλικούς πόρους και απόλυτη υπεροχή σε μηχανικά στρατιωτικά μέσα. Η Αθήνα, αντιμετωπίζει νομοτελειακά μόνη τη βαρβαρική, ιμπεριαλιστική Ατλαντίδα, η οποία έχει υποτάξει τη φύση στις υβριστικές επιδιώξεις της κυριαρχίας, της δύναμης, της πολυτέλειας και των απολαύσεων. Η περιγραφή της μυθικής Αθήνας, ως ιδεώδους πόλης και ως υπερασπίστριας της κοσμικής τάξης μέσα στον ορίζοντα της ιστορίας από τον Πλάτωνα, εκθειάζει το μέτρο, την αυτάρκεια και την περιφρόνηση των μεγεθών απέναντι στην πόλη της Ατλαντίδας, η οποία αλαζονικά παραβιάζει την κοσμική τάξη. Πρόκειται για τη διατύπωση μιας μορφής Μεγάλης Ιδέας, σύμφωνα με την οποία η προϊστορική Αθήνα αναλαμβάνει ένα κοσμοϊστορικό ρόλο[xxiii]. Ωστόσο, η διήγηση είναι σαφής στο ότι την τελική νίκη των Αθηναίων συνόδευσε μέγας κατακλυσμός, καθολική καταπόντιση και εξαφάνιση της Ατλαντίδας και γεωλογική καταστροφή, με διακοπή της ιστορικής συνέχειας της πόλης των Αθηνών. Η ιστορία αρχίζει πάλιν εξ’ αρχής[xxiv], ώστε οι Έλληνες να γίνουν και πάλι νέοι, χωρίς να κρατούν αναμνήσεις από όσα συνέβησαν στα παλιά χρόνια[xxv].



Οι σημασίες της Ατλαντίδας.

Πρόθεση του Πλάτωνα στη μυθική διήγηση για την Ατλαντίδα, φαίνεται να ήταν μια αλληγορική και συμβολική πολιτική ανάλυση. Σ’ αυτήν τα τότε πρόσφατα πολιτικά γεγονότα, όπως οι Περσικοί Πόλεμοι, η δημιουργία των ελληνικών πόλεων, η συγκρότηση των μεγάλων βασιλείων της Ανατολής και οι διαφαινόμενες τάσεις παίρνουν μυθικό συμβολικό χαρακτήρα. Όμως, το κύριο στοιχείο της πλατωνικής μυθικής αφήγησης επικεντρώνεται στην ουσιαστική διαφορά μεταξύ πολιτισμού[xxvi], όπως αυτός εκφράζεται μέσα στις ελληνικές πόλεις, και κυρίως στην Αθήνα, και βαρβαρότητας[xxvii], όπως αυτή χαρακτηρίζει τις ανατολικές δεσποτείες, αλλά και την εξέλιξή της σύμφωνα με μια νεωτερίζουσα προφητική αντίληψη. Η αντίθεση προς την βαρβαρότητα θεμελιώνει μια κοινή ταυτότητα για τους Έλληνες της κλασσικής εποχής. Ο ορισμός της βαρβαρότητας διακρίνει την απουσία της δυνατότητας για πολιτική ελευθερία. Οι βαρβαρικές κοινωνίες δεν μπορούν να εκφραστούν με τον λόγο και ο λόγος απουσιάζει από τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουν τον κόσμο, την κοινωνία και την ζωή. Πρόκειται για συμπεριφορές και πρακτικές ηθικά κατώτερες και επιλήψιμες.
Ο μύθος της Ατλαντίδας θέτει, επίσης, το θέμα της ασύμμετρης αναμέτρησης, δηλαδή την αντιπαράθεση μιας ισχυρής επιθετικής και κυριαρχικής δύναμης προς ένα αδύναμο αντίπαλο, ο οποίος διαθέτει θάρρος και τόλμη που αντλεί από το ηθικό του πλεονέκτημα[xxviii]. Η νίκη της μυθικής Αθήνας παραπέμπει κατ’ ευθείαν στους Περσικούς Πολέμους και τις ελληνικές νίκες. Ο Ηρόδοτος έθεσε το ερώτημα για το τί είναι αυτό που επέτρεψε στους Έλληνες να αντιπαραταχθούν στην ασιατική πανστρατιά και να νικήσουν τις κολοσσιαίες στρατιές του Ξέρξη. Ο ίδιος παρουσιάζει δραματικά τον Ξέρξη να οδηγεί με αλαζονεία και υπερηφάνεια την Ασία κατά της Ελλάδας, αλλά και να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν οι Έλληνες να αποφασίζουν να αντιπαραταχθούν προς τον γιγαντιαίο στρατό του και να επιμένουν να αντιστέκονται[xxix]. Ο Ηρόδοτος διαισθάνεται ότι το ηθικό πλεονέκτημα των Ελλήνων αποτελεί το αποφασιστικό σημείο και βάζει τον Αρτάβανο και τον Δημάρατο να επιβεβαιώνουν τις αμφιβολίες του Ξέρξη[xxx]. Για τον Αισχύλο η νίκη των Ελλήνων οφείλεται στο ηθικό πλεονέκτημα που τους χαρίζουν οι πολιτικοί τους θεσμοί και συγκεκριμένα η Αθηναϊκή Δημοκρατία[xxxi]. Για τον Πλάτωνα η εξήγηση της ελληνικής υπεροχής βρίσκεται στην υπεράσπιση της κοσμικής τάξης και για τον νομοτελειακό θρίαμβο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Πρόκειται, όπως είπαμε, για μια μορφή Μεγάλης Ιδέας την οποία υπερασπίζει η Αθήνα. Η ιδεαλιστική αυτή αρχή θα τροφοδοτήσει με ηθικιστικό περιεχόμενο τις αντιπαραθέσεις των Ελλήνων με τους άλλους λαούς. Η ιδέα της κατίσχυσης του πολιτισμού προς τη βαρβαρότητα θα συνοδεύει μόνιμα τους αγώνες του Γένους και θα στηρίζει το φρόνημά του. Ο πολιτισμός θα παραμένει σταθερά δικαιωμένος απέναντι στην αδικία που επιχειρεί η δύναμη και θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα. Οι Έλληνες θα παραμένουν ιδιαίτεροι και θα έχουν το προνόμιο να αντιμετωπίζουν μόνιμα και μόνοι τη βαρβαρότητα.
Εκείνο που επίσης έχει ενδιαφέρον στην κατάληξη του μύθου της Ατλαντίδας είναι η απαισιόδοξη εικόνα του μέλλοντος, ως μία κατάσταση έξω από το μέτρο, το μέσον, το πρέπον και την κοσμική τάξη. Πράγμα, που μόνο με ελληνικό τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί, αλλά πάλι με αποτέλεσμα τη διακοπή της ιστορικής συνέχειας μετά από μία αναπόφευκτη σύγκρουση και καθολική καταστροφή. Έχουμε εδώ τη σαφώς ελληνική αντίληψη της χωρίς νόημα ιστορικής πορείας, που διακόπτεται και επιστρέφει ξανά στην αρχή. Η μεγαλειώδης Ατλαντίδα δεν θα αφήσει τίποτε πίσω της παρά λάσπες[xxxii]. Η σεμνή και ηρωική Αθήνα θα ξεχαστεί και οι Έλληνες θα ξαναγίνουν παιδιά χωρίς μνήμη[xxxiii]. Όλα θα σβηστούν και τίποτε δεν θα θυμίζει αυτό που κάποτε υπήρξε. Η ύβρις της Ατλαντίδας και η αρετή της Αθήνας θα λησμονηθούν, κάτω από το βλέμμα μιας φύσης που θα παραμένει αδιάφορη. Η ιστορία είναι κυκλική και χωρίς νόημα, πράγμα που οι Έλληνες αντιμετωπίζουν με τραγικότητα και παρρησία, χωρίς να ζητούν στήριξη από μία θρησκεία που θα τους προσφέρει εσχατολογική δικαίωση. Πρόκειται για μια μεταφυσική αντίληψη της ιστορίας, που είναι ριζικώς διαφορετική από αυτήν που θα διατυπώσει αργότερα η χριστιανική πλέον Ευρώπη ως Δύση[xxxiv].



Η Δύση ως Ατλαντίδα, αλλά και η Αθήνα στη Δύση.

Η απόρριψη της κυριαρχίας της τεχνικής από τον Πλάτωνα, η καταδίκη της ιδέας της υποταγής της φύσης ως ιδέας βαρβαρικής, όπως και η δομή του μύθου της Ατλαντίδας σε σχέση με τα μεγάλα θέματα του αποκρυφισμού, είναι ίσως οι λόγοι που ο σημαντικός αυτός μύθος παραμένει ακόμη σήμερα στη διάθεση της αφελούς παραφιλολογίας και του παραδοξολογικού αποκρυφισμού.
Ωστόσο, ο μύθος της Ατλαντίδας εξακολουθεί να σημαίνει με τρόπο διπολικό[xxxv]. Και σημαίνει μεταφυσικά όχι μόνο για την εποχή του Πλάτωνα, αλλά και για πραγματικότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν και να καθορίζουν τον κόσμο.
Για μας σήμερα, το αντίστοιχο της Ατλαντίδας, όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα, δεν βρίσκεται μόνο στην εποχή του, δηλαδή στις ανατολικές βαρβαρικές μοναρχίες, ούτε όμως στην ελληνορωμαϊκή εποχή, αλλά στη σύγχρονη πραγματικότητα˙ και, μάλιστα, βρίσκεται στη σημερινή οικολογική πραγματικότητα, – που, βέβαια, είναι έξω από ο,τιδήποτε μπορούσε ο Πλάτων να φανταστεί. Οι όροι της αντιπαράθεσης του πολιτισμού προς τη βαρβαρότητα έχουν μεταβληθεί, αφού δεν υπάρχει πια ιδεατό σύγχρονο πρότυπο της μυθικής Αθήνας, ενώ οι επιδιώξεις της δύναμης, των απολαύσεων και της κυριαρχίας επί της φύσης έχουν αναχθεί σε υπέρτατες αξίες με την τεχνική πρόθυμη και διαθέσιμη για να τις εξυπηρετεί[xxxvi]. Η περιγραφή της μυθικής Ατλαντίδας πλησιάζει στις πραγματικότητες που διαπιστώνουμε στα σύγχρονα παγκόσμια κράτη και στις επιδιώξεις τους. Η κυριαρχία επί της φύσης έχει εδραιωθεί μεταφυσικώς στη σύγχρονη οικονομία και προσδιορίζει την παγκόσμια οικολογική ισορροπία. Όμως, οι θεσμοί, η πολιτιστική λάμψη, οι οραματισμοί και οι ουτοπίες, ο ανθρωπισμός, οι καλές τέχνες, η διανόηση, ο αστικός πολιτισμός και πολλά άλλα, για τα οποία η Δύση είναι γνωστή και υπερήφανη δίνουν το μέτρο της ιδεατής Αθήνας της νεωτερικότητας. Βέβαια οι όροι ερμηνείας του μύθου της Ατλαντίδας έχουν σήμερα ριζικά μεταβληθεί. Ποιός είναι ο πολιτισμός και ποιά είναι η βαρβαρότητα σήμερα; Για πολλούς, αυτά βρίσκονται πλέον πολύ κοντά και μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Ένας συνηθισμένος διπολικός ορισμός είναι η αντίθεση άγριος-πολιτισμένος. Η αντίληψη του άγριου έχει παίξει ιδρυτικό ρόλο στην κατασκευή του ευρωκεντρισμού και την επιβολή του ιμπεριαλισμού. Όροι όπως πρωτόγονος, τριτοκοσμικός, υπανάπτυκτος, αναπτυσσόμενος, αρχαϊκός, εξωτικός, άλλος, μη δυτικός, υπονοούν τη Δύση ως κανόνα και όλους τους υπόλοιπους ως υποδεέστερους.
Η Μεγάλη Ιδέα της υπεράσπισης της κοσμικής τάξης και του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα θα επιβιώσει στη φαντασία των Δυτικών. Κατά περιόδους και όλο πιο έντονα ο κόσμος θα ερμηνεύεται μανιχαϊστικά και θα τοποθετείται στα πλαίσια μιας διαρκούς αντιπαράθεσης πολιτισμού και βαρβαρότητας. Ο κόσμος θα εμφανίζεται διαχρονικά ως διπολικός, ενώ η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης ή Ευρώπης-Ασίας, όπως και, αργότερα, ο διαχωρισμός του κόσμου σε Βορρά-Νότο, θα θεωρηθούν ως ο κεντρικός άξων της παγκόσμιας ιστορίας[xxxvii]. Έτσι, μετά τους Έλληνες, η ιδεαλιστική αρχή της αντιπαράθεσης του πολιτισμού προς την βαρβαρότητα θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον. Όμως τα όρια μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας θα είναι μονίμως μεταβαλλόμενα και αμφισβητήσιμα. Για παράδειγμα, σήμερα οι ΗΠΑ παρουσιάζουν τις εκστρατείες τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και την προσπάθειά τους να εγκατασταθούν μόνιμα στην καρδιά του αραβικού κόσμου ως πόλεμο του Καλού απέναντι στο Κακό. Αντίστοιχα, το θεοκρατικό καθεστώς της Κομ χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ ως τον Μεγάλο Σατανά.
Η Μεγάλη Ιδέα της υπεράσπισης της κοσμικής τάξης και του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα κρατά ζωντανή την εικόνα των Ελλήνων στη φαντασία των Δυτικών. Και, βέβαια, η ιστορία της Δύσης αρχίζει με τους Έλληνες που διατύπωσαν τις ιδέες της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Κυριολεκτικά οι Έλληνες είναι ιδιαίτεροι και δεν μοιάζουν με κανέναν άλλο[xxxviii]. Οι Έλληνες θα συνεχίσουν να καθορίζουν ηθικά όρια που θα ξεχωρίζουν σαφώς την βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Η ένδοξη πτώση της Κωνσταντινούπολης[xxxix], η Επανάσταση του 1821, το γεγονός του 1940 εξακολουθούν να πλουτίζουν την ιστορία και να σημαίνουν. Αντίστοιχα, οι Δυτικοί θα θεωρήσουν οι ίδιοι τον πολιτισμό τους τόσο σημαντικό, ώστε θα πιστέψουν ότι θα μπορούν να αναμορφώσουν τον κόσμο και θα φθάσουν να αναγάγουν τον ιμπεριαλισμό σε ηθικά αποδεκτή πρακτική.
Η ιδέα της σύγκρουσης του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα διατρέχει τις δύο ρωμαϊκές αυτοκρατορίες και παίρνει θρησκευτική μορφή με τις σταυροφορίες. Η αυτοκρατορική Ρώμη θα παραλάβει την ιδέα της βαρβαρότητας με την οποία θα χαρακτηρίσει τους κατακτημένους λαούς, ώστε να δικαιολογηθεί ο ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός. Βέβαια, όροι πολιτικού ανταγωνισμού επιβάλλουν στη Δύση την τοποθέτηση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης (Ρωμανίας ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Οι δυτικοί ιστοριογράφοι, μάλιστα, τοποθετούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μετά την πτώση της, στη σφαίρα της βαρβαρότητας. Μετά την Αναγέννηση, η σχέση της Δύσης προς την Ανατολή ταυτίζεται με μια στάση δύναμης, κυριαρχίας και ηγεμόνευσης.
Η ασίγαστη τάση των Δυτικών προς το άπειρο, η συνεχής ανησυχία τους, και η αέναη επέκτασή τους συμβαδίζουν κατά τους νεώτερους χρόνους με αυτή την αντίληψη της Ανατολής, που ξεκινά από αισθητικές αναζητήσεις και που σύντομα λαμβάνει πολιτική και ιμπεριαλιστική μορφή. Πρόκειται για τον οριενταλισμό[xl], που εμφανίζεται κατά τον 16ο αιώνα ως θετική διάθεση προς τις εικαστικές μορφές του μουσουλμανικού κόσμου. Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα ο οριενταλισμός γίνεται συρμός[xli]. Ο οριενταλισμός εξιδανικεύει τον εξωτισμό της Ανατολής και δημιουργεί μία φαντασιακή εικόνα σε πλήρη αντιδιαστολή προς την Δύση. Ο οριενταλισμός δεν είναι μόνο ένα αισθητικό και μυθοπλαστικό φαινόμενο, αλλά και μια μακραίωνη διάθεση κυριαρχίας η οποία χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό. Με τον οριενταλισμό εκδηλώνεται, για μία ακόμη φορά, η ηγεμονική διάθεση του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, η οποία βασίζεται στην ιδέα ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι ανώτερη συγκρινόμενη με όλους τους μη ευρωπαϊκούς λαούς και πολιτισμούς[xlii]. Η Δύση αποκτά το δικαίωμα και το μονοπώλιο και να καθορίζει το πως θα παριστάνεται η Ανατολή. Ο οριενταλισμός εκφράζει, λοιπόν, την εγγενή διάθεση του δυτικού πολιτισμού για επιπολιτισμική[xliii] επίδραση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο βεληνεκές της επιπολιτισμικής επίδρασης της Δύσης περιλαμβάνονται και οι ελληνικές χώρες. Η Νέα Ελλάδα παρουσιάζει την ιδιορρυθμία να μην είναι ούτε Ανατολή, ούτε Δύση, ούτε να βρίσκεται ανάμεσά τους, αλλά να είναι πάντα αυτό που είναι: κάτι ιδιαίτερο  Κατά την αντίληψη των Δυτικών η Νέα Ελλάδα είναι και δεν είναι Δύση, ή μάλλον, είναι Δύση μόνον όταν συμβιβάζεται με τις φαντασιακές αντιλήψεις τους.
Η ιστορία των τελευταίων αιώνων είναι, λοιπόν, η ιστορία της επιβολής της Δύσης και της προσαρμογής των πολιτισμών στα πρότυπά της[xliv]. Παραδόξως, τώρα τη θέση της επιθετικής Ατλαντίδας θα πάρει ο δυτικός κόσμος, του οποίου τις πάνοπλες στρατιές αντιμετωπίζουν οι ξυπόλητοι αγρότες των εξωτικών χωρών. Παράλληλα και ταυτόχρονα, η Δύση θα κατέχει το μονοπώλιο του πολιτισμού και η ίδια θα προβάλλει ως διάδοχος της Αθήνας.
Στη νεότερη εποχή η αντιπαράθεση πολιτισμού και βαρβαρότητας αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις όρους της κατασκευής και της εφαρμογής του παγκόσμιου συστήματος του δυτικού κόσμου[xlv]. Το γεγονός της αμφισβήτησης του παγκόσμιου δυτικού συστήματος[xlvi], προς όφελος των χωρών της περιφέρειας, φέρνει σήμερα στην επιφάνεια τη συζήτηση για τον διαχωρισμό Δύσης και Ανατολής. Τείνει να δημιουργηθεί στη Δύση ένας ψυχισμός απειλής και μανιχαϊστικής αντίληψης της ιστορίας[xlvii]. Χαρακτηριστικές είναι σχετικές πρόσφατες μελέτες, όπως το βιβλίο του Anthony Pagden, Κόσμοι σε πόλεμο – Η 2500 ετών πάλη μεταξύ Ανατολής και Δύσης[xlviii] και το βιβλίο του Paul Cartledge, Θερμοπύλες. Η μάχη που άλλαξε τον κόσμο[xlix]. Τα βιβλία αυτά, που έτυχαν ευρείας αποδοχής στον αγγλοσαξονικό κόσμο, παρουσιάζουν την ανθρώπινη ιστορία ως συνεχή εξέλιξη της διαχρονικής αντιπαράθεσης Ευρώπης-Ασίας. Μία παραλλαγή των αντιλήψεων αυτών εκφράζει και σε επικοινωνιακό επίπεδο το φιλμ 300 [l].



Η βαρβαρότητα ως ανύπαρκτος κίνδυνος και οι εμπειρίες του 20ού αιώνα. 

Ωστόσο, η ιδέα της κάθετης διαίρεσης Ανατολής-Δύσης με βάση την αντίθεση πολιτισμού-βαρβαρότητας δεν συμβιβάζεται με την παράδοση που καθιέρωσε ο Διαφωτισμός. Δεν είναι λίγοι αυτοί που απορρίπτουν την ιδέα της μοναδικότητας της Ευρώπης και αμφισβητούν την αντίληψη της ευρωπαϊκής συνέχειας από την εποχή της ελληνικής αρχαιότητας. Κατ’ αυτούς, ο ευρωκεντρισμός επιβάλλει την εσφαλμένη αντίληψη της υπεροχής της Δύσης και του διαχωρισμού της από τον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας της την ανάγκη της προστασίας από κάποιον ανύπαρκτο κίνδυνο, τον κίνδυνο των βαρβάρων. Κατά τον ορισμό του Claude Levi-Strauss βάρβαρος είναι αυτός που πιστεύει στην ύπαρξη της βαρβαρότητας[li]. Είναι δηλαδή βάρβαρο, το άτομο που πιστεύει ότι ένας λαός ή μεμονωμένα άτομα δεν είναι πλήρως άνθρωποι και επομένως υπόκεινται σε συμπεριφορές τις οποίες ο ίδιος δεν θα επιθυμούσε να υποστεί[lii]. Ο φόβος των βαρβάρων αφορά εμάς τους ίδιους στον βαθμό που κινδυνεύουμε να συμπεριφερθούμε ως βάρβαροι και να προξενήσουμε κακό που θα υπερβεί κατά πολύ αυτό που μας φοβίζει[liii]. Ο φόβος των βαρβάρων φαίνεται σήμερα μετά τους τρομερούς ευρωπαϊκούς πολέμους ως μία καταστρεπτική ψευδαίσθηση, που μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με την προσφυγή στην αυθεντική παράδοση του Διαφωτισμού, την αναγνώριση γενικών αξιών με παγκόσμια εφαρμογή, όπως και την κατανόηση και αποδοχή του πολιτισμικού πλουραλισμού. Οι Δυτικοί προσπάθησαν να διαμορφώσουν τον κόσμο ξεκινώντας από μια ταυτότητα που δικαιολόγησε ηθικά τον ιμπεριαλισμό και την επέκταση. Μόνο το άτομο που αναγνωρίζει την ατομικότητα και την ύπαρξη του άλλου μπορεί να θεωρείται πολιτισμένο[liv]. Για τον Διαφωτισμό δεν υπάρχουν βάρβαροι και η βαρβαρότητα είναι κάτι που εμφανίζεται συγκυριακά και κάτι που μπορεί να θεραπευθεί.
Αλλά, μέσα στα πλατειά κύματα της ιστορίας πολλοί λαοί, και μεταξύ τους ο ελληνικός λαός, έχουν ιστορική πραγματική εμπειρία αυτού που άλλοι αμφισβητούν ως αόριστο και ανύπαρκτο κίνδυνο των βαρβάρων. Και μάλιστα, εμπειρία που είναι αμφίδρομη, ξεκινά και από την Ανατολή και από τη Δύση και δεν είναι ψευδαίσθηση. Άλλωστε, ο εικοστός αιώνας, που μόλις πέρασε, αποτελεί την εμπειρική διάψευση της Μεγάλης Αφήγησης του Διαφωτισμού[lv]. Η κατάληξη της αναλυτικής ορθολογικής μεθόδου σε τεχνική, που επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία, οδήγησε σε αδιέξοδο. Στο σκηνικό του 20ού αιώνα παρακολουθήσαμε και βιώσαμε τερατώδη πολιτικά συστήματα, λυσσαλέες συγκρούσεις, αδιανόητες τεχνικές επινοήσεις, την αβυσσαλέα διαφορά του Βορρά και Νότου, την παρακμή της πραγματικότητας σε εικόνα, την πτώση του τόπου σε μη-τόπο και, τέλος, όλοι απειλούμεθα με την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ζήσαμε μέσα σε συστήματα πέρα από το μέτρο και διαπιστώσαμε το παράλογο και την απογοητευτική ποιότητα του σημερινού κόσμου. Φαίνεται ότι η κατάληξη του οικονομικού ορθολογισμού είναι ένας καθολικός ανορθολογισμός.
Δεν υπάρχει πια αντίθεση βαρβαρότητας και πολιτισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο διαχωρισμός Δύσης και Ανατολής δεν μπορεί σήμερα να γίνει με πολιτισμικούς όρους. Ο πολιτισμός είναι δύσκολο να παρασταθεί και η βαρβαρότητα έχει θριαμβεύσει και  βρίσκεται παντού.





[i]       Όπως δηλώνει ο Marcel Detienne ο μύθος δεν υπάρχει. Κάθε προσπάθεια να διακρίνουμε τον μύθο από το παραμύθι, τον θρύλο ή τη φήμη είναι καταδικασμένη (Luc Brisson Plato the myth maker, The University of Chicago Press, Chicago 1998, σελ. 135). Είναι πολύ δύσκολο να δώσουμε έναν ορισμό για τον μύθο. Σύμφωνα με τον Claude Levi-Strauss ο μύθος θα αναγνωρίζεται ως μύθος ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτός εκφράζεται. Οπωσδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει ορισμός που περιλαμβάνει τη βεβαιότητα ότι ο μύθος παραδίδει μια αληθινή ή μία φανταστική διήγηση.
[ii]       Σπύρος Κυριαζόπουλος (1932-1977). Φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Δημοσίευσε σειρά μελετών στις οποίες ανέλυσε σύγχρονες τάσεις, αλλά και την αρχαία φιλοσοφία. Στοχαστής με εντυπωσιακή βαθύτητα και τεράστια ευρύτητα. Τα βιβλία του όπως: Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού (1960), Η παρουσία της φυσικής επιστήμης (1963), Η σημερινή γλώσσα. Γλωσσολογία της τεχνικής (1964), Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος (1965), Το γεγονός της φιλοσοφίας (1969), Η παθολογία του Λόγου (1974), Σοσιαλιστικός ρεαλισμός (1977) δεν διαβάστηκαν, παρά την αξία τους.
[iii]      Σπύρος Κυριαζόπουλος, Ελευθερία και αυθυπέρβασις, Αθήνα 1962, σελ. 103.
[iv]      Ηράκλειτος, Diels, 93
[v]       Αριστοτέλους, Των μετά τα φυσικά Α 2, 982 β,18.
[vi]      Τίμαιος, Loeb Classical Library, Cambridge Mass. 1929. Επίσης, αποσπασματικό κείμενο (24e-26d) και ελεύθερη μετάφραση στο Γιώργου Σεφέρη Μεταγραφές, Λέσχη, Αθήνα 1980, σελ. 106-130. Στην εισαγωγή του διαλόγου αυτού γίνεται μια πρώτη παρουσίαση του μύθου της Ατλαντίδας και δίδονται τα πλαίσιά του.
[vii]     Κριτίας, Loeb Classical Library, Cambridge Mass. 1929. Επίσης, αποσπασματικό κείμενο και ελεύθερη μετάφραση στο Γιώργου Σεφέρη , ό.π. σελ. 131-189. Στον διάλογο αυτόν παρουσιάζονται αναλυτικά η προϊστορική Αθήνα και η μυθική Ατλαντίδα, ενώ εξιστορείται ο μεταξύ τους πόλεμος χωρίς να ολοκληρώνεται η διήγηση, γιατί ο διάλογος παρέμεινε ημιτελής.
[viii]     Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Η Ατλαντίδα, Ολκός, Αθήνα 2005.
[ix]      Κατά την διήγηση του Πλάτωνα και την γνώμη του Αιγύπτιου ιερέα, η γνώση χάνεται στην Ελλάδα επειδή οι καταστροφές εξαφανίζουν τις πόλεις και μαζί την προφορική παράδοση, δηλαδή την ιστορία. Οι Έλληνες της μυθικής εκείνης εποχής στερούνται γραπτής παράδοσης. Προφανώς η γραφή απαντάται μόνο στα ιερατεία της Αιγύπτου, όπου κατά τον Πλάτωνα δεν συμβαίνουν φυσικές καταστροφές, όπως συμβαίνουν στην Ελλάδα.
[x]       Τίμαιος, 23e, Κριτίας, 208e.
[xi]      Τίμαιος, 24e.
[xii]     Τίμαιος, 25b.
[xiii]     Τίμαιος, 25c.
[xiv]     Κριτίας, 113e-121b.
[xv]     Κριτίας, 112e. Η περιγραφή της ιδανικής Αθήνας περιλαμβάνει και τον αριθμό των κατοίκων της, οι οποίοι έπρεπε πάντα να είναι 20.000 (Κριτίας, 112e). Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τους 5.040 κατοίκους, που πάλι κατά τον Πλάτωνα αποτελούν τον ιδεώδη αριθμό πολιτών μιας πόλης που δεν είναι βαρβαρική και δεν μεταπίπτει σε αστικό εφιάλτη (Νόμοι, 796).
[xvi]     Το κάλλιστον και άριστον γένος, Τίμαιος, 23b.
[xvii]    Κριτίας, 109d.
[xviii]   Κριτίας, 111e.
[xix]     John Onians, Art and Thought in The Hellenistic Age , Thames and Hudson, London 1979, σελ. 7-9.
[xx]     Πρόκειται για το νησί της Ατλαντίδας που ήταν κάποτε, πριν καταποντιστεί, μεγαλύτερο από την Ασία και την Αφρική μαζί. (Κριτίας, 108e).
[xxi]     Κριτίας, 116c.
[xxii]    Η περιγραφή του Πλάτωνα για το γιγαντιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ποσειδώνα στο άρμα του περιστοιχιζόμενου από εκατό Νηρηίδες, που βρισκόταν στο κέντρο της Ατλαντίδας (Κριτίας 116c), παραπέμπει ίσως ειρωνικά στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του Φειδία που κοσμούσε τον Παρθενώνα της εποχής του Πλάτωνα.
[xxiii]     Ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση του Ηλία Σ. Σπυρόπουλου στο βιβλίο του Πλάτων. Μύθοι, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2003, όπου ο μύθος της Ατλαντίδας παρουσιάζεται ως ηθικός και παιδαγωγικός. Οι βασιλιάδες της Ατλαντίδας γεμάτοι δύναμη και πλούτο (κόρος) φέρονται με αλαζονική περιφρόνηση (ύβρις), ώστε οι Θεοί τους παραπλανούν για να επιτεθούν ενάντια στην Αθήνα (άτη) από την οποία θα ηττηθούν και θα καταστραφούν (τίσις).
[xxiv]   Τίμαιος, 23b.
[xxv]    Τίμαιος, 23b, Οι Έλληνες κατά τον Αιγύπτιο ιερέα δεν κρατούν καμία ανάμνηση.
[xxvi]   Το σύνολο των συλλογικού υποσυνείδητου, των ψυχισμών, των χαρακτηριστικών η των γενικευμένων ιδιαιτεροτήτων, που συνδέουν ομάδες, έθνη και λαούς με διαφορετικά φυλετικά, εθνικά, γεωγραφικά, πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές ιδιαιτερότητες και διαφορετική γλώσσα. Ένα θεμελιώδες στοιχείο των πολιτισμών είναι η κοινή θρησκεία ή παραλλαγή της. Κατά τον Arnold Toynbee, οι γνωστοί στην ανθρώπινη ιστορία πολιτισμοί ανέρχονται σε τριάντα, εκ των οποίων υπάρχουν σήμερα εν ζωή οι επτά. Με δεδομένες την δυτικοποίηση, την παγκοσμιοποίηση και την πολιτισμική κυριαρχία της Δύσης, θεωρούμε τον πολιτισμό ως το πεδίο αντιπαράθεσης όπου εμφανίζονται εναργώς τα σύγχρονα προβλήματα. Ο ευρύς αυτός ορισμός δεν καλύπτει τις ηθικιστικές και πρακτικές προεκτάσεις που περιλαμβάνονται στον όρο, όταν αυτός χρησιμοποιείται σε συνθήκες αντιπαράθεσης. Αλλά στη σύγκριση που επιχειρούμε ο όρος πολιτισμός καλύπτει μάλλον αξιολογικό βάρος και υπονοεί την παρουσία του λόγου  και την συνακόλουθη κατοχή κάποιων αρετών, τις οποίες ο άλλος δεν διαθέτει.
[xxvii]   Ο όρος δεν είχε κατά την αρχαιότητα τη σημερινή αρνητική σημασία. Οι βάρβαροι σημαίνουν για τους Έλληνες απλώς τους μη-Έλληνες, χωρίς επικριτικό ή αξιολογικό χαρακτηρισμό. Ωστόσο στη συζητούμενη αφήγηση ο Πλάτων ήδη αρχίζει να περιγράφει την βαρβαρότητα όχι μόνο ως το αντίθετο του Ελληνικού, αλλά και ως αρνητική συμπεριφορά, ως αλαζονεία, ως κλίση προς τις απολαύσεις, την πολυτέλεια και τον πλούτο, εν ολίγοις ως ύβρη. Η βαρβαρότητα της Ατλαντίδας εξηγείται με ηθικά και αξιολογικά κριτήρια σε αντίθεση προς τον πολιτισμό.
[xxviii] Αλλά και το παράδειγμα της νίκης του φτωχού προς τον ισχυρό αντίπαλο, που εξιστορεί και περιγράφει η αντιπαράθεση της Σύβαρης προς τον Κρότωνα στη Μεγάλη Ελλάδα, ενδέχεται να επηρέασε τον Πλάτωνα στον μυθικό του συμβολισμό. Ο Κρότων ήταν κέντρο των Πυθαγορείων οι οποίοι γοήτευαν τον Πλάτωνα. Οι Συβαρίτες ήταν διαβόητοι στον ελληνικό κόσμο για την κλίση τους προς την πολυτέλεια και την αναζήτηση της υλικής ευδαιμονίας. Όπως η νίκη της Σπάρτης κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο συνδέθηκε με τις αρετές της στρατιωτικής ηγεσίας των Σπαρτιατών, έτσι και η νίκη του Κρότωνα ενδέχεται να εξηγήθηκε με την ασκητική πρακτική των Πυθαγορείων (John Onians ό.π. σελ. 16).
[xxix]   Ηρόδοτος, Βιβλίο Ζ΄ (Πολύμνια), 33-45.
[xxx]    Ηρόδοτος, Βιβλίο Ζ΄ (Πολύμνια), 48-60 και 101-105.
[xxxi]   Παράλληλα, τιμωρείται η αλαζονεία και η ύβρις που διέπραξε ο Ξέρξης με τη ζεύξη του Ελλήσποντου και την διάνοιξη της διώρυγας στη χερσόνησο του Άθωνα. Αισχύλος, Πέρσαι, 133-189 και 717-840.
[xxxii]   Κριτίας, 108e.
[xxxiii] Τίμαιος, 23b.
[xxxiv] Τώρα πλέον η ιστορία αποκτά εσχατολογικό νόημα και γίνεται γραμμική. Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του Καντ για την ιστορία, όπως εμφανίζεται στο δοκίμιό του Μία ιδέα για μια γενική ιστορία με ένα παγκόσμιο τρόπο θέασης (1784). Ο Καντ υποστηρίζει ότι η ιστορία έχει μια τελική σκοπιμότητα που την κάνει κατανοητή. Η κατάληξη της ιστορίας θα είναι η εκπλήρωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο Καντ διατύπωσε αόριστα τους τρόπους προς την εξέλιξη προς μία ανώτερη ανθρώπινη πραγματικότητα. Σ΄ αυτό δεν θα πρωταγωνιστήσει ο ορθός λόγος, αλλά παραδόξως το αντίθετό του. Δηλαδή, μια μορφή εγωιστικής συμπεριφοράς που θα εκφράζει την ανθρώπινη μη κοινωνική κοινωνικότητα, η οποία θα οδηγήσει την ανθρωπότητα να εγκαταλείψει τον πόλεμο και να αναπτύξει τις ανθρώπινες κοινωνίες. Την πρόταση του Καντ θα επεξεργαστεί ο Χέγκελ ορίζοντας το τέλος της ιστορίας ως την ολοκλήρωση της συνείδησης της Ελευθερίας.
[xxxv]   Όρος που καθιέρωσε ο γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure, για τον οποίο τα σήματα έχουν νόημα όχι μόνο με την αναφορά  σε πραγματικά αντικείμενα, αλλά από την αντίθεσή τους προς άλλα σήματα. Τέτοιες αντιθέσεις, η κάθε μία των οποίων δημιουργεί ένα διπολικό σύστημα, παίζουν μεγάλο ρόλο και είναι συνηθισμένες στη διανοητική και πολιτισμική κατασκευή της πραγματικότητας.
[xxxvi] Σπύρος Κυριαζόπουλος, Ενώπιον της τεχνικής, Γρηγόρης, Αθήνα 1967.
[xxxvii]   Οπωσδήποτε, ο διαχωρισμός Ευρώπης-Ασίας οφείλεται στους Έλληνες. Με τη Μάχη του Μαραθώνα και μέσα στις Ιστορίες του Ηρόδοτου, στους Πέρσες του Αισχύλου ή στις Βάκχες του Ευριπίδη, είναι ήδη σαφής και παραμένει αμετάβλητος μέχρι σήμερα ο διαχωρισμός Ευρώπης και Ασίας, Ανατολής και Δύσης. Κατά την κλασσική αρχαιότητα η Δύση και η Ευρώπη είναι κυρίως η Ελλάδα και αυτή την Ελλάδα θέλουν και επιμένουν να ξέρουν οι Δυτικοί. Όμως, η Ανατολή θα είναι πάντα η πλευρά όπου θα κατοπτρίζεται η υπεροχή της Δύσης. Λέγοντες Ανατολή εννοούμε τις χώρες και τους λαούς που βρίσκονται εντεύθεν του Ινδού ποταμού. Στον χώρο αυτό ανήκει η Αίγυπτος, η οποία ανέκαθεν εθεωρείτο εξάρτημα της Ασίας, ενίοτε συμπεριλαμβάνεται και η Βόρειος Αφρική, ενώ από πολλούς συμπεριλαμβάνεται συχνά και η Ελλάδα. Είναι δηλαδή η Ανατολή ο γεωγραφικός χώρος του οικουμενικού Ελληνιστικού κόσμου και ο χώρος, τα εώα έθνη, της οικουμενικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με εξαίρεση τη Νότια Ιταλία. Η λοιπή Ασία είναι, βέβαια, η Άπω Ανατολή. Η Ανατολή ελκύει από την αρχαιότητα τους Έλληνες και την προς ζόφον χώραν, τη Δύση. Η έλξη της Ανατολής εστιάζεται στον ποικιλόμορφο πλούτο της, στους αχανείς χώρους της, τον εξωτισμό της, τους πανάρχαιους πολιτισμούς της, την εσωτερικότητά της και τη σοφία της.
[xxxviii]  Marcel Detienne, The Greeks and Us: A Comparative Anthropology of Ancient Greece, Polity Press, Cambridge 2007.
[xxxix]    Ο 15ος και 16ος αιώνας ήταν εποχή κατά την οποία εξαπλώθηκαν οι ισλαμικές αυτοκρατορίες: οι Ινδίες των Μογγόλων, η Συρία και η Αίγυπτος των Μαμελούκων, η Περσία των Σαφαβιδών και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν, λοιπόν, μια καταστροφή του πολιτισμού μόνο για τους Έλληνες. Οι Δυτικοί αισθάνθηκαν την απειλή προς ολόκληρη την Χριστιανοσύνη. Πέρα από την πολιτική και στρατιωτική σημασία της νίκης του Μωάμεθ του Β΄ η ανθρωπιστική Ευρώπης της Αναγέννησης είδε και μία πολιτισμική καταστροφή. Χαρακτηριστικά, ο Aeneas Sylvius (μετά Πάπας Πίος ο Β΄) έγραψε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο δεύτερος θάνατος του Όμηρου και του Πλάτωνα.
[xl]    Ευρωπαϊκή αντίληψη η οποία εξιδανικεύει τον εξωτισμό της Ανατολής και δημιουργεί μία φαντασιακή εικόνα της σε πλήρη αντιδιαστολή προς τη Δύση. Ο οριενταλισμός εκδηλώνεται στην αισθητική και στην τέχνη, ενώ κατά τον Edward W. Said σημαίνει σήμερα την επικράτηση και κατίσχυση της Δύσης επί της Ανατολής, αφού η διάθεση της Δύσης προς την Ανατολή συνεπάγεται μία στάση δύναμης, κυριαρχίας και ηγεμόνευσης. Ο οριενταλισμός είναι, λοιπόν, κατά τον Said "ένα πολιτισμικό και πολιτικό γεγονός, που έχει περισσότερο σχέση με τη Δύση παρά με την Ανατολή". Σήμερα ο οριενταλισμός ίσως αποτελεί για τούς Δυτικούς την πιο σαφή αντίληψη για το τι είναι ο άλλος.
[xli]    Τόσο που ο Χαίντελ, ο Βέμπερ, ο Μότσαρτ, ο Ροσσίνι συνθέτουν μελοδράματα πάνω σε ανατολικά θέματα. Την ίδια εποχή διασημότητες όπως ο Φλωμπέρ, ο Νερβάλ, ο Ουγκώ, ο Ντελακρουά, ο Ένγκρ γοητεύονται από την Ανατολή. Παράλληλα, αναπτύσσεται μία νέα διασκέδαση, ο τουρισμός, με κύριο αντικείμενο τον εξωτισμό της Ανατολής. Αποκορύφωμα του τουριστικού οριενταλισμού είναι το Οριάν Εξπρές και το ξενοδοχείο Πέρα Παλλάς στην Κωνσταντινούπολη.
[xlii]   Σύμφωνα με την ανάλυση του Edward W. Said στο διάσημο βιβλίο του Orientalism. Western conceptions of the Orient, Penguin Books, 1995.
[xliii]  Το περίπλοκο φαινόμενο της αλλοίωσης των χαρακτηριστικών ενός πολιτισμού η ενός εθνικού πολιτισμού, με τη μαζική υιοθέτηση τρόπων και πολιτισμικών χαρακτηριστικών ενός άλλου πολιτισμού η ενός άλλου εθνικού πολιτισμού. Ο επιπολιτισμός χαρακτηρίζεται από ένα κύριο ενεργητικό στοιχείο (δότης) και ένα ή περισσότερα παθητικά στοιχεία, τα οποία είναι οι αποδέκτες της επιπολιτισμικής επίδρασης. Ο επιπολιτισμός είναι πάντοτε αναπόφευκτος, όταν δύο ή περισσότεροι πολιτισμοί ή παραδόσεις συναντώνται. Ο αμφίδρομος επιπολιτισμός είναι επίσης δυνατός, αν και σπάνιος. Όπως, είναι δυνατή, και η αντιμέτωπη στάση δύο ανταγωνιστικών πολιτισμών, που ο κάθε ένας προσπαθεί να επιβληθεί πολιτισμικά επί του άλλου. Ο επιπολιτισμός αναφέρεται σήμερα κυρίως στην επίδραση του δυτικού πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ακραίες μορφές βίαιου επιπολιτισμού δημιουργούνται σε καταστάσεις κυριαρχίας και υποταγής κοινωνιών και λαών από άλλο πολιτισμό ή άλλο λαό με διαφορετική πολιτισμική παράδοση.
[xliv]    Με αποκορύφωμα τη σύγχρονή μας Παγκοσμιοποίηση.
[xlv]     Το παγκόσμιο σύστημα, που δημιούργησε ο δυτικός πολιτισμός είναι ο καπιταλισμός της παγκόσμιας αγοράς και του καταμερισμού της εργασίας. Το σύστημα αυτό διαχωρίζει τον κόσμο σε κέντρο και περιφέρεια, με άνιση ανταλλαγή των τεχνολογικών προϊόντων του κέντρου προς την εργασία της περιφέρειας. Η δημιουργία, η επιβίωση και η επέκταση του παγκόσμιου συστήματος, απαιτούν την πολιτισμική μεταμόρφωση της περιφέρειας με οικονομικές και πολιτικές δράσεις, αλλά και με επιπολιτισμό. Τα αναγεννητικά κινήματα και η πολιτισμική επίδραση της περιφέρειας προς το κέντρο θα απειλήσουν την παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης και το παγκόσμιο σύστημά της, (σύμφωνα με τη θεώρηση του Immanuel Wallerstein).
[xlvi]  Δημήτρης Α. Μαυρίδης, Το τέλος του οριενταλισμού; , Άρδην, τεύχος 81, Αθήνα 2010
[xlvii] Αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο η έκκληση για σταυροφορία που απηύθυνε ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο Γ΄στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η διαφαινόμενη τότε εξέγερση των αποικιών φαινόταν ότι θα απειλούσε την Ευρώπη και την παγκόσμια κυριαρχία της.
[xlviii]  Anthony Pagden, Worlds at  War. The 2.500-Year Struggle Between East and West, Oxford University Press, New York 2008. Ο συγγραφέας έχει διδάξει στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Κέιμπριτζ και του Χάρβαρντ.
[xlix]  Paul Cartledge, Θερμοπύλες. Η Μάχη που άλλαξε τον κόσμο, Λιβάνης, Αθήνα 2008. O συγγραφέας είναι καθηγητής της ελληνικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
[l]      Αποκρουστική αναπαράσταση της Μάχης των Θερμοπυλών. Οι Πέρσες απεικονίζονται ως δαίμονες, μαύροι ή με σκούρο μεσοανατολικό χρώμα και οι Έλληνες φαίνονται σαν να βγήκαν από σύγχρονο γυμναστήριο, ενώ ο Λεωνίδας δεν κουράζεται να κραυγάζει: Μη κρατάτε αιχμαλώτους! Έτσι, ο πολιτισμός εξομοιώνεται με την ιδέα της εξολόθρευσης των βαρβάρων. Το φιλμ αυτό εκτός από τα ταμεία στόχευε και στη δαιμονοποίηση του Ιράν.
[li]     Claude Levi-Strauss, Race et histoire, Guntier, Paris 1960, σελ. 22. 
[lii]    Alain Gresh, The West’s selective reading of history, Le Monde diplomatique, January 2009.
[liii]   Tzvetan Todorov, La peur des barbares. Au-dela du choc des civitisations, Robers Laffont, Paris 2008.
[liv]   Alain Gresh, ο.π.
[lv]    Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση, Αθήνα 2008.



Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Παράδοση καί ἐκσυγχρονισμός.




Πολύς λόγος γίνεται γιά τήν παράδοση μας καί μόνιμες εἶναι οἱ παραινέσεις γιά τήν ἀνάγκη τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ μας.  Ἡ παράδοσή μας εἶναι τεράστια: εἶναι οἱ δοκιμασμένοι θεσμοί πού συνεχίζουμε νά ἐφαρμόζουμε, ὁ τόπος καί ἡ μορφή πού τοῦ δίνουμε, ἡ γλώσσα ὅπως ἐξελίσσεται καί ἡ ἱστορική μνήμη ὅπως τήν ἀντιλαμβανόμαστε. Ἐκσυγχρονισμός εἶναι κάθε προσπάθεια προσαρμογῆς τῆς παράδοσης στόν σύγχρονο κόσμο, δηλαδή κάθε ἀντίληψη πού σκοπεύει νά ἀντικαταστήσει ἤ νά βελτιώσει τούς θεσμούς, κάθε ἐνέργεια καί δράση γιά νά μεταβάλει τή μορφή τοῦ τόπου, νά μεταλλάξει τή γλώσσα καί τή γραφή καί νά δεῖ μέ ἄλλο βλέμμα τήν ἱστορία.
Ἡ παράδοση ἀποτελεῖ μία συνεχή γραμμή πού διασχίζει τό χρόνο καί μᾶς παραδίδεται ἀπό τή μία στιγμή τήν ἄλλη, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀντίστοιχα τήν παραδίδουμε σ’ αὐτούς πού μᾶς ἀκολουθοῦν. Κάθε στιγμή ἡ παράδοση προσαρμόζεται καί ἐκφράζεται μέ κάποιους διαφορετικούς τρόπους, ὥστε νά βρίσκεται σέ συμφωνία μέ τά αἰτήματα τῶν καιρῶν. Γι’ αὐτό ὁ ἐκσυγχρονισμός ἀποτελεῖ μία ἀνάγκη πού ἀκολουθεῖ πάντα τήν παράδοση.
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ χώρα μας βρίσκεται ἀπό αἰῶνες σέ μία κατάσταση συνεχοῦς ἐκσυγχρονισμοῦ ἤ τουλάχιστον σέ ἕνα συνεχές καί μόνιμο αἴτημα γιά ἐκσυγχρονισμό. Καί μάλιστα θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι στή χώρα μας ἡ ἔννοια τῆς παράδοσης συχνά καταλήγει νά εἶναι ἀσύμβατη πρός τίς μορφές τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ πού προτείνονται. Ἐμφανίζονται ἔτσι, παράδοση καί ἐκσυγχρονισμός, σάν ἔννοιες ἀντιθετικές καί μόνιμα ἀντίπαλες. Αὐτό δέν φαίνεται νά συμβαίνει σέ ἄλλες χῶρες, ὅπου ὁ ἐκσυγχρονισμός ἀποδέχεται τήν παράδοση καί δέν ἐπιδιώκει νά τήν καταργήσει ἤ νά τήν μεταβάλει.
Βλέπουμε ἔτσι τό παράδοξο σέ ἄλλες χῶρες νά ἐπιστρατεύονται μόνιμα γιά νά στηρίξουν τό ἔθνος τἀ ὑπάρχοντα ἰδεολογικά στηρίγματα, ἡ συχνά ὁλιγόχρονη ἱστορία τους καί ἡ περιορισμένη πνευματική παράδοσή τους, ἐνῶ στήν Ἑλλάδα κανείς δέν ἀναφέρεται στήν τεράστια παράδοση, τή μακραίωνη ιστορία, τή γιγαντιαία πνευματική δημιουργία καί τά πλήθη τῶν παραδειγμάτων καί τῶν προτύπων.
Πῶς, ὅμως, νά γίνει ἐπίκληση τῶν παραδόσεων καί τῶν ἀξιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, –ὅπως δέν διστάζουν νά κάνουν οἱ ἄλλοι γιά τά δικά τους ἔθνη–, ὅταν αὐτά καλύπτονται ἀπό τή λήθη καί τήν ἄγνοια; Καί γιά αὐτό δέν εἶναι μόνο ὑπεύθυνος ὁ συμβατικός χαρακτήρας τῆς παιδείας, ἀλλά κυρίως ἡ στάση τῶν φορέων τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν τόπο, τήν ἑλληνική ὑπόσταση, τή γλώσσα καί τήν ἱστορική μνήμη. Ἀποκοπή πού ἐνισχύεται κάθε ἀπόγευμα ἀπό τήν ὀργουελλιανή ἑλληνική τηλεόραση, ὅπως αὐτή ἐπιβάλλει γνῶμες, πρότυπα καί ἀξίες σέ κάθε ἑλληνική οἰκογένεια.
Μποροῦμε λοιπόν νά διαπιστώσουμε ὅτι στή χώρα μας ἡ παράδοση μέ κανένα τρόπο δέν λαμβάνεται ὑπόψη καί δέν εἶναι συντελεστής στίς ἀποφάσεις πού παίρνονται. Ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι ἡ χώρα ὅπου ἡ παράδοση εἶναι ἀμέσως ὁρατή καί ὅπου ἡ παράδοση ὑφίσταται ὡς κάτι θεμελιῶδες καί μή μεταβλητό. Ἴσα-ἴσα ἡ παράδοση θεωρεῖται στήν Ἑλλάδα κάτι πού πάντα εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀντικατασταθεῖ μέ κάτι ἄλλο, πού πάντα φαντάζει καί ἐμφανίζεται ὡς καλύτερο. Ὡστόσο, σέ μία συνεχή διαδοχή υἱοθέτησης θεσμῶν καί πρακτικῶν οἱ Ἕλληνες ἀρνοῦνται πεισματικά νά ἀποδεχθοῦν στήν πράξη τούς πολιτικούς καί οἰκονομικούς θεσμούς τῶν ἄλλων, κυρίως τῶν Δυτικῶν, πού ὅμως οἱ ἴδιοι θαυμάζουν καί φροντίζουν νά υἱοθετήσουν.
Τί συμβαίνει; Γιατί εἶναι δύσκολο, ἴσως καί ἀδύνατο νά συμμορφωθοῦμε μέ τά πρότυπα πού ἀποδεχόμαστε; Γιατί δέν μᾶς εἶναι δυνατόν νά ὑπερβοῦμε τίς ἀτομικές ἐπιδιώξεις; Γιατί στήν Ἑλλάδα ἀναδύονται μόνιμα καί ἐπίμονα τόσα προβλήματα; Τά ἐρωτήματα αὐτά ἐμφανίζονται καί πάλι μετά τό ἀδιέξοδο ὅπου ὁδηγηθήκαμε ἔπειτα ἀπό τήν ἱστορική ἐπιλογή μας νά συνεταιριστοῦμε μέ τούς Δυτικούς Εὐρωπαίους στό οἰκονομικό μόρφωμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Καί βέβαια ὡς μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καί ὡς μικρή καί ἀδύνατη οἰκονομικά χώρα ἀναγκαστήκαμε νά ἀποδεχθοῦμε χωρίς ὅρους τούς θεσμούς καί τίς πρακτικές πού οἱ Δυτικοί Εὐρωπαῖοι ἔχουν ἀναπτύξει καί μέ ἐπιτυχία χρησιμοποιοῦν. Ἄλλωστε, ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱ θεσμοί τούς ὁποίους προσπαθοῦμε νά ἑδραιώσουμε εἶναι δάνεια ἀπό τίς χῶρες τῆς Δύσης.
Ὡστόσο οἱ δυσχέρειες τοῦ παρόντος εἶναι καί οἱ εὐκαιρίες γιά τή δημιουργία τοῦ μέλλοντος. Τόν δρόμο αὐτό ἔχουν προλάβει νά μᾶς τόν ὑποδείξουν ἄλλοι. Σέ πρόσφατό ἄρθρο του στήν ἐφημερίδα «New York Times» ὁ διάσημος ἱστορικός Mark Mazower ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται πάντα στήν πρωτοπορία καί στήν ἐμπροσθοφυλακή τῶν ἀγώνων πού καθορίζουν τήν πορεία τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων. Σήμερα, πάντα κατά τόν Mark Mazower, ἔχουν τεθεῖ σέ ἀμφισβήτηση οἱ δημοκρατικές βάσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου καί ἡ δυνατότητά της νά παραμείνει ὡς ἀνταγωνιστική δύναμη στήν παγκόσμια σκηνή. Ὁ κ. Mazower ἀναφέρεται στά τελευταῖα 200 χρόνια τῆς παγκόσμιας ἱστορίας καί ἀναδεικνύει τή Μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση, τή Μικρασιατική Καταστροφή, τόν Πόλεμο τοῦ 1940-1941 καί τή σύγχρονη ἑλληνική ἱστορία ὡς σημεῖα σταθμούς γιά τό μέλλον τῆς Εὐρώπης καί τοῦ κόσμου. Γιά τή σημερινή θλιβερή κατάσταση ὁ κ. Mazower θεωρεῖ τήν Ἑλλάδα ὡς ἐμπροσθοφυλακή καί πρώτη γραμμή γιά τή δημοσιονομική ἐξυγίανση τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας καί ὡς καταλύτη τῆς διεργασίας πού θά ἐλέγξει τίς σημερινές ἀνισορροπίες καί θά ὑποχρεώσει τίς κυβερνήσεις νά ἀναλάβουν ρυθμιστικούς ρόλους. Πρόκειται γιά τά κύρια σημεῖα πού θά καθορίσουν τό μέλλον.



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Τί εξυπηρετεί το συμφέρον της χώρας;



Η δεινή δημοσιονομική και οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε τα δύο τελευταία χρόνια  φαίνεται να εξελίσσεται και να γιγαντώνεται χωρίς το πολιτικό μας σύστημα να κατορθώνει να την αντιμετωπίσει. Η υστέρησή μας και η συστηματική επιδείνωση των οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων είναι συνεχείς, ενώ  δεν διαφαίνεται προοπτική βελτίωσης της κατάστασης. Οι κίνδυνοι μάλιστα που μας απειλούν είναι τόσο μεγάλοι, ώστε θα πρέπει χωρίς καθυστέρηση να κινητοποιήσουμε όλες τις δυνάμεις που διαθέτουμε. Είναι αναγκαία μια πανστρατιά των πόρων μας, αλλά και των πνευματικών και ηθικών δυνάμεών μας . Θα περίμενε κανείς την εκδήλωση αναγεννητικών τάσεων και την οργάνωση εθνικών προσπαθειών για την αποφασιστική αντιμετώπιση της κατάστασης. Στην πραγματικότητα όμως, αδυνατούμε να χαράξουμε μία πολιτική ενίσχυσης της παραγωγής και δημιουργίας πλούτου, που είναι η βάση για μια αρχή, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την πίεση των δανειστών μας. Εδώ όμως, δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε και αυτά που έχουμε συμφωνήσει για να μπορέσουμε να δανειστούμε αμέσως κι άλλα, ώστε βραχυπρόθεσμα να επιβιώσουμε. Έτσι, η απογοήτευση μας έχει καταλάβει και έχουμε πια την εντύπωση ότι δεν μπορούμε να κατορθώσουμε τίποτε. Αρχή της κακοδαιμονίας μας φαίνεται να είναι το ότι το πολιτικό μας σύστημα εμφανίζει ανησυχητική αδράνεια, που φαίνεται να ξεκινά από την διακαή επιθυμία διατήρησης και διαιώνισης των κεκτημένων, ήγουν της νομής της εξουσίας και του πελατειακού κράτους.

Μία χλωμή προσπάθεια ανασύνταξης αποτελεί ο πρόσφατος σχηματισμός συναινετικής κυβέρνησης από τρία κόμματα και η ανάδειξη ως πρωθυπουργού ενός σοβαρού τεχνοκράτη με κύρος και γνώσεις, ο οποίος όμως προΐσταται μιας κυβέρνησης της οποίας παραδόξως δεν αποφάσισε ο ίδιος τη σύστασή της, ούτε επέλεξε τα μέλη της. Τέθηκε μάλιστα ένα όριο ζωής ελάχιστο και ανεπαρκές για το έργο που υποτίθεται ότι θα είναι το αποτέλεσμα του νέου κυβερνητικού σχήματος.  Έτσι, με την εκκρεμότητα του ότι πρέπει να γίνει κάτι δραστικό, κάτι να αλλάξει, διολισθαίνουμε στο να συζητούμε για τις επερχόμενες εκλογές. Αυτό, που είναι βέβαια το τελευταίο που μας χρειάζεται, αποκαλύπτει την παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος. Παθογένεια, που κύρια συμπτώματά της είναι η παντοδυναμία των κομματικών επιδιώξεων και συμφερόντων, αλλά και οι στενές φιλοδοξίες των προσώπων που έχουμε αναδείξει ως ηγέτες.

Είναι φανερό ότι οι κομματικοί σχηματισμοί ενεργούν ως κλειστές ομάδες συμφερόντων και στοχεύουν στην κατοχή και νομή της εξουσίας. Παράλληλα, οι κομματικοί ηγέτες που αποβλέπουν στην εξουσία χαρακτηρίζονται από στενά και απολύτως προσωπικά κίνητρα που περιορίζονται στην εξουσία και την κατοχή της. Πρόκειται για μετριότητες χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Αλλά και αμφότεροι οι δύο προηγούμενοι πρωθυπουργοί, καθώς και ο φιλόδοξος κομματικός αρχηγός, που στοχεύει με τις εκλογές στην εξουσία, στερούνται κάποιου οράματος που υπερβαίνει τους ίδιους τους εαυτούς τους. Κινούνται αποκλειστικά στα πλαίσια της φιλοδοξίας να κυβερνήσουν, όπως αυτή τους έχει επιβληθεί παιδιόθεν από τις οικογένειές τους. Γιατί εκεί εξαντλείται, χωρίς να τους υπερβαίνει, ο οραματισμός της πλειονότητας των φιλόδοξων πολιτικών μας, που κατά κανόνα είναι και ικανοί δημαγωγοί. Αλλά και σε ό,τι αφορά την επίκληση σε ιδεολογικές αξίες και σε παραδείγματα από την παράδοση και την ιστορία, δύσκολα οι έλληνες πολιτικοί μπορούν να αναφερθούν και να αντλήσουν απ’ αυτά γιατί δεν τα γνωρίζουν. Βλέπουμε έτσι, να αγνοούνται τα ιδεολογικά στηρίγματα, όπως η τεράστια παράδοση, η μακραίωνη ιστορία, η γιγαντιαία πνευματική δημιουργία και τα πλήθη των παραδειγμάτων και των προτύπων.

Ακόμη και θετικές εξελίξεις που μπορούν να δημιουργήσουν μια σωτήρια δυναμική χρησιμοποιούνται με κύριο γνώμονα τις κομματικές επιδιώξεις. Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά του τέως πρωθυπουργού που έσπευσε να δημαγωγήσει μετά την ευνοϊκή απόφαση των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να καταεξευτελιστεί κατόπιν μπροστά στο διεθνές κοινό. Τώρα τα κομματικά επιτελεία πλειοδοτούν και αποβλέπουν σε μελλοντικές εκλογές, στις οποίες ο κάθε ένας στηρίζει επιδιώξεις που δεν έχουν σχέση με την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας. Ο νέος πρωθυπουργός θα πρέπει να αφεθεί να ολοκληρώσει το έργο του και να βοηθηθεί σ΄ αυτό. Φαίνεται ότι είναι ικανός γι΄ αυτό.  Και μόνο το γεγονός ότι μετά από 30 ολόκληρα χρόνια είναι ο πρώτος σε ανώτατη κυβερνητική θέση που δεν μιλά τη γλώσσα της δημαγωγίας είναι εγγύηση για την αξία του και τη δυνατότητα να επιτύχει.

Το χθεσινό άρθρο του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλου στην «Καθημερινή» που έφερε τον τίτλο «Οι εκλογές δεν εξυπηρετούν το συμφέρον της χώρας» δείχνει με ενάργεια το πόσο τα κομματικά επιτελεία και οι αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων παραβλέπουν το συμφέρον της χώρας.