Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Εθνική σχιζοφρένεια



Ομολογώ ότι δεν παρακολουθώ την τηλεόραση και δεν έχω καλή γνώμη γι΄ αυτήν. Έχω την εντύπωση ότι η πολυγνωμία της τηλεόρασης και η ταχύτητά της επιβάλλουν  αντιλήψεις και στάσεις χωρίς κρίση. Γι’ αυτό μου είναι ξένοι οι τρόποι με τους οποίους η τηλεόραση χειρίζεται ζητήματα σοβαρά.

Οπωσδήποτε, η εκτενής διαφήμιση για την τηλεοπτική σειρά για την Επανάσταση του 1821 με οδήγησε στο να παρακολουθήσω την χθεσινοβραδινή πρώτη εκπομπή της σειράς. Μάλιστα η δήλωση του παρουσιαστή της σειράς ότι «η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού δεν γνωρίζει την ιστορία μας, παρά μόνο μέσα από στερεότυπα» μου φάνηκε ότι υπόσχεται πολλά. Αλλά και η επεξηγηματική φράση περί «γέννησης ενός έθνους» με τις ουσιαστικά διαφορετικές παραλλαγές της «γέννησης ενός έθνους-κράτους» και της «γέννησης ενός κράτους» κίνησαν το ενδιαφέρον μου. Έτσι, ξενύχτησα, αφού η σχετική συζήτηση μεταξύ των συντελεστών της σειράς, που ακολούθησε, κράτησε μέχρι μετά της μία το πρωί, όταν εγκατέλειψα απελπισμένος την τηλεόραση. Και όχι μόνο ξενυχτισμένος, αλλά και ζαλισμένος από τον λυσσώδη πόλεμο των απορρυπαντικών και τις θορυβώδεις επιδείξεις των υπερ-αυτοκινήτων που εξαπέλυσαν οι επίμονες διαφημίσεις που κάθε τόσο διέκοπταν την μετάδοση της εκπομπής.

Όπως και να έχει το πράγμα, έμεινα με πολλές απορίες. Στην αρχή εκείνο που κατάλαβα, ήταν ότι η σειρά έχει μια θετική αντίληψη για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν ήταν, λοιπόν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρασιτική, ούτε κύρια μέριμνά της ήταν η απομύζηση των υπηκόων της, ούτε οι ραγιάδες Ρωμηοί λίγο έλειψε να αφανιστούν. Δεν έγινε κανένας λόγος για τους δύο πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση. Ούτε έγινε κανένας λόγος για την ελληνική αναγέννηση, τη γέννηση του Νέου Ελληνισμού και τον ελληνικό Διαφωτισμό. Επαναλήφθηκε μόνο τρεις φορές, αν θυμάμαι καλά, η αιτίαση για σύνδεση του 1821 με τη «γέννηση ενός έθνους». Οι τρισδιάστατες αναπαραστάσεις γεγονότων και τόπων για τις οποίες διαφημίστηκε η «υπερπαραγωγή» δεν μου έκαναν εντύπωση, εκτός από τις ενδυμασίες και τα υπόλοιπα στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού. Απορίες μόνο μου γεννήθηκαν κατά τις περιπλανήσεις του παρουσιαστή σε διάφορες τοποθεσίες. Εκεί ο παρουσιαστής της σειράς, συγγραφέας κ. Πέτρος Τατσόπουλος με μεγάλη αυτοπεποίθηση και κάποια αυταρέσκεια προσπαθούσε να αποδείξει κάτι έξω από τα στερεότυπα. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Δεν κατάλαβα επίσης σε τί έγκειται ο τρόπος της παρουσίασης αυτής, που χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο τον κ. Τατσόπουλο ως «αντισυμπλεγματικός», πράγμα που μου δημιουργεί την απορία για το ποιός είναι ο «συμπλεγματικός» τρόπος παρουσίασης της ιστορίας. Ενδιαμέσως, ο κ. Θάνος Βερέμης, αφού παρουσίασε τα θετικά της τουρκικής διοίκησης, απεφάνθη μεταξύ άλλων ότι ένας από τους λόγους της μετοίκησης των ρωμαίικων πληθυσμών σε ορεινές περιοχές ήταν και ο υγιεινός ορεινός αέρας. Μπορούμε έτσι να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι οι Τούρκοι κατακτητές ξεκίνησαν από την Κεντρική Ασία για να εγκατασταθούν στις υγρές κοιλάδες και τις στενές πεδιάδες της Νότιας Ελλάδας και να καταταλαιπωρούνται από την ελονοσία. Εντύπωση επίσης μου προκάλεσε η αποσιώπηση της ανατολικής  Ελλάδας ως χώρου, όπου επεβλήθη η τουρκική διοίκηση με συνέπεια την εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών.

Μετά, ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των συντελεστών της εκπομπής που είναι έγκριτα πρόσωπα της ακαδημαϊκής ζωής. Εδώ, έμεινα με την εντύπωση ότι έγινε μια σχιζοφρενική ολοκληρωτική μεταστροφή των απόψεων που είχαν διατυπωθεί κατά το πρώτο μέρος που είναι και το πρώτο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς. Τώρα γίνεται πλέον λόγος για τη «γέννηση ενός έθνους-κράτους» και τη «γέννηση ενός κράτους», τσιμουδιά για τη «γέννηση ενός έθνους». Απ΄ ό,τι θυμάμαι, έγινε λόγος για τους Έλληνες που επαναστάτησαν, ώστε να συμπεράνει κανείς ότι οι Έλληνες υπήρχαν πριν την επανάσταση του 1821. Μάλιστα, ο κ. Θάνος Βερέμης αναφέρθηκε εκτενώς στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο και το έργο του. Το μόνο που θυμάμαι καθαρά είναι η αναφορά του κ.Θάνου Βερέμη στις ονομασίες των Ελλήνων. Βέβαια, απέρριψε την ονομασία «Ρωμηός» και μάλιστα δεν αναφέρθηκε στους «Ρωμαίους», όπως αποκαλούνταν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας και έφθασε να αποδώσει την ονομασία «Ρωμηός» στους Τούρκους. Αποκόπτεται έτσι η σύνδεσή μας με την ανατολική διάσταση της Ελλάδας και αποσιωπάται το βυζαντινό μας παρελθόν.

Εν κατακλείδι θέλω να πω ότι το μόνιμα διηρημένο ελληνικό έθνος βρίσκει, ή του βρίσκουν, αφορμές για νέες διαιρέσεις. Μέχρι τώρα συζητούσαμε αν είμαστε Ανατολή ή Δύση. Τώρα πλέον συζητάμε και για το πότε δημιουργήσαμε το έθνος μας και ποιά είναι η ιστορία μας. Το σίγουρο είναι ότι η κρίση ταυτότητας βοηθά την παγκοσμιοποίηση.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Δόγμα αμοιβαίας ανοχής και συνεργασίας



Η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αυτή των ΗΠΑ, και η δεύτερη μεγαλύτερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία του κόσμου, αυτή της Κίνας, βρίσκονται σε μια κατάσταση αυξανόμενης αλληλεξάρτησης. Αυτό φαίνεται να έγινε χωρίς να υπάρξει ανάλογη πρόθεση ή σχεδιασμός, όπως θα υποστήριζε κάποια θεωρία συνομωσίας. Η αλληλεξάρτηση των δύο κολοσσιαίων οικονομιών υφίσταται στην πράξη αν και για ορισμένους σε αμφότερες τις ΗΠΑ και την Κίνα φαίνεται ότι δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη και αποδεκτή. Πρόκειται για αναγκαστικό συνεταιρισμό, τον οποίο κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος και ικανός να κόψει τα δεσμά του που γίνονται ολοένα πιο σφικτά, τόσο ώστε η διάρρηξη τους να σημάνει κλονισμό της παγκόσμιας οικονομίας.

Η εξάρτηση της Κίνας από τις ΗΠΑ ξεκινά από το ότι οι ΗΠΑ αποτελούν την κύρια αγορά για τα φθηνά ανταγωνιστικά προϊόντα της Κίνας. Χωρίς την αγορά των ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη του κόσμου, η Κίνα δεν θα είναι σε θέση να επιτύχει τους ρυθμούς ανάπτυξης στους οποίους έχει συνηθίσει και τους οποίους επιθυμεί για το μέλλον. Οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν αντιδρούν στη ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας, αλλά φαίνεται ότι την ενισχύουν. Η οικολογική σημασία της εξέλιξης αυτής είναι πολύ σοβαρή, αφού στην παγκόσμια ανισορροπία που δημιουργεί η καταναλωτική μανία του αναπτυγμένου αστικού Βορρά προστίθεται και ο ανάλογος καταναλωτικός ζήλος των νεοπαγών Κινέζων καταναλωτών.

Οι ΗΠΑ, με χρόνια και αυξανόμενα ελλείμματα και ένα γιγαντιαίο εθνικό χρέος εξαρτώνται απολύτως από την Κίνα. Μάλιστα οι ελπίδες για αντιμετώπιση της μεγάλης ανεργίας των ΗΠΑ βασίζονται στις ελπίδες εξαγωγών προς την Κίνα. Τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου έχουν ως κύριο αποδέκτη τα θησαυροφυλάκια της Κίνας, όπου συσσωρεύεται ένας όγκος ομολόγων που τείνει να ξεπεράσει το τρισεκατομμύριο δολαρίων. Η Κίνα επιτρέπει στις ΗΠΑ να ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους.

Η κατάσταση αυτή μοιάζει με μια οικονομική παραλλαγή του δόγματος που κυριάρχησε στον Ψυχρό Πόλεμο. Πρόκειται για το δόγμα της αμοιβαία εγγυημένης πυρηνικής καταστροφής, σύμφωνα με το οποίο οι τότε δύο αντίπαλοι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ βρισκόταν σε δυναμική πυρηνική ισορροπία, αφού κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να καταστρέψει τον αντίπαλο χωρίς να καταστραφεί και ο ίδιος από το αναπόφευκτο δεύτερο πυρηνικό πλήγμα. Αλλά, βέβαια, αντίθετα προς τους αντιπάλους του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα Κίνα και ΗΠΑ δεν έχουν σχέση αντιπάλου, αλλά μάλλον συνεργατών. Σήμερα οι δύο συνεταίροι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον συνεταιρισμό τους, χωρίς να καταστραφούν οικονομικά. Πρόκειται για ένα δόγμα αμοιβαία εγγυημένης οικονομικής καταστροφής.

Είναι επόμενο ότι και στις δύο χώρες υπάρχουν γνώμες που βλέπουν την άλλη χώρα ως αντίπαλο. Πολλοί στις ΗΠΑ πιστεύουν ότι η Κίνα είναι, ή θα είναι, σε θέση να χειριστεί τα ομόλογα των ΗΠΑ για να δημιουργήσει χάος στην οικονομία των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει την απώλεια της οικονομικής αυτοδυναμίας και κυριαρχίας των ΗΠΑ. Υποστηρίζεται έτσι ότι η Κίνα έχει τη δυνατότητα να εκβιάσει τις ΗΠΑ σε ευαίσθητα πολιτικά και γεωπολιτικά θέματα. Ανάλογα, ορισμένοι Κινέζοι υποστηρίζουν ότι η χώρα τους είναι υποχείριο του αμερικανικού δολαρίου και ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο.

Οπωσδήποτε, η Κίνα δεν έχει κανένα λόγο για να πωλήσει μαζικά τα ομόλογα των ΗΠΑ και ούτε έχει και πιθανό αγοραστή. Έτσι, η Κίνα ως κάτοχος τεραστίων αξιών των ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα προσεκτική σε ό,τι θα μπορούσε να βλάψει την οικονομία των ΗΠΑ.

Είναι φανερό ότι τα πράγματα επιβάλλουν μία συνεργατική συνύπαρξη. Είτε αμφότεροι κερδίζουν, είτε αμφότεροι χάνουν.

Πρόκειται για την ρίζα μίας αναπόφευκτης συμμαχίας; Αυτό δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε, μάλλον έχουμε να κάνουμε με μία εμπορική συνεργασία και αναγκαστική ανοχή.

Όπως και να έχει το πράγμα η κατάσταση αυτή, παρά τις διαμαρτυρίες των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, φαίνεται να ευνοεί την παγκόσμια σταθερότητα και να εξομαλύνει τις αντιθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας και η φρενήρης ανάλωση πόρων από τις ΗΠΑ έχουν οικολογική σημασία που πρέπει να μας απασχολήσει.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Το Έθνος βλάπτει σοβαρά την παγκοσμιοποίηση;




Δύο ήταν τα μεγάλα τρίπτυχα του αστικού βίου και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας: το ένα «ησυχία-τάξη-ασφάλεια», το άλλο «θρησκεία-πατρίδα-οικογένεια». Το πρώτο συνδέθηκε στη χώρα μας με την αστυνομική τρομοκρατία και την καταστολή κάθε πρωτοβουλίας που μπορούσε να απειλήσει κατεστημένες συμπεριφορές. Αποτέλεσμα ήταν να φτάσουμε σήμερα στο αντίθετο άκρο «μπάχαλο-ασυδοσία-ανασφάλεια», συνδεδεμένο πλέον με ποικίλης προελεύσεως ανεξέλεγκτη τρομοκρατία.

Στο δεύτερο τρίπτυχο, αφού διαβρώθηκε βαθιά η θρησκεία και η οικογένεια, υποσκάπτονται ήδη συστηματικά οι έννοιες της πατρίδας και του έθνους, εν προκειμένω του ελληνικού έθνους. Το εθνικό μετονομάζεται αυθαίρετα σε εθνικιστικό, ώστε να προκαλέσει απέχθεια. Ξέρω βέβαια ότι έθνος και εθνικό στη χώρα μας συνδέθηκε με την «εθνικοφροσύνη»,  που πολλοί την καπηλεύτηκαν κι άλλοι τόσοι την πλήρωσαν ακριβά. Το σχήμα όμως αυτό δε λειτουργεί πλέον ή έχει περιοριστεί σε κάποια στενόμυαλα απολιθώματα. Ξέρω επίσης ότι η θεωρία της παγκοσμιοποίησης έχει ως πρώτο στόχο της την αποδόμηση των εθνικοτήτων και την εξάλειψη των χαρακτηριστικών τους. Η παγκοσμιοποίηση βέβαια κάνει τη δουλειά της. Το ζήτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Θα θυσιάσουμε την Ελλάδα στην παγκοσμιοποίηση; Πού είναι το όριο;

Είναι άραγε εθνικισμός να μαθαίνουν τα παιδιά ότι έχουν πατρίδα τους την Ελλάδα ή να μαθαίνουν αυτό που υπήρξε η Ελλάδα ή να μαθαίνουν να αγαπούν την πατρίδα τους, τη γλώσσα, τον τόπο, τη χώρα, το λαό της, τη ζωή του; Αυτά είναι τα ριζώματα της ψυχής. Χωρίς αυτά η εκπαίδευση είναι αφυδατωμένη και άγονη, αφήνει τους νέους αβοήθητους, χωρίς στηρίγματα να πελαγοδρομούν στους ανέμους, να παραδίδονται και να ενδίδουν πρόθυμα, αρκεί «να περνάνε καλά». Απορρίπτοντας τον εθνικισμό θα απορρίψουμε και το έθνος; Πού είναι το όριο;

Ωστόσο, και άσχετα από τις αντιμαχόμενες απόψεις, νηπιαγωγοί και δάσκαλοι κάνουν αυτό που ξέρουν. Προ ημερών ο εγγονός μου γυρίζοντας από τον παιδικό σταθμό, που είπε όλο χαρά το τραγούδι που έμαθε: «Δε χορταίνω να βλέπω εσένα, ω πατρίδα, Ελλάδα - Ελλάδα» !

Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση, είπατε; Γιατί όχι; Ενοχλείται η παγκοσμιοποίηση;

Κωστας Μπαλασκασ
(Από το περιοδικό Νεα Πορεια, τεύχος 133/2010)

Όχι άλλες αυταπάτες



Άλλη μια έκθεση ιδεών για την παιδεία διαβάσαμε πρόσφατα, γραμμένη από την αρμόδια Υπουργό κυρία Διαμαντοπούλου πρόκειται πάλι για το «νέο σχολείο» (έχω ένα βιβλιαράκι με τον ίδιο τίτλο από τον καιρό του Τρίτση) που είναι καθ΄ οδόν, και που θα έχει, λέει, για κέντρο το μαθητή. «Πρώτα ο μαθητής» είναι το σύνθημα, εξειδικεύοντας έτσι το σχολείο το γενικό «πρώτο ο πολίτης» που εφαρμόζεται ήδη επιτυχώς σε όλη την επικράτεια και ιδιαίτερα μετά την οικονομική μας χρεοκοπία.

Η χρεοκοπία και πώς θα βγούμε (αν βγούμε) απ’ αυτήν είναι πλέον το μόνο θέμα και δεν πρέπει να καλλιεργούμε αυταπάτες. Μια αυταπάτη θα ήταν να δεχτούμε τη θεωρία που καλλιεργούν ορισμένοι, ότι δηλαδή για τη χρεοκοπία του κράτους φταίμε όλοι. Όχι. Υπάρχουν συγκεκριμένου υπεύθυνοι και «επώνυμοι» ένοχοι αλλά πρωτίστως φταίνε τα πολιτικά κόμματα όλα, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Θα ήταν όμως εσχάτη πλάνη να νομίσουμε ότι θα τιμωρηθούν ή θα λογοδοτήσουν.

Άλλη αυταπάτη θα ήταν να πιστέψουμε πως η χρεοκοπία μας είναι μόνο οικονομική και ότι αν καταφέρουμε να εξοικονομήσουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάποια χρήματα ώστε να μειωθούν τα ελλείμματα, θα ορθοποδήσουμε. Λάθος. Διότι πριν από την κατάρρευση της οικονομίας είχε ήδη προ πολλού καταρρεύσει η παιδεία, η δικαιοσύνη, η ασφάλεια, η κοινωνική συνοχή, η πολιτική ηθική, η ατομική ευθύνη, η δημόσια διοίκηση και γενικά η κρατική αξιοπιστία. Όλοι είχαμε συμβάλει, με τον τρόπο του ο καθένας, σ’ αυτή την κατάρρευση. Για όλ’ αυτά, όμως, που συνοψίζονται στις λέξεις διαφθορά, διάβρωση του κοινωνικού ιστού, αμοραλισμός, μηδενισμός λαϊκισμός δεν μπορεί να προτείνει μέτρα το Δ.Ν.Τ. ή η Ε.Ε. και επομένως όλα θα παραμείνουν ως έχουν ή θα επιδεινωθούν. Εδώ είναι το πρόβλημα.

Από τις σελίδες αυτές έχουμε τονίσει κατ’ επανάληψη ότι πριν από τα ουσιώδη για την παιδεία (ή, ό,τι άλλο) υπάρχουν τα στοιχειώδη, οι προϋποθέσεις, το sine qua non. Και έχουμε τονίσει επίσης ότι στον τόπο μας δεν είναι τα ουσιώδη που λείπουν αλλά τα στοιχειώδη, χωρίς τα οποία κάθε συζήτηση επί της ουσίας δεν έχει νόημα και είναι ανεδαφική. Πρώτο στοιχειώδες είναι η αποδοχή του δημοκρατικού πολιτεύματος και ένα minimum καλής πίστης. Δε γίνεται να μιλήσουμε για τα ουσιώδη όσο η κοινωνική ζωή είναι εκτεθειμένη στον «τσαμπουκά» της κάθε αυτοσχέδιας συμμορίας και των επαγγελματιών αγωνιστών του κρατικοδίαιτου κομματικού συνδικαλισμού που «διεκδικεί» συντεχνιακά προνόμια· ούτε όσο οι βασικές αρχές και αξίες του πολιτεύματος ακυρώνονται ακόμη και από κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα ή όσο οι διάφορες «Επιτροπές», Πρωτοβουλίες και οργανωμένες μειοψηφίες ακυρώνουν αυθαίρετα και με  τη βία τις νόμιμες αρχές, όσο το ποινικό και το ψυχοπαθολογικό αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικό, όσο οι νόμοι απλώς υπάρχουν χωρίς να εφαρμόζονται και χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται για την εφαρμογή τους· ούτε όσο δικαστικές αρχές χειραγωγούνται και οι δικαστικές αποφάσεις δεν εκτελούνται· ούτε όσο φορείς και κόμματα της δικομματικής εξουσίας ανταγωνίζονται και διαφωνούν δήθεν πάντοτε και για όλα, ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλή μετάβαση από την κλεφτουριά (αγώνα) στο αρματωλίκι (εξουσία)· ούτε όσο παραμένουν στα Μ.Μ.Ε. οι γνωστοί λαϊκιστές που διαβουκολούν την κοινή γνώμη στην κακοπιστία και τη «μαγκιά» .

Αν και όταν απαλλαγούμε από αυτά και τα παρόμοια καρκινώματα, αν και όταν δηλαδή καλυφτούν τα στοιχειώδη και τα αυτονόητα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για σχεδιασμό, για οργάνωση, για προγραμματισμό, για ανάπτυξη, για ΑΝΟΡΘΩΣΗ. Τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά και για εκπαίδευση.

Κωστασ Μπαλασκασ
(Από τη Νεα Παιδεια , τεύχος 134/2010)


Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Κωστής Α. Τσιούμης, Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960). Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006, σ.σ. 354



Η δεκαετία του 1950 φαίνεται σήμερα να είναι η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν οι κρίσιμες επιλογές και διαμορφώθηκαν οι συνθήκες, οι οποίες και καθόρισαν τη σημερινή πραγματικότητα της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη.
Η δεκαετία του 1950 ακολούθησε τον καταστρεπτικό ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Κατά τη διάρκειά της άρχισε μία μακρά περίοδος διακυβέρνησης της Ελλάδας από κυβερνήσεις του συντηρητικού πολιτικού χώρου, νικητή της εμφύλιας διαμάχης  της περιόδου 1946-1949. Την ίδια εποχή σχηματοποιήθηκε η παγκόσμια αναμέτρηση μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών και της χώρας που θέλησε να επιβάλει τον μαρξιστικό σοσιαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Τη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα συνέχισε να βρίσκεται στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου. Αποτέλεσε μάλιστα μια χώρα στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με εκτεταμένα σύνορα προς τις βαλκανικές σλαβικές χώρες, που έλεγχε η ΕΣΣΔ. Αμυντική επιλογή της χώρας υπήρξε η ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο και η προσέγγιση προς την Τουρκία. Την ίδια εποχή, και καθυστερημένα λόγω του εμφυλίου πολέμου, η Ελλάδα έθεσε την αυτοδιάθεση και Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ως δίκαια απαίτηση μετά τη στάση της κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ως ανάγκη που επέβαλε η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την αποικιακή της αυτοκρατορία. Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ (1952) υποχρέωσε τη χώρα να υιοθέτηση το ιδεολόγημα της ελληνοτουρκικής φιλίας, προς χάρη του οποίου έγιναν σημαντικές παραχωρήσεις προς την σύμμαχο και φίλη τότε Τουρκία. Ωστόσο, η ελληνοτουρκική φιλία και η επιδίωξη της Ένωσης αποτελούσαν στόχους αντιφατικούς. Η έναρξη του ένοπλου αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου την 1η Απριλίου 1955 και η εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για τον αφανισμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου το 1955 επηρέασαν άμεσα την ασκούμενη από την Ελλάδα μειονοτική πολιτική. Αλλά, η ανατροπή της ισορροπίας στο επίπεδο των μειονοτήτων μεταξύ Ελλάδας–Τουρκίας δεν εμπόδισε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο να επιχειρήσει ένα τρίτο πείραμα ελληνοτουρκικής φιλίας που οδήγησε, λίγο μετά το 1960, στην υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου και την ίδρυση του κυπριακού κράτους.
Το βιβλίο του Κωστή Α. Τσιούμη εξιστορεί και αναλύει τις εξελίξεις στο πολιτικό και το διπλωματικό πεδίο κατά την περίοδο αυτή όπως και τις ρυθμίσεις που έγιναν τις σχετικές με την εκπαιδευτική πολιτική προς τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Ή, με άλλα λόγια, το πώς η Τουρκία πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τον εκτουρκισμό μιας μειονότητας που βρισκόταν έξω από τα σύνορά της.
Η εξιστόρηση αρχίζει με τη διάκριση παλαιομουσουλμάνων και νεωτεριστών στους κύκλους της Μουσουλμανικής Μειονότητας και την αναφορά του πώς το 1931 η παλαιομουσουλμανική ηγεσία της μειονότητας απομακρύνθηκε από την Ελληνική Θράκη χωρίς οποιαδήποτε ανταλλάγματα. Κύριος λόγος για την αποκοπή της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας από τη Μουσουλμανική Μειονότητα ήταν η σημασία που αποδόθηκε στην ελληνοτουρκική φιλία. Από την εποχή εκείνη αρχίζουν οι διαδικασίες, οι οποίες καταλήγουν στην εμφάνιση της ετερογενούς Μουσουλμανικής Μειονότητας ως ενιαίου σύνολου, ώστε να φθάσουμε το 1952 στην παράδοση του εκπαιδευτικού συστήματος σε διαδικασίες εναρμονισμού προς την τουρκική πραγματικότητα. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου προχώρησε σε πλήρη εφαρμογή της αντίληψης ότι η Μουσουλμανική Μειονότητα είναι τουρκική και στην εφαρμογή της διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία. Στη συνέχεια αναλύεται η μορφωτική συμφωνία του 1954, η ουσία της οποίας βασίστηκε στην ελληνική αποδοχή της τουρκοποίησης της μειονότητας και την ανοχή της ελληνικής διοίκησης προς τις δραστηριότητες του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής. Η επιβολή της τουρκικής εθνικής συνείδησης έγινε λοιπόν μέσω της εκπαίδευσης για χάρη του ιδεολογήματος της ελληνοτουρκικής φιλίας, όπως υπαγορεύονταν από τις γεωπολιτικές ανάγκες της εποχής εκείνης.
Εξιστορείται κατόπιν η εξέλιξη του Κυπριακού με την ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ το 1954, την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ και την εκδήλωση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Κύπρο. Οι επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών γίνονται αμέσως αισθητές στη Θράκη, όπου παρατηρείται κύμα φυγής των μουσουλμανικού πληθυσμού, το οποίο μάλιστα θα ενταθεί μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα μάλλον της αβεβαιότητας που αισθάνονταν οι μουσουλμάνοι της μειονότητας, παρά ως αποτέλεσμα διοικητικών μέτρων. Παράλληλα, η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την μειονότητας τίθεται σε αμφισβήτηση. Είχαν δικαιωθεί οι επιφυλάξεις των καχύποπτων και έγινε κατανοητό ότι η ελληνική πλευρά είχε προχωρήσει σε αδικαιολόγητες υποχωρήσεις στη Θράκη. Η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε σε μια πολιτική υποστήριξης των παλαιοτουρκικών τάσεων της μειονότητας, χωρίς όμως να επιδιώξει την ένταξή της στην ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, το 1958 σηματοδοτεί τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για επαναπροσέγγιση προς την Τουρκία. Το νέο πρόγραμμα των μουσουλμανικών σχολείων δίνει έμφαση στις θρησκευτικές αρχές, αλλά δεν αμφισβητεί την τουρκική ως μόνη γλώσσα των τριών τμημάτων της μειονότητας. Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία το 1959 οδήγησε στη συγκρότηση επιτροπής για τη μελέτη της κατάστασης των δύο μειονοτήτων εκατέρωθεν του Έβρου. Στις συζητήσεις μεταξύ των μελών της επιτροπής διατυπώθηκαν από τουρκικής πλευράς αξιώσεις, όπως: η αναγνώριση της Μουσουλμανικής Μειονότητας της Θράκης ως τουρκικής με τροποποίηση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης, η στενή επικοινωνία με τη μητέρα–πατρίδα Τουρκία, οργάνωση της μειονότητας σε σωματεία, αναγνώριση των Πομάκων ως Τούρκων.
Η όλη μελέτη δίνει καθαρά την εικόνα του αμήχανου ελληνικού κράτους, το οποίο διαχειρίζεται τη Θράκη ως μία χώρα των συνόρων και του οποίου τα υπεύθυνα όργανα αγνοούν τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και διαπράττουν σωρεία σφαλμάτων. Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης αντιμετωπίζεται με άγνοια και θεωρείται ξένο σώμα. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια προσεταιρισμού της, παρά το γεγονός ότι η στάση των ελληνικών αρχών δεν απέχει πολύ από το να είναι άψογη. Ωστόσο, η ελληνική στάση ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα αδυναμίας και φόβου. Επετράπη έτσι, στην Τουρκία να ασκήσει μία πολιτική με στόχο τη γλωσσική και πολιτισμική ενοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Ελληνικής Θράκης. Οι διαθέσεις και οι τακτικές της τουρκικής πολιτικής διατυπώνονται και αναλύονται με σαφήνεια. Πρόθεσή της, εκτός από τη δημιουργία κλίματος έντασης για να αποτραπεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, είναι η εθνική ομογενοποίηση της μειονότητας και η χειραγώγησή της. Η ελληνοτουρκική φιλία δεν είναι ικανή να απομακρύνει την προσήλωση της Τουρκίας στο Εθνικό Συμβόλαιο του Κεμαλισμού, το οποίο περιλαμβάνει στις τουρκικές διεκδικήσεις και τη Θράκη. Πάγια είναι η διεκδικητική πολιτική του τουρκικού κράτους, που λειτουργεί παράλληλα με την άσκηση κάθε μορφής πιέσεων σε βάρος των μουσουλμάνων μέσα στην ελληνική επικράτεια.
Εν τέλει, η όλη στάση της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής πολιτείας δεν άφησαν την Ελλάδα να ακολουθήσει την κλιμακούμενη τουρκική διεκδικητική στάση, που κορυφώθηκε με τον αφανισμό των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο. Παρά τη δυσμενή επίδραση των γεγονότων του 1955, δεν δόθηκε από την ελληνική πλευρά ανάλογη απάντηση και δεν εφαρμόσθηκαν μορφές αμοιβαιότητας. Το γεγονός αυτό, που τιμά την ελληνική κοινωνία και την ελληνική πολιτεία, δεν είναι ευρύτερα κατανοητό και κυρίως δεν προβάλλεται. 
Κατά τη γνώμη μας, όσοι θα διαβάσουν το βιβλίο αυτό θα αντιληφθούν την επεκτατική φύση της τουρκικής πολιτικής, πράγμα που δεν διευκρινίζεται σε ανάλογες μελέτες, όπου συνήθως στο όνομα της επιστημονικής αντικειμενικότητας και μέσα στην αντίληψη του πολιτικώς ορθού τα πράγματα παρουσιάζονται έτσι, ώστε να εξισώνεται το θύμα με τον θύτη.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι υποδειγματική όσον αφορά τη χρήση των πηγών και την απόσταση που παίρνει ο μελετητής από τα γεγονότα. Η έκθεση και η παράθεση των γεγονότων γίνονται αντικειμενικά και χωρίς πάθος. Το ύφος είναι μετριοπαθές και το όλο κείμενο διαβάζεται με ευκολία. Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει πάνω από 300 τίτλους και είναι πολύ ικανοποιητική. Τα ευρετήρια είναι πλήρη και χρηστικά.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι πολλαπλώς χρήσιμη για όσους ενδιαφέρονται για τα μειονοτικά θέματα της Θράκης, αλλά και για τον αναγνώστη και τον υπεύθυνο πολίτη που επιθυμεί να γνωρίσει την προβληματική που διαμορφώθηκε στη Θράκη. Θα ήταν σκόπιμο το βιβλίο αυτό να διαβαστεί από κάθε πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση στη Θράκη ή διαχειρίζεται θέματα σχετικά με τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Μάλιστα, θα βοηθούσε πολύ η μετάφρασή του στα αγγλικά, όπως πιθανόν φιλοδοξεί να κάνει ο συγγραφέας, αν κρίνουμε από τον ψευδότιτλο, ο οποίος είναι τυπωμένος στην αγγλική.

Παναγιώτης Γ. Παπαδημητρίου, Οι Πομάκοι της Ροδόπης. Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870–1990). Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, 232 σσ



Αρκετές μελέτες, ελληνικές και ξένες, πλούτισαν πρόσφατα τη βιβλιο­γραφία, τη σχετική με τους Πομάκους της Ροδόπης. Το βιβλίο του κυρίου Π. Παπαδημη­τρίου είναι μια από τις πιο τεκμηριωμένες και επιστημονικά πλούσιες απ' αυτές. Το βιβλίο επιχειρεί μια συνολική έκθεση της πραγματικότητας που αποτελεί η εθνοτική ομάδα των Πομάκων, με έμφαση στις επιρροές που δέχθηκαν και στους χειρισμούς που έγιναν από τα τρία κράτη στα οποία οι Πομάκοι σήμερα κατοικούν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην επίδραση της εθνικής ιδεολογίας και των εθνικισμών που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία πάνω στις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν σε κάθε ένα από αυτά τα κράτη, που αφορούν τη ζωή στην επικράτειά τους της πομακικής μειονότητας.
Δίνεται κατ' αρχήν μία εισαγωγή (σ. 13-28) και αναλύονται οι βασικές έννοιες της ανά­λυσης και οι θεωρητικές προσεγγίσεις, οι σχετικές με το φαινόμενο του έθνους και κατ' επέκταση του εθνικισμού. Έτσι, ο συγγραφέας καθορίζει τον πόλο και τον κεντρικό πυρήνα της ανάλυσης και του προβληματισμού του.
Στο πρώτο μέρος (σ. 29-68) παρουσιάζονται περιεκτικά οι Πομάκοι όλης της Ροδόπης, ο τόπος και η εθνοτικότητά τους. Οι Πομάκοι κατοικούν στην ορεινή ζώνη της Ροδόπης που έχει μήκος 240 χιλιόμετρα, πλάτος 96 χιλιόμετρα και επιφάνεια περίπου 15.000 τ.χ. Το 80% της μικρής αυτής έκτασης ανήκει στη Βουλγαρία και το 20% στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι που βρίσκονται στη Βουλγαρία αριθμούν περί τα 270.000 άτομα, ενώ στην Ελλάδα ζουν, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, γύρω στα 36.000 άτομα (αποτελούν δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της μουσουλμανικής μειονότητας που βρίσκεται στην Ελλάδα). Στην Τουρκία κατοικεί σήμερα αριθμός Πομάκων που προέρχεται από πολλές μεταναστεύσεις. Ο συγγραφέας συνοψίζει την ανάλυσή του στο ότι η οθωμανική διοίκηση κληροδότησε στους Πομάκους μία θρησκευτική (ισλαμική) εθνοτική ταυτότητα.
Το δεύτερο μέρος (σ. 69-158) φέρει τον εύλογο τίτλο: "Η επέλαση του εθνικισμού". Γίνεται μία διεξοδική έκθεση της βουλγαρικής εθνικής αφύπνισης και της διαμόρφωσης των εθνικών συνόρων στην περιοχή της Ροδόπης κατά τις περιόδους των Βαλκανικών και των Παγκοσμίων Πολέμων. Το συμπέρασμα μπορεί να συνοψισθεί στη γενική υπο­βάθμιση της περιοχής, στην οποία οδήγησε το αυταρχικό εθνικιστικό βουλγαρικό πρό­γραμμα αναγκαστικής αφομοίωσης των Πομάκων και η αδυναμία του Ελληνικού Κρά­τους να εξασφαλίσει την κοινωνική και οικονομική ανύψωση του δικού του πομακικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του. Ωστόσο, με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1946 έληξε ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των εδαφών της Θράκης και τα σύνορα παγιώθηκαν.
Στο τρίτο μέρος (σ. 159-209) που επιγράφεται: "Εθνικισμός και εθνικές κοινότητες", περιγράφονται οι πρακτικές των τριών κρατικών σχηματισμών οι οποίοι περιλαμβάνουν μειονότητες Πομάκων και η στάση τους απέναντι στις μειονότητες. Όσον αφορά την αμηχανία της Ελλάδας, τεκμηριώνεται ο επαναπροσδιορισμός της εθνοθρησκευτικής ταυτότητας των Πομάκων της Ελλάδας προς όφελος της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Γίνεται επίσης μία έκθεση της πολιτικής της Βουλγαρίας παράλληλα προς δύο άξονες: ένα φιλελεύθερο κι έναν αυταρχικό. Όσον αφορά την πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας η ανάλυση είναι αδύνατη και δεν τεκμηριώνεται η προσπάθεια του τουρκικού εθνικισμού για ένταξη των Πομάκων συλλήβδην στην τουρκική εθνική ταυτότητα και τη χρήση της θρησκευτικής ταυτότητας για τον σκοπό αυτό.
Ο συγγραφέας είναι γνώστης του θέματος και οι παρατηρήσεις του καίριες και διεισδυτικές. Ο πλούτος των στοιχείων και η τεκμηρίωση των απόψεων είναι πάνω από τα συνηθισμένα.
Η βιβλιογραφία είναι εκτενής, πλούσια και διαβασμένη.  Ωστόσο, η έλλειψη ενός ευρε­τηρίου αδικεί το βιβλίο.
Όπως σωστά ο συγγραφέας δηλώνει, η ένταξη των Πομάκων στις εθνικές χριστιανικές πλειοψηφίες των τριών κρατών, όπου ζουν, έγινε με όρους θρησκευτικής και πολιτισμι­κής ετερότητας, η οποία επιβάλλει να κτίζονται συνεχώς γέφυρες επικοινωνίας, κατα­νόησης και συνεργασίας και από τις δύο πλευρές. Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό συμβαίνει σε μικρή κλίμακα. Ωστόσο, η γνώμη μας είναι ότι ο σεβασμός της ετερότητας, –ή ο μη σεβασμός της–, στα τρία αναφερόμενα κρατικά μορφώματα, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, δεν μπορούν να παραλληλισθούν[1]. Κατά την αντίληψή μας η ελληνική κοινω­νία και, –γιατί όχι;–, το ελληνικό κράτος έχουν επιδείξει μια συμπεριφορά η οποία διαχρονικά είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή μέτρων εθνικής κάθαρσης και τη συμβίωση διαφόρων εθνοτικών ομάδων στην ελληνική επικράτεια χωρίς σοβαρούς αποκλεισμούς και προβλήματα, – στο μέτρο πάντα της σύγκρισης με αυτά που συνέβησαν και συμβαίνουν στις γειτονικές χώρες, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ.
Κατά την αντίληψή μας επίσης, η ανάλυση με βάση τη θεώρηση των Πομάκων ως ενιαίο σύνολο δεν συμβιβάζεται με τη μεθοδολογική θέση του συγγραφέα ότι τα πολιτισμικά γνωρίσματα της ομάδας μεταβάλλονται (σελ. 37). Κατά την αντίληψή μας πιστεύουμε ότι υπάρχουν πια Βούλγαροι, Τούρκοι και Έλληνες Πομάκοι. Τί εξυπηρετεί η ενιαία αντιμετώπισή τους; Όσον αφορά τους Έλληνες Πομάκους, αυτοί αποτελούν μια μικρή μειονότητα η οποία ζει στα όρια του Ελληνικού Κράτους και αυτή είναι η πραγματικό­τητα. Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι το κύριο και ουσιώδες πρόταγμα. Τμήμα του ελληνικού πομακικού πληθυσμού πρέπει να αστικοποιηθεί και να κατανεμηθεί στα αστικά κέντρα της χώρας, εκεί όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, πράγμα που έγινε ήδη από χρόνια για το σύνολο σχεδόν του υπόλοιπου ελληνικού ορεινού πληθυσμού. Στο κάτω κάτω, οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας εγκατέλειψαν τις ορεινές περιοχές και βρίσκονται σήμερα στις πόλεις. Γιατί οι Έλληνες Πομάκοι θα αποτελέσουν εξαίρεση; Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και να μάθουν Ελληνικά. Χωρίς βέβαια, να απεμπολήσουν τις ιδιαιτερότητές τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει σταθερά η ελληνική κοινωνία.
Οι αναλύσεις του συγγραφέα εδράζονται στην αντίληψη του έθνους ως φορέα αμείλι­κτου εθνικισμού. Διακρίναμε στις αναλύσεις του την παρουσία της αντίληψης του πολι­τικώς ορθού[2], σύμφωνα με την οποία η αναφορά σε ο,τιδήποτε εθνικό σημαίνει εθνικι­σμό.
Πίσω από την αντίληψη του πολιτικώς ορθού εμείς διακρίνουμε τις εργαλειακές κατευ­θύνσεις των σπουδών στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα των ΗΠΑ. Κατευθύνσεις οι οποίες εξυπηρετούν σκοπιμότητες με οικουμενική εμβέλεια. Εντέλει είναι ένας εθνικισμός αυτό που κινεί την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού[3]. Ιδεολογία, η οποία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην διαχείριση των μειονοτήτων ως εργαλειακού μέσου αποδυνάμωσης και κατακερματισμού των εθνικών κρατικών μορφωμάτων και των εθνικών ιδεολογιών.
Η Ελλάδα ως χώρα με ιδιαίτερα ισχυρή εθνική και κοινωνική συνοχή και πολυδιάστατη ιστορική ταυτότητα, διαμορφωμένες μετά από μακραίωνη ιστορία και εθνικούς και απε­λευθερωτικούς αγώνες, δεν είναι προφανώς χώρα η οποία εύκολα προσαρμόζεται σε τέτοιες αντιλήψεις και σχέδια.
Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητες οι συχνές καταγγελτικές εκθέσεις για την κατάσταση των μειονοτήτων στην Ελλάδα, στις οποίες πάντα η κατάσταση στη χώρα μας εμφανίζεται και περιγράφεται με μελανά χρώματα, – παρά  το γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες συντάκτες των εκθέσεων ζουν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από καταστάσεις αποκλεισμού, αλλοτρίωσης και στέρησης άγνωστες στην Ελλάδα.
Στα πλαίσια αυτά πιστεύουμε ότι επιβάλλεται η ενίσχυση και η υποστήριξη των πολιτι­κών και των δράσεων  της χώρας μας, –ή τουλάχιστον, η αποφυγή αποδυνάμωσής τους.






[1] Αν και στη σελ. 189 αναγνωρίζεται ότι: "Από το 1990 εγκαινιάστηκε (από το Ελληνικό Κράτος) μία νέα αναθεωρημένη πολιτική 'ισότιμης ένταξης' του συνόλου του μειονοτικού πληθυσμού, που θα συμβάλει μακρυπρόθεσμα στην οικονομική και κοινωνική άνοδό του". Οπωσδήποτε όμως, δεν γίνεται συζήτηση της πολιτισμικής αλλοτρίωσης του πομακικού πληθυσμού και της απειλούμενης απώλειας της γλώσσας του, στοιχείων που ιδιαίτερα συναντώνται στις πολιτικές των γειτονικών προς την Ελλάδα κρατών. Άλλωστε η πολιτισμική αλλοτρίωση και η απώλεια της γλώσσας των Ελλήνων Πομάκων φαίνεται ότι εντάσσεται στις γνωστές επιδιώξεις γειτονικής χώρας.
[2]  Ως πολιτικώς ορθό ορίζεται αυτό που θεωρητικά ή έμπρακτα φροντίζει ώστε να βρίσκεται σε συμφωνία προς τις φιλελεύθερες αντιλήψεις σε κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Στην πράξη συνήθως το πολιτικώς ορθό σημαίνει την αποφυγή γλώσσας και συμπεριφοράς που συνδέονται με ο,τιδήποτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι διακρίνει κοινωνικά, πολιτισμικά ή φυλετικά.
[3] Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980  βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία την οποία αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης εντάσσεται και το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα που ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου, πολιτικού και οικονομικού συστήματος με τρόπο απόλυτα οικονομιστικό και ορθολογικό, που αποβλέπει σε αυτό το οποίο η αγορά αποκαλεί ευελιξία. Η οικονομική ευελιξία αντιλαμβάνεται τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ίδια τα έθνη ως εμπόδια. Μεταξύ άλλων, σημαντικά στοιχεία για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών είναι η ενίσχυση των κάθε είδους μειονοτήτων και η ανάπτυξη του πολυπολιτισμού ως εργαλείων αποδυνάμωσης των εθνικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι φανερό ότι οι πολυδιασπασμένες κοινωνίες και τα πολυτεμαχισμένα έθνη είναι οικονομιστικά, ορθολογιστικά, αλλά και πολιτικά, πλέον ευέλικτα και διαχειρίσιμα. Εκείνο που ευαγγελίζονται οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης είναι ένας πλανητικός χώρος χωρίς σύνορα και χωρίς ιδιαιτερότητες, παραδομένος στην κυριαρχία της αγοράς. Ένας πλανητικός χώρος ασφυκτικά κυριαρχούμενος από τη βιομηχανία του πολιτισμού και τα κέντρα αποφάσεων τα οποία την ελέγχουν. Ένας πλανητικός χώρος απελπιστικά ενδεής από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.