Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Αναμνήσεις από τη Βόρειο Ελλάδα κατά την εποχή του Εμφυλίου, 1946-1949.




Ο πατέρας μου Αλέκος ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Καβάλα. Δεν ήταν Καβαλιώτης, στην Καβάλα βρέθηκε ως πρόσφυγας από τη Ραιδεστό μετά την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό τον Οκτώβριο του 1922. Το 1940, ο πατέρας μου μετατέθηκε ως Διευθυντής στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη Φλώρινα. Εκεί τον ακολούθησε και η μητέρα μου, με την οποία παντρεύτηκε το 1941. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Τον ακολούθησαν επίσης τα δύο αδέλφια του Δωροθέα και Νίκος, αφού η Καβάλα καταλήφθηκε τον Απρίλιο του 1941 από τους Βούλγαρους και μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Εγώ γεννήθηκα στη Φλώρινα το 1942. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε η αδελφή μου.
Στη Φλώρινα μέναμε στον πρώτο όροφο ενός κτηρίου στο κέντρο της πόλης. Το ισόγειο ήταν το υποκατάστημα της Τράπεζας. Για ένα διάστημα το κτήριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και εμείς μεταφερθήκαμε στο αρχοντικό Σαπουντζή στις όχθες του ποταμού Σακουλέβα, που νομίζω σήμερα είναι μουσείο.  Η πόλη είναι κτισμένη σε μια στενή κοιλάδα που τη διασχίζει ο ποταμός Σακουλέβας. Δεν θυμάμαι και πολλά. Έχω αμυδρές αναμνήσεις από την αγορά και την πλατεία. Θυμάμαι τα κόκκινα γαλλικά κεραμίδια που βλέπαμε από το παράθυρό μας. Από το ίδιο παράθυρο κοιτάζαμε τα απέναντι βουνά και τον βαθύ μπλε ουρανό με τα άσπρα πυκνά σύννεφα, που αργά το απόγευμα γινόταν κόκκινα και χρυσά. Θα πρέπει να καθόμουν ώρες σε κείνο το παράθυρο. Θυμάμαι επίσης τα άλογα στην πλατεία και τη γέφυρα στον ποταμό Σακουλέβα που πάνω της συνάντησα έναν Άγγλο που μου ‘δωσε μια σοκολάτα. Θυμάμαι επίσης να σκαρφαλώνω με τη μητέρα μου πάνω σε σωρούς από ρούχα που αμέσως μετά την απελευθέρωση τα είχαν στείλει από την Αμερική για να βοηθήσουν τους εξαθλιωμένους Έλληνες.
Πολλά από κείνα που θυμάμαι είναι διάφορες μεταγενέστερες διηγήσεις που τις ανέπλαθα με τη φαντασία μου και τις έκανα πραγματικότητα. Μια συνηθισμένη διήγηση ήταν το πως ειδοποιήθηκε η μαμή τις πρωινές ώρες μιας μέρας του Δεκέμβριου του 1942, όταν πιάσαν τη μητέρα μου οι πρώτοι πόνοι της γέννησής μου. Ο πατέρας μου πανικόβλητος βγήκε έξω για να πάει στο σπίτι της μαμής μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έπεσε όμως πάνω σε μια περίπολο Γερμανών με τους οποίους δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και συνελήφθη. Υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας.  Κοντά στην πλατεία ήταν ανοικτό ακόμη ένα κέντρο διασκέδασης και ο πατέρας μου ζήτησε βοήθεια. Βγήκε τότε κάποια κοπέλα, που με τα γερμανικά που γνώριζε εξήγησε στους στρατιώτες τί συνέβαινε. Όλα εξελίχθηκαν κατ΄ ευχήν. Τρία χρόνια μετά η κοπέλα εκείνη δικάστηκε για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου, που γνώριζε τους στρατοδίκες, φρόντισε για την επιείκειά τους.
Άλλες διηγήσεις συνδέονται με τον μεγάλο βομβαρδισμό της Φλώρινας. Αυτό συνέβη στις 27.4.1944 και έγινε από 24 αμερικανικά liberators που απογειώθηκαν από το Ριμίνι της Ιταλίας. Βομβαρδίστηκε κυρίως ο σιδηροδρομικός σταθμός, αλλά οι βόμβες έπληξαν και τμήμα της πόλης και μετρήθηκαν αρκετοί νεκροί. Διηγούνταν πώς οι Γερμανοί και τα άλογά τους διαμελίστηκαν και διασκορπίστηκαν στους δρόμους της πόλης. Θυμάμαι κάτι σπηλιές στις όχθες μάλλον του ποταμού, στις οποίες τρέχαμε να κρυφτούμε. Θυμάμαι επίσης τη μεγάλη τσιμεντένια σκάλα της τράπεζας, κάτω από την οποία προφυλαχθήκαμε. Ο θείος μου που βρισκόταν στο δρόμο έτρεξε και σκαρφάλωσε ξυπόλητος, αφού τα παπούτσια του είχαν χαθεί από τα κύματα των εκρήξεων, στο διπλανό λόφο απ΄ όπου μέσα στους καπνούς και στις σκόνες διέκρινε το κτήριο της τράπεζας να στέκεται χωρίς να έχει πληγεί.
Οι διηγήσεις του πατέρα μου μετά ήταν χαρακτηριστικές για το τί τράβηξε στη Φλώρινα. Σαν διευθυντής της Τράπεζας, απορούσε πώς επέζησε από τις πιέσεις και τις απαιτήσεις των τριών αντιμαχόμενων κατά την Κατοχή : των Γερμανών, των Ελλήνων ανταρτών και των Σλαβομακεδόνων ανταρτών. Φυλάγω ακόμη ένα γράμμα του σε φίλο, όπου διατραγωδεί την κατάσταση και την ατμόσφαιρα τρόμου γράφοντας ότι: "το κεφάλι του δεν στέκεται καλά στους ώμους του".  Η κατάσταση αυτή τον οδήγησε σε νευρική κατάπτωση, ανησυχούσε μόνιμα για μας και ήθελε να φύγει από τη Φλώρινα. Θυμάμαι για χρόνια μετά τον πατέρα μου να ταλαιπωρείται σαν μάρτυρας σε δίκες, στις οποίες διάφοροι δικάζονταν είτε γιατί είχαν εκδηλωθεί ως Σλαβομακεδόνες, είτε γιατί είχαν λάβει μέρος στη λεηλασία της Τράπεζας μετά την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου. Έτσι, προσπαθούσε για χρόνια χωρίς επιτυχία να μετατεθεί και να φύγει νοτιότερα. 
Χαρακτηριστικά άκουγα κάποια ιστορία για ένα γνωστό μας νέο που θεώρησε χρέος του να καταφύγει στο βουνό με τους αντάρτες. Εκεί, τις πρώτες μέρες της άφιξής του πρόβαλε αντιρρήσεις στον διαφωτιστή σχετικά με τη μελλοντική διακυβέρνηση της Μακεδονίας, η οποία κατά τον διαφωτιστή θα ήταν χώρα Σλάβων και Ελλήνων. Οι αντιρρήσεις αυτές ήταν αιτία για να κατακρεουργηθεί χωρίς καθυστέρηση. 
Στις αρχές του 1947 φύγαμε επιτέλους από τη Φλώρινα. Ο πατέρας μου μετατέθηκε στην Ξάνθη. Πήραμε όλοι το τρένο τη δεύτερη μέρα του Πάσχα και φορτώσαμε 18 βαλίτσες και μερικά δέματα, όπως φαίνεται στη φορτωτική που φύλαξε ο πατέρας μου. Απορώ σήμερα πώς μαζεύτηκαν τόσα πράγματα. Θα πρέπει να ήταν ρούχα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα που διαθέταμε τότε ήταν πολύ λίγα. Από τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαμε μετά στο σπίτι μας, λίγα ανήκαν σε αυτή την παλιά εποχή. Μπορώ να εντοπίσω σήμερα μόνο λίγα σκεπάσματα, μερικά ταψιά και κυρίως κάποια ασημικά, που είχαν διασωθεί από τη Θράκη και τις προηγούμενες μετακινήσεις, όπως και μερικά βιβλία που σώζονται μέχρι σήμερα. Δεν είχαμε καθόλου έπιπλα, ούτε και κρεβάτια, αυτά τα βρίσκαμε στα σπίτια στα οποία μετακομίζαμε. Απορώ επίσης, πως σε εκείνο το ταξίδι διακίνησαν οι τέσσερις μεγάλοι τα δύο μικρά παιδιά και το πλήθος από τις βαλίτσες και τα δέματα. Το ταξίδι μας διακόπηκε πρώτα στην Έδεσσα, μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταλείψαμε το τρένο για να πάρουμε λεωφορείο και τέλος στην Καβάλα, για να παραμείνουμε εκεί μια-δυό νύχτες. Το ταξίδι μας για την Ξάνθη έγινε πάλι με λεωφορείο.
Το ταξίδι αυτό κράτησε δύο εβδομάδες. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Απλώς ακολουθούσα τους άλλους και πήγαινα μαζί τους, όταν δεν με κρατούσαν από το χέρι. Ωστόσο, μόλις εγκαταλείψαμε τον σιδηροδρομικό σταθμό της Φλώρινας έμεινα κατάπληκτος με αυτά που έβλεπα. Ο σταθμός, πέρα από τον οποίο δεν είχα απομακρυνθεί ποτέ, βρισκόταν στην είσοδο της κοιλάδας που είναι κτισμένη η Φλώρινα. Νότια του σταθμού η σιδηροδρομική γραμμή διασχίζει μια πεδιάδα και πιο κάτω περνά κατά μήκος της λίμνης Βεγορίτιδας. Η κατάπληξή μου άρχισε με τον ορίζοντα, που για πρώτη φορά έβλεπα και δεν μπορούσα να καταλάβω τι πραγματικά ήταν. Είχα συνηθίσει να βλέπω γύρω μου τα υψώματα που περιβάλλουν τη Φλώρινα. Η κατάπληξή μου κορυφώθηκε όταν αντίκρισα τη λίμνη και τον ορίζοντα που σχημάτιζε το νερό με τον ουρανό. Είχα την εντύπωση ότι ο ουρανός έπεφτε μέσα στη λίμνη και δεν μπορούσα να εξηγήσω πως αυτό συνέβαινε. Μου ήταν αδιανόητη η αίσθηση του χάους και του απείρου που μου γεννούσε ο ορίζοντας.
Σύντομα φτάσαμε στην Έδεσσα όπου και κατεβήκαμε. Κάναμε βόλτες στον κεντρικό δρόμο και επισκεφθήκαμε κάτι γνωστούς του πατέρα μου. Μου φαίνεται ότι θα πρέπει να ήταν συμπατριώτες του από τη Ραιδεστό, αφού ανάλογες επισκέψεις θα γινόταν συχνές στο μέλλον, όταν θα βρισκόμασταν σε άλλες πόλεις. Θα πρέπει να μείναμε ένα βράδυ στην Έδεσσα.
Στη συνέχεια του ταξιδιού μας πάλι με το τρένο θυμάμαι να περνάμε μέσα από τα βουνά. Τώρα το τρένο ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά και στρατιώτες με όπλα που συχνά ανέβαιναν και περπατούσαν όρθιοι πάνω στα βαγόνια. Ο συρμός θα πρέπει να πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αφού οι στρατιώτες βγαίναν έξω και περπατούσαν παράλληλα στη γραμμή συνοδεύοντας το τρένο. Μαζί με το τρένο κινούνταν εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής δύο τανκ. Σε κάποιο σημείο, όπου ο δρόμος στένευε, ένα από τα δύο τανκ αναποδογύρισε και εγκλώβισε το πλήρωμά του. Οι στρατιώτες μαζί με άνδρες από τους επιβάτες του τρένου έτρεξαν και κατάφεραν να επαναφέρουν το τανκ και να απελευθερώσουν το πλήρωμά του. Μαζί με αυτούς βοήθησαν ήταν, θυμάμαι, και ο θείος μου. Με τα πολλά, την ίδια μέρα, αφού φαίνεται ότι το ταξίδι στη νύχτα θα ήταν επικίνδυνο, φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι ακόμα την καμπίνα του τρένου και όλους να αναρωτιούνται πότε θα φθάσουμε στη Θεσσαλονίκη. 
Μείναμε σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Παρατήρησα πάλι τη θάλασσα με κατάπληξη και άρχισα να συνηθίζω την ύπαρξη του ορίζοντα. Στη Θεσσαλονίκη συναντήσαμε ένα περιβάλλον που μου φάνηκε τότε κοσμοπολίτικο. Με ενθουσίασε η αίσθηση της απόλαυσης της ζωής που μου γεννούσαν οι γεμάτοι κόσμο δρόμοι. Κάθε βράδυ η παραλία πλημμύριζε από κόσμο  κι εμείς καθόμασταν σε ένα κέντρο και απολαμβάναμε το θέαμά του και την κίνηση. Τρώγαμε στο εστιατόριο «Όλυμπος - Νάουσα», που μου φάνηκε σαν τόπος μαγικός. Γοητεύτηκα από τον πλούτο των εκπλήξεων που μου επιφύλασσε κάθε επίσκεψη εκεί και από τους ήρεμους θορύβους και την ικανοποίηση που ήταν διάχυτη. Στη Θεσσαλονίκη δεν παραλείψαμε βέβαια να επισκεφθούμε πάλι και γνωστούς μας από τη Ραιδεστό.
Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα φαινόταν πολιτισμένα και ηρέμησαν όλοι, ξεχνώντας τις ανησυχίες που τους τυραννούσαν. Εμείς τα παιδιά δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε αυτό, το αισθανόμαστε όμως. Τώρα εξηγώ τη μεταβολή της διάθεσης των μεγάλων στο ότι βρισκόταν επιτέλους κοντά στη θάλασσα σε περιβάλλον που θεωρούσαν ασφαλές. Και είχαν δίκιο, λίγους μήνες μετά ο Δημοκρατικός Στρατός επεδίωξε να καταλάβει μία πόλη για να την ορίσει έδρα της κυβέρνησής του. Η πολιορκημένη Φλώρινα υπέστη επίθεση και αιματηρές οδομαχίες έλαβαν χώρα μέσα στην πόλη.
Το λεωφορείο μας έφερε στην Καβάλα χωρίς απρόοπτα, εκτός βέβαια από την μεταφορά του πάνω σε μία σχεδία από την μία έως την άλλη όχθη του ποταμού Στρυμόνα του οποίου οι γέφυρες είχαν ανατιναχθεί. Μόλις φθάσαμε στην Καβάλα θυμάμαι πως είδα σε κάποιο περίπτερο το νέο τεύχος του περιοδικού «Ελληνόπουλο» και παρά το ότι δεν διάβαζα ακόμη ζήτησα από τον πατέρα μου να μου το πάρει. Το έχω ακόμη και η ημερομηνία του είναι 12η Απριλίου 1947.
Στην Καβάλα μείναμε στο σπίτι του παππού μου στην Παναγία, λίγο κάτω από το κάστρο. Ήταν ένα παλιό σπίτι, ιδιοκτησία Τούρκων που το είχαν εγκαταλείψει με την Ανταλλαγή. Δεν θυμάμαι πόσο μείναμε. Η Καβάλα μου έδωσε για το παλιό τμήμα της την εντύπωση της Ανατολής. Στη συνοικία που μέναμε πλανιόταν ακόμη η ατμόσφαιρα μιας τουρκικής πόλης. Στο κάτω τμήμα όμως, κοντά στη θάλασσα και την πλατεία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχαν κέντρα και κινηματογράφοι που το βράδυ γέμιζαν ζωή. Υπήρχε μια πολιτισμένη αστική ατμόσφαιρα και μια ηρεμία που με γέμιζε ικανοποίηση.
Φύγαμε με το λεωφορείο ένα πρωινό για την Ξάνθη. Θυμάμαι πως καθόμουν με τη μητέρα μου στο μπροστινό κάθισμα κοντά στον οδηγό. Ρωτούσα συνεχώς πότε φθάνουμε. Φαίνεται ότι τα ταξίδια και τα λεωφορεία με είχαν κουράσει. Στον Νέστο περάσαμε πάλι με τη γνώριμη τώρα σχεδία, αφού κι εκεί δεν υπήρχε γέφυρα. Τέλος, το απόγευμα, είδαμε από μακριά τα βουνά και τα μοναστήρια της Ξάνθης. Η μητέρα μου με σήκωσε από το κάθισμα για να δω δύο χανούμισες με άσπρα μαντήλια που με τα γαϊδουράκια τους βρισκόταν μπροστά μας.
Στην Ξάνθη μείναμε σε ένα ξενοδοχείο για αρκετές μέρες. Φαίνεται ότι το διαμέρισμα που προοριζόταν για μας δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Ήταν ο πρώτος όροφος στο αρχοντικό Στάλιου, στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος. Για μέρες άκουγα συζητήσεις για τα χρήματα που ήταν να έρθουν. Πράγματι, ένα πρωινό κατέφθασε ένα φορτηγό και χωροφύλακες σε μοτοσικλέτες. Ήταν γεμάτο πράσινους σάκους με χαρτονομίσματα σε πακέτα. Εγώ είχα την εντύπωση ότι ήταν δικά μας. Ήταν τα χρήματα που θα κινούσαν τη νεκρή αγορά της Ξάνθης και που η Τράπεζα δάνειζε με ευνοϊκούς όρους στους επαγγελματίες και στους εμπόρους της Ξάνθης. Είχαν μόλις επιστρέψει από τη φυγή που τους επέβαλαν οι Βούλγαροι και προσπαθούσαν να ανορθώσουν τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις τους.
Για παραπάνω από ένα χρόνο περνούσα τον καιρό μου με το να ψάχνω τον μαγικό κόσμο του μικρού κήπου πίσω από το αρχοντικό Στάλιου. Και τί δεν ανακάλυπτα εκεί! Βρήκα ένα βουλγάρικο γραμματόσημο και ένα νόμισμα της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον φοίνικα. Μια χαλασμένη αριθμομηχανή συγκέντρωσε την προσοχή μου. Βρήκα επίσης πολλά έντομα που μου φάνηκαν σαν το πιο παράξενο πράγμα που είχα δει. Για ώρες καθόμουν ανάμεσα στα μπαούλα σε δωμάτιο του ορόφου το οποίο χρησιμοποιούσαμε για αποθήκη. Άκουγα τους θορύβους του δρόμου και της γειτονιάς και ονειροπολούσα. Για το διάστημα αυτό δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν πήγα σε νηπιαγωγείο. Ίσως γιατί δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία εκεί. Τα βράδια πηγαίναμε στην πλατεία και καθόμασταν σε ένα εστιατόριο από τα πολλά που είχε τότε η Ξάνθη. Τις Κυριακές μας έπαιρνε τα πρωινά η μητέρα μου και πηγαίναμε στον Δημοτικό Κήπο, ένα υπαίθριο κέντρο δίπλα στον Κόσσινθο, το ποτάμι της Ξάνθης. Καθόμασταν για ώρες κάτω από τα πλατάνια σε ένα κέντρο, που υπάρχει ακόμη. Γύρω μας κυλούσαν σε ποταμάκια νερά που κατέληγαν σε νερόμυλους. Εμείς τα παιδιά παίζαμε με άλλα παιδιά που βρίσκαμε εκεί. Ήταν όλα ειρηνικά και ηλιόλουστα. Μια μέρα όμως βρέθηκα κοντά σε ένα θάμνο από τους πολλούς που σχημάτιζαν τοίχο και περιόριζαν τους κήπους. Εκεί στον κορμό του θάμνου διάκρινα ένα βλήμα. Ήταν χάλκινο και λαμπύριζε στον ήλιο όταν το πήρα στα χέρια μου. Ήταν βαρύ και με κόπο το πήγα στη μητέρα μου.
Το 1947 πέρασε ειρηνικά. Ωστόσο, το 1948 βρεθήκαμε στο κέντρο των μαχών που γινόταν για να εξασφαλίσει ο δημοκρατικός στρατός μια επαρχιακή πόλη που θα έπαιζε τον ρόλο της έδρας μιας προσωρινής κυβέρνησης. Αντάρτικες μονάδες κατέβαιναν τη νύχτα προς τα βουνά Πριόνι που βρίσκονται ανατολικά της Ξάνθης. Εκεί εγκαθιστούσαν πυροβόλα και βομβάρδιζαν την πόλη. Κοντά στο σπίτι μας υπάρχει επιβλητικό αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ που υψώνεται πάνω απ΄ όλα τα κτίσματα της περιοχής, όπου και δεσπόζει. Σε αυτό το αρχοντικό είχε εγκατασταθεί η διοίκηση του στρατού. Σε μια μεγάλη βεράντα του αρχοντικού του Ισαάκ Δανιήλ, που βλέπει στα πόδια της όλη την πόλη, ο Στρατός είχε εγκαταστήσει μεγάλα μεγάφωνα που παιάνιζαν όλη τη μέρα και μετέδιδαν συνθήματα. Θυμάμαι ζωηρά το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» να παιανίζει τραγουδημένο από χορωδία χωρίς σταματημό. Γύρω είχε γεμίσει φορτηγά και τζιπ. Ο στρατός πηγαινοερχόταν συνεχώς. Το κτήριο της «Μεραρχίας», όπως ονομάζαμε τότε το αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ, ήταν τη νύχτα ο στόχος των βομβαρδισμών.
Κάθε βράδυ σχεδόν λίγο μετά που νύχτωνε τα αντάρτικα πυροβόλα άρχιζαν να βάλουν με στόχο την έδρα και το στρατόπεδο της πόλης. Δεν ξέρω πόσα βλήματα βρίσκαν τον στόχο τους. Το κτήριο της «Μεραρχίας» υπάρχει και σήμερα και δεν φαίνεται να έχει υποστεί ζημιές από βομβαρδισμούς. Πάντως τα βλήματα ακούγονταν να περνούν σφυρίζοντας από πάνω μας. Ο βομβαρδισμός άρχιζε συνήθως μόλις νύχτωνε, την ώρα που είχε δημιουργηθεί η λεγόμενη «βόλτα» και πολύς κόσμος βρισκόταν έξω κοντά στα πάρκα και το ποτάμι. Μόλις άρχιζαν να ακούγονται τα σφυρίγματα των οβίδων έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι να κρυφτούν. Δεν κατάλαβα αν η «βόλτα» αποτελούσε στόχο των βομβαρδισμών. Οπωσδήποτε, ο κόσμος επέμενε στη «βόλτα» και την επόμενη μέρα πήγαινε ξανά για να φύγει κακήν κακώς πανικόβλητος μετά από λίγες ώρες.
Την ίδια εποχή ο στρατός άδειασε τα χωριά των Πομάκων, ώστε οι αντάρτες να στερηθούν από τον ανεφοδιασμό που οι Πομάκοι, θέλοντας και μη, τους παρείχαν. Η Ξάνθη γέμισε αγρότες με τις οικογένειές τους. Πολλοί από αυτούς κοιμόταν στους δρόμους. Ο πατέρας μου, που ήταν συμπονετικός, πήρε ένα κοριτσάκι και το έφερε στο σπίτι μας. Έμεινε μαζί μας σχεδόν δύο χρόνια.
Αργότερα, το 1948, οι αντάρτες άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη. Άκουγες τη νύχτα πυροβολισμούς και πολυβολισμούς. Μόλις νύχτωνε οι στρατιώτες βγαίναν στο δρόμο και ακροβολιζόταν. Μπροστά στο σπίτι μας και σε όλο τον δρόμο ξάπλωναν στο πεζοδρόμιο με το όπλο στο χέρι. Επειδή το σπίτι μας βρισκόταν κοντά στην έδρα του στρατού, η οποία ήταν και στόχος των ανταρτών, μας είπαν ότι καλύτερα θα ήταν να πάμε σε άλλο σπίτι. Ωστόσο, δεν ξέρω γιατί, μείναμε εκεί και μάλιστα λίγα βράδια ερχόταν χωροφύλακες και μας βοηθούσαν να περάσουμε τη μάνδρα για να φύγουμε από το πίσω μέρος του σπιτιού. Μπροστά φαίνεται ότι ήταν επικίνδυνο. Δεν θυμάμαι σε ποιό σπίτι πηγαίναμε για να περάσουμε την υπόλοιπη νύχτα.
Το 1948 πήγα στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά μας στον περίβολο μιας εκκλησίας και ήταν σχολείο της Ορθόδοξης Κοινότητας από την Τουρκοκρατία. Όμως, για μερικούς μήνες εμείς τα παιδιά κατεβήκαμε με τη μητέρα μας στην Καβάλα. Φαίνεται ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και εμείς έπρεπε να απομακρυνθούμε. Στην Καβάλα πήγα για κάποιο διάστημα σε ένα ιδιωτικό σχολείο. Ο πατέρας μας δεν μπορούσε να έρθει να μας συναντήσει. Το ταξίδι με το λεωφορείο ήταν πολύ επικίνδυνο. Ακούγαμε πολλές ιστορίες, όπως αυτή που δεν έχω ξεχάσει: Κάποιος γνωστός μας καπνέμπορος πήρε μια μέρα το λεωφορείο για την Καβάλα, όπου είχε κάποια δουλειά. Το λεωφορείο σταματούσε για αρκετό διάστημα στο μέσο της διαδρομής στη Χρυσούπολη. Εκεί κατεβαίναν οι επιβάτες για φαγητό ή κανένα αναψυκτικό. Επιστρέφοντας στο λεωφορείο ο γνωστός μας επιβάτης βρήκε τη θέση του κατειλημμένη από κάποιο φαντάρο. Στις διαμαρτυρίες του ότι το εισιτήριό του είχε εκδοθεί για τη θέση αυτή, ο φαντάρος απάντησε ότι ήταν εξαντλημένος και είχε ανάγκη να κάνει το ταξίδι καθήμενος. Ο γνωστός μας καπνέμπορος αναγκάσθηκε να παραμείνει όρθιος. Σε μερικά χιλιόμετρα ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη. Το λεωφορείο είχε προσβληθεί από νάρκη της οποίας η έκρηξη σκότωσε τον φαντάρο στη θέση που είχε αυθαίρετα καταλάβει. 
Οι συζητήσεις και τα γεγονότα μου είχαν δημιουργήσει φοβίες. Έβλεπα παντού κινδύνους και αντάρτες να παραμονεύουν. Δύο χρόνια μετά την λήξη του Εμφυλίου δεν είχα ηρεμήσει. Θυμάμαι την Πρωτομαγιά του 1951 όταν πήγαμε στο δάσος του Ευμοίρου έξω από την Ξάνθη, όπως συνήθιζαν οι ξανθιώτες κάθε Πρωτομαγιά. Πήγαμε με ταξί. Το απόγευμα, όταν έφευγε ο κόσμος, το ταξί που θα επέστρεφε να μας πάρει δεν φάνηκε. Μ΄ έπιασε αγωνία. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι και ερήμωνε το δάσος, φανταζόμουν τα δένδρα να γίνονται απειλητικά κρύβοντας αντάρτες στα κλαδιά τους. Ηρέμησα μόνο όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας.
Μετά μερικούς μήνες από τη φυγή μας στην Καβάλα, γυρίσαμε πίσω στην Ξάνθη, σε αυτό που θεωρούσαμε σπίτι μας. Τώρα φαίνεται τα πράγματα ήταν καλύτερα. Είχαν αρχίσει μάλιστα να ηρεμούν και δεν ακούγαμε τίποτε για αντάρτες και πόλεμο, αν εξαιρεθούν οι ταλαιπωρημένοι αιχμάλωτοι με τα γένια που βλέπαμε να οδηγούν οι στρατιώτες φρουροί τους. Οι πόλεμοι είχαν πια περάσει. Μας περίμενε τώρα δουλειά και προσπάθειες που θα άλλαζαν τα πάντα.

4 σχόλια:

Βαγγέλης Μαυροδής είπε...

Γείτονα Δημήτρη,Πολύ γλαφυρός και παραστατικός.
Βαγγέλης Μαυροδής

Ανώνυμος είπε...

Αντιγράφω σχόλιο του Γιώργου Μιχαηλίδη: Συνέχισα να ζω τις εικόνες και μετά το τέλος της διήγησης. Καθώς βρέθηκα στον παρόντα κόσμο, μέσα στη δική σου αφηγηματική χρονολογική περίοδο, κάποια από αυτά τα έζησα μέσα από τις ιδιότητες της ιστορίας, που είναι η επανάληψη. Θυμούμαι δηλαδή –δε θα ήμουνα περισσότερο από ενός, ή δύο ετών- που η Κερασουνταία μάννα μου, αργά το βράδυ, καθώς προσπαθούσε να με κοιμίσει, πήγαινε στην άκρη του παραθύρου, πολύ προσεχτικά, για να μη τρομάξει την κουρτίνα και γίνει η ίδια στόχος, να ρίχνει κλεφτές ματιές μέσα στο σκοτάδι για τα διαδραματιζόμενα, έξω από το σπίτι. Κι’ όταν τη ρωτούσα κατά την επιστροφή της στο κρεβάτι (στη γλώσσα μου- του μωρού) τι συμβαίνει, μου έλεγε ‘’ Σσσσσς…..οι αντάρτ, σύρνε τα όπλα…’’ Αυτό, αποτυπώθηκε στο μυαλό μου, κατάλαβα έτσι, αργότερα ότι, σήμαινε ‘’οι αντάρτες πυροβολούν’’.
Φαίνεται όμως, πως πέρα από την επανάληψη και τη ‘’μίμηση’’ της ιστορίας, υπάρχουν και βίοι παράλληλοι, στον παράλληλο χρόνο. Είναι αυτός, που καθώς φαίνεται, εξελίσσεται με τα δύο ‘’υποκείμενα’’ ( εσένα και εμένα ) συγχρόνως, χωρίς την παραμικρή υποψία, ότι δύο παιδιά που συναυλίζονται στον ίδιο χώρο, αυτόν του Ε΄ Δημοτικού σχολείου, θα γνωριστούν πολύ αργότερα, και θα αντιληφθούν, μισό αιώνα μετά, ότι συνυπήρξαν για ένα μικρό διάστημα, σε απόσταση αναπνοής μεταξύ τους… Με την αγάπη μου Δημήτρη.

Ανώνυμος είπε...

Θα ήθελα να σας κάνω καλόπιστα μερικές παρατηρήσεις:
-Δεν φαίνεται να υπάρχει λίμνη Δοιράνη στη Φλωρινα, μάλλον τη Βεγορίτιδα πρέπει να εννοείτε.
- Δεν ξέρω ποιοι είναι οι σλαβομακεδόνες ανταρτες και οι έλληνες αντάρτες στους οποίους αναφέρεστε, εννοείτε το ΣΝΟΦ που διαλύθηκε από το ΚΚΕ την άνοιξη του 44 επειδή έκαναν αυτονομιστικη προπαγάνδα λαμβάνοντας διαταγές από Γιουγκολσαβικό ΚΚ?
Εννοείτε τα 2 σλαβομακεδονικα τάγματα που φτιαχτηκαν στην περιοχή το καλοκαίρι του 44 και τα διέλυσε ο ΕΛΑΣ Μακεδονίας το φθινόπωρο του ιδίου χρόνου?
Ή μήπως τους ανταρτες του ΝΟΦ που ενσωματώθηκαν στον ΔΣΕ το 1946?
Τελος ποιοι είναι οι Έλληνες αντάρτες στους οποίους αναφέρεστε?
Θα ήμουνα ευτυχής αν μου απαντουσατε
Ένας Έλληνας απο τη Μακεδονία

Δημήτρης A. Μαυρίδης είπε...

Απάντηση προς τον ανώνυμο σχολιαστή
Πράγματι πρόκειται για τη λίμνη Βεγορίτιδα.Έφυγα από την Μακεδονία πολύ μικρός και η γνώση που έχω για τον χώρο είναι ελάχιστη και συγκεχυμένη.Όσο για τους αντάρτες προφανώς πρόκειται για κάποια από τις ομάδες σλαυοφώνων που αναφέρετε και το ΕΑΜ.Δεν έκανα ιστορική διερεύνηση προτού γράψω τις αναμνήσεις αυτές που έχουν βιοματικό χαρακτήρα.