Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Κωστής Α. Τσιούμης, Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960). Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006, σ.σ. 354



Η δεκαετία του 1950 φαίνεται σήμερα να είναι η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν οι κρίσιμες επιλογές και διαμορφώθηκαν οι συνθήκες, οι οποίες και καθόρισαν τη σημερινή πραγματικότητα της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη.
Η δεκαετία του 1950 ακολούθησε τον καταστρεπτικό ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Κατά τη διάρκειά της άρχισε μία μακρά περίοδος διακυβέρνησης της Ελλάδας από κυβερνήσεις του συντηρητικού πολιτικού χώρου, νικητή της εμφύλιας διαμάχης  της περιόδου 1946-1949. Την ίδια εποχή σχηματοποιήθηκε η παγκόσμια αναμέτρηση μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών και της χώρας που θέλησε να επιβάλει τον μαρξιστικό σοσιαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Τη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα συνέχισε να βρίσκεται στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου. Αποτέλεσε μάλιστα μια χώρα στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με εκτεταμένα σύνορα προς τις βαλκανικές σλαβικές χώρες, που έλεγχε η ΕΣΣΔ. Αμυντική επιλογή της χώρας υπήρξε η ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο και η προσέγγιση προς την Τουρκία. Την ίδια εποχή, και καθυστερημένα λόγω του εμφυλίου πολέμου, η Ελλάδα έθεσε την αυτοδιάθεση και Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ως δίκαια απαίτηση μετά τη στάση της κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ως ανάγκη που επέβαλε η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την αποικιακή της αυτοκρατορία. Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ (1952) υποχρέωσε τη χώρα να υιοθέτηση το ιδεολόγημα της ελληνοτουρκικής φιλίας, προς χάρη του οποίου έγιναν σημαντικές παραχωρήσεις προς την σύμμαχο και φίλη τότε Τουρκία. Ωστόσο, η ελληνοτουρκική φιλία και η επιδίωξη της Ένωσης αποτελούσαν στόχους αντιφατικούς. Η έναρξη του ένοπλου αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου την 1η Απριλίου 1955 και η εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για τον αφανισμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου το 1955 επηρέασαν άμεσα την ασκούμενη από την Ελλάδα μειονοτική πολιτική. Αλλά, η ανατροπή της ισορροπίας στο επίπεδο των μειονοτήτων μεταξύ Ελλάδας–Τουρκίας δεν εμπόδισε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο να επιχειρήσει ένα τρίτο πείραμα ελληνοτουρκικής φιλίας που οδήγησε, λίγο μετά το 1960, στην υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου και την ίδρυση του κυπριακού κράτους.
Το βιβλίο του Κωστή Α. Τσιούμη εξιστορεί και αναλύει τις εξελίξεις στο πολιτικό και το διπλωματικό πεδίο κατά την περίοδο αυτή όπως και τις ρυθμίσεις που έγιναν τις σχετικές με την εκπαιδευτική πολιτική προς τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Ή, με άλλα λόγια, το πώς η Τουρκία πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τον εκτουρκισμό μιας μειονότητας που βρισκόταν έξω από τα σύνορά της.
Η εξιστόρηση αρχίζει με τη διάκριση παλαιομουσουλμάνων και νεωτεριστών στους κύκλους της Μουσουλμανικής Μειονότητας και την αναφορά του πώς το 1931 η παλαιομουσουλμανική ηγεσία της μειονότητας απομακρύνθηκε από την Ελληνική Θράκη χωρίς οποιαδήποτε ανταλλάγματα. Κύριος λόγος για την αποκοπή της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας από τη Μουσουλμανική Μειονότητα ήταν η σημασία που αποδόθηκε στην ελληνοτουρκική φιλία. Από την εποχή εκείνη αρχίζουν οι διαδικασίες, οι οποίες καταλήγουν στην εμφάνιση της ετερογενούς Μουσουλμανικής Μειονότητας ως ενιαίου σύνολου, ώστε να φθάσουμε το 1952 στην παράδοση του εκπαιδευτικού συστήματος σε διαδικασίες εναρμονισμού προς την τουρκική πραγματικότητα. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου προχώρησε σε πλήρη εφαρμογή της αντίληψης ότι η Μουσουλμανική Μειονότητα είναι τουρκική και στην εφαρμογή της διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία. Στη συνέχεια αναλύεται η μορφωτική συμφωνία του 1954, η ουσία της οποίας βασίστηκε στην ελληνική αποδοχή της τουρκοποίησης της μειονότητας και την ανοχή της ελληνικής διοίκησης προς τις δραστηριότητες του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής. Η επιβολή της τουρκικής εθνικής συνείδησης έγινε λοιπόν μέσω της εκπαίδευσης για χάρη του ιδεολογήματος της ελληνοτουρκικής φιλίας, όπως υπαγορεύονταν από τις γεωπολιτικές ανάγκες της εποχής εκείνης.
Εξιστορείται κατόπιν η εξέλιξη του Κυπριακού με την ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ το 1954, την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ και την εκδήλωση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Κύπρο. Οι επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών γίνονται αμέσως αισθητές στη Θράκη, όπου παρατηρείται κύμα φυγής των μουσουλμανικού πληθυσμού, το οποίο μάλιστα θα ενταθεί μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα μάλλον της αβεβαιότητας που αισθάνονταν οι μουσουλμάνοι της μειονότητας, παρά ως αποτέλεσμα διοικητικών μέτρων. Παράλληλα, η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την μειονότητας τίθεται σε αμφισβήτηση. Είχαν δικαιωθεί οι επιφυλάξεις των καχύποπτων και έγινε κατανοητό ότι η ελληνική πλευρά είχε προχωρήσει σε αδικαιολόγητες υποχωρήσεις στη Θράκη. Η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε σε μια πολιτική υποστήριξης των παλαιοτουρκικών τάσεων της μειονότητας, χωρίς όμως να επιδιώξει την ένταξή της στην ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, το 1958 σηματοδοτεί τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για επαναπροσέγγιση προς την Τουρκία. Το νέο πρόγραμμα των μουσουλμανικών σχολείων δίνει έμφαση στις θρησκευτικές αρχές, αλλά δεν αμφισβητεί την τουρκική ως μόνη γλώσσα των τριών τμημάτων της μειονότητας. Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία το 1959 οδήγησε στη συγκρότηση επιτροπής για τη μελέτη της κατάστασης των δύο μειονοτήτων εκατέρωθεν του Έβρου. Στις συζητήσεις μεταξύ των μελών της επιτροπής διατυπώθηκαν από τουρκικής πλευράς αξιώσεις, όπως: η αναγνώριση της Μουσουλμανικής Μειονότητας της Θράκης ως τουρκικής με τροποποίηση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης, η στενή επικοινωνία με τη μητέρα–πατρίδα Τουρκία, οργάνωση της μειονότητας σε σωματεία, αναγνώριση των Πομάκων ως Τούρκων.
Η όλη μελέτη δίνει καθαρά την εικόνα του αμήχανου ελληνικού κράτους, το οποίο διαχειρίζεται τη Θράκη ως μία χώρα των συνόρων και του οποίου τα υπεύθυνα όργανα αγνοούν τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και διαπράττουν σωρεία σφαλμάτων. Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης αντιμετωπίζεται με άγνοια και θεωρείται ξένο σώμα. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια προσεταιρισμού της, παρά το γεγονός ότι η στάση των ελληνικών αρχών δεν απέχει πολύ από το να είναι άψογη. Ωστόσο, η ελληνική στάση ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα αδυναμίας και φόβου. Επετράπη έτσι, στην Τουρκία να ασκήσει μία πολιτική με στόχο τη γλωσσική και πολιτισμική ενοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Ελληνικής Θράκης. Οι διαθέσεις και οι τακτικές της τουρκικής πολιτικής διατυπώνονται και αναλύονται με σαφήνεια. Πρόθεσή της, εκτός από τη δημιουργία κλίματος έντασης για να αποτραπεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, είναι η εθνική ομογενοποίηση της μειονότητας και η χειραγώγησή της. Η ελληνοτουρκική φιλία δεν είναι ικανή να απομακρύνει την προσήλωση της Τουρκίας στο Εθνικό Συμβόλαιο του Κεμαλισμού, το οποίο περιλαμβάνει στις τουρκικές διεκδικήσεις και τη Θράκη. Πάγια είναι η διεκδικητική πολιτική του τουρκικού κράτους, που λειτουργεί παράλληλα με την άσκηση κάθε μορφής πιέσεων σε βάρος των μουσουλμάνων μέσα στην ελληνική επικράτεια.
Εν τέλει, η όλη στάση της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής πολιτείας δεν άφησαν την Ελλάδα να ακολουθήσει την κλιμακούμενη τουρκική διεκδικητική στάση, που κορυφώθηκε με τον αφανισμό των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο. Παρά τη δυσμενή επίδραση των γεγονότων του 1955, δεν δόθηκε από την ελληνική πλευρά ανάλογη απάντηση και δεν εφαρμόσθηκαν μορφές αμοιβαιότητας. Το γεγονός αυτό, που τιμά την ελληνική κοινωνία και την ελληνική πολιτεία, δεν είναι ευρύτερα κατανοητό και κυρίως δεν προβάλλεται. 
Κατά τη γνώμη μας, όσοι θα διαβάσουν το βιβλίο αυτό θα αντιληφθούν την επεκτατική φύση της τουρκικής πολιτικής, πράγμα που δεν διευκρινίζεται σε ανάλογες μελέτες, όπου συνήθως στο όνομα της επιστημονικής αντικειμενικότητας και μέσα στην αντίληψη του πολιτικώς ορθού τα πράγματα παρουσιάζονται έτσι, ώστε να εξισώνεται το θύμα με τον θύτη.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι υποδειγματική όσον αφορά τη χρήση των πηγών και την απόσταση που παίρνει ο μελετητής από τα γεγονότα. Η έκθεση και η παράθεση των γεγονότων γίνονται αντικειμενικά και χωρίς πάθος. Το ύφος είναι μετριοπαθές και το όλο κείμενο διαβάζεται με ευκολία. Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει πάνω από 300 τίτλους και είναι πολύ ικανοποιητική. Τα ευρετήρια είναι πλήρη και χρηστικά.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι πολλαπλώς χρήσιμη για όσους ενδιαφέρονται για τα μειονοτικά θέματα της Θράκης, αλλά και για τον αναγνώστη και τον υπεύθυνο πολίτη που επιθυμεί να γνωρίσει την προβληματική που διαμορφώθηκε στη Θράκη. Θα ήταν σκόπιμο το βιβλίο αυτό να διαβαστεί από κάθε πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση στη Θράκη ή διαχειρίζεται θέματα σχετικά με τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Μάλιστα, θα βοηθούσε πολύ η μετάφρασή του στα αγγλικά, όπως πιθανόν φιλοδοξεί να κάνει ο συγγραφέας, αν κρίνουμε από τον ψευδότιτλο, ο οποίος είναι τυπωμένος στην αγγλική.

Παναγιώτης Γ. Παπαδημητρίου, Οι Πομάκοι της Ροδόπης. Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870–1990). Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, 232 σσ



Αρκετές μελέτες, ελληνικές και ξένες, πλούτισαν πρόσφατα τη βιβλιο­γραφία, τη σχετική με τους Πομάκους της Ροδόπης. Το βιβλίο του κυρίου Π. Παπαδημη­τρίου είναι μια από τις πιο τεκμηριωμένες και επιστημονικά πλούσιες απ' αυτές. Το βιβλίο επιχειρεί μια συνολική έκθεση της πραγματικότητας που αποτελεί η εθνοτική ομάδα των Πομάκων, με έμφαση στις επιρροές που δέχθηκαν και στους χειρισμούς που έγιναν από τα τρία κράτη στα οποία οι Πομάκοι σήμερα κατοικούν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην επίδραση της εθνικής ιδεολογίας και των εθνικισμών που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία πάνω στις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν σε κάθε ένα από αυτά τα κράτη, που αφορούν τη ζωή στην επικράτειά τους της πομακικής μειονότητας.
Δίνεται κατ' αρχήν μία εισαγωγή (σ. 13-28) και αναλύονται οι βασικές έννοιες της ανά­λυσης και οι θεωρητικές προσεγγίσεις, οι σχετικές με το φαινόμενο του έθνους και κατ' επέκταση του εθνικισμού. Έτσι, ο συγγραφέας καθορίζει τον πόλο και τον κεντρικό πυρήνα της ανάλυσης και του προβληματισμού του.
Στο πρώτο μέρος (σ. 29-68) παρουσιάζονται περιεκτικά οι Πομάκοι όλης της Ροδόπης, ο τόπος και η εθνοτικότητά τους. Οι Πομάκοι κατοικούν στην ορεινή ζώνη της Ροδόπης που έχει μήκος 240 χιλιόμετρα, πλάτος 96 χιλιόμετρα και επιφάνεια περίπου 15.000 τ.χ. Το 80% της μικρής αυτής έκτασης ανήκει στη Βουλγαρία και το 20% στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι που βρίσκονται στη Βουλγαρία αριθμούν περί τα 270.000 άτομα, ενώ στην Ελλάδα ζουν, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, γύρω στα 36.000 άτομα (αποτελούν δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της μουσουλμανικής μειονότητας που βρίσκεται στην Ελλάδα). Στην Τουρκία κατοικεί σήμερα αριθμός Πομάκων που προέρχεται από πολλές μεταναστεύσεις. Ο συγγραφέας συνοψίζει την ανάλυσή του στο ότι η οθωμανική διοίκηση κληροδότησε στους Πομάκους μία θρησκευτική (ισλαμική) εθνοτική ταυτότητα.
Το δεύτερο μέρος (σ. 69-158) φέρει τον εύλογο τίτλο: "Η επέλαση του εθνικισμού". Γίνεται μία διεξοδική έκθεση της βουλγαρικής εθνικής αφύπνισης και της διαμόρφωσης των εθνικών συνόρων στην περιοχή της Ροδόπης κατά τις περιόδους των Βαλκανικών και των Παγκοσμίων Πολέμων. Το συμπέρασμα μπορεί να συνοψισθεί στη γενική υπο­βάθμιση της περιοχής, στην οποία οδήγησε το αυταρχικό εθνικιστικό βουλγαρικό πρό­γραμμα αναγκαστικής αφομοίωσης των Πομάκων και η αδυναμία του Ελληνικού Κρά­τους να εξασφαλίσει την κοινωνική και οικονομική ανύψωση του δικού του πομακικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του. Ωστόσο, με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1946 έληξε ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των εδαφών της Θράκης και τα σύνορα παγιώθηκαν.
Στο τρίτο μέρος (σ. 159-209) που επιγράφεται: "Εθνικισμός και εθνικές κοινότητες", περιγράφονται οι πρακτικές των τριών κρατικών σχηματισμών οι οποίοι περιλαμβάνουν μειονότητες Πομάκων και η στάση τους απέναντι στις μειονότητες. Όσον αφορά την αμηχανία της Ελλάδας, τεκμηριώνεται ο επαναπροσδιορισμός της εθνοθρησκευτικής ταυτότητας των Πομάκων της Ελλάδας προς όφελος της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Γίνεται επίσης μία έκθεση της πολιτικής της Βουλγαρίας παράλληλα προς δύο άξονες: ένα φιλελεύθερο κι έναν αυταρχικό. Όσον αφορά την πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας η ανάλυση είναι αδύνατη και δεν τεκμηριώνεται η προσπάθεια του τουρκικού εθνικισμού για ένταξη των Πομάκων συλλήβδην στην τουρκική εθνική ταυτότητα και τη χρήση της θρησκευτικής ταυτότητας για τον σκοπό αυτό.
Ο συγγραφέας είναι γνώστης του θέματος και οι παρατηρήσεις του καίριες και διεισδυτικές. Ο πλούτος των στοιχείων και η τεκμηρίωση των απόψεων είναι πάνω από τα συνηθισμένα.
Η βιβλιογραφία είναι εκτενής, πλούσια και διαβασμένη.  Ωστόσο, η έλλειψη ενός ευρε­τηρίου αδικεί το βιβλίο.
Όπως σωστά ο συγγραφέας δηλώνει, η ένταξη των Πομάκων στις εθνικές χριστιανικές πλειοψηφίες των τριών κρατών, όπου ζουν, έγινε με όρους θρησκευτικής και πολιτισμι­κής ετερότητας, η οποία επιβάλλει να κτίζονται συνεχώς γέφυρες επικοινωνίας, κατα­νόησης και συνεργασίας και από τις δύο πλευρές. Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό συμβαίνει σε μικρή κλίμακα. Ωστόσο, η γνώμη μας είναι ότι ο σεβασμός της ετερότητας, –ή ο μη σεβασμός της–, στα τρία αναφερόμενα κρατικά μορφώματα, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, δεν μπορούν να παραλληλισθούν[1]. Κατά την αντίληψή μας η ελληνική κοινω­νία και, –γιατί όχι;–, το ελληνικό κράτος έχουν επιδείξει μια συμπεριφορά η οποία διαχρονικά είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή μέτρων εθνικής κάθαρσης και τη συμβίωση διαφόρων εθνοτικών ομάδων στην ελληνική επικράτεια χωρίς σοβαρούς αποκλεισμούς και προβλήματα, – στο μέτρο πάντα της σύγκρισης με αυτά που συνέβησαν και συμβαίνουν στις γειτονικές χώρες, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ.
Κατά την αντίληψή μας επίσης, η ανάλυση με βάση τη θεώρηση των Πομάκων ως ενιαίο σύνολο δεν συμβιβάζεται με τη μεθοδολογική θέση του συγγραφέα ότι τα πολιτισμικά γνωρίσματα της ομάδας μεταβάλλονται (σελ. 37). Κατά την αντίληψή μας πιστεύουμε ότι υπάρχουν πια Βούλγαροι, Τούρκοι και Έλληνες Πομάκοι. Τί εξυπηρετεί η ενιαία αντιμετώπισή τους; Όσον αφορά τους Έλληνες Πομάκους, αυτοί αποτελούν μια μικρή μειονότητα η οποία ζει στα όρια του Ελληνικού Κράτους και αυτή είναι η πραγματικό­τητα. Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι το κύριο και ουσιώδες πρόταγμα. Τμήμα του ελληνικού πομακικού πληθυσμού πρέπει να αστικοποιηθεί και να κατανεμηθεί στα αστικά κέντρα της χώρας, εκεί όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, πράγμα που έγινε ήδη από χρόνια για το σύνολο σχεδόν του υπόλοιπου ελληνικού ορεινού πληθυσμού. Στο κάτω κάτω, οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας εγκατέλειψαν τις ορεινές περιοχές και βρίσκονται σήμερα στις πόλεις. Γιατί οι Έλληνες Πομάκοι θα αποτελέσουν εξαίρεση; Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και να μάθουν Ελληνικά. Χωρίς βέβαια, να απεμπολήσουν τις ιδιαιτερότητές τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει σταθερά η ελληνική κοινωνία.
Οι αναλύσεις του συγγραφέα εδράζονται στην αντίληψη του έθνους ως φορέα αμείλι­κτου εθνικισμού. Διακρίναμε στις αναλύσεις του την παρουσία της αντίληψης του πολι­τικώς ορθού[2], σύμφωνα με την οποία η αναφορά σε ο,τιδήποτε εθνικό σημαίνει εθνικι­σμό.
Πίσω από την αντίληψη του πολιτικώς ορθού εμείς διακρίνουμε τις εργαλειακές κατευ­θύνσεις των σπουδών στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα των ΗΠΑ. Κατευθύνσεις οι οποίες εξυπηρετούν σκοπιμότητες με οικουμενική εμβέλεια. Εντέλει είναι ένας εθνικισμός αυτό που κινεί την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού[3]. Ιδεολογία, η οποία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην διαχείριση των μειονοτήτων ως εργαλειακού μέσου αποδυνάμωσης και κατακερματισμού των εθνικών κρατικών μορφωμάτων και των εθνικών ιδεολογιών.
Η Ελλάδα ως χώρα με ιδιαίτερα ισχυρή εθνική και κοινωνική συνοχή και πολυδιάστατη ιστορική ταυτότητα, διαμορφωμένες μετά από μακραίωνη ιστορία και εθνικούς και απε­λευθερωτικούς αγώνες, δεν είναι προφανώς χώρα η οποία εύκολα προσαρμόζεται σε τέτοιες αντιλήψεις και σχέδια.
Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητες οι συχνές καταγγελτικές εκθέσεις για την κατάσταση των μειονοτήτων στην Ελλάδα, στις οποίες πάντα η κατάσταση στη χώρα μας εμφανίζεται και περιγράφεται με μελανά χρώματα, – παρά  το γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες συντάκτες των εκθέσεων ζουν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από καταστάσεις αποκλεισμού, αλλοτρίωσης και στέρησης άγνωστες στην Ελλάδα.
Στα πλαίσια αυτά πιστεύουμε ότι επιβάλλεται η ενίσχυση και η υποστήριξη των πολιτι­κών και των δράσεων  της χώρας μας, –ή τουλάχιστον, η αποφυγή αποδυνάμωσής τους.






[1] Αν και στη σελ. 189 αναγνωρίζεται ότι: "Από το 1990 εγκαινιάστηκε (από το Ελληνικό Κράτος) μία νέα αναθεωρημένη πολιτική 'ισότιμης ένταξης' του συνόλου του μειονοτικού πληθυσμού, που θα συμβάλει μακρυπρόθεσμα στην οικονομική και κοινωνική άνοδό του". Οπωσδήποτε όμως, δεν γίνεται συζήτηση της πολιτισμικής αλλοτρίωσης του πομακικού πληθυσμού και της απειλούμενης απώλειας της γλώσσας του, στοιχείων που ιδιαίτερα συναντώνται στις πολιτικές των γειτονικών προς την Ελλάδα κρατών. Άλλωστε η πολιτισμική αλλοτρίωση και η απώλεια της γλώσσας των Ελλήνων Πομάκων φαίνεται ότι εντάσσεται στις γνωστές επιδιώξεις γειτονικής χώρας.
[2]  Ως πολιτικώς ορθό ορίζεται αυτό που θεωρητικά ή έμπρακτα φροντίζει ώστε να βρίσκεται σε συμφωνία προς τις φιλελεύθερες αντιλήψεις σε κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Στην πράξη συνήθως το πολιτικώς ορθό σημαίνει την αποφυγή γλώσσας και συμπεριφοράς που συνδέονται με ο,τιδήποτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι διακρίνει κοινωνικά, πολιτισμικά ή φυλετικά.
[3] Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980  βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία την οποία αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης εντάσσεται και το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα που ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου, πολιτικού και οικονομικού συστήματος με τρόπο απόλυτα οικονομιστικό και ορθολογικό, που αποβλέπει σε αυτό το οποίο η αγορά αποκαλεί ευελιξία. Η οικονομική ευελιξία αντιλαμβάνεται τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ίδια τα έθνη ως εμπόδια. Μεταξύ άλλων, σημαντικά στοιχεία για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών είναι η ενίσχυση των κάθε είδους μειονοτήτων και η ανάπτυξη του πολυπολιτισμού ως εργαλείων αποδυνάμωσης των εθνικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι φανερό ότι οι πολυδιασπασμένες κοινωνίες και τα πολυτεμαχισμένα έθνη είναι οικονομιστικά, ορθολογιστικά, αλλά και πολιτικά, πλέον ευέλικτα και διαχειρίσιμα. Εκείνο που ευαγγελίζονται οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης είναι ένας πλανητικός χώρος χωρίς σύνορα και χωρίς ιδιαιτερότητες, παραδομένος στην κυριαρχία της αγοράς. Ένας πλανητικός χώρος ασφυκτικά κυριαρχούμενος από τη βιομηχανία του πολιτισμού και τα κέντρα αποφάσεων τα οποία την ελέγχουν. Ένας πλανητικός χώρος απελπιστικά ενδεής από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.