Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Απέναντι στη βαρβαρότητα. Ξαναδιαβάζοντας τον μύθο του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα.





Περί μύθου.

Αντιποιητική και αντιμυθική είναι η διάθεση που σήμερα κυριαρχεί, ώστε να εκφράζονται και να επιβάλλονται αντιλήψεις και γνώμες με τρόπους στεγνούς και επίπεδους. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη συζήτηση για το αν υπήρξε ή όχι το κρυφό σχολειό, όπως και η απομυθοποιητική παρουσίαση της Επανάστασης του 1821 στην ελληνική τηλεόραση. Οι αναφορές που γίνονται σε μύθους έχουν συνήθως καταγγελτικό χαρακτήρα και αποβλέπουν στην αναίρεση κάποιας πλαστότητας. Υποστηρίζεται, και γίνεται αποδεκτό, ότι ο μύθος είναι κατά βάση κάτι το πλαστό και φαντασιακό και γι’αυτό θα πρέπει να αντικαθίσταται με τα ξερά δεδομένα της επιστημονικής έρευνας. Όμως έτσι περιορίζεται η υπερβατική διάθεση για να υποκατασταθεί, μερικώς και ατελώς, από την αυστηρώς λογική νόηση.
Οπωσδήποτε, αναφερόμενοι σήμερα στον όρο μύθος[i] εννοούμε πρώτα-πρώτα κάτι το ψευδές ή το πλαστό. Είμαστε όμως βέβαιοι ότι αποδομώντας τον μύθο προσεγγίζουμε σε ό,τι αντιστοιχεί στο ουσιαστικό και το αληθινό; Ο μύθος ως διήγηση δεν αντιμάχεται την λογική, αλλά της δίνει διαστάσεις που μόνη της δεν διαθέτει. Γι΄ αυτό και η αρχαϊκή σημασία της λέξης ταυτίζει τον μύθο με τον λόγο και δεν αποκλείει αυτό που είναι ουσιαστικό και είναι αληθές. Όσο, όμως, και αν η κριτική σκέψη διατείνεται ότι έχει εκτοπίσει τον μύθο, αυτός συνεχίζει να επιτρέπει το άλμα από το εννοιολογικώς συμβολιζόμενο προς αυτό που είναι κρυμμένο βαθιά μέσα στα πράγματα και μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια τους. Επιπλέον, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τον συμβολικό μύθο, αυτόν που με φιλοσοφική ή θρησκευτική μορφή έχει ένδοξη ιστορία. Κατά τον Σπύρο Κυριαζόπουλο[ii] ο μύθος διηγείται μία πράξη, το νόημα της οποίας δεν αντιστοιχεί απολύτως σε ό,τι εκφράζει η διήγηση, νοούμενη ως ιστορική είδηση[iii]. Αυτό που φαίνεται στον μύθο δεν είναι το νοούμενο, αλλά το παριστάμενο. Ο μύθος, μέσω του αποδέκτη του, προσπαθεί να εκφράσει και να ψηλαφίσει την ουσιαστική διάσταση που υπάρχει πέρα από τα λεγόμενα και μέσα στα νοούμενα. Δεν αποτελεί, λοιπόν, ο μύθος μόνο μια εκφραστική ή λογοτεχνική μορφή, αλλά την ίδια την απαίτηση και τη δυνατότητα για την προσέγγιση στην ουσία των πραγμάτων. Για να μιλήσουμε τη γλώσσα της φιλοσοφίας, όπως αρμόζει για ένα σοβαρό θέμα, ο μύθος είναι μεταφυσική σκέψη και σαν τέτοιος εκφράζει την αλήθεια και όχι την πλαστότητα των πραγμάτων. Παραλλάσσοντας τη μεγαλοφυή διατύπωση του Ηράκλειτου μπορούμε να πούμε ότι ο μύθος ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει[iv]. Η αποκάλυψη της σημασίας του μύθου είναι έργο του αποδέκτη του μύθου και όχι του σημαίνοντος και γι’ αυτό ο μύθος είναι διαλεκτικός. Μυθολογικό είναι, λοιπόν, το φιλοσοφικό φρόνημα, διό φιλόμυθος ο φιλόσοφος[v].



Ο μύθος του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα.

Φιλόδοξους λόγιους, ανήσυχους ερευνητές, αλλά και κάθε είδους μυθομανείς θεοσοφιστές, ευφάνταστους ψευδοεπιστήμονες και παραδοξολόγους αποκρυφιστές τροφοδοτεί για αιώνες η μυθική περιγραφή της Ατλαντίδας από τον Πλάτωνα στους διαλόγους του Τίμαιος[vi] και Κριτίας ή Ατλαντικός[vii]. Πρόκειται για μυθική διήγηση στην οποία εμπλέκονται όλα τα στερεότυπα του αποκρυφισμού: αρχαία κρυμμένη γνώση που την κρατά ζηλότυπα ένα ιερατείο σε κάποια απροσπέλαστη τοποθεσία, ιστορική πραγματικότητα που αποκρύπτεται και αποκαλύπτεται μόνο στους μυημένους, εν συντομία μυστική γνώση μόνο για λίγους. Η ατλαντιδολογία και η αντλαντιδομανία έχουν δώσει αφορμή για την έκδοση χιλιάδων βιβλίων και για ατέρμονες συζητήσεις, επιστημονικές και μη. Πρόσφατα, ο γνωστός διανοούμενος και κλασσικιστής Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, μετά από πολύχρονη μελέτη του θέματος, δημοσίευσε περισπούδαστη, πλην παράδοξη μελέτη για την ιστορία και την εξέλιξη του θέματος[viii]. Που δεν είναι, βέβαια, άλλο από το πού βρισκόταν η Ατλαντίδα και πότε.
Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά την Ατλαντίδα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μνημειώδη σύγχυση του τι είναι μύθος και του τι είναι ιστορία και σε μια πλημμυρίδα μελετών και εκδόσεων που ξεκινούν από σαφείς παρερμηνείες. Γιατί ο συμβολισμός του μύθου, –αυτό που ήθελε να υποδηλώσει ο Πλάτων–, σπάνια συζητείται. Είναι μάλλον σαφές ότι πρόθεση του Πλάτωνα δεν ήταν η ιστορία και η ιστορική γεωγραφία. Ο ίδιος μάλιστα απέφευγε να εμπλακεί ή να αναφερθεί στην ιστορία καθεαυτή. Ο Πλάτων παρουσιάζει τις αντιλήψεις του για το παρελθόν και τα οράματά του για το μέλλον μέσα από μυθικές αφηγήσεις.
Με τον μύθο του της Ατλαντίδας ο Πλάτων αντιπαρατάσσει τον ελληνικό κόσμο στο πολιτικό και πολιτισμικό του αντίθετο. Ο μύθος τοποθετείται σε μια μακρινή προϊστορική εποχή, η οποία έχει ξεχασθεί. Η διήγηση γίνεται από γέροντα Αιγύπτιο ιερέα που κατέχει τη χαμένη γνώση[ix]. Η αφήγησή του Αιγύπτιου ιερέα απευθύνεται προς τον Αθηναίο Σόλωνα, έναν από τους επτά σοφούς. Πρόκειται για μια εξιστόρηση γεγονότων που συνέβησαν 9.000 χρόνια[x] πριν από την εποχή του Σόλωνα. Κατά την αφήγηση του Αιγύπτιου ιερέα, την εποχή εκείνη έλαβε χώρα μεγάλος πόλεμος μεταξύ αυτών που ζούσαν εντεύθεν και αυτών που ζούσαν εκείθεν από τις Στήλες του Ηρακλή[xi]. Η κυρίαρχη δύναμη εντεύθεν των Ηράκλειων Στηλών, το σημερινό Στενό του Γιβραλτάρ, ήταν η προϊστορική μυθική Αθήνα. Κυρίαρχη δύναμη εκείθεν των Ηράκλειων Στηλών ήταν η μυθική Ατλαντίδα. Ο πόλεμος είχε αφορμή την επιδρομή των δέκα βασιλέων της Ατλαντίδας κατά της Ευρώπης, που σκόπευε στην κατάκτηση όλου του τότε κόσμου[xii]. Επειδή ο διάλογος Κριτίας παρέμεινε για άγνωστους λόγους ημιτελής δεν γνωρίζουμε τίποτε για τον πόλεμο αυτόν, εκτός από το ότι η Αθήνα νίκησε, παρά την απόλυτη υπεροχή των Ατλάντων σε πολεμικά μέσα και μεγέθη και παρά το γεγονός ότι η Αθήνα εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους της και αναγκάσθηκε να πολεμήσει μόνη[xiii].
Ο Πλάτων περιγράφει μια ιδανική προϊστορική Αθήνα, που εκφράζει το ελληνικό ήθος, για να την αντιπαραβάλει προς μία φανταστική Ατλαντίδα, η οποία συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της βαρβαρότητας, χαρακτηριστικά που δεν είναι ελληνικά[xiv]. Η αντιπαραβολή θέλει να καταδείξει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς πολιτειακούς και πολιτισμικούς σχηματισμούς. Είναι σημαντικό ότι το πολιτισμικό οικοδόμημα και η τέχνη είναι για τον Πλάτωνα ουσιώδη στοιχεία που συμπληρώνουν την πολιτική συγκρότηση και το οικονομικό σύστημα των δύο πόλεων που περιγράφει. Η ιδανική Αθήνα, που περιγράφει ο Πλάτων, χαρακτηρίζεται για την επίδοσή της στις τέχνες και την αγάπη της προς τη σοφία, όπως καθόρισαν οι ιδρυτές της Ήφαιστος και Αθηνά. Η γη της Αττικής προμήθευε τα αγαθά που καθιστούσαν την Αθήνα αυτάρκη[xv]. Την κοινωνία της Αθήνας[xvi] αποτελούσαν τάξεις, με ανώτερη αυτή των φρουρών, που ζούσαν γύρω από την Ακρόπολη. Οι τεχνίτες ζούσαν παραπέρα, ενώ στην περιφέρεια ζούσαν οι αγρότες. Υπήρχε μια μεσότητα και μια τάξη, όπως υπαγόρευε το πρέπον. Επρόκειτο για μία κατ' εξοχήν ελληνική πόλη, η οποία ήταν πρόσφορος αρετή και φρονήσει[xvii], και είχε πολλά ήμερα υψηλά δένδρα[xviii].
Η αφθονία και το μεγαλείο που χαρακτηρίζουν την Ατλαντίδα αποτελούν το αντίθετο της σεμνότητας και του μέτρου που χαρακτηρίζουν την Αθήνα[xix]. Η ίδρυση της Ατλαντίδας βασίζεται στην κυριαρχία επί της φύσης, όπως την πραγματώνει ο ιδρυτής της Ποσειδώνας. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει η τοποθεσία[xx] που επιλέγει ο Ποσειδώνας αξιοποιούνται, ώστε τεράστια τεχνικά έργα να δημιουργήσουν μια πανίσχυρη πόλη και να συσσωρεύσουν απίστευτο πλούτο. Όλα εξυπηρετούν την επιδίωξη της δύναμης, την απόκτηση της υλικής αφθονίας και την κυριαρχία των μέσων. Όλα απαστράπτουν, ώστε να επιβεβαιώνουν τον πλούτο, την αφθονία και την ισχύ των Ατλάντων[xxi]. Παράλληλα, η φύση έχει αλλοτριωθεί για να περιπέσει στην κατηγορία ενός τεχνικού έργου και να εξυπηρετεί την θέληση και την ευδαιμονία των βασιλέων της Ατλαντίδας. Είναι σαφής η νεωτερική αντίληψη στην οποία στηρίζεται η εικόνα αυτή και είναι σαφές το πόσο συνεπής είναι η εξέλιξη της Ατλαντίδας προς τα αιτήματα των Αθηναίων της εποχής του Πλάτωνα[xxii]. Η Ατλαντίδα ήταν μια απολύτως βαρβαρική πόλη. Η γλώσσα της δεν ήταν ελληνική. Το μοναρχικό πολίτευμα των βασιλέων της Ατλαντίδας χαρακτήριζε για τους Έλληνες την Περσική Αυτοκρατορία, τον μεγαλύτερο εχθρό τους. Οι περιγραφές της Ατλαντίδας παραπέμπουν στις μεγάλες πόλεις των βαρβάρων, όπως ήταν γνωστές μέχρι την εποχή του Πλάτωνα. Οι διώρυγες, οι γέφυρες και οι κρεμαστοί κήποι θυμίζουν την Βαβυλώνα. Οι τεράστιοι ναοί, οι πύλες, ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο, τα πολύτιμα μέταλλα που χρησιμοποιούν με αφθονία οι Άτλαντες, όλα παραπέμπουν στα ανατολικά βασίλεια, αλλά και στους πλούσιους τυράννους της Σικελίας. Βέβαια, μετά έναν αιώνα από την εποχή του Πλάτωνα, εμφανίζεται ο ελληνιστικός κόσμος, του οποίου τα πλούτη, οι τρόποι και τα μεγέθη θα ανταγωνισθούν αυτά των περιγραφών του Πλάτωνα για την Ατλαντίδα. Το ίδιο ισχύει και για την αυτοκρατορική Ρώμη.
Το ορθό φρόνημα, το ήθος και η ανδρεία των προϊστορικών Αθηναίων θα σώσουν την Ευρώπη και την Ασία από την κατακτητική επιδρομή των βασιλέων της νήσου Ατλαντίδας, παρά το ότι αυτοί διαθέτουν απεριόριστους υλικούς πόρους και απόλυτη υπεροχή σε μηχανικά στρατιωτικά μέσα. Η Αθήνα, αντιμετωπίζει νομοτελειακά μόνη τη βαρβαρική, ιμπεριαλιστική Ατλαντίδα, η οποία έχει υποτάξει τη φύση στις υβριστικές επιδιώξεις της κυριαρχίας, της δύναμης, της πολυτέλειας και των απολαύσεων. Η περιγραφή της μυθικής Αθήνας, ως ιδεώδους πόλης και ως υπερασπίστριας της κοσμικής τάξης μέσα στον ορίζοντα της ιστορίας από τον Πλάτωνα, εκθειάζει το μέτρο, την αυτάρκεια και την περιφρόνηση των μεγεθών απέναντι στην πόλη της Ατλαντίδας, η οποία αλαζονικά παραβιάζει την κοσμική τάξη. Πρόκειται για τη διατύπωση μιας μορφής Μεγάλης Ιδέας, σύμφωνα με την οποία η προϊστορική Αθήνα αναλαμβάνει ένα κοσμοϊστορικό ρόλο[xxiii]. Ωστόσο, η διήγηση είναι σαφής στο ότι την τελική νίκη των Αθηναίων συνόδευσε μέγας κατακλυσμός, καθολική καταπόντιση και εξαφάνιση της Ατλαντίδας και γεωλογική καταστροφή, με διακοπή της ιστορικής συνέχειας της πόλης των Αθηνών. Η ιστορία αρχίζει πάλιν εξ’ αρχής[xxiv], ώστε οι Έλληνες να γίνουν και πάλι νέοι, χωρίς να κρατούν αναμνήσεις από όσα συνέβησαν στα παλιά χρόνια[xxv].



Οι σημασίες της Ατλαντίδας.

Πρόθεση του Πλάτωνα στη μυθική διήγηση για την Ατλαντίδα, φαίνεται να ήταν μια αλληγορική και συμβολική πολιτική ανάλυση. Σ’ αυτήν τα τότε πρόσφατα πολιτικά γεγονότα, όπως οι Περσικοί Πόλεμοι, η δημιουργία των ελληνικών πόλεων, η συγκρότηση των μεγάλων βασιλείων της Ανατολής και οι διαφαινόμενες τάσεις παίρνουν μυθικό συμβολικό χαρακτήρα. Όμως, το κύριο στοιχείο της πλατωνικής μυθικής αφήγησης επικεντρώνεται στην ουσιαστική διαφορά μεταξύ πολιτισμού[xxvi], όπως αυτός εκφράζεται μέσα στις ελληνικές πόλεις, και κυρίως στην Αθήνα, και βαρβαρότητας[xxvii], όπως αυτή χαρακτηρίζει τις ανατολικές δεσποτείες, αλλά και την εξέλιξή της σύμφωνα με μια νεωτερίζουσα προφητική αντίληψη. Η αντίθεση προς την βαρβαρότητα θεμελιώνει μια κοινή ταυτότητα για τους Έλληνες της κλασσικής εποχής. Ο ορισμός της βαρβαρότητας διακρίνει την απουσία της δυνατότητας για πολιτική ελευθερία. Οι βαρβαρικές κοινωνίες δεν μπορούν να εκφραστούν με τον λόγο και ο λόγος απουσιάζει από τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουν τον κόσμο, την κοινωνία και την ζωή. Πρόκειται για συμπεριφορές και πρακτικές ηθικά κατώτερες και επιλήψιμες.
Ο μύθος της Ατλαντίδας θέτει, επίσης, το θέμα της ασύμμετρης αναμέτρησης, δηλαδή την αντιπαράθεση μιας ισχυρής επιθετικής και κυριαρχικής δύναμης προς ένα αδύναμο αντίπαλο, ο οποίος διαθέτει θάρρος και τόλμη που αντλεί από το ηθικό του πλεονέκτημα[xxviii]. Η νίκη της μυθικής Αθήνας παραπέμπει κατ’ ευθείαν στους Περσικούς Πολέμους και τις ελληνικές νίκες. Ο Ηρόδοτος έθεσε το ερώτημα για το τί είναι αυτό που επέτρεψε στους Έλληνες να αντιπαραταχθούν στην ασιατική πανστρατιά και να νικήσουν τις κολοσσιαίες στρατιές του Ξέρξη. Ο ίδιος παρουσιάζει δραματικά τον Ξέρξη να οδηγεί με αλαζονεία και υπερηφάνεια την Ασία κατά της Ελλάδας, αλλά και να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν οι Έλληνες να αποφασίζουν να αντιπαραταχθούν προς τον γιγαντιαίο στρατό του και να επιμένουν να αντιστέκονται[xxix]. Ο Ηρόδοτος διαισθάνεται ότι το ηθικό πλεονέκτημα των Ελλήνων αποτελεί το αποφασιστικό σημείο και βάζει τον Αρτάβανο και τον Δημάρατο να επιβεβαιώνουν τις αμφιβολίες του Ξέρξη[xxx]. Για τον Αισχύλο η νίκη των Ελλήνων οφείλεται στο ηθικό πλεονέκτημα που τους χαρίζουν οι πολιτικοί τους θεσμοί και συγκεκριμένα η Αθηναϊκή Δημοκρατία[xxxi]. Για τον Πλάτωνα η εξήγηση της ελληνικής υπεροχής βρίσκεται στην υπεράσπιση της κοσμικής τάξης και για τον νομοτελειακό θρίαμβο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Πρόκειται, όπως είπαμε, για μια μορφή Μεγάλης Ιδέας την οποία υπερασπίζει η Αθήνα. Η ιδεαλιστική αυτή αρχή θα τροφοδοτήσει με ηθικιστικό περιεχόμενο τις αντιπαραθέσεις των Ελλήνων με τους άλλους λαούς. Η ιδέα της κατίσχυσης του πολιτισμού προς τη βαρβαρότητα θα συνοδεύει μόνιμα τους αγώνες του Γένους και θα στηρίζει το φρόνημά του. Ο πολιτισμός θα παραμένει σταθερά δικαιωμένος απέναντι στην αδικία που επιχειρεί η δύναμη και θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα. Οι Έλληνες θα παραμένουν ιδιαίτεροι και θα έχουν το προνόμιο να αντιμετωπίζουν μόνιμα και μόνοι τη βαρβαρότητα.
Εκείνο που επίσης έχει ενδιαφέρον στην κατάληξη του μύθου της Ατλαντίδας είναι η απαισιόδοξη εικόνα του μέλλοντος, ως μία κατάσταση έξω από το μέτρο, το μέσον, το πρέπον και την κοσμική τάξη. Πράγμα, που μόνο με ελληνικό τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί, αλλά πάλι με αποτέλεσμα τη διακοπή της ιστορικής συνέχειας μετά από μία αναπόφευκτη σύγκρουση και καθολική καταστροφή. Έχουμε εδώ τη σαφώς ελληνική αντίληψη της χωρίς νόημα ιστορικής πορείας, που διακόπτεται και επιστρέφει ξανά στην αρχή. Η μεγαλειώδης Ατλαντίδα δεν θα αφήσει τίποτε πίσω της παρά λάσπες[xxxii]. Η σεμνή και ηρωική Αθήνα θα ξεχαστεί και οι Έλληνες θα ξαναγίνουν παιδιά χωρίς μνήμη[xxxiii]. Όλα θα σβηστούν και τίποτε δεν θα θυμίζει αυτό που κάποτε υπήρξε. Η ύβρις της Ατλαντίδας και η αρετή της Αθήνας θα λησμονηθούν, κάτω από το βλέμμα μιας φύσης που θα παραμένει αδιάφορη. Η ιστορία είναι κυκλική και χωρίς νόημα, πράγμα που οι Έλληνες αντιμετωπίζουν με τραγικότητα και παρρησία, χωρίς να ζητούν στήριξη από μία θρησκεία που θα τους προσφέρει εσχατολογική δικαίωση. Πρόκειται για μια μεταφυσική αντίληψη της ιστορίας, που είναι ριζικώς διαφορετική από αυτήν που θα διατυπώσει αργότερα η χριστιανική πλέον Ευρώπη ως Δύση[xxxiv].



Η Δύση ως Ατλαντίδα, αλλά και η Αθήνα στη Δύση.

Η απόρριψη της κυριαρχίας της τεχνικής από τον Πλάτωνα, η καταδίκη της ιδέας της υποταγής της φύσης ως ιδέας βαρβαρικής, όπως και η δομή του μύθου της Ατλαντίδας σε σχέση με τα μεγάλα θέματα του αποκρυφισμού, είναι ίσως οι λόγοι που ο σημαντικός αυτός μύθος παραμένει ακόμη σήμερα στη διάθεση της αφελούς παραφιλολογίας και του παραδοξολογικού αποκρυφισμού.
Ωστόσο, ο μύθος της Ατλαντίδας εξακολουθεί να σημαίνει με τρόπο διπολικό[xxxv]. Και σημαίνει μεταφυσικά όχι μόνο για την εποχή του Πλάτωνα, αλλά και για πραγματικότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν και να καθορίζουν τον κόσμο.
Για μας σήμερα, το αντίστοιχο της Ατλαντίδας, όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα, δεν βρίσκεται μόνο στην εποχή του, δηλαδή στις ανατολικές βαρβαρικές μοναρχίες, ούτε όμως στην ελληνορωμαϊκή εποχή, αλλά στη σύγχρονη πραγματικότητα˙ και, μάλιστα, βρίσκεται στη σημερινή οικολογική πραγματικότητα, – που, βέβαια, είναι έξω από ο,τιδήποτε μπορούσε ο Πλάτων να φανταστεί. Οι όροι της αντιπαράθεσης του πολιτισμού προς τη βαρβαρότητα έχουν μεταβληθεί, αφού δεν υπάρχει πια ιδεατό σύγχρονο πρότυπο της μυθικής Αθήνας, ενώ οι επιδιώξεις της δύναμης, των απολαύσεων και της κυριαρχίας επί της φύσης έχουν αναχθεί σε υπέρτατες αξίες με την τεχνική πρόθυμη και διαθέσιμη για να τις εξυπηρετεί[xxxvi]. Η περιγραφή της μυθικής Ατλαντίδας πλησιάζει στις πραγματικότητες που διαπιστώνουμε στα σύγχρονα παγκόσμια κράτη και στις επιδιώξεις τους. Η κυριαρχία επί της φύσης έχει εδραιωθεί μεταφυσικώς στη σύγχρονη οικονομία και προσδιορίζει την παγκόσμια οικολογική ισορροπία. Όμως, οι θεσμοί, η πολιτιστική λάμψη, οι οραματισμοί και οι ουτοπίες, ο ανθρωπισμός, οι καλές τέχνες, η διανόηση, ο αστικός πολιτισμός και πολλά άλλα, για τα οποία η Δύση είναι γνωστή και υπερήφανη δίνουν το μέτρο της ιδεατής Αθήνας της νεωτερικότητας. Βέβαια οι όροι ερμηνείας του μύθου της Ατλαντίδας έχουν σήμερα ριζικά μεταβληθεί. Ποιός είναι ο πολιτισμός και ποιά είναι η βαρβαρότητα σήμερα; Για πολλούς, αυτά βρίσκονται πλέον πολύ κοντά και μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Ένας συνηθισμένος διπολικός ορισμός είναι η αντίθεση άγριος-πολιτισμένος. Η αντίληψη του άγριου έχει παίξει ιδρυτικό ρόλο στην κατασκευή του ευρωκεντρισμού και την επιβολή του ιμπεριαλισμού. Όροι όπως πρωτόγονος, τριτοκοσμικός, υπανάπτυκτος, αναπτυσσόμενος, αρχαϊκός, εξωτικός, άλλος, μη δυτικός, υπονοούν τη Δύση ως κανόνα και όλους τους υπόλοιπους ως υποδεέστερους.
Η Μεγάλη Ιδέα της υπεράσπισης της κοσμικής τάξης και του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα θα επιβιώσει στη φαντασία των Δυτικών. Κατά περιόδους και όλο πιο έντονα ο κόσμος θα ερμηνεύεται μανιχαϊστικά και θα τοποθετείται στα πλαίσια μιας διαρκούς αντιπαράθεσης πολιτισμού και βαρβαρότητας. Ο κόσμος θα εμφανίζεται διαχρονικά ως διπολικός, ενώ η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης ή Ευρώπης-Ασίας, όπως και, αργότερα, ο διαχωρισμός του κόσμου σε Βορρά-Νότο, θα θεωρηθούν ως ο κεντρικός άξων της παγκόσμιας ιστορίας[xxxvii]. Έτσι, μετά τους Έλληνες, η ιδεαλιστική αρχή της αντιπαράθεσης του πολιτισμού προς την βαρβαρότητα θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον. Όμως τα όρια μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας θα είναι μονίμως μεταβαλλόμενα και αμφισβητήσιμα. Για παράδειγμα, σήμερα οι ΗΠΑ παρουσιάζουν τις εκστρατείες τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και την προσπάθειά τους να εγκατασταθούν μόνιμα στην καρδιά του αραβικού κόσμου ως πόλεμο του Καλού απέναντι στο Κακό. Αντίστοιχα, το θεοκρατικό καθεστώς της Κομ χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ ως τον Μεγάλο Σατανά.
Η Μεγάλη Ιδέα της υπεράσπισης της κοσμικής τάξης και του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα κρατά ζωντανή την εικόνα των Ελλήνων στη φαντασία των Δυτικών. Και, βέβαια, η ιστορία της Δύσης αρχίζει με τους Έλληνες που διατύπωσαν τις ιδέες της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Κυριολεκτικά οι Έλληνες είναι ιδιαίτεροι και δεν μοιάζουν με κανέναν άλλο[xxxviii]. Οι Έλληνες θα συνεχίσουν να καθορίζουν ηθικά όρια που θα ξεχωρίζουν σαφώς την βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Η ένδοξη πτώση της Κωνσταντινούπολης[xxxix], η Επανάσταση του 1821, το γεγονός του 1940 εξακολουθούν να πλουτίζουν την ιστορία και να σημαίνουν. Αντίστοιχα, οι Δυτικοί θα θεωρήσουν οι ίδιοι τον πολιτισμό τους τόσο σημαντικό, ώστε θα πιστέψουν ότι θα μπορούν να αναμορφώσουν τον κόσμο και θα φθάσουν να αναγάγουν τον ιμπεριαλισμό σε ηθικά αποδεκτή πρακτική.
Η ιδέα της σύγκρουσης του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα διατρέχει τις δύο ρωμαϊκές αυτοκρατορίες και παίρνει θρησκευτική μορφή με τις σταυροφορίες. Η αυτοκρατορική Ρώμη θα παραλάβει την ιδέα της βαρβαρότητας με την οποία θα χαρακτηρίσει τους κατακτημένους λαούς, ώστε να δικαιολογηθεί ο ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός. Βέβαια, όροι πολιτικού ανταγωνισμού επιβάλλουν στη Δύση την τοποθέτηση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης (Ρωμανίας ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Οι δυτικοί ιστοριογράφοι, μάλιστα, τοποθετούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μετά την πτώση της, στη σφαίρα της βαρβαρότητας. Μετά την Αναγέννηση, η σχέση της Δύσης προς την Ανατολή ταυτίζεται με μια στάση δύναμης, κυριαρχίας και ηγεμόνευσης.
Η ασίγαστη τάση των Δυτικών προς το άπειρο, η συνεχής ανησυχία τους, και η αέναη επέκτασή τους συμβαδίζουν κατά τους νεώτερους χρόνους με αυτή την αντίληψη της Ανατολής, που ξεκινά από αισθητικές αναζητήσεις και που σύντομα λαμβάνει πολιτική και ιμπεριαλιστική μορφή. Πρόκειται για τον οριενταλισμό[xl], που εμφανίζεται κατά τον 16ο αιώνα ως θετική διάθεση προς τις εικαστικές μορφές του μουσουλμανικού κόσμου. Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα ο οριενταλισμός γίνεται συρμός[xli]. Ο οριενταλισμός εξιδανικεύει τον εξωτισμό της Ανατολής και δημιουργεί μία φαντασιακή εικόνα σε πλήρη αντιδιαστολή προς την Δύση. Ο οριενταλισμός δεν είναι μόνο ένα αισθητικό και μυθοπλαστικό φαινόμενο, αλλά και μια μακραίωνη διάθεση κυριαρχίας η οποία χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό. Με τον οριενταλισμό εκδηλώνεται, για μία ακόμη φορά, η ηγεμονική διάθεση του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, η οποία βασίζεται στην ιδέα ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι ανώτερη συγκρινόμενη με όλους τους μη ευρωπαϊκούς λαούς και πολιτισμούς[xlii]. Η Δύση αποκτά το δικαίωμα και το μονοπώλιο και να καθορίζει το πως θα παριστάνεται η Ανατολή. Ο οριενταλισμός εκφράζει, λοιπόν, την εγγενή διάθεση του δυτικού πολιτισμού για επιπολιτισμική[xliii] επίδραση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο βεληνεκές της επιπολιτισμικής επίδρασης της Δύσης περιλαμβάνονται και οι ελληνικές χώρες. Η Νέα Ελλάδα παρουσιάζει την ιδιορρυθμία να μην είναι ούτε Ανατολή, ούτε Δύση, ούτε να βρίσκεται ανάμεσά τους, αλλά να είναι πάντα αυτό που είναι: κάτι ιδιαίτερο  Κατά την αντίληψη των Δυτικών η Νέα Ελλάδα είναι και δεν είναι Δύση, ή μάλλον, είναι Δύση μόνον όταν συμβιβάζεται με τις φαντασιακές αντιλήψεις τους.
Η ιστορία των τελευταίων αιώνων είναι, λοιπόν, η ιστορία της επιβολής της Δύσης και της προσαρμογής των πολιτισμών στα πρότυπά της[xliv]. Παραδόξως, τώρα τη θέση της επιθετικής Ατλαντίδας θα πάρει ο δυτικός κόσμος, του οποίου τις πάνοπλες στρατιές αντιμετωπίζουν οι ξυπόλητοι αγρότες των εξωτικών χωρών. Παράλληλα και ταυτόχρονα, η Δύση θα κατέχει το μονοπώλιο του πολιτισμού και η ίδια θα προβάλλει ως διάδοχος της Αθήνας.
Στη νεότερη εποχή η αντιπαράθεση πολιτισμού και βαρβαρότητας αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις όρους της κατασκευής και της εφαρμογής του παγκόσμιου συστήματος του δυτικού κόσμου[xlv]. Το γεγονός της αμφισβήτησης του παγκόσμιου δυτικού συστήματος[xlvi], προς όφελος των χωρών της περιφέρειας, φέρνει σήμερα στην επιφάνεια τη συζήτηση για τον διαχωρισμό Δύσης και Ανατολής. Τείνει να δημιουργηθεί στη Δύση ένας ψυχισμός απειλής και μανιχαϊστικής αντίληψης της ιστορίας[xlvii]. Χαρακτηριστικές είναι σχετικές πρόσφατες μελέτες, όπως το βιβλίο του Anthony Pagden, Κόσμοι σε πόλεμο – Η 2500 ετών πάλη μεταξύ Ανατολής και Δύσης[xlviii] και το βιβλίο του Paul Cartledge, Θερμοπύλες. Η μάχη που άλλαξε τον κόσμο[xlix]. Τα βιβλία αυτά, που έτυχαν ευρείας αποδοχής στον αγγλοσαξονικό κόσμο, παρουσιάζουν την ανθρώπινη ιστορία ως συνεχή εξέλιξη της διαχρονικής αντιπαράθεσης Ευρώπης-Ασίας. Μία παραλλαγή των αντιλήψεων αυτών εκφράζει και σε επικοινωνιακό επίπεδο το φιλμ 300 [l].



Η βαρβαρότητα ως ανύπαρκτος κίνδυνος και οι εμπειρίες του 20ού αιώνα. 

Ωστόσο, η ιδέα της κάθετης διαίρεσης Ανατολής-Δύσης με βάση την αντίθεση πολιτισμού-βαρβαρότητας δεν συμβιβάζεται με την παράδοση που καθιέρωσε ο Διαφωτισμός. Δεν είναι λίγοι αυτοί που απορρίπτουν την ιδέα της μοναδικότητας της Ευρώπης και αμφισβητούν την αντίληψη της ευρωπαϊκής συνέχειας από την εποχή της ελληνικής αρχαιότητας. Κατ’ αυτούς, ο ευρωκεντρισμός επιβάλλει την εσφαλμένη αντίληψη της υπεροχής της Δύσης και του διαχωρισμού της από τον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας της την ανάγκη της προστασίας από κάποιον ανύπαρκτο κίνδυνο, τον κίνδυνο των βαρβάρων. Κατά τον ορισμό του Claude Levi-Strauss βάρβαρος είναι αυτός που πιστεύει στην ύπαρξη της βαρβαρότητας[li]. Είναι δηλαδή βάρβαρο, το άτομο που πιστεύει ότι ένας λαός ή μεμονωμένα άτομα δεν είναι πλήρως άνθρωποι και επομένως υπόκεινται σε συμπεριφορές τις οποίες ο ίδιος δεν θα επιθυμούσε να υποστεί[lii]. Ο φόβος των βαρβάρων αφορά εμάς τους ίδιους στον βαθμό που κινδυνεύουμε να συμπεριφερθούμε ως βάρβαροι και να προξενήσουμε κακό που θα υπερβεί κατά πολύ αυτό που μας φοβίζει[liii]. Ο φόβος των βαρβάρων φαίνεται σήμερα μετά τους τρομερούς ευρωπαϊκούς πολέμους ως μία καταστρεπτική ψευδαίσθηση, που μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με την προσφυγή στην αυθεντική παράδοση του Διαφωτισμού, την αναγνώριση γενικών αξιών με παγκόσμια εφαρμογή, όπως και την κατανόηση και αποδοχή του πολιτισμικού πλουραλισμού. Οι Δυτικοί προσπάθησαν να διαμορφώσουν τον κόσμο ξεκινώντας από μια ταυτότητα που δικαιολόγησε ηθικά τον ιμπεριαλισμό και την επέκταση. Μόνο το άτομο που αναγνωρίζει την ατομικότητα και την ύπαρξη του άλλου μπορεί να θεωρείται πολιτισμένο[liv]. Για τον Διαφωτισμό δεν υπάρχουν βάρβαροι και η βαρβαρότητα είναι κάτι που εμφανίζεται συγκυριακά και κάτι που μπορεί να θεραπευθεί.
Αλλά, μέσα στα πλατειά κύματα της ιστορίας πολλοί λαοί, και μεταξύ τους ο ελληνικός λαός, έχουν ιστορική πραγματική εμπειρία αυτού που άλλοι αμφισβητούν ως αόριστο και ανύπαρκτο κίνδυνο των βαρβάρων. Και μάλιστα, εμπειρία που είναι αμφίδρομη, ξεκινά και από την Ανατολή και από τη Δύση και δεν είναι ψευδαίσθηση. Άλλωστε, ο εικοστός αιώνας, που μόλις πέρασε, αποτελεί την εμπειρική διάψευση της Μεγάλης Αφήγησης του Διαφωτισμού[lv]. Η κατάληξη της αναλυτικής ορθολογικής μεθόδου σε τεχνική, που επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία, οδήγησε σε αδιέξοδο. Στο σκηνικό του 20ού αιώνα παρακολουθήσαμε και βιώσαμε τερατώδη πολιτικά συστήματα, λυσσαλέες συγκρούσεις, αδιανόητες τεχνικές επινοήσεις, την αβυσσαλέα διαφορά του Βορρά και Νότου, την παρακμή της πραγματικότητας σε εικόνα, την πτώση του τόπου σε μη-τόπο και, τέλος, όλοι απειλούμεθα με την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ζήσαμε μέσα σε συστήματα πέρα από το μέτρο και διαπιστώσαμε το παράλογο και την απογοητευτική ποιότητα του σημερινού κόσμου. Φαίνεται ότι η κατάληξη του οικονομικού ορθολογισμού είναι ένας καθολικός ανορθολογισμός.
Δεν υπάρχει πια αντίθεση βαρβαρότητας και πολιτισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο διαχωρισμός Δύσης και Ανατολής δεν μπορεί σήμερα να γίνει με πολιτισμικούς όρους. Ο πολιτισμός είναι δύσκολο να παρασταθεί και η βαρβαρότητα έχει θριαμβεύσει και  βρίσκεται παντού.





[i]       Όπως δηλώνει ο Marcel Detienne ο μύθος δεν υπάρχει. Κάθε προσπάθεια να διακρίνουμε τον μύθο από το παραμύθι, τον θρύλο ή τη φήμη είναι καταδικασμένη (Luc Brisson Plato the myth maker, The University of Chicago Press, Chicago 1998, σελ. 135). Είναι πολύ δύσκολο να δώσουμε έναν ορισμό για τον μύθο. Σύμφωνα με τον Claude Levi-Strauss ο μύθος θα αναγνωρίζεται ως μύθος ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτός εκφράζεται. Οπωσδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει ορισμός που περιλαμβάνει τη βεβαιότητα ότι ο μύθος παραδίδει μια αληθινή ή μία φανταστική διήγηση.
[ii]       Σπύρος Κυριαζόπουλος (1932-1977). Φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Δημοσίευσε σειρά μελετών στις οποίες ανέλυσε σύγχρονες τάσεις, αλλά και την αρχαία φιλοσοφία. Στοχαστής με εντυπωσιακή βαθύτητα και τεράστια ευρύτητα. Τα βιβλία του όπως: Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού (1960), Η παρουσία της φυσικής επιστήμης (1963), Η σημερινή γλώσσα. Γλωσσολογία της τεχνικής (1964), Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος (1965), Το γεγονός της φιλοσοφίας (1969), Η παθολογία του Λόγου (1974), Σοσιαλιστικός ρεαλισμός (1977) δεν διαβάστηκαν, παρά την αξία τους.
[iii]      Σπύρος Κυριαζόπουλος, Ελευθερία και αυθυπέρβασις, Αθήνα 1962, σελ. 103.
[iv]      Ηράκλειτος, Diels, 93
[v]       Αριστοτέλους, Των μετά τα φυσικά Α 2, 982 β,18.
[vi]      Τίμαιος, Loeb Classical Library, Cambridge Mass. 1929. Επίσης, αποσπασματικό κείμενο (24e-26d) και ελεύθερη μετάφραση στο Γιώργου Σεφέρη Μεταγραφές, Λέσχη, Αθήνα 1980, σελ. 106-130. Στην εισαγωγή του διαλόγου αυτού γίνεται μια πρώτη παρουσίαση του μύθου της Ατλαντίδας και δίδονται τα πλαίσιά του.
[vii]     Κριτίας, Loeb Classical Library, Cambridge Mass. 1929. Επίσης, αποσπασματικό κείμενο και ελεύθερη μετάφραση στο Γιώργου Σεφέρη , ό.π. σελ. 131-189. Στον διάλογο αυτόν παρουσιάζονται αναλυτικά η προϊστορική Αθήνα και η μυθική Ατλαντίδα, ενώ εξιστορείται ο μεταξύ τους πόλεμος χωρίς να ολοκληρώνεται η διήγηση, γιατί ο διάλογος παρέμεινε ημιτελής.
[viii]     Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Η Ατλαντίδα, Ολκός, Αθήνα 2005.
[ix]      Κατά την διήγηση του Πλάτωνα και την γνώμη του Αιγύπτιου ιερέα, η γνώση χάνεται στην Ελλάδα επειδή οι καταστροφές εξαφανίζουν τις πόλεις και μαζί την προφορική παράδοση, δηλαδή την ιστορία. Οι Έλληνες της μυθικής εκείνης εποχής στερούνται γραπτής παράδοσης. Προφανώς η γραφή απαντάται μόνο στα ιερατεία της Αιγύπτου, όπου κατά τον Πλάτωνα δεν συμβαίνουν φυσικές καταστροφές, όπως συμβαίνουν στην Ελλάδα.
[x]       Τίμαιος, 23e, Κριτίας, 208e.
[xi]      Τίμαιος, 24e.
[xii]     Τίμαιος, 25b.
[xiii]     Τίμαιος, 25c.
[xiv]     Κριτίας, 113e-121b.
[xv]     Κριτίας, 112e. Η περιγραφή της ιδανικής Αθήνας περιλαμβάνει και τον αριθμό των κατοίκων της, οι οποίοι έπρεπε πάντα να είναι 20.000 (Κριτίας, 112e). Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τους 5.040 κατοίκους, που πάλι κατά τον Πλάτωνα αποτελούν τον ιδεώδη αριθμό πολιτών μιας πόλης που δεν είναι βαρβαρική και δεν μεταπίπτει σε αστικό εφιάλτη (Νόμοι, 796).
[xvi]     Το κάλλιστον και άριστον γένος, Τίμαιος, 23b.
[xvii]    Κριτίας, 109d.
[xviii]   Κριτίας, 111e.
[xix]     John Onians, Art and Thought in The Hellenistic Age , Thames and Hudson, London 1979, σελ. 7-9.
[xx]     Πρόκειται για το νησί της Ατλαντίδας που ήταν κάποτε, πριν καταποντιστεί, μεγαλύτερο από την Ασία και την Αφρική μαζί. (Κριτίας, 108e).
[xxi]     Κριτίας, 116c.
[xxii]    Η περιγραφή του Πλάτωνα για το γιγαντιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ποσειδώνα στο άρμα του περιστοιχιζόμενου από εκατό Νηρηίδες, που βρισκόταν στο κέντρο της Ατλαντίδας (Κριτίας 116c), παραπέμπει ίσως ειρωνικά στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του Φειδία που κοσμούσε τον Παρθενώνα της εποχής του Πλάτωνα.
[xxiii]     Ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση του Ηλία Σ. Σπυρόπουλου στο βιβλίο του Πλάτων. Μύθοι, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2003, όπου ο μύθος της Ατλαντίδας παρουσιάζεται ως ηθικός και παιδαγωγικός. Οι βασιλιάδες της Ατλαντίδας γεμάτοι δύναμη και πλούτο (κόρος) φέρονται με αλαζονική περιφρόνηση (ύβρις), ώστε οι Θεοί τους παραπλανούν για να επιτεθούν ενάντια στην Αθήνα (άτη) από την οποία θα ηττηθούν και θα καταστραφούν (τίσις).
[xxiv]   Τίμαιος, 23b.
[xxv]    Τίμαιος, 23b, Οι Έλληνες κατά τον Αιγύπτιο ιερέα δεν κρατούν καμία ανάμνηση.
[xxvi]   Το σύνολο των συλλογικού υποσυνείδητου, των ψυχισμών, των χαρακτηριστικών η των γενικευμένων ιδιαιτεροτήτων, που συνδέουν ομάδες, έθνη και λαούς με διαφορετικά φυλετικά, εθνικά, γεωγραφικά, πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές ιδιαιτερότητες και διαφορετική γλώσσα. Ένα θεμελιώδες στοιχείο των πολιτισμών είναι η κοινή θρησκεία ή παραλλαγή της. Κατά τον Arnold Toynbee, οι γνωστοί στην ανθρώπινη ιστορία πολιτισμοί ανέρχονται σε τριάντα, εκ των οποίων υπάρχουν σήμερα εν ζωή οι επτά. Με δεδομένες την δυτικοποίηση, την παγκοσμιοποίηση και την πολιτισμική κυριαρχία της Δύσης, θεωρούμε τον πολιτισμό ως το πεδίο αντιπαράθεσης όπου εμφανίζονται εναργώς τα σύγχρονα προβλήματα. Ο ευρύς αυτός ορισμός δεν καλύπτει τις ηθικιστικές και πρακτικές προεκτάσεις που περιλαμβάνονται στον όρο, όταν αυτός χρησιμοποιείται σε συνθήκες αντιπαράθεσης. Αλλά στη σύγκριση που επιχειρούμε ο όρος πολιτισμός καλύπτει μάλλον αξιολογικό βάρος και υπονοεί την παρουσία του λόγου  και την συνακόλουθη κατοχή κάποιων αρετών, τις οποίες ο άλλος δεν διαθέτει.
[xxvii]   Ο όρος δεν είχε κατά την αρχαιότητα τη σημερινή αρνητική σημασία. Οι βάρβαροι σημαίνουν για τους Έλληνες απλώς τους μη-Έλληνες, χωρίς επικριτικό ή αξιολογικό χαρακτηρισμό. Ωστόσο στη συζητούμενη αφήγηση ο Πλάτων ήδη αρχίζει να περιγράφει την βαρβαρότητα όχι μόνο ως το αντίθετο του Ελληνικού, αλλά και ως αρνητική συμπεριφορά, ως αλαζονεία, ως κλίση προς τις απολαύσεις, την πολυτέλεια και τον πλούτο, εν ολίγοις ως ύβρη. Η βαρβαρότητα της Ατλαντίδας εξηγείται με ηθικά και αξιολογικά κριτήρια σε αντίθεση προς τον πολιτισμό.
[xxviii] Αλλά και το παράδειγμα της νίκης του φτωχού προς τον ισχυρό αντίπαλο, που εξιστορεί και περιγράφει η αντιπαράθεση της Σύβαρης προς τον Κρότωνα στη Μεγάλη Ελλάδα, ενδέχεται να επηρέασε τον Πλάτωνα στον μυθικό του συμβολισμό. Ο Κρότων ήταν κέντρο των Πυθαγορείων οι οποίοι γοήτευαν τον Πλάτωνα. Οι Συβαρίτες ήταν διαβόητοι στον ελληνικό κόσμο για την κλίση τους προς την πολυτέλεια και την αναζήτηση της υλικής ευδαιμονίας. Όπως η νίκη της Σπάρτης κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο συνδέθηκε με τις αρετές της στρατιωτικής ηγεσίας των Σπαρτιατών, έτσι και η νίκη του Κρότωνα ενδέχεται να εξηγήθηκε με την ασκητική πρακτική των Πυθαγορείων (John Onians ό.π. σελ. 16).
[xxix]   Ηρόδοτος, Βιβλίο Ζ΄ (Πολύμνια), 33-45.
[xxx]    Ηρόδοτος, Βιβλίο Ζ΄ (Πολύμνια), 48-60 και 101-105.
[xxxi]   Παράλληλα, τιμωρείται η αλαζονεία και η ύβρις που διέπραξε ο Ξέρξης με τη ζεύξη του Ελλήσποντου και την διάνοιξη της διώρυγας στη χερσόνησο του Άθωνα. Αισχύλος, Πέρσαι, 133-189 και 717-840.
[xxxii]   Κριτίας, 108e.
[xxxiii] Τίμαιος, 23b.
[xxxiv] Τώρα πλέον η ιστορία αποκτά εσχατολογικό νόημα και γίνεται γραμμική. Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του Καντ για την ιστορία, όπως εμφανίζεται στο δοκίμιό του Μία ιδέα για μια γενική ιστορία με ένα παγκόσμιο τρόπο θέασης (1784). Ο Καντ υποστηρίζει ότι η ιστορία έχει μια τελική σκοπιμότητα που την κάνει κατανοητή. Η κατάληξη της ιστορίας θα είναι η εκπλήρωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο Καντ διατύπωσε αόριστα τους τρόπους προς την εξέλιξη προς μία ανώτερη ανθρώπινη πραγματικότητα. Σ΄ αυτό δεν θα πρωταγωνιστήσει ο ορθός λόγος, αλλά παραδόξως το αντίθετό του. Δηλαδή, μια μορφή εγωιστικής συμπεριφοράς που θα εκφράζει την ανθρώπινη μη κοινωνική κοινωνικότητα, η οποία θα οδηγήσει την ανθρωπότητα να εγκαταλείψει τον πόλεμο και να αναπτύξει τις ανθρώπινες κοινωνίες. Την πρόταση του Καντ θα επεξεργαστεί ο Χέγκελ ορίζοντας το τέλος της ιστορίας ως την ολοκλήρωση της συνείδησης της Ελευθερίας.
[xxxv]   Όρος που καθιέρωσε ο γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure, για τον οποίο τα σήματα έχουν νόημα όχι μόνο με την αναφορά  σε πραγματικά αντικείμενα, αλλά από την αντίθεσή τους προς άλλα σήματα. Τέτοιες αντιθέσεις, η κάθε μία των οποίων δημιουργεί ένα διπολικό σύστημα, παίζουν μεγάλο ρόλο και είναι συνηθισμένες στη διανοητική και πολιτισμική κατασκευή της πραγματικότητας.
[xxxvi] Σπύρος Κυριαζόπουλος, Ενώπιον της τεχνικής, Γρηγόρης, Αθήνα 1967.
[xxxvii]   Οπωσδήποτε, ο διαχωρισμός Ευρώπης-Ασίας οφείλεται στους Έλληνες. Με τη Μάχη του Μαραθώνα και μέσα στις Ιστορίες του Ηρόδοτου, στους Πέρσες του Αισχύλου ή στις Βάκχες του Ευριπίδη, είναι ήδη σαφής και παραμένει αμετάβλητος μέχρι σήμερα ο διαχωρισμός Ευρώπης και Ασίας, Ανατολής και Δύσης. Κατά την κλασσική αρχαιότητα η Δύση και η Ευρώπη είναι κυρίως η Ελλάδα και αυτή την Ελλάδα θέλουν και επιμένουν να ξέρουν οι Δυτικοί. Όμως, η Ανατολή θα είναι πάντα η πλευρά όπου θα κατοπτρίζεται η υπεροχή της Δύσης. Λέγοντες Ανατολή εννοούμε τις χώρες και τους λαούς που βρίσκονται εντεύθεν του Ινδού ποταμού. Στον χώρο αυτό ανήκει η Αίγυπτος, η οποία ανέκαθεν εθεωρείτο εξάρτημα της Ασίας, ενίοτε συμπεριλαμβάνεται και η Βόρειος Αφρική, ενώ από πολλούς συμπεριλαμβάνεται συχνά και η Ελλάδα. Είναι δηλαδή η Ανατολή ο γεωγραφικός χώρος του οικουμενικού Ελληνιστικού κόσμου και ο χώρος, τα εώα έθνη, της οικουμενικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με εξαίρεση τη Νότια Ιταλία. Η λοιπή Ασία είναι, βέβαια, η Άπω Ανατολή. Η Ανατολή ελκύει από την αρχαιότητα τους Έλληνες και την προς ζόφον χώραν, τη Δύση. Η έλξη της Ανατολής εστιάζεται στον ποικιλόμορφο πλούτο της, στους αχανείς χώρους της, τον εξωτισμό της, τους πανάρχαιους πολιτισμούς της, την εσωτερικότητά της και τη σοφία της.
[xxxviii]  Marcel Detienne, The Greeks and Us: A Comparative Anthropology of Ancient Greece, Polity Press, Cambridge 2007.
[xxxix]    Ο 15ος και 16ος αιώνας ήταν εποχή κατά την οποία εξαπλώθηκαν οι ισλαμικές αυτοκρατορίες: οι Ινδίες των Μογγόλων, η Συρία και η Αίγυπτος των Μαμελούκων, η Περσία των Σαφαβιδών και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν, λοιπόν, μια καταστροφή του πολιτισμού μόνο για τους Έλληνες. Οι Δυτικοί αισθάνθηκαν την απειλή προς ολόκληρη την Χριστιανοσύνη. Πέρα από την πολιτική και στρατιωτική σημασία της νίκης του Μωάμεθ του Β΄ η ανθρωπιστική Ευρώπης της Αναγέννησης είδε και μία πολιτισμική καταστροφή. Χαρακτηριστικά, ο Aeneas Sylvius (μετά Πάπας Πίος ο Β΄) έγραψε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο δεύτερος θάνατος του Όμηρου και του Πλάτωνα.
[xl]    Ευρωπαϊκή αντίληψη η οποία εξιδανικεύει τον εξωτισμό της Ανατολής και δημιουργεί μία φαντασιακή εικόνα της σε πλήρη αντιδιαστολή προς τη Δύση. Ο οριενταλισμός εκδηλώνεται στην αισθητική και στην τέχνη, ενώ κατά τον Edward W. Said σημαίνει σήμερα την επικράτηση και κατίσχυση της Δύσης επί της Ανατολής, αφού η διάθεση της Δύσης προς την Ανατολή συνεπάγεται μία στάση δύναμης, κυριαρχίας και ηγεμόνευσης. Ο οριενταλισμός είναι, λοιπόν, κατά τον Said "ένα πολιτισμικό και πολιτικό γεγονός, που έχει περισσότερο σχέση με τη Δύση παρά με την Ανατολή". Σήμερα ο οριενταλισμός ίσως αποτελεί για τούς Δυτικούς την πιο σαφή αντίληψη για το τι είναι ο άλλος.
[xli]    Τόσο που ο Χαίντελ, ο Βέμπερ, ο Μότσαρτ, ο Ροσσίνι συνθέτουν μελοδράματα πάνω σε ανατολικά θέματα. Την ίδια εποχή διασημότητες όπως ο Φλωμπέρ, ο Νερβάλ, ο Ουγκώ, ο Ντελακρουά, ο Ένγκρ γοητεύονται από την Ανατολή. Παράλληλα, αναπτύσσεται μία νέα διασκέδαση, ο τουρισμός, με κύριο αντικείμενο τον εξωτισμό της Ανατολής. Αποκορύφωμα του τουριστικού οριενταλισμού είναι το Οριάν Εξπρές και το ξενοδοχείο Πέρα Παλλάς στην Κωνσταντινούπολη.
[xlii]   Σύμφωνα με την ανάλυση του Edward W. Said στο διάσημο βιβλίο του Orientalism. Western conceptions of the Orient, Penguin Books, 1995.
[xliii]  Το περίπλοκο φαινόμενο της αλλοίωσης των χαρακτηριστικών ενός πολιτισμού η ενός εθνικού πολιτισμού, με τη μαζική υιοθέτηση τρόπων και πολιτισμικών χαρακτηριστικών ενός άλλου πολιτισμού η ενός άλλου εθνικού πολιτισμού. Ο επιπολιτισμός χαρακτηρίζεται από ένα κύριο ενεργητικό στοιχείο (δότης) και ένα ή περισσότερα παθητικά στοιχεία, τα οποία είναι οι αποδέκτες της επιπολιτισμικής επίδρασης. Ο επιπολιτισμός είναι πάντοτε αναπόφευκτος, όταν δύο ή περισσότεροι πολιτισμοί ή παραδόσεις συναντώνται. Ο αμφίδρομος επιπολιτισμός είναι επίσης δυνατός, αν και σπάνιος. Όπως, είναι δυνατή, και η αντιμέτωπη στάση δύο ανταγωνιστικών πολιτισμών, που ο κάθε ένας προσπαθεί να επιβληθεί πολιτισμικά επί του άλλου. Ο επιπολιτισμός αναφέρεται σήμερα κυρίως στην επίδραση του δυτικού πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ακραίες μορφές βίαιου επιπολιτισμού δημιουργούνται σε καταστάσεις κυριαρχίας και υποταγής κοινωνιών και λαών από άλλο πολιτισμό ή άλλο λαό με διαφορετική πολιτισμική παράδοση.
[xliv]    Με αποκορύφωμα τη σύγχρονή μας Παγκοσμιοποίηση.
[xlv]     Το παγκόσμιο σύστημα, που δημιούργησε ο δυτικός πολιτισμός είναι ο καπιταλισμός της παγκόσμιας αγοράς και του καταμερισμού της εργασίας. Το σύστημα αυτό διαχωρίζει τον κόσμο σε κέντρο και περιφέρεια, με άνιση ανταλλαγή των τεχνολογικών προϊόντων του κέντρου προς την εργασία της περιφέρειας. Η δημιουργία, η επιβίωση και η επέκταση του παγκόσμιου συστήματος, απαιτούν την πολιτισμική μεταμόρφωση της περιφέρειας με οικονομικές και πολιτικές δράσεις, αλλά και με επιπολιτισμό. Τα αναγεννητικά κινήματα και η πολιτισμική επίδραση της περιφέρειας προς το κέντρο θα απειλήσουν την παγκόσμια κυριαρχία της Δύσης και το παγκόσμιο σύστημά της, (σύμφωνα με τη θεώρηση του Immanuel Wallerstein).
[xlvi]  Δημήτρης Α. Μαυρίδης, Το τέλος του οριενταλισμού; , Άρδην, τεύχος 81, Αθήνα 2010
[xlvii] Αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο η έκκληση για σταυροφορία που απηύθυνε ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο Γ΄στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η διαφαινόμενη τότε εξέγερση των αποικιών φαινόταν ότι θα απειλούσε την Ευρώπη και την παγκόσμια κυριαρχία της.
[xlviii]  Anthony Pagden, Worlds at  War. The 2.500-Year Struggle Between East and West, Oxford University Press, New York 2008. Ο συγγραφέας έχει διδάξει στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Κέιμπριτζ και του Χάρβαρντ.
[xlix]  Paul Cartledge, Θερμοπύλες. Η Μάχη που άλλαξε τον κόσμο, Λιβάνης, Αθήνα 2008. O συγγραφέας είναι καθηγητής της ελληνικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
[l]      Αποκρουστική αναπαράσταση της Μάχης των Θερμοπυλών. Οι Πέρσες απεικονίζονται ως δαίμονες, μαύροι ή με σκούρο μεσοανατολικό χρώμα και οι Έλληνες φαίνονται σαν να βγήκαν από σύγχρονο γυμναστήριο, ενώ ο Λεωνίδας δεν κουράζεται να κραυγάζει: Μη κρατάτε αιχμαλώτους! Έτσι, ο πολιτισμός εξομοιώνεται με την ιδέα της εξολόθρευσης των βαρβάρων. Το φιλμ αυτό εκτός από τα ταμεία στόχευε και στη δαιμονοποίηση του Ιράν.
[li]     Claude Levi-Strauss, Race et histoire, Guntier, Paris 1960, σελ. 22. 
[lii]    Alain Gresh, The West’s selective reading of history, Le Monde diplomatique, January 2009.
[liii]   Tzvetan Todorov, La peur des barbares. Au-dela du choc des civitisations, Robers Laffont, Paris 2008.
[liv]   Alain Gresh, ο.π.
[lv]    Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση, Αθήνα 2008.