Είναι γνωστές οι ανησυχίες για την επάρκεια ή την ανεπάρκεια των πόρων του πλανήτη σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό. Ο 20ός αιώνας απέδειξε ότι η τεχνολογία του δυτικού κόσμου μπόρεσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πλούτο με ρυθμό γρηγορότερο από την αύξηση του πληθυσμού. Ιδιαίτερα μετά το 1970 η παραγωγή πλούτου αυξήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η αύξηση του πληθυσμού περιορίστηκε δραστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το περιβαλλοντικό κόστος της παραγωγής πλούτου για την αντιμετώπιση των νέων πληθυσμιακών δεδομένων είναι άλλη ιστορία. Οι πληθυσμιακές ανισορροπίες και η οικονομική ανισοκατανομή είναι παράγοντες για την δημιουργία πολιτικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων και εν τέλει θα καθορίσουν τη μορφή του κόσμου στο άμεσο μέλλον.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών αναμένουν τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού γύρω στο έτος 2050. Εκείνη τη χρονιά ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αθροίζει περί τα 9 δισεκατομμύρια άτομα, από τα 7 που αριθμεί σήμερα. Αναμένεται επίσης ότι μέχρι το 2050 ο πλούτος του κόσμου θα αυξάνεται γύρω στο 2% ετησίως. Αυτό είναι πολύ ικανοποιητικό και σημαίνει ότι ο πλούτος θα αυξάνεται γρηγορότερα από τον πληθυσμό. Όμως, κάτι τέτοιο δεν αρκεί για να επιτρέψει αισιόδοξες σκέψεις, αφού εκείνο που έχει σημασία είναι η κατανομή του πληθυσμού, δηλαδή το πού και πώς αυξάνεται ο πληθυσμός και το πού και πώς μειώνεται, όπως και το πώς, πού και πόσο γηράσκει .
Σύμφωνα με πρόσφατα άρθρα στον Economist και στην Foreign Affairs οι ιστορικής σημασίας πληθυσμιακές εξελίξεις κατά τον 21ο αιώνα θα είναι οι εξής:
- Η δημογραφική βαρύτητα των αναπτυγμένων χωρών στο παγκόσμιο σύνολο θα περιορισθεί κατά 25% περίπου, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της οικονομικής δύναμης και του οικονομικού κέντρου βάρους προς τις αναπτυσσόμενες χώρες.
- Ο πληθυσμός των σήμερα ανεπτυγμένων χωρών θα περιορισθεί και θα γεράσει, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της οικονομικής τους ανάπτυξης και την ένταση της μετανάστευσης από τον μη αναπτυγμένο κόσμο στον αναπτυγμένο.
- Το σύνολο της παγκόσμιας αύξησης του πληθυσμού θα συγκεντρωθεί στις χώρες που σήμερα είναι φτωχές, που ήδη διαθέτουν νεότατο πληθυσμό και όπου ανήκει η πλειονότητα των μουσουλμανικών χωρών. Η έλλειψη παιδείας, κεφαλαίων και θέσεων εργασίας στις χώρες αυτές θα είναι αιτίες για επικίνδυνες εξελίξεις.
- Για πρώτη φορά στον ιστορικό χρόνο η πλειονότητα που παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί πλέον σε πόλεις. Αλλά οι μεγαλύτερες πόλεις θα βρίσκονται στις μη ανεπτυγμένες φτωχές χώρες, όπου οι συνθήκες του αστικού περιβάλλοντος θα είναι πολύ άσχημες.
Οι εξελίξεις αυτές, που είναι λογικά αναμενόμενες, μπορούν να σημαίνουν πολλά. Ειδικά για την ευρωπαϊκή ήπειρο οι προοπτικές είναι ανησυχητικές. Σήμερα, η κυριαρχία και η παγκόσμια εξάπλωση των Δυτικών έχει ανατρέψει τις αναλογίες που ίσχυαν μέχρι τον 18ο αιώνα. Έτσι, στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, είχε περισσότερο πληθυσμό από την Κίνα, ενώ οι Ευρωπαίοι, όντες τον 18ο αιώνα το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού είχαν φθάσει το 1913 να αποτελούν το 33% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, το 2003 ο συνολικός πληθυσμός της Ευρώπης και των ΗΠΑ περιορίσθηκε στο 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, με προοπτική να περιορισθεί ακόμη περισσότερο και να κατέλθει στο 12% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2050. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από αντίστοιχες δραματικές οικονομικές μεταβολές. Η Βιομηχανική Επανάσταση κατέστησε την Ευρώπη όχι μόνο πολυπληθέστερη, αλλά και πλουσιότερη, τόσο ώστε το 32% του παγκόσμιου πλούτου, που έλεγχε ο δυτικός κόσμος στις αρχές του 19ου αιώνα, να αγγίξει το 68% γύρω στο 1950. Τα πράγματα ήδη αντιστρέφονται: το ποσοστό του 68% του παγκόσμιου πλούτου, που προνομιακά απολάμβανε ο δυτικός κόσμος, περιορίσθηκε σήμερα στο 47% και θα περιορισθεί δραστικότερα στο άμεσο μέλλον, ώστε το 2050 να είναι κάτω του 30%, τόσο όσο περίπου ήταν το 1820. Οι αριθμοί αυτοί σημαίνουν ότι μέχρι το 2050 η αύξηση του παγκόσμιου πλούτου θα συμβεί κατά 80% στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τότε, η μεσαία τάξη, ‑που είναι αυτή που κυρίως καταναλώνει‑, θα αθροίζει στον σημερινό αναπτυσσόμενο κόσμο αριθμό μεγαλύτερο από ολόκληρο τον πληθυσμό που θα έχει τότε ο δυτικός κόσμος. Ή, με άλλα λόγια, η οικονομική επέκταση θα συμβεί κυρίως σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Τουρκία.
Όλα τα ανωτέρω είναι συνάρτηση των βιολογικών όρων που συνεπάγεται η γήρανση του πληθυσμού. Το 2050, το 30% των Ευρωπαίων, αλλά και το 40% των Ιαπώνων θα είναι πάνω από 60 ετών. Τα ποσοστά των συνταξιούχων θα διογκωθούν και θα αντιστοιχούν σε λιγότερους σε αριθμό εργαζόμενους. Στην Ευρώπη μόνο, οι εργαζόμενοι θα μειωθούν κατά 120 εκατομμύρια, δηλαδή η εργατική δύναμη θα μειωθεί κατά 25%. Οι οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές επιπτώσεις θα είναι τεράστιες. Οι δυτικές χώρες θα αντιμετωπίζουν συνεχείς μειώσεις της παραγωγικότητας και μόνιμες ελλείψεις σε παραγωγικό δυναμικό και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και επινοήσεις.
Ενώ, ο δυτικός κόσμος θα γνωρίσει μια πρωτοφανή γήρανση του πληθυσμού, οι χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της νοτιοανατολικής Ασίας θα κατοικούνται από νεανικούς πληθυσμούς. Πράγματι, το 70% της μελλοντικής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού θα συμβεί στις χώρες αυτές. Ενώ, στον δυτικό κόσμο θα υπάρχει έντονη έλλειψη εργατικών χεριών, θα υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες τεράστιοι αριθμοί διαθέσιμων χωρίς εργασία εργατών. Οι παρούσες συνθήκες οικονομικής μετανάστευσης θα είναι ειδυλλιακές συγκρινόμενες με τα μεταναστευτικά ρεύματα, που οι νόμοι της ζήτησης και της προσφοράς θα δημιουργήσουν σε λίγα χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, στον μουσουλμανικό κόσμο θα δημιουργηθεί έντονη τάση για μετακίνηση πληθυσμιακών μαζών. Χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Αίγυπτος, η Ινδονησία, η Νιγηρία, το Πακιστάν και η Τουρκία, που το 1950 άθροιζαν πληθυσμό γύρω στα 240 εκατομμύρια μουσουλμάνων, σήμερα αθροίζουν 900 εκατομμύρια, οι οποίοι θα αυξηθούν κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο το 2050. Οι εντάσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν θα οδηγήσουν τότε σε σύγκρουση πολιτισμών σε μεγάλη κλίμακα.
Πρόσθετους παράγοντες ανισορροπίας δημιουργεί η αστικοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο: ενώ το 1950 κατοικούσε σε πόλεις το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτό θα αυξηθεί δραματικά σε 70% το έτος 2050. Οι αγρότες των αναπτυσσόμενων χωρών μετατρέπονται σε εργάτες. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες, οι χώρες που διαθέτουν νεανικούς πληθυσμούς θα είναι πιθανόν να αναπτύξουν συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής με πρωτοφανείς συνθήκες εξαθλίωσης και αχαλίνωτης βίας. Η ραγδαία αστικοποίηση θα δημιουργήσει εντάσεις που πολλές ηγετικές ελίτ θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν. Είναι λοιπόν δυνάμει καταστροφική η επιδίωξη της σύγκρουσης των πολιτισμών, η οποία είναι αδύνατο να προλάβει ή να ματαιώσει τις εκρηκτικές ανισορροπίες των πληθυσμιακών μεταβολών, αλλά καλλιεργεί την αντιπαλότητα που ενδέχεται να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στο μέλλον.
Ωστόσο, η πληθυσμιακή έκρηξη που πριν μισό αιώνα ανησυχούσε τους δημογράφους δεν είχε την εφιαλτική κατάληξη που προβλεπόταν τότε. Ήδη πολιτικές έχουν ως ένα βαθμό ανακόψει τους ρυθμούς της πληθυσμιακής αύξησης. Νέες τεχνολογίες και αγροτικές μεταρρυθμίσεις εξασφάλισαν αύξηση της παραγωγής τροφίμων. Αλλά και η τεράστια αύξηση του διεθνούς εμπορίου βοήθησε στη διεύρυνση των διατροφικών επιλογών. Εδώ έχουμε μια θετική και αγνοημένη πλευρά της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα είναι αναγκαίο να αντιμετωπισθούν οι νέες πραγματικότητες που επιβάλλονται από τη γήρανση του πληθυσμού των βιομηχανικών χωρών, την οικονομική και πληθυσμιακή άνοδο των αναπτυσσόμενων χωρών και την διόγκωση της μετανάστευσης.
Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου καθιερώθηκε η σχηματική διαίρεση του κόσμου: σε «Πρώτο Κόσμο» που αποτελείτο από τις βιομηχανικές δημοκρατικές χώρες, στον «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελούσαν οι κομμουνιστικές βιομηχανικές χώρες, και στον «Τρίτο Κόσμο» που ανήκαν όλες οι άλλες χώρες που θεωρείτο ότι ήταν υπό ανάπτυξη. Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εγκαταλείφθηκε η διαίρεση αυτή. Ίσως θα ήταν σκόπιμο να θεωρήσουμε και πάλι ένα τριμερή κόσμο με τον «Πρώτο Κόσμο» να συγκροτείται από τα έθνη με γερασμένο πληθυσμό (Βόρεια Αμερική, Ευρώπης και Άπω Ανατολή, που περιλαμβάνει την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα, την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα μετά το 2030), ένα «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελείται γρήγορα αναπτυσσόμενες δυναμικές χώρες με πληθυσμούς σε ηλικιακή ισορροπία, (όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, το Ιράν, η Τουρκία και η Κίνα μέχρι το 2030), και τέλος τον «Τρίτο Κόσμο» που συγκροτείται από αναπτυσσόμενες χώρες με νεανικό πληθυσμό, αλλά φτωχές οικονομίες. Η κατηγοριοποίηση αυτή ίσως θα μπορέσει να περιγράψει την ανάγκη κάποιας συνεργασίας του νέου πρώτου με τον δεύτερο κόσμο ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι ανισορροπίες που θα εκκολάπτονται από την οικονομική ανέχεια, την ανομία, την τάση προς την τρομοκρατία και τα εκρηκτικά προβλήματα του νέου τρίτου κόσμου. Η Foreign Affairs προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τη δημιουργία αποτελεσματικών διεθνών θεσμών. Ενδιαφέρον είναι το ότι προτείνεται η με κάθε τρόπο ενθάρρυνση της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την είσοδο της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως μία γέφυρα μεταξύ του πρώτου και του μουσουλμανικού τρίτου κόσμου.
Οι ζοφερές δημογραφικές προοπτικές για τον πρώτο κόσμο πρέπει να αντιμετωπισθούν με συγκεκριμένες δράσεις χωρίς καθυστέρηση. Χρήσιμη είναι η εμπειρία της Γαλλίας και της Σουηδίας, χώρες οι οποίες επέτυχαν να ανακόψουν την δημογραφική παρακμή. Ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να αποδεχθούν πολυπληθείς μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Παρά την ανάπτυξη τεχνολογιών που ενδεχομένως θα περιορίσουν τα αρνητικά αποτελέσματα της δημογραφικής παρακμής ο πρώτος κόσμος θα έχει ανάγκη από μεγάλους αριθμούς εργατών για την περίθαλψη των μεγάλων πληθυσμών τρίτης ηλικίας. Σχετικά προτείνεται η μεταφορά υπερηλίκων του πρώτου κόσμου σε χώρες με χαμηλό κόστος περίθαλψης. Είναι φανερό ότι η στρατηγική και η οικονομική πολιτική θα χρειασθούν ριζική αναθεώρηση στο άμεσο μέλλον.
Σάββατο 1 Μαΐου 2010
Εθνική ταυτότητα και διεθνική βιομηχανία του πολιτισμού.
Ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική είναι η ανταπόκριση της αγγλικής επιθεώρησης The Guardian Weekly της 2.4.2010, η σχετική με την αντίδραση των Καναδών στις δραστηριότητες του ηλεκτρονικού καταστήματος Amazon, το οποίο εδρεύει στο Seattle των ΗΠΑ. Το κατάστημα αυτό διαθέτει άριστα οργανωμένα διαδικτυακά ιστολόγια, τα οποία κυρίως πωλούν βιβλία. Το Amazon είναι σήμερα το μεγαλύτερο ηλεκτρονικό κατάστημα που υπάρχει στο διαδίκτυο. To Amazon προσφέρει εντυπωσιακή ποικιλία τίτλων σε ελκυστικές τιμές, ενώ η ταχύτητα, η ποιότητα και το ανταγωνιστικό κόστος της εξυπηρέτησης, που το χαρακτηρίζουν, το καθιστούν κυριολεκτικά παρόν σε κάθε χώρα του πλανήτη. Το ίδιο υποστηρίζει ότι εξυπηρετεί το αναγνωστικό κοινό σε 170 χώρες. Ωστόσο, η κυριαρχούσα γλώσσα είναι βέβαια η αγγλική, ενώ οι προσφερόμενοι τίτλοι προέρχονται κυρίως από την αγγλοσαξονική βιβλιογραφία.
Πρόσφατα σχέδια του Amazon, να ενισχύσει την παρουσία του στην αγορά του Καναδά με την εγκατάσταση στη χώρα αυτή μιας κεντρικής αποθήκης διανομής βιβλίων, συνάντησαν τη αποφασιστική αντίδραση κυβερνητικών κύκλων και πολιτών του Καναδά, οι οποίοι ανησυχούν για την τύχη της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας τους, ενώ αισθάνονται την ανάγκη να αντιδράσουν στην πολιτιστική επικυριαρχία του ισχυρού γείτονά τους. Ειδικότερα, ζητήθηκε από την ομόσπονδη κυβέρνηση στην Οττάβα να επέμβει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά νομικές ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτισμικής οντότητας του Καναδά. Το πρόβλημα αποτέλεσε αφορμή για ευρύτατη συζήτηση πάνω στην αβεβαιότητα που αισθάνονται οι Καναδοί σχετικά με την πολιτισμική και εθνική τους ταυτότητα και οδήγησε σε κριτική της παραδοσιακής πολιτικής του Καναδά να υποστηρίζει χωρίς όρους το ελεύθερο εμπόριο. Τελικά, σε πείσμα των παγιωμένων αντιλήψεων και πολιτικών, ο τύπος του Καναδά έθεσε το ερώτημα: «Είναι πράγματι επωφελής για τον Καναδά η δραστηριότητα του Amazon;». Απόψεις πρωτοφανείς για την καναδική πραγματικότητα άρχισαν να γράφονται, όπως π.χ. αυτή του προέδρου της Ομοσπονδίας των βιβλιοπωλείων του Καναδά: «Η δραστηριότητα του Amazon θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια των κοινωνιών μας και των τοπικών παραδόσεων στη χώρα μας», ή η αντίληψη ότι «τα μικρά τοπικά βιβλιοπωλεία προάγουν τη λογοτεχνική παραγωγή και ενισχύουν την τοπικότητα». Φαίνεται μάλιστα ότι ο Καναδάς διαθέτει νομοθεσία για την προστασία της ταυτότητας στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, τέτοια που η παρουσία του Amazon συναντά νομικούς περιορισμούς.
Ομολογώ ότι δεν έχω σαφή αντίληψη της ταυτότητας του Καναδά, τον οποίο μπορώ μόνο να χαρακτηρίσω ως χώρα που βρίσκεται βόρεια των ΗΠΑ. Δεν έχω παράσταση και συνείδηση του τι σημαίνει να είναι κανείς Καναδός και μόνο σε συνάρτηση με την μητροπολιτική Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις γειτονικές ΗΠΑ μπορώ να σχηματίσω κάποια αντίληψη για την ταυτότητα της χώρας αυτής. Μιας χώρας, η οποία διαθέτει το μακρύτερο μη στρατιωτικά φυλασσόμενο σύνορο του κόσμου, ενώ εξαρτάται απολύτως από τις εμπορικές συμφωνίες που από ετών έχει συνάψει με τις ΗΠΑ. Μου φαίνεται δύσκολο να ξεχωρίσω οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκροτήσω μία εικόνα για τον Καναδά με τις γενικές γνώσεις που έχω για την χώρα αυτή, χωρίς να λάβω υπ΄ όψη την καθοριστική γειτνίασή της με τις ΗΠΑ. Απ΄ ό,τι μάλιστα διαβάζω, οι επισκέψεις στις ΗΠΑ που αντιστοιχούν ετήσια στα 33 εκατομμύρια των Καναδών ανέρχονται σε 100 εκατομμύρια. Αλλά και 9 στους 10 Καναδούς κατοικούν σε μια ζώνη πλάτους 160 χιλιομέτρων που ορίζεται νότια από το σύνορο με τις ΗΠΑ.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από υπερβολές συντηρητικών κύκλων του Καναδά. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, και παρά τη σύντομη σχετικά ιστορία και το πρόσφατο της δημιουργίας της καναδικής εθνικής συνείδησης, το πρόβλημα υπάρχει και μας αφορά όλους. Οι ΗΠΑ αποτελούν μία πολιτισμική υπερδύναμη και με την πανίσχυρη βιομηχανία πολιτισμού την οποία διαθέτουν, καθορίζουν τις πολιτισμικές αξίες και συρμούς σε μεγάλο τμήμα του πλανήτη. Πρόκειται για μια μηχανή παραγωγής και διάδοσης πολιτισμού που υποστηρίζεται από συνεργατική βάση οικονομίας και πολιτικής και στηρίζεται αποτελεσματικά από άριστα οργανωμένες κρατικές υπηρεσίες και επιτυχείς επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Πρόκειται για τη διαβόητη βιομηχανία του πολιτισμού, η οποία και αποτελεί συντελεστή και πραγμάτωση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Πρόκειται για μια μορφή οικουμενικότητας, η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται αξιακά, αλλά βασίζεται και επιδιώκει πολιτικές και γεωστρατηγικές σκοπιμότητες.
Αν, λοιπόν, μία χώρα, όπως ο Καναδάς, αντιδρά στην επιρροή της βιομηχανίας του πολιτισμού, τί θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οφείλουμε εμείς να πράξουμε κατ’ αναλογία; Και η αναλογία είναι ενοχλητικά καταπιεστική αν συνειδητοποιήσουμε ότι κι εμείς με πολλούς τρόπους – που αποσιωπούμε και θέλουμε να αγνοούμε – είμαστε μια πολιτιστική υπερδύναμη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βιομηχανία του πολιτισμού, ώστε «να απειλούνται τα θεμέλια της κοινωνίας μας και των τοπικών παραδόσεών μας».
Πρόσφατα σχέδια του Amazon, να ενισχύσει την παρουσία του στην αγορά του Καναδά με την εγκατάσταση στη χώρα αυτή μιας κεντρικής αποθήκης διανομής βιβλίων, συνάντησαν τη αποφασιστική αντίδραση κυβερνητικών κύκλων και πολιτών του Καναδά, οι οποίοι ανησυχούν για την τύχη της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας τους, ενώ αισθάνονται την ανάγκη να αντιδράσουν στην πολιτιστική επικυριαρχία του ισχυρού γείτονά τους. Ειδικότερα, ζητήθηκε από την ομόσπονδη κυβέρνηση στην Οττάβα να επέμβει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά νομικές ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτισμικής οντότητας του Καναδά. Το πρόβλημα αποτέλεσε αφορμή για ευρύτατη συζήτηση πάνω στην αβεβαιότητα που αισθάνονται οι Καναδοί σχετικά με την πολιτισμική και εθνική τους ταυτότητα και οδήγησε σε κριτική της παραδοσιακής πολιτικής του Καναδά να υποστηρίζει χωρίς όρους το ελεύθερο εμπόριο. Τελικά, σε πείσμα των παγιωμένων αντιλήψεων και πολιτικών, ο τύπος του Καναδά έθεσε το ερώτημα: «Είναι πράγματι επωφελής για τον Καναδά η δραστηριότητα του Amazon;». Απόψεις πρωτοφανείς για την καναδική πραγματικότητα άρχισαν να γράφονται, όπως π.χ. αυτή του προέδρου της Ομοσπονδίας των βιβλιοπωλείων του Καναδά: «Η δραστηριότητα του Amazon θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια των κοινωνιών μας και των τοπικών παραδόσεων στη χώρα μας», ή η αντίληψη ότι «τα μικρά τοπικά βιβλιοπωλεία προάγουν τη λογοτεχνική παραγωγή και ενισχύουν την τοπικότητα». Φαίνεται μάλιστα ότι ο Καναδάς διαθέτει νομοθεσία για την προστασία της ταυτότητας στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, τέτοια που η παρουσία του Amazon συναντά νομικούς περιορισμούς.
Ομολογώ ότι δεν έχω σαφή αντίληψη της ταυτότητας του Καναδά, τον οποίο μπορώ μόνο να χαρακτηρίσω ως χώρα που βρίσκεται βόρεια των ΗΠΑ. Δεν έχω παράσταση και συνείδηση του τι σημαίνει να είναι κανείς Καναδός και μόνο σε συνάρτηση με την μητροπολιτική Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις γειτονικές ΗΠΑ μπορώ να σχηματίσω κάποια αντίληψη για την ταυτότητα της χώρας αυτής. Μιας χώρας, η οποία διαθέτει το μακρύτερο μη στρατιωτικά φυλασσόμενο σύνορο του κόσμου, ενώ εξαρτάται απολύτως από τις εμπορικές συμφωνίες που από ετών έχει συνάψει με τις ΗΠΑ. Μου φαίνεται δύσκολο να ξεχωρίσω οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκροτήσω μία εικόνα για τον Καναδά με τις γενικές γνώσεις που έχω για την χώρα αυτή, χωρίς να λάβω υπ΄ όψη την καθοριστική γειτνίασή της με τις ΗΠΑ. Απ΄ ό,τι μάλιστα διαβάζω, οι επισκέψεις στις ΗΠΑ που αντιστοιχούν ετήσια στα 33 εκατομμύρια των Καναδών ανέρχονται σε 100 εκατομμύρια. Αλλά και 9 στους 10 Καναδούς κατοικούν σε μια ζώνη πλάτους 160 χιλιομέτρων που ορίζεται νότια από το σύνορο με τις ΗΠΑ.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από υπερβολές συντηρητικών κύκλων του Καναδά. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, και παρά τη σύντομη σχετικά ιστορία και το πρόσφατο της δημιουργίας της καναδικής εθνικής συνείδησης, το πρόβλημα υπάρχει και μας αφορά όλους. Οι ΗΠΑ αποτελούν μία πολιτισμική υπερδύναμη και με την πανίσχυρη βιομηχανία πολιτισμού την οποία διαθέτουν, καθορίζουν τις πολιτισμικές αξίες και συρμούς σε μεγάλο τμήμα του πλανήτη. Πρόκειται για μια μηχανή παραγωγής και διάδοσης πολιτισμού που υποστηρίζεται από συνεργατική βάση οικονομίας και πολιτικής και στηρίζεται αποτελεσματικά από άριστα οργανωμένες κρατικές υπηρεσίες και επιτυχείς επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Πρόκειται για τη διαβόητη βιομηχανία του πολιτισμού, η οποία και αποτελεί συντελεστή και πραγμάτωση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Πρόκειται για μια μορφή οικουμενικότητας, η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται αξιακά, αλλά βασίζεται και επιδιώκει πολιτικές και γεωστρατηγικές σκοπιμότητες.
Αν, λοιπόν, μία χώρα, όπως ο Καναδάς, αντιδρά στην επιρροή της βιομηχανίας του πολιτισμού, τί θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οφείλουμε εμείς να πράξουμε κατ’ αναλογία; Και η αναλογία είναι ενοχλητικά καταπιεστική αν συνειδητοποιήσουμε ότι κι εμείς με πολλούς τρόπους – που αποσιωπούμε και θέλουμε να αγνοούμε – είμαστε μια πολιτιστική υπερδύναμη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βιομηχανία του πολιτισμού, ώστε «να απειλούνται τα θεμέλια της κοινωνίας μας και των τοπικών παραδόσεών μας».
Ετικέτες
Ελληνικός πολιτισμός,
Πολιτισμός,
Ταυτότητα.
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010
Πού οδηγεί η αποτυχία μας;
Στη δημοσιότητα που απολαμβάνει η δημοσιονομική μας κρίση φαίνεται καθαρά ότι όλοι πιστεύουν πια πως, πράγματι, η Ελλάδα δεν έχει καμία δικαιολογία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και η θετική διάθεση, που συνήθως φαίνεται να διαφυλάσσεται για την Ελλάδα, έχει εξαντληθεί. Οι κρίσεις του διεθνούς τύπου είναι καταστροφικές για την εικόνα της Ελλάδας, σε βαθμό που το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα διογκώνεται τόσο, ώστε από μόνο του να απειλεί το ίδιο το μέλλον του ευρώ. Βέβαια, πίσω από το ελληνικό πρόβλημα έπονται η Ισπανία, η Πορτογαλία και άλλοι, η Ελλάδα όμως συγκεντρώνει τα πυρά.
Ο συνήθως μετρημένος Guardian αναφέρεται σε «ανικανότητα και εξαπάτηση» από τους Έλληνες και σε «μαγείρεμα» των λογιστικών εγγραφών. Οι αξιωματούχοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναφέρονται στην Ελλάδα σαν τη χώρα που είναι εκ συστήματος χρεοκοπημένη. Κατά τα λεγόμενά τους «η Ελλάδα είναι χειρότερη από κάθε λατινοαμερικανική χώρα, μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια έχει χρεοκοπήσει πέντε φορές». Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είχε ενθαρρυνθεί να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και που αμφιβάλουν εάν είναι δυνατό για τη χώρα να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό χωρίς κάποια δική της νομισματική ελευθερία. Ωστόσο, οι ίδιοι κύκλοι αναρωτιούνται πού θα βρισκόταν η Ελλάδα χωρίς το ευρώ. Το γενικό συμπέρασμα φαίνεται να είναι πως οι πιο αδύναμες χώρες θα πρέπει να αποδεχθούν κάποιο κεντρικό έλεγχο των οικονομιών τους από τη Γερμανία και τη Γαλλία.
Όλοι φαίνεται να συμφωνούν ότι η Ευρωζώνη μεταπίπτει σε μια κατάσταση ενός ισχυρού κέντρου και μιας αδύνατης περιφέρειας, από την οποία ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να εξέλθουν. Μέσα από τέτοιες αντιλήψεις φαίνεται ότι αναδύεται η ανησυχία για το πώς θα αντιμετωπισθεί η πρόκληση της Κίνας. Το ζητούμενο φαίνεται να είναι ανομολόγητο και να αφορά την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Ακούγονται φωνές ότι οι αδύναμες χώρες δεν πρέπει να αφεθούν να συμπεριφέρονται όπως επιθυμούν, αλλά ότι θα πρέπει να τους επιβάλλονται οι κατάλληλοι τρόποι συμπεριφοράς. Για να καμφθούν οι δύστροποι Έλληνες τονίζεται ότι οι Γερμανοί και οι Ιρλανδοί εργαζόμενοι αποδέχονται περιορισμό των εισοδημάτων τους. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταστεί η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο παραμένει ανεκπλήρωτο και αυτό είναι ένα πρόβλημα πολιτισμικής τάξης.
Σε ανάλογο κλίμα, η Le Monde diplomatique αναρωτιέται σε άρθρο της για το πού κατέληξαν τα τεράστια ποσά, τα οποία η Ελλάδα εισέπραξε από το 1981 μέσω του Ταμείου Συνοχής και των διαφόρων «πακέτων» και επιρρίπτει μομφή σε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, που έσπευσαν να πάρουν μέρος στην καταναλωτική έξαρση και τις λεηλασίες των κονδυλίων. Η ίδια εφημερίδα αναφέρει τη σύσταση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ελλάδα, που έγινε τον περασμένο Νοέμβριο και αφορούσε τον κατά 50% περιορισμό των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αναρωτιέται παράλληλα πώς αυτό θα συμβιβαστεί με την πίεση που ασκούν οι μεγάλες χώρες στις ελληνικές κυβερνήσεις για να αγοράσουν τα αεροπλάνα, τα τεθωρακισμένα και τις φρεγάτες τους. Η υποτίμηση του ευρώ, ώστε να υποστηριχθούν οι εξαγωγές και να αναζωογονηθεί η οικονομία είναι το συμπέρασμα του άρθρου, που και αυτό κατατείνει στην αντιμετώπιση της πρόκλησης της Κίνας.
Κατά την γνώμη μας, δεν γίνεται πουθενά αναφορά στις εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας τις οποίες η Ελλάδα εκχώρησε προς τις ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγοντας τα σύνορά της και καταδικάζοντας την ελληνική οικονομία να περιοριστεί στις υπηρεσίες. Ούτε αναφέρεται πουθενά η αυτονόητη υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίσει τα προς ανατολάς σύνορά της στο Αιγαίο και να λάβει θέση στις απειλές που συνιστά η τουρκική πολιτική. Κανείς δεν έχει ασχοληθεί με τον αποβατικό στόλο που βρίσκεται απέναντι στη Λέσβο και που είναι ο ισχυρότερος στον κόσμο, ούτε με τις δύο πάνοπλες στρατιές που η Τουρκία διατηρεί στραμμένες σε τάξη μάχης εναντίον της Ελλάδας. Αφήνω κατά μέρος την απειλή πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει δικαίωμά της που της δίνει το Διεθνές Δίκαιο. Είναι προφανές ότι οι πολιτικές επιδιώξεις της Ελλάδας που την ώθησαν να συμμετάσχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν εκπληρωθεί. Αλλά και το χρονίζον διεθνές πρόβλημα της διχοτόμησης της Κύπρου, όπου η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγνοείται και παραμερίζεται συστηματικά από τις Βρυξέλες.
Η αντίληψη που επικρατεί είναι απόλυτα οικονομιστική και παραβλέπει τις πολιτικές και τις πολιτισμικές παραμέτρους των προβλημάτων. Γιατί, ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η Ελλάδα επέτυχε έναν άθλο και βρίσκεται σήμερα σε ζηλευτή θέση στην κατάταξη με βάση την ανθρώπινη ανάπτυξη που συντάσσει ο ΟΗΕ. Η χρήση λοιπόν των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, έχει κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα που δεν μετράται όμως με τους οικονομικούς δείκτες στους οποίους εγκλωβίζονται οι σχολιαστές.
Εκείνο που αφορά βέβαια εμάς είναι ότι το δημοσιονομικό μας πρόβλημα ξεκινά από το ότι αρνούμεθα πεισματικά να αποδεχθούμε στην πράξη τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς των Δυτικών, τους οποίους εμείς οι ίδιοι θαυμάζουμε και υιοθετούμε. Πρόκειται για τις θεμελιώδεις διαφορές μας με τη Δύση, τις οποίες επιθυμούμε να αποσιωπούμε. Και δεν εννοώ βέβαια, την πτωχοπροδρομική αντιμετώπιση του πακτωλού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε θέλω να δικαιολογήσω την άθλια εκμετάλλευση της μοναδικής ευκαιρίας που σήμαινε η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον ελληνικό λαό.
Αλλά και ο ελληνικός λαός είναι βέβαιος ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλεται για λόγους συγκυριακούς, πολιτικούς, γεωπολιτικούς, οικονομικούς, για λόγους αποτυχίας του νεοελληνικού κρατικού μηχανισμού, ή, απλά, γιατί δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, αλλά και για γενικότερους και πιο σημαντικούς λόγους. Φαίνεται, ότι δεν είναι δυνατό να γίνει η Ευρώπη μία, χωρίς το ανατολικό τμήμα της με τον συγκεκριμένο πολιτισμό του, που πολλά έχει να προσφέρει στους ναυαγούς του δυτικού ορθολογισμού. Αυτοί έχουν πια καταλάβει ότι η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη δεν σημαίνει και περισσότερη ευτυχία˙ ούτε, μετά από κάποιο σημείο, δημιουργούν περισσότερη ικανοποίηση˙ το αντίθετο μάλλον συμβαίνει. «Η ορθολογική οργάνωση της ζωής με βάση το επάγγελμα», δεν τούς ικανοποιεί. Όπως είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τούς χωρά αυτούς. Οι αμφισβητίες του δυτικού ορθολογισμού, όπως εξελίχθηκε σήμερα, είναι πολλοί και θα αντιδράσουν ζητώντας μία διαφορετική Ευρώπη. Άλλωστε, η ιδεολογική ένδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι χαρακτηριστική. Η Ελλάδα είναι η σημαντικότερη έκφραση της Ανατολικής Ευρώπης. Παρ' όλη την κατάρρευση και την καταστροφή του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και τη στροφή μας προς τη Δύση, κατέχουμε ακόμη τον πολιτισμικό μας δυναμισμό.
Είναι βέβαιο, ότι η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, που επιθυμούν να επιβάλουν οι δυτικοί εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Δύσης. Το να γίνει η Ευρώπη μία δεν πρέπει να σημαίνει και την κατ' ανάγκη επικράτηση παντού της δυτικοευρωπαϊκής ταυτότητας. Άλλωστε και η μία Ευρώπη σχεδιάστηκε ως ομοσπονδιακό-πολιτικό και, κυρίως, οικονομικό μόρφωμα και όχι ως νέο εθνικό κράτος. Μία ενιαία εθνικά Ευρώπη, είναι αδιανόητη και σημαίνει τερατογονία. Η αντινομία, λοιπόν, των οικονομικών επιδιώξεων προς τους ανθρωπιστικούς όρους μπορεί να είναι η μόνη δικαιολογία της Ελλάδας.
Ο συνήθως μετρημένος Guardian αναφέρεται σε «ανικανότητα και εξαπάτηση» από τους Έλληνες και σε «μαγείρεμα» των λογιστικών εγγραφών. Οι αξιωματούχοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναφέρονται στην Ελλάδα σαν τη χώρα που είναι εκ συστήματος χρεοκοπημένη. Κατά τα λεγόμενά τους «η Ελλάδα είναι χειρότερη από κάθε λατινοαμερικανική χώρα, μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια έχει χρεοκοπήσει πέντε φορές». Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είχε ενθαρρυνθεί να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και που αμφιβάλουν εάν είναι δυνατό για τη χώρα να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό χωρίς κάποια δική της νομισματική ελευθερία. Ωστόσο, οι ίδιοι κύκλοι αναρωτιούνται πού θα βρισκόταν η Ελλάδα χωρίς το ευρώ. Το γενικό συμπέρασμα φαίνεται να είναι πως οι πιο αδύναμες χώρες θα πρέπει να αποδεχθούν κάποιο κεντρικό έλεγχο των οικονομιών τους από τη Γερμανία και τη Γαλλία.
Όλοι φαίνεται να συμφωνούν ότι η Ευρωζώνη μεταπίπτει σε μια κατάσταση ενός ισχυρού κέντρου και μιας αδύνατης περιφέρειας, από την οποία ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να εξέλθουν. Μέσα από τέτοιες αντιλήψεις φαίνεται ότι αναδύεται η ανησυχία για το πώς θα αντιμετωπισθεί η πρόκληση της Κίνας. Το ζητούμενο φαίνεται να είναι ανομολόγητο και να αφορά την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Ακούγονται φωνές ότι οι αδύναμες χώρες δεν πρέπει να αφεθούν να συμπεριφέρονται όπως επιθυμούν, αλλά ότι θα πρέπει να τους επιβάλλονται οι κατάλληλοι τρόποι συμπεριφοράς. Για να καμφθούν οι δύστροποι Έλληνες τονίζεται ότι οι Γερμανοί και οι Ιρλανδοί εργαζόμενοι αποδέχονται περιορισμό των εισοδημάτων τους. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταστεί η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο παραμένει ανεκπλήρωτο και αυτό είναι ένα πρόβλημα πολιτισμικής τάξης.
Σε ανάλογο κλίμα, η Le Monde diplomatique αναρωτιέται σε άρθρο της για το πού κατέληξαν τα τεράστια ποσά, τα οποία η Ελλάδα εισέπραξε από το 1981 μέσω του Ταμείου Συνοχής και των διαφόρων «πακέτων» και επιρρίπτει μομφή σε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, που έσπευσαν να πάρουν μέρος στην καταναλωτική έξαρση και τις λεηλασίες των κονδυλίων. Η ίδια εφημερίδα αναφέρει τη σύσταση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ελλάδα, που έγινε τον περασμένο Νοέμβριο και αφορούσε τον κατά 50% περιορισμό των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αναρωτιέται παράλληλα πώς αυτό θα συμβιβαστεί με την πίεση που ασκούν οι μεγάλες χώρες στις ελληνικές κυβερνήσεις για να αγοράσουν τα αεροπλάνα, τα τεθωρακισμένα και τις φρεγάτες τους. Η υποτίμηση του ευρώ, ώστε να υποστηριχθούν οι εξαγωγές και να αναζωογονηθεί η οικονομία είναι το συμπέρασμα του άρθρου, που και αυτό κατατείνει στην αντιμετώπιση της πρόκλησης της Κίνας.
Κατά την γνώμη μας, δεν γίνεται πουθενά αναφορά στις εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας τις οποίες η Ελλάδα εκχώρησε προς τις ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγοντας τα σύνορά της και καταδικάζοντας την ελληνική οικονομία να περιοριστεί στις υπηρεσίες. Ούτε αναφέρεται πουθενά η αυτονόητη υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίσει τα προς ανατολάς σύνορά της στο Αιγαίο και να λάβει θέση στις απειλές που συνιστά η τουρκική πολιτική. Κανείς δεν έχει ασχοληθεί με τον αποβατικό στόλο που βρίσκεται απέναντι στη Λέσβο και που είναι ο ισχυρότερος στον κόσμο, ούτε με τις δύο πάνοπλες στρατιές που η Τουρκία διατηρεί στραμμένες σε τάξη μάχης εναντίον της Ελλάδας. Αφήνω κατά μέρος την απειλή πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει δικαίωμά της που της δίνει το Διεθνές Δίκαιο. Είναι προφανές ότι οι πολιτικές επιδιώξεις της Ελλάδας που την ώθησαν να συμμετάσχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν εκπληρωθεί. Αλλά και το χρονίζον διεθνές πρόβλημα της διχοτόμησης της Κύπρου, όπου η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγνοείται και παραμερίζεται συστηματικά από τις Βρυξέλες.
Η αντίληψη που επικρατεί είναι απόλυτα οικονομιστική και παραβλέπει τις πολιτικές και τις πολιτισμικές παραμέτρους των προβλημάτων. Γιατί, ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η Ελλάδα επέτυχε έναν άθλο και βρίσκεται σήμερα σε ζηλευτή θέση στην κατάταξη με βάση την ανθρώπινη ανάπτυξη που συντάσσει ο ΟΗΕ. Η χρήση λοιπόν των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, έχει κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα που δεν μετράται όμως με τους οικονομικούς δείκτες στους οποίους εγκλωβίζονται οι σχολιαστές.
Εκείνο που αφορά βέβαια εμάς είναι ότι το δημοσιονομικό μας πρόβλημα ξεκινά από το ότι αρνούμεθα πεισματικά να αποδεχθούμε στην πράξη τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς των Δυτικών, τους οποίους εμείς οι ίδιοι θαυμάζουμε και υιοθετούμε. Πρόκειται για τις θεμελιώδεις διαφορές μας με τη Δύση, τις οποίες επιθυμούμε να αποσιωπούμε. Και δεν εννοώ βέβαια, την πτωχοπροδρομική αντιμετώπιση του πακτωλού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε θέλω να δικαιολογήσω την άθλια εκμετάλλευση της μοναδικής ευκαιρίας που σήμαινε η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον ελληνικό λαό.
Αλλά και ο ελληνικός λαός είναι βέβαιος ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλεται για λόγους συγκυριακούς, πολιτικούς, γεωπολιτικούς, οικονομικούς, για λόγους αποτυχίας του νεοελληνικού κρατικού μηχανισμού, ή, απλά, γιατί δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, αλλά και για γενικότερους και πιο σημαντικούς λόγους. Φαίνεται, ότι δεν είναι δυνατό να γίνει η Ευρώπη μία, χωρίς το ανατολικό τμήμα της με τον συγκεκριμένο πολιτισμό του, που πολλά έχει να προσφέρει στους ναυαγούς του δυτικού ορθολογισμού. Αυτοί έχουν πια καταλάβει ότι η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη δεν σημαίνει και περισσότερη ευτυχία˙ ούτε, μετά από κάποιο σημείο, δημιουργούν περισσότερη ικανοποίηση˙ το αντίθετο μάλλον συμβαίνει. «Η ορθολογική οργάνωση της ζωής με βάση το επάγγελμα», δεν τούς ικανοποιεί. Όπως είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τούς χωρά αυτούς. Οι αμφισβητίες του δυτικού ορθολογισμού, όπως εξελίχθηκε σήμερα, είναι πολλοί και θα αντιδράσουν ζητώντας μία διαφορετική Ευρώπη. Άλλωστε, η ιδεολογική ένδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι χαρακτηριστική. Η Ελλάδα είναι η σημαντικότερη έκφραση της Ανατολικής Ευρώπης. Παρ' όλη την κατάρρευση και την καταστροφή του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και τη στροφή μας προς τη Δύση, κατέχουμε ακόμη τον πολιτισμικό μας δυναμισμό.
Είναι βέβαιο, ότι η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, που επιθυμούν να επιβάλουν οι δυτικοί εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Δύσης. Το να γίνει η Ευρώπη μία δεν πρέπει να σημαίνει και την κατ' ανάγκη επικράτηση παντού της δυτικοευρωπαϊκής ταυτότητας. Άλλωστε και η μία Ευρώπη σχεδιάστηκε ως ομοσπονδιακό-πολιτικό και, κυρίως, οικονομικό μόρφωμα και όχι ως νέο εθνικό κράτος. Μία ενιαία εθνικά Ευρώπη, είναι αδιανόητη και σημαίνει τερατογονία. Η αντινομία, λοιπόν, των οικονομικών επιδιώξεων προς τους ανθρωπιστικούς όρους μπορεί να είναι η μόνη δικαιολογία της Ελλάδας.
Μεταμφιέσεις του Νεοοθωμανισμού.
Στον πρόσφατο λόγο του κατά το συνέδριο των πρέσβεων του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου έδωσε μία περιγραφή του Νεοοθωμανισμού ως ιστορικού πλαισίου και ως ιστορικής αναγκαιότητας. Η περιγραφή αυτή βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις συγκεκριμένες ιδεολογικές κατασκευές, που απεργάστηκαν ο Κεμάλ Ατατούρκ και πιο πρόσφατα ο Τουργκούτ Οζάλ. Πρόκειται για την εξιδανίκευση και τη μεταφυσική δικαίωση της τουρκικής παρουσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες παρουσιάζονται ως αναπόφευκτοι και σταθεροί ιστορικοί παράγοντες, αλλά και προτείνονται ως θετικά πρότυπα για τον μελλοντικό κόσμο.
Με αφορμή την διεξαγωγή του συνεδρίου στην πόλη Μάρντιν της Νοτιοανατολικής Τουρκίας ο κ. Νταβούτογλου αναπτύσσει με τον αέρα του διανοούμενου την αντίληψη της οθωμανικής παρουσίας ως ρυθμιστικού και αναγκαίου παράγοντα της ιστορικής διαδικασίας όλης της Εγγύς Ανατολής. Παρουσιάζεται μία ειδυλλιακή εικόνα της Τουρκίας ως εξισορροποιητικού παράγοντα, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη συμβίωση και την ανάπτυξη των λαών της περιοχής. Ο κ. Νταβούτογλου, με το παραπλανητικό γέλιο του και τις αλεπουδοευγένειες που τον χαρακτηρίζουν, φροντίζει να υποκρύψει συστηματικά το σχετικά πρόσφατο της τουρκικής παρουσίας στη Μικρά Ασία και να εξωραΐσει την καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η κατακτητική ύπαρξη αποσκοπούσε στην υποταγή και στην ανελέητη εκμετάλλευση των λαών της Εγγύς Ανατολής.
Ο τόπος μάλιστα που διεξάχθηκε το συνέδριο ίσως να έχει κάποιο συμβολισμό, αφού το Μαρντίν είναι πόλη κέντρο των Ασσυρίων, των οποίων η αγνοημένη γενοκτονία από το τουρκικό κράτος εκτυλίσσεται μέχρι τις μέρες μας. Λέγεται οι Ασσύριοι καταδιώχθηκαν και αυτοί στα πλαίσια του ανηλεούς πολέμου κατά των Κούρδων κατά τη δεκαετία του 1990. Τα χωριά τους διαλύθηκαν, παράλληλα με τα χωριά των Κούρδων, και τα μοναστήρια και οι εκκλησίες τους γκρεμίστηκαν. Πιο παλιά μάλιστα, το 1915, οι Ασσύριοι υπέστησαν γενοκτονία παράλληλη προς τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Αυθαίρετα, αλλά με μεγάλη σιγουριά και πειστική αυτοπεποίθηση, ο κ. Νταβούτογλου ομιλεί για ένα ιστορικό βάθος, στο οποίο η Τουρκία έχει συστατικό ρόλο. Ο λόγος του φιλοδοξεί να έχει διανοητική και φιλοσοφική βαρύτητα. Προικίζεται έτσι η Τουρκία με μια αρχαία παράδοση, η οποία κατά τα λεγόμενα του κ. Νταβούτογλου είναι θεμελιώδης για την οθωμανική κουλτούρα. Εδώ ο κ. Νταβούτογλου συναντά με επιστημονικοφανή τρόπο την «ηλιακή θεωρία» του Κεμάλ Ατατούρκ, κατά την οποία οι Τούρκοι αποτελούν το γενεσιουργό έθνος της παγκόσμιας ιστορίας. Απερίφραστα ο κ. Νταβούτογλου δηλώνει ότι στοχεύει στο να καταστήσει την Τουρκία κεντρικό πόλο όλων των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση παραλληλίζεται με την pax Ottomanica, ενώ προτείνεται ένας αόριστος οικουμενισμός που φορέας του θα είναι η σύγχρονη Τουρκία. Γίνεται λόγος για κάποιο «συμπατριωτισμό» λαών που μοιράζονται την ίδια ιστορία, που εμείς υποθέτουμε ότι θα προϋποθέτει την πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας. Ο κόσμος κατά τον κ. Νταβούτογλου χρειάζεται μία νέα τάξη και μια ενοποιητική ταυτότητα. Φυσικά αυτή την τάξη θα την επιβάλει η Τουρκία ως δημιουργός μάλιστα μιας ενοποιητικής ταυτότητας, που δεν θα είναι άλλη από την πρόσφατα δημιουργημένη τουρκική ταυτότητα. Έτσι, με ένα καθαρά οργουελλιανό double think η Τουρκία εκπροσωπεί τους πάντες. Είναι και αρχαία, είναι και ευρωπαϊκή, είναι και ασιατική στα πλαίσια μιας ολότητας, αφού η ίδια είναι «συμμετοχική» και «δεκτική», τόσο ώστε να απολαμβάνει καθολική αποδοχή στην «ενοποίηση» που επιχειρεί. Η ενοποίηση αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένες χώρες, όπως η Υεμένη, η Συρία, το Ιράκ, η Κροατία και η Βοσνία. Γίνεται αναφορά σε μιά νέα τάξη στα Βαλκάνια, η οποία θα είναι οικουμενική και θα βασίζεται φυσικά στην Τουρκία. Η Ελλάδα επιμελώς αποσιωπάται, αν και στο τέλος η παντουρκική θύελλα δεν ξεχνά να συμπεριλάβει και τον ελληνικό πολιτισμό σαν στοιχείο «μιας χώρας που εμπεριέχει κάθε είδους παρελθόντα της ιστορίας της ανθρωπότητας». Υποθέτουμε ότι ο κ. Νταβούτογλου επιφυλάσσει στην Ελλάδα τον ρόλο δορυφόρου.
Πρόκειται για μια μεγαλοϊδεατική κατασκευή με στοιχεία επαρχιακής μεγαλαυχίας, αλλά και για επικίνδυνες ιδεοληψίες. Οπωσδήποτε, οι απόψεις του κ. Νταβούτογλου απολαμβάνουν δημοσιότητας στη Δύση και έχουν και την αποδοχή ορισμένων πολιτικών με προεξάρχουσα την αμερικανική προεδρία. Η Τουρκία απολαμβάνει ευνοϊκή δημοσιότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το άρθρο του συντάκτη της αγγλικής έκδοσης της Le Monde diplomatique, Wendy Kristianasen στο τεύχος του Φεβρουαρίου 2010. Κατά το άρθρο αυτό η ήπιας δύναμης τουρκική πολιτική είναι επιτυχής. Η Τουρκία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στην γύρω της περιοχή και να δημιουργήσει ένα ειρηνικό και σταθερό περιβάλλον στο οποίο θα αναπτύξει την οικονομία της. Η χώρα αυτή επιθυμεί να αποστρατικοποιηθεί και να γίνει δημοκρατική, καταλήγει η πρώτη παράγραφος του άρθρου.
Η Le Monde diplomatique παραθέτει ένα μακρύ κατάλογο των επιτευγμάτων της άσκησης μιας πολιτικής με βάση την ήπια δύναμη. Έτσι, η Τουρκία παρουσιάζεται σαν περιφερειακός εξισορροπητικός παράγοντας απαραίτητος για την ευστάθεια και την ανάπτυξη της περιοχής της. Η εικόνα αυτή θα ικανοποιήσει απόλυτα τον κ. Νταβούτογλου. Όλα τα θέματα παρουσιάζονται κάτω από ένα ήρεμο πρίσμα θετικής αποδοχής, ώστε να δίνεται μια ευχάριστη εικόνα που υπόσχεται ένα αισιόδοξο μέλλον. Δεν γίνεται λόγος για τα προβλήματα με τους γείτονες, την επεκτατική φύση της τουρκικής παρουσίας, την εξαφάνιση των μειονοτήτων, τα αυτοκρατορικά όνειρα, τον μιλιταρισμό και τους τερατώδεις εξοπλισμούς, το πανίσχυρο παρακράτος, τον αυταρχισμό στην τουρκική κοινωνία, την αντιδημοκρατική παράδοση και τις τριτοκοσμικές κοινωνικές καταστάσεις και πρακτικές. Η ακύρωση των ευρωπαϊκών ονείρων της Τουρκίας εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αντίδρασης ατόμων, όπως ο κ. Σαρκοζί και η κ. Μέρκελ και μόνο.
Η Τουρκία αντιμετωπίζεται θετικά ως αναπτυσσόμενη οικονομική οντότητα, εξέλιξη που υποτίθεται ότι θα είναι επωφελής για όλους. Η οικονομιστική θεώρηση θέλει να παραβλέψει όλους τους όρους, που ενδέχεται να χαλάσουν την ευχάριστη εικόνα που έχει δημιουργηθεί.
Ως ένα βαθμό πιστεύουμε ότι αυτά είναι και αποτελέσματα της έκλειψης της Ελλάδας από τον γεωπολιτικό της χώρο και της πλήρους αδιαφορίας μας να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία σε ιδεολογικό και προπαγανδιστικό πεδίο. Έτσι, κανείς πλέον δεν πληροφορείται για την επεκτατική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών είναι κάτι που αφορά μόνο τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Κανείς δεν γνωρίζει την απειλητική στάση της τουρκικής δημοκρατίας, η οποία διατηρεί τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του κόσμου απέναντι από την Λέσβο και δύο στρατιές στραμμένες σε τάξη μάχης κοντά στα ελληνικά σύνορα. Η απειλή πολέμου είναι κάτι που έχει ξεχαστεί και οι παραβιάσεις απλώς δεν αναφέρονται. Τα αμερικανικά πανεπιστήμια βρίθουν από δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από την Τουρκία και η θετική εικόνα της χώρας αυτής ενισχύεται καθημερινά. Όσο για το Κυπριακό, αυτό αποτελεί πλέον ένα ενοχλητικό θέμα που εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της.
Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα έχει όλες τις δυνατότητες να αντιμετωπίσει την ιδεολογική πρόκληση και να εμποδίσει την κυριαρχία της Τουρκίας στον ιδεολογικό και στον προπαγανδιστικό τομέα. Οπωσδήποτε όμως, ακόμη και το απλούστατο έργο της έκδοσης μιας μαύρης βίβλου που θα εκθέτει και θα τεκμηριώνει τις απειλητικές και εκφοβιστικές πρακτικές της χώρας αυτής απέναντί μας φαίνεται να είναι δύσκολο, ώστε κανείς να μην μπορεί να το επιχειρήσει.
Πώς όμως να επιδιώξουμε τέτοιες δράσεις σε εποχή που απέναντι στην επιδίωξη της Τουρκίας να επιβάλει την τουρκική ταυτότητα έξω από τα σύνορά της και να δικαιολογήσει ιστορικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμείς προσπαθούμε τα αντίθετα; Και εννοώ τις τάσεις αποδόμησης της εθνικής μας ταυτότητας και δικαιολόγησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με αφορμή την διεξαγωγή του συνεδρίου στην πόλη Μάρντιν της Νοτιοανατολικής Τουρκίας ο κ. Νταβούτογλου αναπτύσσει με τον αέρα του διανοούμενου την αντίληψη της οθωμανικής παρουσίας ως ρυθμιστικού και αναγκαίου παράγοντα της ιστορικής διαδικασίας όλης της Εγγύς Ανατολής. Παρουσιάζεται μία ειδυλλιακή εικόνα της Τουρκίας ως εξισορροποιητικού παράγοντα, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη συμβίωση και την ανάπτυξη των λαών της περιοχής. Ο κ. Νταβούτογλου, με το παραπλανητικό γέλιο του και τις αλεπουδοευγένειες που τον χαρακτηρίζουν, φροντίζει να υποκρύψει συστηματικά το σχετικά πρόσφατο της τουρκικής παρουσίας στη Μικρά Ασία και να εξωραΐσει την καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η κατακτητική ύπαρξη αποσκοπούσε στην υποταγή και στην ανελέητη εκμετάλλευση των λαών της Εγγύς Ανατολής.
Ο τόπος μάλιστα που διεξάχθηκε το συνέδριο ίσως να έχει κάποιο συμβολισμό, αφού το Μαρντίν είναι πόλη κέντρο των Ασσυρίων, των οποίων η αγνοημένη γενοκτονία από το τουρκικό κράτος εκτυλίσσεται μέχρι τις μέρες μας. Λέγεται οι Ασσύριοι καταδιώχθηκαν και αυτοί στα πλαίσια του ανηλεούς πολέμου κατά των Κούρδων κατά τη δεκαετία του 1990. Τα χωριά τους διαλύθηκαν, παράλληλα με τα χωριά των Κούρδων, και τα μοναστήρια και οι εκκλησίες τους γκρεμίστηκαν. Πιο παλιά μάλιστα, το 1915, οι Ασσύριοι υπέστησαν γενοκτονία παράλληλη προς τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Αυθαίρετα, αλλά με μεγάλη σιγουριά και πειστική αυτοπεποίθηση, ο κ. Νταβούτογλου ομιλεί για ένα ιστορικό βάθος, στο οποίο η Τουρκία έχει συστατικό ρόλο. Ο λόγος του φιλοδοξεί να έχει διανοητική και φιλοσοφική βαρύτητα. Προικίζεται έτσι η Τουρκία με μια αρχαία παράδοση, η οποία κατά τα λεγόμενα του κ. Νταβούτογλου είναι θεμελιώδης για την οθωμανική κουλτούρα. Εδώ ο κ. Νταβούτογλου συναντά με επιστημονικοφανή τρόπο την «ηλιακή θεωρία» του Κεμάλ Ατατούρκ, κατά την οποία οι Τούρκοι αποτελούν το γενεσιουργό έθνος της παγκόσμιας ιστορίας. Απερίφραστα ο κ. Νταβούτογλου δηλώνει ότι στοχεύει στο να καταστήσει την Τουρκία κεντρικό πόλο όλων των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση παραλληλίζεται με την pax Ottomanica, ενώ προτείνεται ένας αόριστος οικουμενισμός που φορέας του θα είναι η σύγχρονη Τουρκία. Γίνεται λόγος για κάποιο «συμπατριωτισμό» λαών που μοιράζονται την ίδια ιστορία, που εμείς υποθέτουμε ότι θα προϋποθέτει την πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας. Ο κόσμος κατά τον κ. Νταβούτογλου χρειάζεται μία νέα τάξη και μια ενοποιητική ταυτότητα. Φυσικά αυτή την τάξη θα την επιβάλει η Τουρκία ως δημιουργός μάλιστα μιας ενοποιητικής ταυτότητας, που δεν θα είναι άλλη από την πρόσφατα δημιουργημένη τουρκική ταυτότητα. Έτσι, με ένα καθαρά οργουελλιανό double think η Τουρκία εκπροσωπεί τους πάντες. Είναι και αρχαία, είναι και ευρωπαϊκή, είναι και ασιατική στα πλαίσια μιας ολότητας, αφού η ίδια είναι «συμμετοχική» και «δεκτική», τόσο ώστε να απολαμβάνει καθολική αποδοχή στην «ενοποίηση» που επιχειρεί. Η ενοποίηση αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένες χώρες, όπως η Υεμένη, η Συρία, το Ιράκ, η Κροατία και η Βοσνία. Γίνεται αναφορά σε μιά νέα τάξη στα Βαλκάνια, η οποία θα είναι οικουμενική και θα βασίζεται φυσικά στην Τουρκία. Η Ελλάδα επιμελώς αποσιωπάται, αν και στο τέλος η παντουρκική θύελλα δεν ξεχνά να συμπεριλάβει και τον ελληνικό πολιτισμό σαν στοιχείο «μιας χώρας που εμπεριέχει κάθε είδους παρελθόντα της ιστορίας της ανθρωπότητας». Υποθέτουμε ότι ο κ. Νταβούτογλου επιφυλάσσει στην Ελλάδα τον ρόλο δορυφόρου.
Πρόκειται για μια μεγαλοϊδεατική κατασκευή με στοιχεία επαρχιακής μεγαλαυχίας, αλλά και για επικίνδυνες ιδεοληψίες. Οπωσδήποτε, οι απόψεις του κ. Νταβούτογλου απολαμβάνουν δημοσιότητας στη Δύση και έχουν και την αποδοχή ορισμένων πολιτικών με προεξάρχουσα την αμερικανική προεδρία. Η Τουρκία απολαμβάνει ευνοϊκή δημοσιότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το άρθρο του συντάκτη της αγγλικής έκδοσης της Le Monde diplomatique, Wendy Kristianasen στο τεύχος του Φεβρουαρίου 2010. Κατά το άρθρο αυτό η ήπιας δύναμης τουρκική πολιτική είναι επιτυχής. Η Τουρκία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στην γύρω της περιοχή και να δημιουργήσει ένα ειρηνικό και σταθερό περιβάλλον στο οποίο θα αναπτύξει την οικονομία της. Η χώρα αυτή επιθυμεί να αποστρατικοποιηθεί και να γίνει δημοκρατική, καταλήγει η πρώτη παράγραφος του άρθρου.
Η Le Monde diplomatique παραθέτει ένα μακρύ κατάλογο των επιτευγμάτων της άσκησης μιας πολιτικής με βάση την ήπια δύναμη. Έτσι, η Τουρκία παρουσιάζεται σαν περιφερειακός εξισορροπητικός παράγοντας απαραίτητος για την ευστάθεια και την ανάπτυξη της περιοχής της. Η εικόνα αυτή θα ικανοποιήσει απόλυτα τον κ. Νταβούτογλου. Όλα τα θέματα παρουσιάζονται κάτω από ένα ήρεμο πρίσμα θετικής αποδοχής, ώστε να δίνεται μια ευχάριστη εικόνα που υπόσχεται ένα αισιόδοξο μέλλον. Δεν γίνεται λόγος για τα προβλήματα με τους γείτονες, την επεκτατική φύση της τουρκικής παρουσίας, την εξαφάνιση των μειονοτήτων, τα αυτοκρατορικά όνειρα, τον μιλιταρισμό και τους τερατώδεις εξοπλισμούς, το πανίσχυρο παρακράτος, τον αυταρχισμό στην τουρκική κοινωνία, την αντιδημοκρατική παράδοση και τις τριτοκοσμικές κοινωνικές καταστάσεις και πρακτικές. Η ακύρωση των ευρωπαϊκών ονείρων της Τουρκίας εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αντίδρασης ατόμων, όπως ο κ. Σαρκοζί και η κ. Μέρκελ και μόνο.
Η Τουρκία αντιμετωπίζεται θετικά ως αναπτυσσόμενη οικονομική οντότητα, εξέλιξη που υποτίθεται ότι θα είναι επωφελής για όλους. Η οικονομιστική θεώρηση θέλει να παραβλέψει όλους τους όρους, που ενδέχεται να χαλάσουν την ευχάριστη εικόνα που έχει δημιουργηθεί.
Ως ένα βαθμό πιστεύουμε ότι αυτά είναι και αποτελέσματα της έκλειψης της Ελλάδας από τον γεωπολιτικό της χώρο και της πλήρους αδιαφορίας μας να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία σε ιδεολογικό και προπαγανδιστικό πεδίο. Έτσι, κανείς πλέον δεν πληροφορείται για την επεκτατική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών είναι κάτι που αφορά μόνο τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Κανείς δεν γνωρίζει την απειλητική στάση της τουρκικής δημοκρατίας, η οποία διατηρεί τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του κόσμου απέναντι από την Λέσβο και δύο στρατιές στραμμένες σε τάξη μάχης κοντά στα ελληνικά σύνορα. Η απειλή πολέμου είναι κάτι που έχει ξεχαστεί και οι παραβιάσεις απλώς δεν αναφέρονται. Τα αμερικανικά πανεπιστήμια βρίθουν από δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από την Τουρκία και η θετική εικόνα της χώρας αυτής ενισχύεται καθημερινά. Όσο για το Κυπριακό, αυτό αποτελεί πλέον ένα ενοχλητικό θέμα που εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της.
Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα έχει όλες τις δυνατότητες να αντιμετωπίσει την ιδεολογική πρόκληση και να εμποδίσει την κυριαρχία της Τουρκίας στον ιδεολογικό και στον προπαγανδιστικό τομέα. Οπωσδήποτε όμως, ακόμη και το απλούστατο έργο της έκδοσης μιας μαύρης βίβλου που θα εκθέτει και θα τεκμηριώνει τις απειλητικές και εκφοβιστικές πρακτικές της χώρας αυτής απέναντί μας φαίνεται να είναι δύσκολο, ώστε κανείς να μην μπορεί να το επιχειρήσει.
Πώς όμως να επιδιώξουμε τέτοιες δράσεις σε εποχή που απέναντι στην επιδίωξη της Τουρκίας να επιβάλει την τουρκική ταυτότητα έξω από τα σύνορά της και να δικαιολογήσει ιστορικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμείς προσπαθούμε τα αντίθετα; Και εννοώ τις τάσεις αποδόμησης της εθνικής μας ταυτότητας και δικαιολόγησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ετικέτες
Ελληνοτουρκικά,
Νεοοθωμανισμός.
Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010
Ελλάς και οικουμένη
Η ιστορικότητά του έχει μεγάλη σημασία για κάθε λαό. Ιστορικός, όμως, είναι ένας λαός, του οποίου η ιστορία μεταφέρει σημασίες. Κοσμοϊστορικοί δε είναι οι λαοί, οι οποίοι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κόσμου, αφού η ιστορία τους μεταφέρει σημασίες κοσμοϊστορικές.
Υπάρχουν πολλοί ιστορικοί λαοί. Αυτοί, όμως, που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως κοσμοϊστορικούς είναι λίγοι. Οι Έλληνες είναι ένας κοσμοϊστορικός λαός. Σε αυτό όλοι συμφωνούν. Εκείνο που κάνει τους Έλληνες κοσμοϊστορικό λαό είναι βέβαια η ιστορική παρουσία τους, περισσότερο όμως είναι η σχέση τους με την οικουμένη. Η σχέση αυτή είναι πολιτισμική: οι Έλληνες δίνουν, κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση, ένα παράδειγμα, ένα τρόπο βίου, που μπορεί να θεωρηθεί ως πρότυπο. Αυτό το ιδιαίτερο και σπάνιο φαινόμενο το χαρακτηρίζουμε σαν οικουμενικότητα.
Η οικουμενικότητα είναι κάτι που συνεχίζει και συμπληρώνει την εντελέχεια και τη μεγάλη σημασία ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος, ώστε αυτό να προβάλλει ως παγκόσμιο πρότυπο. Υπάρχουν διάφορες μορφές οικουμενικότητας. Η οικουμενικότητα χαρακτηρίζεται από την ηθική ποιότητά της, και εκεί βρίσκεται η κρίσιμη και ουσιώδης διαφορά των ελληνικών προτάσεων βίου: δεν επιδιώκουν την κυριαρχία και την αλλοτρίωση, ούτε έχουν ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Η οικουμενικότητα είναι ένα άνοιγμα προς τον κόσμο και ένα σύνολο αξιών που δωρίζεται. Η οικουμενικότητα βρίσκεται πέρα από σκοπιμότητες, αφού προσδιορίζει την οικουμένη ως πολιτισμική αντίληψη. Η οικουμενικότητα είναι ασύμβατη προς την κυριαρχία και δεν αποτελεί πολιτική ιδεολογία. Η οικουμενικότητα είναι επίσης ασύμβατη προς την πολυπολιτισμικότητα, όπως αυτή προβάλλεται σήμερα ως πανάκεια στα προβλήματα των μεταναστών στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Δεν επιδιώκεται η πολιτική συσσωμάτωση λαών και χωρών, αλλά η δημιουργία συνόλων με υπερφυλετική, υπερεθνική, πολιτισμική ενότητα. Τέτοια σύνολα χαρακτηρίζουν την ελληνική ιστορία και μπορούμε να τα διακρίνουμε, κατά την αρχαιότητα στις ελληνικές μητροπόλεις και στις αποικίες τους στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο, αργότερα στον μέγα ελληνιστικό κόσμο, στην εκπληκτική χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ακόμη, σχετικά πρόσφατα, στις κοινότητες των Ρωμηών της καθ΄ ημάς Ανατολής.
Η εποχή της κλασσικής αρχαιότητας είναι η εποχή της οικουμενικότητας κατ' εξοχήν. Η θρησκεία, η γλώσσα, οι συνήθειες και το σύνολο των πολιτισμικών χαρακτηριστικών των Ελλήνων γίνονται διεθνές πρότυπο. Η κλασσική αρχαιότητα συνεχίζει σε όλη την ανθρώπινη ιστορία να αποτελεί μια φωτεινή εστία, στην οποία όχι μόνο αναφέρονται οι αιώνες, αλλά και επιστρέφουν. Μετά τον ελληνιστικό κόσμο και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωματώνει την ελληνική παράδοση.
Ο βυζαντινός κόσμος αποτελεί και μια νέα πολιτισμική πρόταση – με βάση τη σύνθεση διάφορων πολιτισμικών στοιχείων –, στην οποία οι Έλληνες και η κλασσική κληρονομιά τους πρωταγωνιστούν. Το Βυζάντιο δημιουργεί ένα καθαρώς πνευματικό πολιτισμό, όπου ο κόσμος καθαγιάζεται και ο άνθρωπος προορίζεται προς τη θέωση. Κατά τους μακρούς αιώνες του Βυζαντίου η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινούπολης ακτινοβολεί και γίνεται πηγή μίμησης. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι δύο ρωμαϊκές αυτοκρατορίες συγκροτούνται με βάση τον κλασσικό πολιτισμό.
Οι μεγάλες μεταναστεύσεις και η ανάδυση, μέσα από τον δυτικό ρωμαϊκό κόσμο, των συγχρόνων ευρωπαϊκών λαών θα φέρουν στο προσκήνιο νέες αντιλήψεις πολιτισμού και τρόπους βίου. Η λογική γίνεται τώρα το απόλυτο κριτήριο. Παραμερίζεται έτσι ανεπαίσθητα το μέγα κατόρθωμα της ελληνικής διανόησης, ο αποφατισμός, δηλαδή η διανοητική εκείνη στάση που βασίζεται στον λόγο, αλλά αρνείται το ότι η πραγματικότητα εξαντλείται στην λογική της διατύπωση. Ο κόσμος χωρίζεται σε εμπειρικό και υπερβατικό. Ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν απόμακρο Θεό, αλλά και μόνος μέσα σε μια αδιάφορη φύση. Η Δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από τον δυναμισμό της επέκτασης και της αλλαγής. Η ασίγαστη ρομαντική τάση προς το άπειρο και η ανησυχία της ευρωπαϊκής ψυχής διακρίνονται στην αντίληψή της για έναν κόσμο χωρίς όρια. Η μουσική είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη της Ευρώπης. Το άνοιγμα στην οικουμένη σημαίνει τώρα την παγκόσμια κυριαρχία. Την παγκόσμια επέκταση της Ευρώπης εγκαινιάζουν οι Σταυροφορίες προς την Ανατολή, με κορυφαίο γεγονός την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Γεγονός, που θα προετοιμάσει την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας, όπως είναι το όνομά της. Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου είναι η εποχή που ο ελληνικός κόσμος υποχρεώνεται σε αναμέτρηση προς τους πολιτισμικούς όρους που επιβάλλει η Δύση με τον δυναμισμό της. Πρόκειται για μια γιγαντομαχία περί της ουσίας, η έκβαση της οποίας είναι ακόμη άδηλη.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας αποτελεί η αναγεννητική διάθεση που εμφανίζεται ως περισυλλογή, ανάμνηση και διακαής επιθυμία επιστροφής. Τους πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ακολούθησε η θαυμαστή αναγέννηση του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα. Οι Έλληνες, παρά την πολιτική υποταγή τους, οργανώνονται συλλογικά και διαπρέπουν και πάλι στο εμπόριο και στην οικονομία. Οι κοινότητες των Ρωμηών συνιστούν ένα καινούργιο κόσμο, πρότυπο και πηγή μίμησης για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Στην καθ’ ημάς Ανατολή διατυπώνεται μία νέα πολιτισμική πρόταση με βάση τον λαϊκό πολιτισμό, την αγαπητική διάθεση και την επιθυμία για παραμυθίαση. Την ίδια εποχή η Δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από τον πολιτισμό του υψηλού και τη διάθεση για κυριαρχία. Η έκφραση «καθ’ ημάς Ανατολή» αναφέρεται στους σημαντικούς και ακμαίους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ιστορικά κατοικούσαν στους χώρους όπου άκμασε η οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Με την έκφραση αυτή δίνεται έμφαση στη σπουδαιότητα και την ισχύ των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι κατά τον 19ο αιώνα συγκροτούσαν και μεγάλο τμήμα της νεοσύστατης αστικής τάξης της εκσυγχρονιζόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση προς το νέο Ελληνικό Κράτος οι πληθυσμοί της καθ’ ημάς Ανατολής βρισκόταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός των Ρωμηών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται με πρότυπο τη Δύση. Από το αντιλατινικό φρόνημα των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου, όταν απορρίφθηκε συλλήβδην κάθε ιδέα συναλλαγής με τη Δύση, θα φτάσουμε στην αίγλη και το δέος για την Ευρώπη του Διαφωτισμού. Μετά το 1922, ο ευρύτερος ελληνικός κόσμος της καθ' ημάς Ανατολής παύει να υπάρχει.
Από τον 18ο αιώνα η στάση των Ελλήνων προς την πολιτισμικά κυρίαρχη Δύση είχε πια μεταβληθεί, αφού η Δύση πλέον αποτελεί το πρότυπο, ενώ το Νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε με τη βοήθεια των δυτικών ως πραγμάτωση της φαντασιακής και ρομαντικής ιδέας για αναβίωση της κλασσικής Ελλάδας. Μετά την καταστροφή της καθ’ ημάς Ανατολής από το 1922 οι Έλληνες γίνονται ένα μικρό κρατικοποιημένο έθνος και συγκεντρώνονται όλοι στα στενά όρια ενός εθνικού κράτους. Το γεγονός αυτό είναι ιστορικά και πνευματικά πρωτοφανές και δίνει αφορμή για να υποστηριχθεί η απαισιόδοξη άποψη ότι ο Ελληνισμός έφθασε στο ιστορικό του τέλος.
Η Δυτική Ευρώπη θα χρησιμοποιήσει την αναλυτική ορθολογική μέθοδο ως κεντρικό εργαλείο μιας νέας ανθρωποκεντρικής θεώρησης του κόσμου. Οι επιστήμες θα προοδεύσουν ραγδαία και θα κυριαρχήσει η θετικιστική αισιοδοξία του Διαφωτισμού. Η φράση του ιεροφάντη της Γαλλικής Επανάστασης Σαιν Ζυστ: «η ευτυχία είναι μια ιδέα καινούργια στην Ευρώπη» εκφράζει τον ανθρωπιστικό ζήλο για την εκπλήρωση των οραμάτων του ανθρώπου πάνω στη γη. Έτσι, ο άνθρωπος θα βρεθεί σε διαλεκτική αντίθεση προς τον Θεό και δεν θα διστάσει να επιβεβαιώσει τον θάνατό του. Η υποταγή της φύσης, η εκμετάλλευσή της και η τεχνική είναι αυτά που θα επιβάλουν νέους τρόπους βίου. Η κατάληξη είναι η ομογενοποίηση των εθνών και των πολιτισμών με την καταστροφή των πολιτισμικών και των εθνικών ταυτοτήτων. Με πρότυπα της δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες και τον δυτικό αντιπροσωπευτικό φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό ένας καθαρά υλικός πολιτισμός αναδύεται. Για πολλούς, αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους αιώνες είναι ο θρίαμβος ενός μη πνευματικού πολιτισμού, που βασίζεται στην καταστρεπτική ιδέα της αέναης τεχνοοικονομικής ανάπτυξης. Σήμερα φαίνεται ότι ο κόσμος βρίσκεται πάλι σε μία καμπή. Ο μοντερνισμός, που πραγματοποιεί το όραμα της Δύσης, φαίνεται να έχει εξαντληθεί. Μια νέα εποχή ετοιμάζεται να γεννηθεί.
Με άλλα λόγια, – τα λόγια του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ –, η «μεταμοντέρνα κατάσταση» είναι η μεταβατική εποχή που ακολουθεί την παρακμή των Μεγάλων Αφηγήσεων του Διαφωτισμού, της προόδου και του Μαρξισμού. Μια Μεγάλη Αφήγηση είναι η μορφή γνώσης που στηρίζεται σε αξιόπιστη φιλοσοφική περιγραφή, τέτοια ώστε όχι μόνο απαιτεί καθολική αποδοχή, αλλά και μπορεί να εξηγήσει όλες τις άλλες αφηγήσεις. Οι Μεγάλες Αφηγήσεις συγκροτούν συστήματα σκέψης και νοήματος που παράγουν πολιτική και πολιτισμό. Οι Μεγάλες Αφηγήσεις βασίζονται σε μια καθολική αλήθεια και υπόσχονται την καθολική σωτηρία.
Κατά τον Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ οι Μεγάλες Αφηγήσεις παραχωρούν σήμερα τη θέση τους στις μικρές αφηγήσεις των τόπων και των μικρών ομάδων. Αυτό σημαίνει τον κατακερματισμό του κόσμου, αλλά και τη μεταφυσική γύμνια του ανθρώπου.
Αλλά και η κατάληξη της αναλυτικής ορθολογικής μεθόδου σε τεχνική, που επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία, οδήγησε σε αδιέξοδο. Ζούμε έτσι σε ένα διαρκές παρόν όπου όλα επιτρέπονται. Στο σκηνικό του 20ού αιώνα παρακολουθήσαμε και βιώσαμε τερατώδη πολιτικά συστήματα, λυσσαλέες συγκρούσεις, αδιανόητες τεχνικές επινοήσεις, την αβυσσαλέα διαφορά του Βορρά και Νότου, την παρακμή της πραγματικότητας σε εικόνα, την υποβάθμιση του αντικειμένου σε είδωλο, την πτώση του τόπου σε μη-τόπο και τέλος την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ζήσαμε μέσα σε συστήματα πέρα από το μέτρο και διαπιστώσαμε το παράλογο και την απογοητευτική ποιότητα του σημερινού κόσμου. Φαίνεται ότι η κατάληξη του άκρατου ορθολογισμού είναι ένας καθολικός ανορθολογισμός.
Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για το τέλος των ουτοπιών και την παρακμή των ιδεολογιών, αφού δεν υπάρχει πλέον πρόταση καθολική που να καλύπτει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Δεδομένου λοιπόν ότι οι υποσχέσεις του μοντερνισμού δεν έχουν πραγματοποιηθεί, προκύπτει η ανάγκη νέων μορφών απελευθέρωσης και νέων προτάσεων βίου. Σε τέτοιες αναζητήσεις δεν υπάρχει τίποτα που θα μας βοηθήσει, εκτός από την επιστροφή των δοκιμασμένων προτύπων, της μεταφυσικής σκέψης και του μύθου από την εξορία που τους επέβαλε ο μοντερνισμός.
Οι Έλληνες σήμερα αποτελούν ένα ολιγάριθμο κρατικοποιημένο έθνος. Η ελληνική γλώσσα ομιλείται από λίγα εκατομμύρια ανθρώπων. Η παραγωγή πολιτισμού, που θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα ή λόγο μίμησης, είναι ελάχιστη. Οι Έλληνες δημιουργούν το εθνικό τους κράτος στο ιστορικό τους κέντρο, το οποίο όμως παρέμεινε περιφερειακή περιοχή για πολλούς αιώνες. Περιφερειακή, γιατί το κέντρο βάρους του Ελληνισμού μετατέθηκε κατά την αρχαιότητα ανατολικά και παρέμεινε επί μακρόν στην Κωνσταντινούπολη, πόλιν παλαιόθεν ελληνίδα και μεγαλύτερη ελληνική πόλη για δεκαέξη συναπτούς αιώνες. Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού βρίσκεται σήμερα πάλι στη νότιο Βαλκανική. Μετά το γεγονός αυτό ο Νέος Ελληνισμός είναι κάτι διαφορετικό, ενώ εντείνεται η διαχρονική κρίση ταυτότητας που τον χαρακτηρίζει. Η απομάκρυνσή μας από ιστορικούς χώρους, που συνδέονται με την ιστορική και πνευματική μας παρουσία, μας υποχρεώνει να πορευτούμε στερούμενοι μίας καθοριστικής για μας διάστασης. Οι δυσχέρειες του παρόντος, η ανησυχία μας για το μέλλον, η αμηχανία για τον πολιτισμό μας, η λήθη και η αποξένωση από τις παραδόσεις μας, η προσκόλλησή μας σε πρότυπα που δεν είναι δικά μας, η ασάφεια και η απορία για το τι είμαστε και που ανήκουμε˙ όλα αυτά συνδέονται ποικιλότροπα, εμφανώς και αφανώς, με τη βίαιη αποκοπή μας από χώρους οικείους, μακραίωνες εμπειρίες, δοκιμασμένους θεσμούς και εδραιωμένες συμπεριφορές. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι μόνο η ανάπτυξη, η ευημερία και εν τέλει η επιβίωση της χώρας μας, αλλά κυρίως η γνώση, που είναι προϋπόθεσή τους. Τη γνώση αυτή σήμερα φαίνεται σαν να τη στερούμεθα και σαν να είναι δύσκολο να την ανακαλύψουμε.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και η επιστροφή του κέντρου βάρους του Ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη στη Νότια Ελλάδα σηματοδοτούν το τέλος του. Η υιοθέτηση θεσμών ξένων και η καταθλιπτική επίδραση της Δύσης υποστηρίζεται ότι οδήγησαν στο ιστορικό τέλος του Ελληνισμού. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι ένα βιαστικό συμπέρασμα. Η ενδογενής δυναμική που δημιουργεί την καταθλιπτική επιβολή της Δύσης έχει πια εξαντληθεί. Αλλά, και τα τελείως πρόσφατα κοσμοϊστορικά γεγονότα: ο πολυκερματισμός του κόσμου, το τέλος των ιδεολογιών, η απαξίωση των ουτοπιών, η κρίση του δυτικού ορθολογισμού, η αμφισβήτηση της ιδέας της προόδου, η διάψευση της τεχνικής και το περιβαλλοντικό πρόβλημα, οδηγούν σε συνολική αναθεώρηση του ζητήματος του πολιτισμού. Σε μια τέτοια εποχή, μορφές επιστροφής στους ελληνικούς αιώνες ίσως αποδειχθούν και πάλι αναγκαίες.
Υπάρχουν πολλοί ιστορικοί λαοί. Αυτοί, όμως, που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως κοσμοϊστορικούς είναι λίγοι. Οι Έλληνες είναι ένας κοσμοϊστορικός λαός. Σε αυτό όλοι συμφωνούν. Εκείνο που κάνει τους Έλληνες κοσμοϊστορικό λαό είναι βέβαια η ιστορική παρουσία τους, περισσότερο όμως είναι η σχέση τους με την οικουμένη. Η σχέση αυτή είναι πολιτισμική: οι Έλληνες δίνουν, κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση, ένα παράδειγμα, ένα τρόπο βίου, που μπορεί να θεωρηθεί ως πρότυπο. Αυτό το ιδιαίτερο και σπάνιο φαινόμενο το χαρακτηρίζουμε σαν οικουμενικότητα.
Η οικουμενικότητα είναι κάτι που συνεχίζει και συμπληρώνει την εντελέχεια και τη μεγάλη σημασία ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος, ώστε αυτό να προβάλλει ως παγκόσμιο πρότυπο. Υπάρχουν διάφορες μορφές οικουμενικότητας. Η οικουμενικότητα χαρακτηρίζεται από την ηθική ποιότητά της, και εκεί βρίσκεται η κρίσιμη και ουσιώδης διαφορά των ελληνικών προτάσεων βίου: δεν επιδιώκουν την κυριαρχία και την αλλοτρίωση, ούτε έχουν ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Η οικουμενικότητα είναι ένα άνοιγμα προς τον κόσμο και ένα σύνολο αξιών που δωρίζεται. Η οικουμενικότητα βρίσκεται πέρα από σκοπιμότητες, αφού προσδιορίζει την οικουμένη ως πολιτισμική αντίληψη. Η οικουμενικότητα είναι ασύμβατη προς την κυριαρχία και δεν αποτελεί πολιτική ιδεολογία. Η οικουμενικότητα είναι επίσης ασύμβατη προς την πολυπολιτισμικότητα, όπως αυτή προβάλλεται σήμερα ως πανάκεια στα προβλήματα των μεταναστών στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Δεν επιδιώκεται η πολιτική συσσωμάτωση λαών και χωρών, αλλά η δημιουργία συνόλων με υπερφυλετική, υπερεθνική, πολιτισμική ενότητα. Τέτοια σύνολα χαρακτηρίζουν την ελληνική ιστορία και μπορούμε να τα διακρίνουμε, κατά την αρχαιότητα στις ελληνικές μητροπόλεις και στις αποικίες τους στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο, αργότερα στον μέγα ελληνιστικό κόσμο, στην εκπληκτική χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ακόμη, σχετικά πρόσφατα, στις κοινότητες των Ρωμηών της καθ΄ ημάς Ανατολής.
Η εποχή της κλασσικής αρχαιότητας είναι η εποχή της οικουμενικότητας κατ' εξοχήν. Η θρησκεία, η γλώσσα, οι συνήθειες και το σύνολο των πολιτισμικών χαρακτηριστικών των Ελλήνων γίνονται διεθνές πρότυπο. Η κλασσική αρχαιότητα συνεχίζει σε όλη την ανθρώπινη ιστορία να αποτελεί μια φωτεινή εστία, στην οποία όχι μόνο αναφέρονται οι αιώνες, αλλά και επιστρέφουν. Μετά τον ελληνιστικό κόσμο και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωματώνει την ελληνική παράδοση.
Ο βυζαντινός κόσμος αποτελεί και μια νέα πολιτισμική πρόταση – με βάση τη σύνθεση διάφορων πολιτισμικών στοιχείων –, στην οποία οι Έλληνες και η κλασσική κληρονομιά τους πρωταγωνιστούν. Το Βυζάντιο δημιουργεί ένα καθαρώς πνευματικό πολιτισμό, όπου ο κόσμος καθαγιάζεται και ο άνθρωπος προορίζεται προς τη θέωση. Κατά τους μακρούς αιώνες του Βυζαντίου η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινούπολης ακτινοβολεί και γίνεται πηγή μίμησης. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι δύο ρωμαϊκές αυτοκρατορίες συγκροτούνται με βάση τον κλασσικό πολιτισμό.
Οι μεγάλες μεταναστεύσεις και η ανάδυση, μέσα από τον δυτικό ρωμαϊκό κόσμο, των συγχρόνων ευρωπαϊκών λαών θα φέρουν στο προσκήνιο νέες αντιλήψεις πολιτισμού και τρόπους βίου. Η λογική γίνεται τώρα το απόλυτο κριτήριο. Παραμερίζεται έτσι ανεπαίσθητα το μέγα κατόρθωμα της ελληνικής διανόησης, ο αποφατισμός, δηλαδή η διανοητική εκείνη στάση που βασίζεται στον λόγο, αλλά αρνείται το ότι η πραγματικότητα εξαντλείται στην λογική της διατύπωση. Ο κόσμος χωρίζεται σε εμπειρικό και υπερβατικό. Ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν απόμακρο Θεό, αλλά και μόνος μέσα σε μια αδιάφορη φύση. Η Δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από τον δυναμισμό της επέκτασης και της αλλαγής. Η ασίγαστη ρομαντική τάση προς το άπειρο και η ανησυχία της ευρωπαϊκής ψυχής διακρίνονται στην αντίληψή της για έναν κόσμο χωρίς όρια. Η μουσική είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη της Ευρώπης. Το άνοιγμα στην οικουμένη σημαίνει τώρα την παγκόσμια κυριαρχία. Την παγκόσμια επέκταση της Ευρώπης εγκαινιάζουν οι Σταυροφορίες προς την Ανατολή, με κορυφαίο γεγονός την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Γεγονός, που θα προετοιμάσει την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας, όπως είναι το όνομά της. Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου είναι η εποχή που ο ελληνικός κόσμος υποχρεώνεται σε αναμέτρηση προς τους πολιτισμικούς όρους που επιβάλλει η Δύση με τον δυναμισμό της. Πρόκειται για μια γιγαντομαχία περί της ουσίας, η έκβαση της οποίας είναι ακόμη άδηλη.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας αποτελεί η αναγεννητική διάθεση που εμφανίζεται ως περισυλλογή, ανάμνηση και διακαής επιθυμία επιστροφής. Τους πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ακολούθησε η θαυμαστή αναγέννηση του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα. Οι Έλληνες, παρά την πολιτική υποταγή τους, οργανώνονται συλλογικά και διαπρέπουν και πάλι στο εμπόριο και στην οικονομία. Οι κοινότητες των Ρωμηών συνιστούν ένα καινούργιο κόσμο, πρότυπο και πηγή μίμησης για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Στην καθ’ ημάς Ανατολή διατυπώνεται μία νέα πολιτισμική πρόταση με βάση τον λαϊκό πολιτισμό, την αγαπητική διάθεση και την επιθυμία για παραμυθίαση. Την ίδια εποχή η Δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από τον πολιτισμό του υψηλού και τη διάθεση για κυριαρχία. Η έκφραση «καθ’ ημάς Ανατολή» αναφέρεται στους σημαντικούς και ακμαίους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ιστορικά κατοικούσαν στους χώρους όπου άκμασε η οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Με την έκφραση αυτή δίνεται έμφαση στη σπουδαιότητα και την ισχύ των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι κατά τον 19ο αιώνα συγκροτούσαν και μεγάλο τμήμα της νεοσύστατης αστικής τάξης της εκσυγχρονιζόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση προς το νέο Ελληνικό Κράτος οι πληθυσμοί της καθ’ ημάς Ανατολής βρισκόταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός των Ρωμηών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται με πρότυπο τη Δύση. Από το αντιλατινικό φρόνημα των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου, όταν απορρίφθηκε συλλήβδην κάθε ιδέα συναλλαγής με τη Δύση, θα φτάσουμε στην αίγλη και το δέος για την Ευρώπη του Διαφωτισμού. Μετά το 1922, ο ευρύτερος ελληνικός κόσμος της καθ' ημάς Ανατολής παύει να υπάρχει.
Από τον 18ο αιώνα η στάση των Ελλήνων προς την πολιτισμικά κυρίαρχη Δύση είχε πια μεταβληθεί, αφού η Δύση πλέον αποτελεί το πρότυπο, ενώ το Νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε με τη βοήθεια των δυτικών ως πραγμάτωση της φαντασιακής και ρομαντικής ιδέας για αναβίωση της κλασσικής Ελλάδας. Μετά την καταστροφή της καθ’ ημάς Ανατολής από το 1922 οι Έλληνες γίνονται ένα μικρό κρατικοποιημένο έθνος και συγκεντρώνονται όλοι στα στενά όρια ενός εθνικού κράτους. Το γεγονός αυτό είναι ιστορικά και πνευματικά πρωτοφανές και δίνει αφορμή για να υποστηριχθεί η απαισιόδοξη άποψη ότι ο Ελληνισμός έφθασε στο ιστορικό του τέλος.
Η Δυτική Ευρώπη θα χρησιμοποιήσει την αναλυτική ορθολογική μέθοδο ως κεντρικό εργαλείο μιας νέας ανθρωποκεντρικής θεώρησης του κόσμου. Οι επιστήμες θα προοδεύσουν ραγδαία και θα κυριαρχήσει η θετικιστική αισιοδοξία του Διαφωτισμού. Η φράση του ιεροφάντη της Γαλλικής Επανάστασης Σαιν Ζυστ: «η ευτυχία είναι μια ιδέα καινούργια στην Ευρώπη» εκφράζει τον ανθρωπιστικό ζήλο για την εκπλήρωση των οραμάτων του ανθρώπου πάνω στη γη. Έτσι, ο άνθρωπος θα βρεθεί σε διαλεκτική αντίθεση προς τον Θεό και δεν θα διστάσει να επιβεβαιώσει τον θάνατό του. Η υποταγή της φύσης, η εκμετάλλευσή της και η τεχνική είναι αυτά που θα επιβάλουν νέους τρόπους βίου. Η κατάληξη είναι η ομογενοποίηση των εθνών και των πολιτισμών με την καταστροφή των πολιτισμικών και των εθνικών ταυτοτήτων. Με πρότυπα της δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες και τον δυτικό αντιπροσωπευτικό φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό ένας καθαρά υλικός πολιτισμός αναδύεται. Για πολλούς, αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους αιώνες είναι ο θρίαμβος ενός μη πνευματικού πολιτισμού, που βασίζεται στην καταστρεπτική ιδέα της αέναης τεχνοοικονομικής ανάπτυξης. Σήμερα φαίνεται ότι ο κόσμος βρίσκεται πάλι σε μία καμπή. Ο μοντερνισμός, που πραγματοποιεί το όραμα της Δύσης, φαίνεται να έχει εξαντληθεί. Μια νέα εποχή ετοιμάζεται να γεννηθεί.
Με άλλα λόγια, – τα λόγια του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ –, η «μεταμοντέρνα κατάσταση» είναι η μεταβατική εποχή που ακολουθεί την παρακμή των Μεγάλων Αφηγήσεων του Διαφωτισμού, της προόδου και του Μαρξισμού. Μια Μεγάλη Αφήγηση είναι η μορφή γνώσης που στηρίζεται σε αξιόπιστη φιλοσοφική περιγραφή, τέτοια ώστε όχι μόνο απαιτεί καθολική αποδοχή, αλλά και μπορεί να εξηγήσει όλες τις άλλες αφηγήσεις. Οι Μεγάλες Αφηγήσεις συγκροτούν συστήματα σκέψης και νοήματος που παράγουν πολιτική και πολιτισμό. Οι Μεγάλες Αφηγήσεις βασίζονται σε μια καθολική αλήθεια και υπόσχονται την καθολική σωτηρία.
Κατά τον Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ οι Μεγάλες Αφηγήσεις παραχωρούν σήμερα τη θέση τους στις μικρές αφηγήσεις των τόπων και των μικρών ομάδων. Αυτό σημαίνει τον κατακερματισμό του κόσμου, αλλά και τη μεταφυσική γύμνια του ανθρώπου.
Αλλά και η κατάληξη της αναλυτικής ορθολογικής μεθόδου σε τεχνική, που επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία, οδήγησε σε αδιέξοδο. Ζούμε έτσι σε ένα διαρκές παρόν όπου όλα επιτρέπονται. Στο σκηνικό του 20ού αιώνα παρακολουθήσαμε και βιώσαμε τερατώδη πολιτικά συστήματα, λυσσαλέες συγκρούσεις, αδιανόητες τεχνικές επινοήσεις, την αβυσσαλέα διαφορά του Βορρά και Νότου, την παρακμή της πραγματικότητας σε εικόνα, την υποβάθμιση του αντικειμένου σε είδωλο, την πτώση του τόπου σε μη-τόπο και τέλος την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ζήσαμε μέσα σε συστήματα πέρα από το μέτρο και διαπιστώσαμε το παράλογο και την απογοητευτική ποιότητα του σημερινού κόσμου. Φαίνεται ότι η κατάληξη του άκρατου ορθολογισμού είναι ένας καθολικός ανορθολογισμός.
Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για το τέλος των ουτοπιών και την παρακμή των ιδεολογιών, αφού δεν υπάρχει πλέον πρόταση καθολική που να καλύπτει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Δεδομένου λοιπόν ότι οι υποσχέσεις του μοντερνισμού δεν έχουν πραγματοποιηθεί, προκύπτει η ανάγκη νέων μορφών απελευθέρωσης και νέων προτάσεων βίου. Σε τέτοιες αναζητήσεις δεν υπάρχει τίποτα που θα μας βοηθήσει, εκτός από την επιστροφή των δοκιμασμένων προτύπων, της μεταφυσικής σκέψης και του μύθου από την εξορία που τους επέβαλε ο μοντερνισμός.
Οι Έλληνες σήμερα αποτελούν ένα ολιγάριθμο κρατικοποιημένο έθνος. Η ελληνική γλώσσα ομιλείται από λίγα εκατομμύρια ανθρώπων. Η παραγωγή πολιτισμού, που θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα ή λόγο μίμησης, είναι ελάχιστη. Οι Έλληνες δημιουργούν το εθνικό τους κράτος στο ιστορικό τους κέντρο, το οποίο όμως παρέμεινε περιφερειακή περιοχή για πολλούς αιώνες. Περιφερειακή, γιατί το κέντρο βάρους του Ελληνισμού μετατέθηκε κατά την αρχαιότητα ανατολικά και παρέμεινε επί μακρόν στην Κωνσταντινούπολη, πόλιν παλαιόθεν ελληνίδα και μεγαλύτερη ελληνική πόλη για δεκαέξη συναπτούς αιώνες. Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού βρίσκεται σήμερα πάλι στη νότιο Βαλκανική. Μετά το γεγονός αυτό ο Νέος Ελληνισμός είναι κάτι διαφορετικό, ενώ εντείνεται η διαχρονική κρίση ταυτότητας που τον χαρακτηρίζει. Η απομάκρυνσή μας από ιστορικούς χώρους, που συνδέονται με την ιστορική και πνευματική μας παρουσία, μας υποχρεώνει να πορευτούμε στερούμενοι μίας καθοριστικής για μας διάστασης. Οι δυσχέρειες του παρόντος, η ανησυχία μας για το μέλλον, η αμηχανία για τον πολιτισμό μας, η λήθη και η αποξένωση από τις παραδόσεις μας, η προσκόλλησή μας σε πρότυπα που δεν είναι δικά μας, η ασάφεια και η απορία για το τι είμαστε και που ανήκουμε˙ όλα αυτά συνδέονται ποικιλότροπα, εμφανώς και αφανώς, με τη βίαιη αποκοπή μας από χώρους οικείους, μακραίωνες εμπειρίες, δοκιμασμένους θεσμούς και εδραιωμένες συμπεριφορές. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι μόνο η ανάπτυξη, η ευημερία και εν τέλει η επιβίωση της χώρας μας, αλλά κυρίως η γνώση, που είναι προϋπόθεσή τους. Τη γνώση αυτή σήμερα φαίνεται σαν να τη στερούμεθα και σαν να είναι δύσκολο να την ανακαλύψουμε.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και η επιστροφή του κέντρου βάρους του Ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη στη Νότια Ελλάδα σηματοδοτούν το τέλος του. Η υιοθέτηση θεσμών ξένων και η καταθλιπτική επίδραση της Δύσης υποστηρίζεται ότι οδήγησαν στο ιστορικό τέλος του Ελληνισμού. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι ένα βιαστικό συμπέρασμα. Η ενδογενής δυναμική που δημιουργεί την καταθλιπτική επιβολή της Δύσης έχει πια εξαντληθεί. Αλλά, και τα τελείως πρόσφατα κοσμοϊστορικά γεγονότα: ο πολυκερματισμός του κόσμου, το τέλος των ιδεολογιών, η απαξίωση των ουτοπιών, η κρίση του δυτικού ορθολογισμού, η αμφισβήτηση της ιδέας της προόδου, η διάψευση της τεχνικής και το περιβαλλοντικό πρόβλημα, οδηγούν σε συνολική αναθεώρηση του ζητήματος του πολιτισμού. Σε μια τέτοια εποχή, μορφές επιστροφής στους ελληνικούς αιώνες ίσως αποδειχθούν και πάλι αναγκαίες.
Ετικέτες
Δύση,
Ελληνισμός.,
Ταυτότητα.,
Φιλοσοφία
Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
Οι ευθύνες για την αποτυχία μας.
Η Ελλάδα δεν έχει καμιά δικαιολογία. Μετά τη μεταπολίτευση υπήρχαν διαθέσιμα για την Ελλάδα όλα τα μέσα τα απαραίτητα για να συγκλίνει η οικονομία της προς τις οικονομίες της υπόλοιπης Ευρώπης και να αναπτυχθεί η χώρα ανάλογα: η απογείωση της εθνικής οικονομίας κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είχε θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας, καθώς και εξαγωγικών παραγωγικών κλάδων. Επιπλέον, μία μοναδική ιστορική ευκαιρία έχει εμφανισθεί: η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμαινε και την παροχή άφθονου χρήματος με τη μορφή προγραμμάτων και «πακέτων», ώστε να εκσυγχρονισθούν οι παραγωγικές δομές, να υποστηριχθούν νέοι παραγωγικοί κλάδοι, να βελτιωθεί δραστικά η υποδομή και, τελικά, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την προσέγγιση στους οικονομικούς δείκτες των προηγμένων χωρών. Χώρες, τις οποίες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους τις βλέπαμε σαν πρότυπα και σαν απόμακρους στόχους. Φαινόταν έτσι να δικαιολογείται επί τέλους η επιλογή του νέου ελληνικού κράτους να στραφεί στη Δύση και να τοποθετήσει τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης στο βάθρο του προτύπου. Η προσέγγισή μας προς τις δυτικές χώρες και η τελική ένταξή μας στο δυτικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα μπορούσε έτσι να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη του κατά παράδοση ελληνικού πολιτισμού και να αντισταθμίσει, ως ένα σημείο, την απώλεια της ανατολικής διάστασής μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η χώρα είχε τότε ένα όραμα που βασιζόταν στην έξαρση της δεκαετίας του 1960 και τις ελπίδες που είχε γεννήσει.
Η σημερινή θλιβερή πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να ακυρώνει τις προοπτικές που εμφανίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1970. Όχι μόνο δεν επετεύχθη ο παραγωγικός εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας, αλλά φθάσαμε να γίνουμε η χώρα όπου κάθε παραγωγή είναι προβληματική. Οι εξαγωγές μας συρρικνώνονται. Το πολιτικό μας σύστημα αδυνατεί να στηρίξει συναινετικές λύσεις στα προβλήματα της παιδείας, της υγείας και της άμυνας. Παρά τις τεράστιες επενδύσεις, η κατάσταση στις πόλεις επιδεινώνεται με εφιαλτικά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον και τον πολιτισμό του Έλληνα. Οι γύρω μας εθνικισμοί βυσσοδομούν εναντίον μας, αφού η οικονομία μας έπαψε να αποτελεί συντελεστή της ισχύος μας. Έχουμε φθάσει σε σημείο όπου ένας αδηφάγος και αναποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός να χρειάζεται σε μόνιμη βάση δάνεια, ώστε να μπορεί να λειτουργεί. Η πρακτική του δανείου βασίζεται πάνω στην αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης ή σχετίζεται με την πραγματοποίηση ενός έργου το οποίο θα γεννήσει πλούτο, ώστε το ίδιο το έργο να βοηθήσει στην αποπληρωμή και το κόστος του δανείου. Με μία τερατώδη αδιαφορία, ως προς τις συνέπειες της πράξης, εμείς δανειζόμαστε ως κράτος για να αντιμετωπίσουμε τα πληθωρικά ποσά που θέλουμε να κατασπαταλούμε, ώστε να συνεχίσουμε την πρακτική της ανευθυνότητας και της διαφθοράς.
Αυτή φαίνεται να είναι η κατάληξη και το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών που εφαρμόσθηκαν από το πολιτικό μας σύστημα κατά την δεκαετία του 1980. Και δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά στη γενική αντίληψη της νομής της εξουσίας και του διαβόητου και ολέθριου πολιτικού κόστους. Επιχειρήθηκε και επεβλήθη μία ανατροπή των αξιών όπου η κομματική λογική και η κομματική πολιτική τέθηκαν ως αδιαμφισβήτητοι όροι της πολιτικής πρακτικής. Στην πράξη δημιουργήθηκε μία κατάσταση όπου οι πολιτικές αποφάσεις του εκάστοτε κυβερνητικού σχηματισμού ετέθησαν στο απυρόβλητο και η καταλήστευση και η κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου θεωρήθηκαν ως φυσικά και νόμιμα δικαιώματα των κυβερνώντων. Η οικογενειοκρατία εδραιώθηκε ως φυσιολογική πρακτική και συντεχνιακό δικαίωμα των επαγγελματιών της πολιτικής. Η σύγκρουση συμφερόντων είναι πια κανόνας για τους πολιτικούς μας. Η διαχείριση του κράτους άρχισε να μοιάζει με ατομικό δικαίωμα των πολιτικών. Δεν υπάρχουν πλέον σκοπιμότητες, άλλες από την εξασφάλιση της εξουσίας και τη νομή της. Η επιδίωξη της εξουσίας συνεπάγεται τρόπους κατά βάση αντιδημοκρατικούς, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει στεγανό. Οι γενναιόδωρες παροχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατέθηκαν σε σκοπούς αλλότριους και εξανεμίσθηκαν, ανεβάζοντας μόνο τους καταναλωτικούς δείκτες, όσον αφορά τα είδη πολυτελείας.
Μια ιδιαίτερη πλευρά του προβλήματος αποτελεί η αδιαφορία ή η συνενοχή των πολιτών. Δεν υπήρξε καθολική συναινετική αντίδραση των πολιτών στην καταρράκωση των ηθών και τις πολιτικές που εφαρμόσθηκαν. Η εξαθλίωση και ο εκτροχιασμός των κομμάτων εξουσίας δεν τιμωρήθηκαν ανάλογα από τους ψηφοφόρους. Αντ’ αυτού, το σύστημα εναλλαγής των δύο κομμάτων στην εξουσία συνέχισε να λειτουργεί. Παράλληλα, ο διαχειριστικός και ηθικός εκτροχιασμός των κομμάτων χρησιμοποιήθηκε σκανδαλοθηρικά και μόνο ως ψηφοθηρικό επιχείρημα από την αντίθετη παράταξη, η οποία νομιμοποιήθηκε για ανάλογες υπερβολές όταν αναρριχήθηκε πάλι στην εξουσία. Η διαφθορά γεννά τέρατα: αν κάποιος καταφύγει σε δάνεια για να τα κατασπαταλήσει είναι κατά την κοινή λογική άφρων ή αχρείος. Για τα πολιτικά μας πράγματα η προσφυγή σε δανεισμό και η κατασπατάληση του είναι απλή πολιτική επιλογή.
Η κατάσταση οδηγείται νομοτελειακά σε κρίση. Οι δράσεις που επιστρατεύονται για να μας βγάλουν από τα σημερινά αδιέξοδα δεν αναιρούν τα αίτια και βασίζονται πάνω σ’ αυτά. Το σημερινό πολιτικό μας σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την κρίση. Πρόκειται για την αρχή μιας κάθαρσης; Και ποιό θα είναι το τίμημα; Οπωσδήποτε, χρειαζόμαστε μία κάθαρση, αλλά και ένα όραμα.
Η σημερινή θλιβερή πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να ακυρώνει τις προοπτικές που εμφανίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1970. Όχι μόνο δεν επετεύχθη ο παραγωγικός εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας, αλλά φθάσαμε να γίνουμε η χώρα όπου κάθε παραγωγή είναι προβληματική. Οι εξαγωγές μας συρρικνώνονται. Το πολιτικό μας σύστημα αδυνατεί να στηρίξει συναινετικές λύσεις στα προβλήματα της παιδείας, της υγείας και της άμυνας. Παρά τις τεράστιες επενδύσεις, η κατάσταση στις πόλεις επιδεινώνεται με εφιαλτικά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον και τον πολιτισμό του Έλληνα. Οι γύρω μας εθνικισμοί βυσσοδομούν εναντίον μας, αφού η οικονομία μας έπαψε να αποτελεί συντελεστή της ισχύος μας. Έχουμε φθάσει σε σημείο όπου ένας αδηφάγος και αναποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός να χρειάζεται σε μόνιμη βάση δάνεια, ώστε να μπορεί να λειτουργεί. Η πρακτική του δανείου βασίζεται πάνω στην αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης ή σχετίζεται με την πραγματοποίηση ενός έργου το οποίο θα γεννήσει πλούτο, ώστε το ίδιο το έργο να βοηθήσει στην αποπληρωμή και το κόστος του δανείου. Με μία τερατώδη αδιαφορία, ως προς τις συνέπειες της πράξης, εμείς δανειζόμαστε ως κράτος για να αντιμετωπίσουμε τα πληθωρικά ποσά που θέλουμε να κατασπαταλούμε, ώστε να συνεχίσουμε την πρακτική της ανευθυνότητας και της διαφθοράς.
Αυτή φαίνεται να είναι η κατάληξη και το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών που εφαρμόσθηκαν από το πολιτικό μας σύστημα κατά την δεκαετία του 1980. Και δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά στη γενική αντίληψη της νομής της εξουσίας και του διαβόητου και ολέθριου πολιτικού κόστους. Επιχειρήθηκε και επεβλήθη μία ανατροπή των αξιών όπου η κομματική λογική και η κομματική πολιτική τέθηκαν ως αδιαμφισβήτητοι όροι της πολιτικής πρακτικής. Στην πράξη δημιουργήθηκε μία κατάσταση όπου οι πολιτικές αποφάσεις του εκάστοτε κυβερνητικού σχηματισμού ετέθησαν στο απυρόβλητο και η καταλήστευση και η κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου θεωρήθηκαν ως φυσικά και νόμιμα δικαιώματα των κυβερνώντων. Η οικογενειοκρατία εδραιώθηκε ως φυσιολογική πρακτική και συντεχνιακό δικαίωμα των επαγγελματιών της πολιτικής. Η σύγκρουση συμφερόντων είναι πια κανόνας για τους πολιτικούς μας. Η διαχείριση του κράτους άρχισε να μοιάζει με ατομικό δικαίωμα των πολιτικών. Δεν υπάρχουν πλέον σκοπιμότητες, άλλες από την εξασφάλιση της εξουσίας και τη νομή της. Η επιδίωξη της εξουσίας συνεπάγεται τρόπους κατά βάση αντιδημοκρατικούς, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει στεγανό. Οι γενναιόδωρες παροχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατέθηκαν σε σκοπούς αλλότριους και εξανεμίσθηκαν, ανεβάζοντας μόνο τους καταναλωτικούς δείκτες, όσον αφορά τα είδη πολυτελείας.
Μια ιδιαίτερη πλευρά του προβλήματος αποτελεί η αδιαφορία ή η συνενοχή των πολιτών. Δεν υπήρξε καθολική συναινετική αντίδραση των πολιτών στην καταρράκωση των ηθών και τις πολιτικές που εφαρμόσθηκαν. Η εξαθλίωση και ο εκτροχιασμός των κομμάτων εξουσίας δεν τιμωρήθηκαν ανάλογα από τους ψηφοφόρους. Αντ’ αυτού, το σύστημα εναλλαγής των δύο κομμάτων στην εξουσία συνέχισε να λειτουργεί. Παράλληλα, ο διαχειριστικός και ηθικός εκτροχιασμός των κομμάτων χρησιμοποιήθηκε σκανδαλοθηρικά και μόνο ως ψηφοθηρικό επιχείρημα από την αντίθετη παράταξη, η οποία νομιμοποιήθηκε για ανάλογες υπερβολές όταν αναρριχήθηκε πάλι στην εξουσία. Η διαφθορά γεννά τέρατα: αν κάποιος καταφύγει σε δάνεια για να τα κατασπαταλήσει είναι κατά την κοινή λογική άφρων ή αχρείος. Για τα πολιτικά μας πράγματα η προσφυγή σε δανεισμό και η κατασπατάληση του είναι απλή πολιτική επιλογή.
Η κατάσταση οδηγείται νομοτελειακά σε κρίση. Οι δράσεις που επιστρατεύονται για να μας βγάλουν από τα σημερινά αδιέξοδα δεν αναιρούν τα αίτια και βασίζονται πάνω σ’ αυτά. Το σημερινό πολιτικό μας σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την κρίση. Πρόκειται για την αρχή μιας κάθαρσης; Και ποιό θα είναι το τίμημα; Οπωσδήποτε, χρειαζόμαστε μία κάθαρση, αλλά και ένα όραμα.
Ετικέτες
Ελληνισμός.,
Οικονομία,
πολιτική
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009
Άνοιγμα της Κίνας προς τον παγκόσμιο ωκεανό.
Ο ανήσυχος και δυναμικός Δυτικός Πολιτισμός βρίσκεται πάντα ανοικτός προς τις θάλασσες και είναι Μεσογειακός και Ατλαντικός. Η κυριαρχία του αγγλοσαξονικού κόσμου στους ωκεανούς χρονολογείται από τον 18ο αιώνα. Πιο πριν μάλιστα, η Μεγάλη Βρετανία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο εμπορικό και στο πολεμικό της ναυτικό. Οπωσδήποτε, μετά τον 18ο αιώνα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και, πιο πρόσφατα, η Σοβιετική Ένωση αμφισβήτησαν, χωρίς επιτυχία, την αγγλική και την αμερικανή κυριαρχία στους ωκεανούς. Είναι χαρακτηριστική η στρατηγική των αντιπάλων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη μεγαλύτερη στρατιωτική σύγκρουση της ιστορίας. Οι νικητές του πολέμου ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία διατήρησαν την ναυτική υπεροχή τους σε όλη τη διάρκειά του, άλλωστε αυτή δύσκολα αμφισβητήθηκε. Σε συμφωνία με την αγγλοσαξονική γεωπολιτική αντίληψη, οι τελικοί νικητές κυριάρχησαν στις θάλασσες, ανεξάρτητα από την έκβαση του χερσαίου πολέμου στην ευρασιατική ηπειρωτική μάζα. Το πάγιο γεωπολιτικό δόγμα του αγγλοσαξονικού κόσμου διατυπώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά εφαρμόσθηκε με συνέπεια πολύ πριν. Το δόγμα αυτό, με λίγα λόγια, υποστηρίζει την ναυτική κυριαρχία στις θάλασσες που περιβάλλουν το ευρασιατικό ηπειρωτικό σύνολο (παγκόσμια νήσος). Η χερσαία στρατιωτική δύναμη που ενδέχεται να κυριαρχήσει στο κεντρικό τμήμα της Ευρασίας (καρδιά) θα έχει την δυνατότητα να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία με την έξοδό της στα λιμάνια που έχουν πρόσβαση στις θάλασσες (παγκόσμιος ωκεανός). Πρόκειται για μια γεωγραφία της ισχύος και για αντίληψη που επιβάλει το άνοιγμα προς τον κόσμο, τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων και την απόκτηση τεχνολογίας και επιρροής.
Στο σχήμα αυτό εντάσσονται οι προσπάθειες της τσαρικής και της σοβιετικής Ρωσίας, όπως και της Γερμανίας, να αποκτήσουν την κυριαρχία της ευρασιατικής ηπείρου και την έξοδο στους λιμένες που οδηγούν στους ωκεανούς. Το Ανατολικό Ζήτημα ερμηνεύεται, ως ένα σημείο, με τη σχηματοποίηση της παγκόσμιας γεωπολιτικής, όπως συνοπτικά την περιγράφει το δόγμα του «παγκόσμιου ωκεανού». Είναι χαρακτηριστικές οι παραινέσεις του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου προς τον νεαρό και άπειρο βασιλέα Όθωνα. Ο Μαυροκορδάτος προσπάθησε να πείσει τον ενθουσιώδη Όθωνα ότι η μόνη πιθανότητα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας θα εμφανιζόταν μετά από μια απόπειρα της Ρωσίας να κατέλθει στην Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Τότε μόνο, κατά τον Μαυροκορδάτο, θα είχε η ελληνική σημαία τη δυνατότητα να κυματίσει στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι λόγχες των Δυτικών θα την ανύψωναν εκεί. Ανάλογα, ο Ιωσήφ Στάλιν παρατήρησε στον Μίλοβαν Τζίλας το 1947, ότι οι Έλληνες κομμουνιστές δεν είχαν δυνατότητα επιτυχίας και ήταν άφρονες, με το να προσπαθούν να αποκόψουν τον θαλάσσιο δρόμο των ΗΠΑ στη Μεσόγειο και να συμπεριλάβουν την Ελλάδα στο Σιδηρούν Παραπέτασμα.
Σήμερα οι ΗΠΑ, παρ΄ όλη τη δεινή οικονομική τους θέση, διατηρούν πανίσχυρους στόλους που καλύπτουν όλες τις θαλάσσιες επιφάνειες και κυριαρχούν απόλυτα σε όλους τους ωκεανούς. Οι ΗΠΑ διαθέτουν 53 υπερμοντέρνα πυρηνικά υποβρύχια, περισσότερα δηλαδή από αυτά που αθροίζουν όλοι μαζί οι άλλοι στόλοι. Διαθέτουν επίσης την ισχυρότερη και πλέον προηγμένη αεροναυτική δύναμη παρούσα σε οποιοδήποτε σημείο των ωκεανών. Ο στόλος των ΗΠΑ διαθέτει τα 12 από τα 15 αεροπλανοφόρα, που υπάρχουν σήμερα και προστατεύεται από μία πανίσχυρη φουτουριστική ανθυποβρυχιακή αεροπορική δύναμη.
Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έχουν αναδυθεί συνθήκες, κάτω από τις οποίες είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η απόλυτη κυριαρχία των ΗΠΑ στους ωκεανούς και άρα και η παγκόσμια κυριαρχία τους. Ο νέος εταίρος ενός κόσμου, που τείνει να γίνει πολυεστιακός, είναι η Κίνα, η οποία βρίσκεται σε μία διαδικασία ναυπήγησης σύγχρονης ναυτικής δύναμης. Τα κινέζικα ναυπηγεία εργάζονται με πλήρη δυναμικότητα, ενώ προβλέπεται να εξελιχθούν σε μερικά χρόνια στα μεγαλύτερα του κόσμου. Παράλληλα, οι ναυτικές βάσεις και τα λιμάνια της Κίνας εκσυγχρονίζονται και αναπτύσσονται για να υποδεχθούν τις εκατοντάδες των πλοίων που ναυπηγούνται. Αν λάβουμε υπ΄ όψη ότι ο ρωσικός στόλος, ο δεύτερος στον κόσμο μετά από αυτόν των ΗΠΑ, σκουριάζει στη Σεβαστούπολη και στο Βλαδιβοστόκ, τότε η Κίνα διαθέτει σήμερα τον δεύτερο ισχυρότερο στόλο στον κόσμο, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία ακολουθούν σε απόσταση. Ανάλογα συμβαίνουν και στην εμπορική ναυτιλία, όπου η Κίνα ανταγωνίζεται τους Έλληνες εφοπλιστές για τα πρωτεία. Ήδη, το τμήμα της κινέζικης βιομηχανίας που αφορά ναυτιλιακές δραστηριότητες ανέρχεται στο 10% του εθνικού προϊόντος, ενώ επτά από τα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου ανήκουν στην Κίνα. Για μια ακόμη φορά η Κίνα βρίσκεται στο παγκόσμιο προσκήνιο.
Οι φιλοδοξίες της Κίνας εκδηλώνονται με την προσπάθεια ελέγχου των διαδρόμων που την συνδέουν με τις ανοιχτές θάλασσες και εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό της με ενέργεια, αφού η Κίνα είναι ο δεύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο. Ήδη το Πεκίνο έχει επιτύχει να τακτοποιήσει τις συνοριακές διαφορές με 13 από τους γειτόνους του και μάλιστα με τρόπο φιλικό. Ωστόσο, παραμένουν ανοικτά τα ζητήματα της Ταϊβάν και των διαφορών με την Ιαπωνία σχετικά με την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων.
Ως ένα σημείο, οι ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας συνδέονται με τα ιστορικά δικαιώματα που οι Κινέζοι πιστεύουν ότι τους έχουν αφαιρεθεί από τους βάρβαρους της Δύσης. Πριν πέντε αιώνες, κατά την εποχή της Δυναστείας Μινγκ, η Κίνα είχε όλες τις δυνατότητες για να ανταγωνιστεί την παγκόσμια εξάπλωση της Ευρώπης. Οι Κινέζοι βρισκόταν ήδη τότε σε καλύτερο επίπεδο από τους Ευρωπαίους σε αστρονομικές παρατηρήσεις, γνώριζαν την πυξίδα, κατασκεύαζαν καλύτερες άγκυρες και διέθεταν πιο λεπτομερείς ναυτικούς χάρτες, ενώ τα πλοία τους ήταν μεγαλύτερα και πιο προηγμένα τεχνικά από αυτά των Ευρωπαίων. Η εσωστρέφεια της χώρας αυτής σε αντίθεση με την ασίγαστη ανησυχία των Ευρωπαίων, οδήγησε στην ταπείνωση και την παρακμή της.
Οπωσδήποτε, μπορούμε να ερμηνεύσουμε θετικά και ως μετριοπαθή τη στάση της Κίνας απέναντι στα παγκόσμια πράγματα, αλλά και να υποθέσουμε ότι η μετριοπάθεια είναι ένα πολιτισμικό στοιχείο της χώρας αυτής. Είναι γεγονός ότι η παρούσα κατάσταση της ταχύτατης ανάπτυξης και μεγέθυνσης δεν αποτελεί για τους Κινέζους αφορμή για αλαζονική συμπεριφορά. Οι Κινέζοι πολιτικοί δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν ότι η χώρα τους επιδιώκει να επηρεάσει τον κόσμο με «αρμονικό και ειρηνικό τρόπο». Ας ελπίσουμε ότι είναι έτσι.
Στο σχήμα αυτό εντάσσονται οι προσπάθειες της τσαρικής και της σοβιετικής Ρωσίας, όπως και της Γερμανίας, να αποκτήσουν την κυριαρχία της ευρασιατικής ηπείρου και την έξοδο στους λιμένες που οδηγούν στους ωκεανούς. Το Ανατολικό Ζήτημα ερμηνεύεται, ως ένα σημείο, με τη σχηματοποίηση της παγκόσμιας γεωπολιτικής, όπως συνοπτικά την περιγράφει το δόγμα του «παγκόσμιου ωκεανού». Είναι χαρακτηριστικές οι παραινέσεις του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου προς τον νεαρό και άπειρο βασιλέα Όθωνα. Ο Μαυροκορδάτος προσπάθησε να πείσει τον ενθουσιώδη Όθωνα ότι η μόνη πιθανότητα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας θα εμφανιζόταν μετά από μια απόπειρα της Ρωσίας να κατέλθει στην Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Τότε μόνο, κατά τον Μαυροκορδάτο, θα είχε η ελληνική σημαία τη δυνατότητα να κυματίσει στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι λόγχες των Δυτικών θα την ανύψωναν εκεί. Ανάλογα, ο Ιωσήφ Στάλιν παρατήρησε στον Μίλοβαν Τζίλας το 1947, ότι οι Έλληνες κομμουνιστές δεν είχαν δυνατότητα επιτυχίας και ήταν άφρονες, με το να προσπαθούν να αποκόψουν τον θαλάσσιο δρόμο των ΗΠΑ στη Μεσόγειο και να συμπεριλάβουν την Ελλάδα στο Σιδηρούν Παραπέτασμα.
Σήμερα οι ΗΠΑ, παρ΄ όλη τη δεινή οικονομική τους θέση, διατηρούν πανίσχυρους στόλους που καλύπτουν όλες τις θαλάσσιες επιφάνειες και κυριαρχούν απόλυτα σε όλους τους ωκεανούς. Οι ΗΠΑ διαθέτουν 53 υπερμοντέρνα πυρηνικά υποβρύχια, περισσότερα δηλαδή από αυτά που αθροίζουν όλοι μαζί οι άλλοι στόλοι. Διαθέτουν επίσης την ισχυρότερη και πλέον προηγμένη αεροναυτική δύναμη παρούσα σε οποιοδήποτε σημείο των ωκεανών. Ο στόλος των ΗΠΑ διαθέτει τα 12 από τα 15 αεροπλανοφόρα, που υπάρχουν σήμερα και προστατεύεται από μία πανίσχυρη φουτουριστική ανθυποβρυχιακή αεροπορική δύναμη.
Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έχουν αναδυθεί συνθήκες, κάτω από τις οποίες είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η απόλυτη κυριαρχία των ΗΠΑ στους ωκεανούς και άρα και η παγκόσμια κυριαρχία τους. Ο νέος εταίρος ενός κόσμου, που τείνει να γίνει πολυεστιακός, είναι η Κίνα, η οποία βρίσκεται σε μία διαδικασία ναυπήγησης σύγχρονης ναυτικής δύναμης. Τα κινέζικα ναυπηγεία εργάζονται με πλήρη δυναμικότητα, ενώ προβλέπεται να εξελιχθούν σε μερικά χρόνια στα μεγαλύτερα του κόσμου. Παράλληλα, οι ναυτικές βάσεις και τα λιμάνια της Κίνας εκσυγχρονίζονται και αναπτύσσονται για να υποδεχθούν τις εκατοντάδες των πλοίων που ναυπηγούνται. Αν λάβουμε υπ΄ όψη ότι ο ρωσικός στόλος, ο δεύτερος στον κόσμο μετά από αυτόν των ΗΠΑ, σκουριάζει στη Σεβαστούπολη και στο Βλαδιβοστόκ, τότε η Κίνα διαθέτει σήμερα τον δεύτερο ισχυρότερο στόλο στον κόσμο, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία ακολουθούν σε απόσταση. Ανάλογα συμβαίνουν και στην εμπορική ναυτιλία, όπου η Κίνα ανταγωνίζεται τους Έλληνες εφοπλιστές για τα πρωτεία. Ήδη, το τμήμα της κινέζικης βιομηχανίας που αφορά ναυτιλιακές δραστηριότητες ανέρχεται στο 10% του εθνικού προϊόντος, ενώ επτά από τα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου ανήκουν στην Κίνα. Για μια ακόμη φορά η Κίνα βρίσκεται στο παγκόσμιο προσκήνιο.
Οι φιλοδοξίες της Κίνας εκδηλώνονται με την προσπάθεια ελέγχου των διαδρόμων που την συνδέουν με τις ανοιχτές θάλασσες και εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό της με ενέργεια, αφού η Κίνα είναι ο δεύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο. Ήδη το Πεκίνο έχει επιτύχει να τακτοποιήσει τις συνοριακές διαφορές με 13 από τους γειτόνους του και μάλιστα με τρόπο φιλικό. Ωστόσο, παραμένουν ανοικτά τα ζητήματα της Ταϊβάν και των διαφορών με την Ιαπωνία σχετικά με την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων.
Ως ένα σημείο, οι ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας συνδέονται με τα ιστορικά δικαιώματα που οι Κινέζοι πιστεύουν ότι τους έχουν αφαιρεθεί από τους βάρβαρους της Δύσης. Πριν πέντε αιώνες, κατά την εποχή της Δυναστείας Μινγκ, η Κίνα είχε όλες τις δυνατότητες για να ανταγωνιστεί την παγκόσμια εξάπλωση της Ευρώπης. Οι Κινέζοι βρισκόταν ήδη τότε σε καλύτερο επίπεδο από τους Ευρωπαίους σε αστρονομικές παρατηρήσεις, γνώριζαν την πυξίδα, κατασκεύαζαν καλύτερες άγκυρες και διέθεταν πιο λεπτομερείς ναυτικούς χάρτες, ενώ τα πλοία τους ήταν μεγαλύτερα και πιο προηγμένα τεχνικά από αυτά των Ευρωπαίων. Η εσωστρέφεια της χώρας αυτής σε αντίθεση με την ασίγαστη ανησυχία των Ευρωπαίων, οδήγησε στην ταπείνωση και την παρακμή της.
Οπωσδήποτε, μπορούμε να ερμηνεύσουμε θετικά και ως μετριοπαθή τη στάση της Κίνας απέναντι στα παγκόσμια πράγματα, αλλά και να υποθέσουμε ότι η μετριοπάθεια είναι ένα πολιτισμικό στοιχείο της χώρας αυτής. Είναι γεγονός ότι η παρούσα κατάσταση της ταχύτατης ανάπτυξης και μεγέθυνσης δεν αποτελεί για τους Κινέζους αφορμή για αλαζονική συμπεριφορά. Οι Κινέζοι πολιτικοί δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν ότι η χώρα τους επιδιώκει να επηρεάσει τον κόσμο με «αρμονικό και ειρηνικό τρόπο». Ας ελπίσουμε ότι είναι έτσι.
Ετικέτες
Διεθνή θέματα.,
Κίνα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)