Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Η Ελλάδα δορυφόρος της Τουρκίας.

Η ζοφερή διαπίστωση του Παναγιώτη Κονδύλη ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αδιέξοδο αντιμετωπίζοντας τη στρατιωτική συντριβή ή τη δορυφοροποίηση από την Τουρκία, επαληθεύτηκε δυστυχώς ακόμη μία φορά. Η επίσκεψη της τουρκικής πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας στην Αθήνα σκόπευε στην άμβλυνση των ελληνικών αντιστάσεων στις προσβάσεις και την επιρροή που φιλοδοξεί να επιβάλλει η Άγκυρα στο Αιγαίο.

 Δεν επιδιώχθηκε να συζητηθούν οι αμφισβητήσεις της Τουρκίας πάνω στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, πράγμα που άλλωστε απερίφραστα αρνήθηκε και αγνόησε η τουρκική πλευρά χωρίς να το συζητήσει. Μάλιστα, η κολοσσιαία τουρκική στρατιωτική επιθετική παράταξη αποσιωπήθηκε σε βαθμό που οι Έλληνες πολιτικοί αισθανόταν ενοχή και ντροπή για τους ελληνικούς εξοπλισμούς. Σε μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα υπό τους βρυχηθμούς των τουρκικών αεριωθουμένων, τα αμήχανα χαμόγελα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και το πατερναλιστικό βλέμμα του Τούρκου πρωθυπουργού, ζητήθηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, η άρση των απαγορεύσεων και των εμποδίων που παρουσιάζονται στην Τουρκία στην επιθυμία της να επιβάλλει την δημογραφική και την οικονομική παρουσία της σε όλο το Αιγαίο. Ενώ γινόταν οι συζητήσεις στην Αθήνα η τουρκική αεροπορία αλώνιζε στο Αιγαίο, ώστε να μην ξεχαστεί ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά και κανείς από την ελληνική πλευρά δεν παρατήρησε το παράλογο και αδικαιολόγητο της ύπαρξης του μεγαλύτερου αποβατικού στόλου στον κόσμο απέναντι από την Λέσβο. Ούτε τόλμησε κανείς να δικαιολογήσει τους ελληνικούς εξοπλισμούς με την απλή ερώτηση για το ποιό αμυντικό σκοπό υπηρετεί η παραγγελία από την Τουρκία των αεροπλάνων F35 stealth, τα οποία ανατρέπουν συνολικά την ήδη επισφαλή στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο. Αντί γι’ αυτό, ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης δήλωσε πως αισθάνεται ντροπή για την κατασπατάληση τεραστίων ποσών για τους «άχρηστους» ελληνικούς εξοπλισμούς. Και βέβαια κανείς από τους Έλληνες πολιτικούς δεν εξέφρασε κανενός είδους «ντροπή» για την αποφυγή οποιασδήποτε διαμαρτυρίας για την ενίσχυση και υποστήριξη της επίσημης Τουρκίας προς τους εξωμότες εγκάθετους της Ελληνικής Θράκης.

Οι προτάσεις που έγιναν διατυπώθηκαν με πρωτοβουλία της Τουρκίας η οποία έχει εδώ και χρόνια το προνόμιο του να θέτει προβλήματα και απαιτήσεις. Κατά τη γνώμη μας, και οι σημερινές δήθεν ειρηνικές προτάσεις οικονομικής συνεργασίας περιέχουν πολύ δόλο. Η Τουρκία ως εκ συστήματος αποφεύγει να δείξει μετριοπάθεια και να αμβλύνει ή να άρει τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις που έχει συσσωρεύσει. Η πρόταση, για παράδειγμα, του παγώματος των εξοπλισμών γίνεται σε μια εποχή τερατώδους συσσώρευσης πολεμικών μέσων από την Τουρκία και χωρίς να προτείνεται μια μηδενική βάση ή κάποια μορφή ισορροπίας.

 Κατά την αντίληψή μας η ανομολόγητη επιθυμία της Τουρκίας να καταστήσει την Ελλάδα δορυφόρο δεν κρύβεται και πρέπει να μας υποχρεώσει να φερθούμε ανάλογα. Το πλέγμα κατωτερότητας της Τουρκίας, η επιβίωση της οθωμανικής κατακτητικής ορμής και των οθωμανικών πολιτειακών και πνευματικών δομών, όπως και οι φοβίες, η αρνητική διάθεση, η οικονομική, η δημογραφική και η γεωπολιτική κάμψη της Ελλάδας καθιστούν μια ελληνοτουρκική προσέγγιση αδύνατη. Μετά την αποδυνάμωση, τις εθνικές καταστροφές και τις εθνικές ταπεινώσεις της Ελλάδας και δεδομένων των νοοτροπιών που επικρατούν στην Τουρκία, μια προσέγγιση των δύο χωρών δεν θα σήμαινε παρά την δορυφοροποίηση της Ελλάδας. Η αμηχανία των Δυτικών μπροστά στην αντιπαράθεση της Ελλάδας προς την Τουρκία θα τους έκανε ίσως να αποδεχθούν μια τέτοια προοπτική με την ελπίδα ότι η ικανοποίηση του πιο ισχυρού μέρους θα οδηγούσε σε κάποιο διέξοδο.

Η εμπειρία που έχουμε από τη λεγόμενη «ελληνοτουρκική φιλία» είναι τραυματική: Το 1930, ο Βενιζέλος, μόλις οκτώ χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δέχεται διακανονισμό για τις αποζημιώσεις των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με όρους δυσμενέστατους για τους πρόσφυγες. Οι παλαιομουσουλμάνοι, σφόδρα αντικεμαλικοί ηγέτες της μειονότητας της Θράκης, οι οποίοι συντάχθηκαν μαζί μας στον Μικρασιατικό Πόλεμο, απελάθηκαν και η μουσουλμανική μειονότητα παραδόθηκε στην επιρροή του τουρκικού προξενείου. Η κατάληξη ήταν το εξοντωτικό "Βαρλίκ" και το οικονομικό πογκρόμ των Ελλήνων στην Τουρκία, όταν το 1941 η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από τριπλή κατοχή και ήταν δυνατή η εξόντωση των ελληνικών μειονοτήτων χωρίς προβλήματα. Την ίδια εποχή η Τουρκία προσπαθεί να διαπραγματευθεί με αμφότερους τους εμπολέμους την κατοχή των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το 1952 η ελληνοτουρκική προσέγγιση για χάρη του ΝΑΤΟ και λόγω της σλαβικής απειλής προς την Ελλάδα, μας υποχρεώνει σε άλλες παραχωρήσεις στο θέμα της μειονότητας, παραδίδοντας τους Πομάκους της Θράκης στην αγκαλιά της Τουρκίας και καταλήγοντας στα Σεπτεμβριανά του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, όταν δόθηκε το σύνθημα και έγινε η αρχή για την οριστική εξόντωση του Ελληνισμού της Πόλης. Το 1959, η Συμφωνία της Ζυρίχης, με την Τουρκία να αρνείται τον προσδιορισμό των Τουρκοκυπρίων ως μειονότητα, οδήγησε, με τη βοήθεια των δικών μας σφαλμάτων, στη διχοτόμηση της Κύπρου το 1974.


 Βασιζόμενη σήμερα στην συγκυριακή της ισχύ η Τουρκία επιδιώκει να θεμελιώσει ισχυρή οικονομική παρουσία στο Αιγαίο και να συνδέσει το Ανατολικό Αιγαίο με την Μικρασιατική χερσαία μάζα. Παράλληλα επιδιώκει να δημιουργήσει δημογραφική παρουσία στο Αιγαίο και να ισχυροποιήσει δημογραφικά τα ερείσματά της στην Ελληνική Θράκη. Με κάποια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν φιλοδοξεί να αποθαρρύνει και να αποδυναμώσει τους Έλληνες της ελεύθερης Κύπρου. Απώτατος ανομολόγητος σκοπός και στόχος της Τουρκίας είναι ο διαμοιρασμός του Αιγαίου, η κυριαρχία της στην Ελληνική Θράκη και την Κύπρο και η άρση των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών Πολέμων με τον περιορισμό του ελληνικού κράτους στα όρια μιας Ελλάδας της Μελούνας.

 Οι φιλοδοξίες αυτές βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τις ιστορικές εμπειρίες που χαρακτηρίζουν την τουρκική παρουσία, όπως και με τους σχεδιασμούς της τουρκικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Για να μην αναφερθούμε σε μακρινές εποχές θα θυμίσουμε αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «Τρίτη Άλωση», δηλαδή την μεταφορά μεγάλων πληθυσμιακών μαζών μουσουλμάνων δυτικά μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Η Τρίτη Άλωση σημαίνει την κατακυρίευση του γεωγραφικού χώρου και την ιστορική αλλοτρίωσή του, όπως έχει γίνει στους ιστορικούς χώρους του Ανατολικού Ελληνισμού. Βρισκόμαστε στη σφαίρα της ισχύος. Η Τουρκία ορίζει τους κανόνες και τις φάσεις της αντιπαράθεσης, από την οποία θα παραιτηθεί μόνο όταν πεισθεί ότι δεν μπορεί να συνεχίσει ή όταν η αντιπαράθεση καταλήξει επιζήμια για την ίδια. Εμείς μόνο με την ισχύ μας είναι δυνατό να αντέξουμε και να αποφύγουμε τη στρατιωτική συντριβή ή την υποταγή με το να καταστούμε δορυφόροι. Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι οι λαοί που θέλουν να επιβιώσουν βρίσκουν τον τρόπο και τους πόρους για να επιτύχουν. Εμείς, άλλωστε, είμαστε αυτοί που με την αντιστασιακή μας στάση και την περιφρόνηση των μεγεθών δώσαμε το μέτρο του φρονήματος.

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Οι στόχοι του Ελληνισμού και το πολιτικό μας σύστημα.

Υποστηρίζουμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη από δεκαετίες σε καμπή και αναζητά σαφείς εθνικούς στόχους και αποτελεσματικούς τρόπους στήριξής τους, όπως και νέους ορίζοντες όσον αφορά την οικονομία, την κοινωνία, την ιδεολογία, την πολιτική και εν τέλει τον πολιτισμό. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τις θεμελιώδεις αξίες, τις αρχές και τα ιδεώδη τα οποία συνιστούν κοινές κατευθύνσεις και επιδιώξεις όλων των πολιτών, αλλά και των θεσμών, ώστε να υποστηρίζονται οι προσανατολισμοί και οι στρατηγικοί στόχοι της χώρας. Η κρίση του πολιτικού μας συστήματος συναρτάται απολύτως με την αδυναμία του να υποστηρίξει τους εθνικούς στόχους, να ακολουθήσει με συνέπεια βασικές προγραμματικές αρχές, αλλά και να προτείνει νέους προσανατολισμούς, δηλαδή ένα νέο όραμα. Ήδη η καθολική μας κρίση κορυφώθηκε και βρίσκεται σε παροξυσμό. Τόσο, ώστε τίθενται σε αμφισβήτηση ουσιαστικά επιτεύγματά μας και πιστοποιείται στα πράγματα η αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος.Είναι, λοιπόν, κατά βάση σημαντικό και αναγκαίο το να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τους μόνιμους και σταθερούς στόχους, στους οποίους προσβλέπουμε ως άτομα, ως κοινωνία και ως έθνος.

Εξετάζοντας πολύ γενικά τα πράγματα μπορούμε να διατυπώσουμε τους μεγάλους στόχους που από την διαμόρφωσή του έθεσε ο Νέος Ελληνισμός και που φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό παραμένουν πάντα σε ισχύ. Κατά την αντίληψή μας, οι μεγάλοι στόχοι του Νέου Ελληνισμού μπορούν πολύ γενικά να διατυπωθούν με τις ακόλουθες προτάσεις:
1) Το ζήτημα της επιβίωσης και της ανάπτυξης του ελληνικού έθνους. Βάσεις αποτελούν η ελληνική γλώσσα και η ελληνική ιστορία, αλλά και οι κοινές παραδόσεις. Ελληνική αρχαιότητα, Βυζάντιο και Νέος Ελληνισμός θεωρούνται ως ιστορική συνέχεια και γίνονται αντιληπτά ως προϋποθέσεις της ύπαρξης του ελληνικού έθνους. Ιδιαίτερη ιδιομορφία αποτελεί η συνάρτηση της εθνικής ταυτότητας με την ορθόδοξη πίστη.
2) Το ζήτημα της δημιουργίας, της εδραίωσης, της διατήρησης και της ανάπτυξης του νέου ελληνικού κράτους. Το κράτος αυτό στηρίζεται στην ιδεολογία της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και ελέγχεται από ομοιογενή μεσαία στρώματα, τα οποία αποτελούν και την πλειονότητα. Η πραγμάτωση αυτού του στόχου απαιτεί κοινωνική ισορροπία. Η εξωτερική ασφάλεια του κράτους στηρίζεται στις εθνικές δυνάμεις και πόρους. Η ιδιαίτερη όμως θέση της χώρας και το γεωπολιτικό περιβάλλον καθιστούν αναγκαία την παράλληλη ενίσχυση της ασφάλειας του κράτους, με την αναζήτηση της προστασίας ξένων δυνάμεων, ή πιο πρόσφατα, με τη συμμετοχή σε μεγάλες υπερεθνικές συσσωματώσεις και τον συνεταιρισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3) Το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, ήγουν η συμμετοχή όλων των ελληνικών πληθυσμών στο νέο ελληνικό κράτος και η ενσωμάτωση τμήματος των εδαφών στα οποία ιστορικά κατοικούν. Η εθνική ολοκλήρωση πραγματοποιείται με εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και εδαφική επέκταση, ενώ υποστηρίζεται ιδεολογικά στην πρώτη φάση της από τη ρωμηοβυζαντινή ιδεολογία.
4) Το ζήτημα της οικονομικής μεγέθυνσης. Η προσπάθεια οικονομικού πλουτισμού στηρίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία μεγάλης μάζας μεσαίων στρωμάτων, τα οποία προσβλέπουν προς την παιδεία και τον εκσυγχρονισμό ως μέσα συμμετοχής σε ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Παράλληλα, η οικονομική μεγέθυνση στηρίζεται στο κεφάλαιο, από το οποίο συχνά απαιτείται συμμετοχή στις προσπάθειες εθνικής ασφάλειας και εθνικής ολοκλήρωσης. Η αναδιανομή του πλούτου αποβλέπει κατά κανόνα στη στήριξη και διεύρυνση των στρωμάτων που αποτελούν τη βάση του κράτους. Η ένταξη στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα γίνεται μετά από τις αναγκαίες προσαρμογές και τον κατάλληλο εκσυγχρονισμό για τον οποίο πρότυπο αποτελεί πάντα η Δύση.
5) Το ζήτημα της εφαρμογής και της διάδοσης της παιδείας. Αυτό αποτελεί ιστορικό αίτημα και επιθυμία ευρύτατων μεσαίων στρωμάτων. Βάση συνιστούν η ελληνική παράδοση και ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός. Μόνιμο αίτημα παραμένει ο εκσυγχρονισμός, που είναι πάντα σύμφωνος προς τα πρότυπα που επικρατούν στον δυτικό κόσμο.
6) Το ζήτημα της διαμόρφωσης και της διατύπωσης ιδεολογίας για τη στήριξη της ταυτότητας και της κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Κύρια πλαίσια και στηρίγματα αποτελούν το αίτημα για εκσυγχρονισμό με πόλο τη Δυτική Ευρώπη και τη συμμετοχή στον κεντρικό πυρήνα λήψεις αποφάσεων που δυτικού κόσμου, καθώς και η αντίληψη της συνέχειας του ελληνικού έθνους και της ελληνικής γλώσσας.
Η ασυναίσθητη παρουσία των στόχων αυτών συγκροτεί ένα κεντρικό και θεμελιώδες συνειδησιακό υπόβαθρο κοινό για όλους τους πολίτες και ανεξάρτητο από την κοινωνικοπολιτική τους ιδεολογία. Δύσκολα ένα έθνος μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υποστηρίζεται από μια καθολική συνείδηση, όπως αυτή που προσπαθούμε να περιγράψουμε.
Οι στόχοι αυτοί είναι μόνιμοι, αλλά παρά το ότι μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε ως αποτελέσματα συναίνεσης δεν αποτελούν μόνιμες συνιστώσες συμπεριφορών. Τα φιλελεύθερα κοινοβουλευτικά καθεστώτα της Ελλάδας, για παράδειγμα, παρά το ότι αποδέχονται την ανάγκη της στήριξης της κοινωνικής βάσης του κράτους, συχνά αδιαφορούν για την αναδιανομή και τον έλεγχο του πλούτου. Άλλωστε, ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού κράτους και η αντίληψη της νομής της εξουσίας αποτελούν εμπόδια για την καθολική υιοθέτηση των εθνικών στόχων. Αυτό που ζητείται είναι η κατά το δυνατόν συμφωνία των κοινωνικών και των πολιτικών εταίρων με τους μόνιμους αυτούς στόχους.
Είναι φανερό ότι οι στόχοι αυτοί αποτελούν ένα μόνιμο και σταθερό υπόβαθρο στο οποίο είναι δυνατό να στηριχθούν αποτελεσματικά ορθολογικές και επιτυχείς οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές, ανάλογες με αυτές που παρατηρούνται σε σύγχρονες κοινωνίες. Η ταχύρυθμη ανάπτυξη της χώρας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αναπτυξιακή και εκσυγχρονιστική νοοτροπία, που καλλιεργήθηκαν με στήριγμα τους στόχους που περιγράφουμε.

Η δυναμική των προηγούμενων δεκαετιών θα μπορούσε να μας είχε οδηγήσει σήμερα στην ικανοποιητική εκπλήρωση μεγάλου τμήματος από τους στόχους που περιγράψαμε. Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσουμε, όμως, είναι ότι όχι μόνο υπάρχουν ελλείμματα αλλά και ότι σήμερα κλονίστηκαν οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορέσουμε να επιτύχουμε την εκπλήρωση των εθνικών στόχων:
1) Όσον αφορά την επιβίωση του Ελληνισμού διαπιστώνεται διάβρωση των στοιχείων που συνιστούν την πολιτισμική μας ιδιαιτερότητα. Αυτό έχει σημασία, αφού σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία μας η ασφαλέστερη και μονιμότερη ανεξαρτησία εδράζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία, ενώ η πιο απόλυτη υποταγή είναι αποτέλεσμα πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Αλλά και με αντικειμενικά ποσοτικά κριτήρια είναι εμφανής η αποδυνάμωση του συνολικού γεωπολιτικού δυναμικού του Ελληνισμού.
2) Όσον αφορά την πραγμάτωση του νέου ελληνικού κράτους διαπιστώνουμε αποδυνάμωση της ιδεολογικής του βάσης, εκφυλισμό της κρατικής οντότητας, έξαρση της διαφθοράς και οξύ πρόβλημα εξωτερικής ασφάλειας. Υπάρχουν διεκδικήσεις και επεκτατική διάθεση από ιστορικούς αντιπάλους μας σε Βορρά και Ανατολή. Παράλληλα, η άνιση διπλωματία που εφαρμόζουν εις βάρος μας οι ισχυροί προστάτες που είμαστε αναγκασμένοι να αναζητούμε, κρατά τη χώρα σε καθεστώς ομηρίας. Αλλά και η αποτυχία του πολιτικού συστήματος να εξασφαλίσει ένα αποτελεσματικό κράτος μας καταδικάζει σε αλλεπάλληλες αποτυχίες. Είναι γνωστός ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού κράτους και η εξαγορά του εκλογικού σώματος από το πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει αυτονομηθεί και επιδιώκει ανοιχτά τη νομή της εξουσίας. Επί πλέον είναι εμφανής η αντινομία διοίκησης – πολιτών και η απουσία αμοιβαίας αποδοχής και υποστήριξης. Για το ιδιόμορφο αυτό φαινόμενο έχουν προταθεί διάφορες εξηγήσεις. Υποστηρίζεται ότι η συγκρότηση του Ελληνισμού σε κρατικό μόρφωμα σημαίνει και το τέλος του, αφού αναγκάσθηκε έτσι να υιοθετήσει θεσμούς ξένους και να απεμπολήσει τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του. Οπωσδήποτε, εδώ βρισκόμαστε στον πυρήνα του προβλήματός μας, αφού τουλάχιστον τέσσερις από τους έξι στόχους που προσδιορίσαμε εξαρτώνται απόλυτα από την ύπαρξη ενός επιτυχημένου και αποτελεσματικού κράτους.
3) Όσον αφορά την εθνική ολοκλήρωση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο στόχος αυτός έπαψε να έχει έννοια μετά τη μερική εκπλήρωσή του και τη μερική αποτυχία του. Ωστόσο, μετά το 1922 ο εκτός συνόρων αλύτρωτος Ελληνισμός διαλύεται και παύει να υπάρχει, ενώ το δεύτερο ελληνικό κράτος, που δημιουργήθηκε στην ανατολική Μεσόγειο, αντιμετωπίζει πρόβλημα ύπαρξης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι το νέο ελληνικό κράτος δημιουργείται στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και η πρωτεύουσά του δεν απελευθερώνεται. Μετά το 1922 η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μια χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, το Αιγαίο ή την Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας.
4) Όσον αφορά την οικονομική μεγέθυνση, πετύχαμε κάποιο βαθμό πλουτισμού, διατηρώντας όμως δομές ξεπερασμένες, στερούμενοι μιας μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής, ενώ το όλο οικονομικό μας σύστημα φαίνεται να είναι επισφαλές και ήδη βρίσκεται σε αμφισβήτηση. Η οικονομική μας απογείωση κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οδήγησε την κατάταξη της χώρας στην ομάδα των αναπτυγμένων χωρών με καλές επιδόσεις. Ωστόσο, η δημοσιονομική μας αποτυχία έθεσε σε αμφιβολία τα επιτεύγματα αυτά.
5) Όσον αφορά το αίτημα για παιδεία, αυτό έχει πάρει την μορφή τυπολατρικής επιδίωξης δικαιωμάτων και ωφελημάτων. Αμφίβολο και αμφιλεγόμενο είναι το περιεχόμενο της παιδείας, ενώ αμφισβητούνται τα ιδεολογικά της στηρίγματα.
6) Όσον αφορά την ιδεολογική υποδομή επικρατεί σύγχυση, ενώ αποδομούνται η ιστορική και η πολιτισμική ταυτότητά μας. Μίμηση και εθελοδουλία χαρακτηρίζουν το ιδεολογικό μας περιβάλλον, ενώ εθνομηδενιστικές απόψεις διαδίδονται στους κύκλους που παίρνουν τις αποφάσεις.

Ιδού λοιπόν ευρύ και λαμπρό πεδίο για άσκηση πολιτικής που θα φιλοδοξεί να αναγεννήσει την παράδοση, να γεφυρώσει τα χάσματα και να αντιστρέψει τον κατήφορο μιας φθίνουσας Ελλάδας.
Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει πώς μέσα από τα ερείπια και τις καταρρεύσεις ανορθώνεται και πάλι το Ελληνικόν.

Ανθούν οι βιομηχανίες των εξοπλισμών.

Παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε τα δύο τελευταία χρόνια, οι βιομηχανίες και η κούρσα των εξοπλισμών ανθούν σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα της μελέτης που κυκλοφόρησε το ερευνητικό κέντρο Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI). Η μελέτη αυτή αναλύει και παρουσιάζει στοιχεία σχετικά με το παγκόσμιο εμπόριο οπλικών συστημάτων κατά το διάστημα 2005 – 2009.
Σύμφωνα με το ινστιτούτο SIPRI η εξοπλιστική φρενίτιδα κορυφώθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια δραματικά στη Νότιο Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Κατά το διάστημα 2005 – 2009 ο όγκος του εμπορίου των εξοπλισμών αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές σε σύγκριση με το διάστημα 2000 – 2004.
Οι ΗΠΑ παραμένουν σταθερά ως ο πρώτος εξαγωγέας όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο με μερίδιο της αγοράς γύρω στο 30%. Ακολουθεί η Ρωσία με 23%, η Γερμανία με 11%, η Γαλλία με 8% και η Μεγάλη Βρετανία με 4% των συνολικών πωλήσεων. Οι εξαγωγές της Γερμανίας σχεδόν διπλασιάσθηκαν, κυρίως λόγω της μεγάλης επιτυχίας των τεθωρακισμένων και των αρμάτων μάχης, τα οποία κατασκευάζει η χώρα αυτή. Το παγκόσμιο εμπόριο όπλων κατανέμεται κατά 41% στην Ασία, κατά 24% στην Ευρώπη, κατά 17% στη Μέση Ανατολή, κατά 11% στην Αμερικανική Ήπειρο και, τέλος, κατά 7% προς την Αφρική. Οι πωλήσεις όπλων προς τη Νότιο Αμερική αυξήθηκαν κατά 150% με τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού να αγοράζουν άφθονα άρματα Leopard. Στη Νοτιοανατολική Ασία η Σιγκαπούρη είναι η πρώτη χώρα της περιοχής που συγκαταλέγεται πια στους δέκα κορυφαίους εισαγωγείς όπλων. Παράλληλα, το Βιετνάμ είναι η πρώτη χώρα της περιοχής που διαθέτει τώρα μαχητικά αεροσκάφη ευρείας δράσεως και στόλο υποβρυχίων. Δημιουργούνται έτσι συνθήκες ικανές να αποσταθεροποιήσουν ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία.
Οι πρωταγωνιστές της παγκόσμιας κούρσας εξοπλισμών οδηγούνται από την Κίνα που απορροφά το 9% των παγκόσμιων εξαγωγών και παραμένει στην κορυφή και τα πέντε χρόνια, που καλύπτει η έρευνα. Ακολουθούν η Ινδία, η Νότιος Κορέα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η χώρα μας που κατέχει σταθερά την πέμπτη θέση, αν και κατά το διάστημα 2000 – 2004 βρισκόταν στην τρίτη θέση. Εντυπωσιακός είναι ο κατάλογος των αγορών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που εξοπλίζονται μέχρι τα δόντια προφανώς για να αισθάνονται σίγουρα απέναντι στο Ιράν. Η Ρωσία, που παραμένει μεγάλος εξαγωγέας, έχει παραγγείλει αριθμό ιπτάμενων διατάξεων χωρίς πιλότο από το Ισραήλ, το οποίο έχει αναπτύξει πρωτοποριακή παραγωγή των προηγμένων τεχνολογικά αυτών όπλων.
Μεγάλο ποσοστό των πωλήσεων όπλων αφορά μαχητικά αεροσκάφη, η αγορά των οποίων τροφοδοτεί την κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Νότιο Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Οι ΗΠΑ είναι ο κύριος προμηθευτής παραλλαγών των αεροσκαφών F16 και F15 με τα οποία εφοδιάζει 70 χώρες με μεγαλύτερους αγοραστές τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ, τη Νότιο Κορέα και βέβαια τη χώρα μας. Η κούρσα εξοπλισμού βρίσκεται σε παροξυσμό στο μέτωπο Ινδίας – Πακιστάν, όπου εκατοντάδες αεροσκάφη από την Κίνα και τη Ρωσία έχουν παραγγελθεί για τις αεροπορίες των χωρών αυτών. Η κούρσα εξοπλισμών στο Αιγαίο δεν αναφέρεται, προφανώς γιατί η Τουρκία έχει αναπτύξει αξιόλογη εξοπλιστική βιομηχανία, κάτι που εμείς δεν μπορέσαμε να επιτύχουμε. Οπωσδήποτε, στη μελέτη αυτή δεν αναφέρονται οι τερατώδεις εξοπλισμοί τους οποίους πραγματοποιεί και έχει προγραμματίσει η Τουρκία, αφού δεν αφορούν πράξεις εξωτερικού εμπορίου.
Ακόμη και οι φτωχοί του πλανήτη είναι παρόντες στις λίστες των παραγγελιών. Πάμπτωχες χώρες, όπως το Τσαντ, η Κένυα και το Σουδάν εμφανίζονται ως αγοραστές τεθωρακισμένων, αεροσκαφών και πυραύλων.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Πληθυσμιακές εκρήξεις και πληθυσμιακές ανισορροπίες στον νέο τριμερή κόσμο.

Είναι γνωστές οι ανησυχίες για την επάρκεια ή την ανεπάρκεια των πόρων του πλανήτη σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό. Ο 20ός αιώνας απέδειξε ότι η τεχνολογία του δυτικού κόσμου μπόρεσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πλούτο με ρυθμό γρηγορότερο από την αύξηση του πληθυσμού. Ιδιαίτερα μετά το 1970 η παραγωγή πλούτου αυξήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η αύξηση του πληθυσμού περιορίστηκε δραστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το περιβαλλοντικό κόστος της παραγωγής πλούτου για την αντιμετώπιση των νέων πληθυσμιακών δεδομένων είναι άλλη ιστορία. Οι πληθυσμιακές ανισορροπίες και η οικονομική ανισοκατανομή είναι παράγοντες για την δημιουργία πολιτικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων και εν τέλει θα καθορίσουν τη μορφή του κόσμου στο άμεσο μέλλον.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών αναμένουν τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού γύρω στο έτος 2050. Εκείνη τη χρονιά ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αθροίζει περί τα 9 δισεκατομμύρια άτομα, από τα 7 που αριθμεί σήμερα. Αναμένεται επίσης ότι μέχρι το 2050 ο πλούτος του κόσμου θα αυξάνεται γύρω στο 2% ετησίως. Αυτό είναι πολύ ικανοποιητικό και σημαίνει ότι ο πλούτος θα αυξάνεται γρηγορότερα από τον πληθυσμό. Όμως, κάτι τέτοιο δεν αρκεί για να επιτρέψει αισιόδοξες σκέψεις, αφού εκείνο που έχει σημασία είναι η κατανομή του πληθυσμού, δηλαδή το πού και πώς αυξάνεται ο πληθυσμός και το πού και πώς μειώνεται, όπως και το πώς, πού και πόσο γηράσκει .

Σύμφωνα με πρόσφατα άρθρα στον Economist και στην Foreign Affairs οι ιστορικής σημασίας πληθυσμιακές εξελίξεις κατά τον 21ο αιώνα θα είναι οι εξής:

- Η δημογραφική βαρύτητα των αναπτυγμένων χωρών στο παγκόσμιο σύνολο θα περιορισθεί κατά 25% περίπου, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της οικονομικής δύναμης και του οικονομικού κέντρου βάρους προς τις αναπτυσσόμενες χώρες.

- Ο πληθυσμός των σήμερα ανεπτυγμένων χωρών θα περιορισθεί και θα γεράσει, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της οικονομικής τους ανάπτυξης και την ένταση της μετανάστευσης από τον μη αναπτυγμένο κόσμο στον αναπτυγμένο.

- Το σύνολο της παγκόσμιας αύξησης του πληθυσμού θα συγκεντρωθεί στις χώρες που σήμερα είναι φτωχές, που ήδη διαθέτουν νεότατο πληθυσμό και όπου ανήκει η πλειονότητα των μουσουλμανικών χωρών. Η έλλειψη παιδείας, κεφαλαίων και θέσεων εργασίας στις χώρες αυτές θα είναι αιτίες για επικίνδυνες εξελίξεις.

- Για πρώτη φορά στον ιστορικό χρόνο η πλειονότητα που παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί πλέον σε πόλεις. Αλλά οι μεγαλύτερες πόλεις θα βρίσκονται στις μη ανεπτυγμένες φτωχές χώρες, όπου οι συνθήκες του αστικού περιβάλλοντος θα είναι πολύ άσχημες.

Οι εξελίξεις αυτές, που είναι λογικά αναμενόμενες, μπορούν να σημαίνουν πολλά. Ειδικά για την ευρωπαϊκή ήπειρο οι προοπτικές είναι ανησυχητικές. Σήμερα, η κυριαρχία και η παγκόσμια εξάπλωση των Δυτικών έχει ανατρέψει τις αναλογίες που ίσχυαν μέχρι τον 18ο αιώνα. Έτσι, στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, είχε περισσότερο πληθυσμό από την Κίνα, ενώ οι Ευρωπαίοι, όντες τον 18ο αιώνα το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού είχαν φθάσει το 1913 να αποτελούν το 33% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, το 2003 ο συνολικός πληθυσμός της Ευρώπης και των ΗΠΑ περιορίσθηκε στο 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, με προοπτική να περιορισθεί ακόμη περισσότερο και να κατέλθει στο 12% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2050. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από αντίστοιχες δραματικές οικονομικές μεταβολές. Η Βιομηχανική Επανάσταση κατέστησε την Ευρώπη όχι μόνο πολυπληθέστερη, αλλά και πλουσιότερη, τόσο ώστε το 32% του παγκόσμιου πλούτου, που έλεγχε ο δυτικός κόσμος στις αρχές του 19ου αιώνα, να αγγίξει το 68% γύρω στο 1950. Τα πράγματα ήδη αντιστρέφονται: το ποσοστό του 68% του παγκόσμιου πλούτου, που προνομιακά απολάμβανε ο δυτικός κόσμος, περιορίσθηκε σήμερα στο 47% και θα περιορισθεί δραστικότερα στο άμεσο μέλλον, ώστε το 2050 να είναι κάτω του 30%, τόσο όσο περίπου ήταν το 1820. Οι αριθμοί αυτοί σημαίνουν ότι μέχρι το 2050 η αύξηση του παγκόσμιου πλούτου θα συμβεί κατά 80% στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τότε, η μεσαία τάξη, ‑που είναι αυτή που κυρίως καταναλώνει‑, θα αθροίζει στον σημερινό αναπτυσσόμενο κόσμο αριθμό μεγαλύτερο από ολόκληρο τον πληθυσμό που θα έχει τότε ο δυτικός κόσμος. Ή, με άλλα λόγια, η οικονομική επέκταση θα συμβεί κυρίως σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Τουρκία.

Όλα τα ανωτέρω είναι συνάρτηση των βιολογικών όρων που συνεπάγεται η γήρανση του πληθυσμού. Το 2050, το 30% των Ευρωπαίων, αλλά και το 40% των Ιαπώνων θα είναι πάνω από 60 ετών. Τα ποσοστά των συνταξιούχων θα διογκωθούν και θα αντιστοιχούν σε λιγότερους σε αριθμό εργαζόμενους. Στην Ευρώπη μόνο, οι εργαζόμενοι θα μειωθούν κατά 120 εκατομμύρια, δηλαδή η εργατική δύναμη θα μειωθεί κατά 25%. Οι οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές επιπτώσεις θα είναι τεράστιες. Οι δυτικές χώρες θα αντιμετωπίζουν συνεχείς μειώσεις της παραγωγικότητας και μόνιμες ελλείψεις σε παραγωγικό δυναμικό και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και επινοήσεις.

Ενώ, ο δυτικός κόσμος θα γνωρίσει μια πρωτοφανή γήρανση του πληθυσμού, οι χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της νοτιοανατολικής Ασίας θα κατοικούνται από νεανικούς πληθυσμούς. Πράγματι, το 70% της μελλοντικής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού θα συμβεί στις χώρες αυτές. Ενώ, στον δυτικό κόσμο θα υπάρχει έντονη έλλειψη εργατικών χεριών, θα υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες τεράστιοι αριθμοί διαθέσιμων χωρίς εργασία εργατών. Οι παρούσες συνθήκες οικονομικής μετανάστευσης θα είναι ειδυλλιακές συγκρινόμενες με τα μεταναστευτικά ρεύματα, που οι νόμοι της ζήτησης και της προσφοράς θα δημιουργήσουν σε λίγα χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, στον μουσουλμανικό κόσμο θα δημιουργηθεί έντονη τάση για μετακίνηση πληθυσμιακών μαζών. Χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Αίγυπτος, η Ινδονησία, η Νιγηρία, το Πακιστάν και η Τουρκία, που το 1950 άθροιζαν πληθυσμό γύρω στα 240 εκατομμύρια μουσουλμάνων, σήμερα αθροίζουν 900 εκατομμύρια, οι οποίοι θα αυξηθούν κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο το 2050. Οι εντάσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν θα οδηγήσουν τότε σε σύγκρουση πολιτισμών σε μεγάλη κλίμακα.

Πρόσθετους παράγοντες ανισορροπίας δημιουργεί η αστικοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο: ενώ το 1950 κατοικούσε σε πόλεις το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτό θα αυξηθεί δραματικά σε 70% το έτος 2050. Οι αγρότες των αναπτυσσόμενων χωρών μετατρέπονται σε εργάτες. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες, οι χώρες που διαθέτουν νεανικούς πληθυσμούς θα είναι πιθανόν να αναπτύξουν συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής με πρωτοφανείς συνθήκες εξαθλίωσης και αχαλίνωτης βίας. Η ραγδαία αστικοποίηση θα δημιουργήσει εντάσεις που πολλές ηγετικές ελίτ θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν. Είναι λοιπόν δυνάμει καταστροφική η επιδίωξη της σύγκρουσης των πολιτισμών, η οποία είναι αδύνατο να προλάβει ή να ματαιώσει τις εκρηκτικές ανισορροπίες των πληθυσμιακών μεταβολών, αλλά καλλιεργεί την αντιπαλότητα που ενδέχεται να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στο μέλλον.

Ωστόσο, η πληθυσμιακή έκρηξη που πριν μισό αιώνα ανησυχούσε τους δημογράφους δεν είχε την εφιαλτική κατάληξη που προβλεπόταν τότε. Ήδη πολιτικές έχουν ως ένα βαθμό ανακόψει τους ρυθμούς της πληθυσμιακής αύξησης. Νέες τεχνολογίες και αγροτικές μεταρρυθμίσεις εξασφάλισαν αύξηση της παραγωγής τροφίμων. Αλλά και η τεράστια αύξηση του διεθνούς εμπορίου βοήθησε στη διεύρυνση των διατροφικών επιλογών. Εδώ έχουμε μια θετική και αγνοημένη πλευρά της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα είναι αναγκαίο να αντιμετωπισθούν οι νέες πραγματικότητες που επιβάλλονται από τη γήρανση του πληθυσμού των βιομηχανικών χωρών, την οικονομική και πληθυσμιακή άνοδο των αναπτυσσόμενων χωρών και την διόγκωση της μετανάστευσης.

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου καθιερώθηκε η σχηματική διαίρεση του κόσμου: σε «Πρώτο Κόσμο» που αποτελείτο από τις βιομηχανικές δημοκρατικές χώρες, στον «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελούσαν οι κομμουνιστικές βιομηχανικές χώρες, και στον «Τρίτο Κόσμο» που ανήκαν όλες οι άλλες χώρες που θεωρείτο ότι ήταν υπό ανάπτυξη. Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εγκαταλείφθηκε η διαίρεση αυτή. Ίσως θα ήταν σκόπιμο να θεωρήσουμε και πάλι ένα τριμερή κόσμο με τον «Πρώτο Κόσμο» να συγκροτείται από τα έθνη με γερασμένο πληθυσμό (Βόρεια Αμερική, Ευρώπης και Άπω Ανατολή, που περιλαμβάνει την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα, την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα μετά το 2030), ένα «Δεύτερο Κόσμο» που αποτελείται γρήγορα αναπτυσσόμενες δυναμικές χώρες με πληθυσμούς σε ηλικιακή ισορροπία, (όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, το Ιράν, η Τουρκία και η Κίνα μέχρι το 2030), και τέλος τον «Τρίτο Κόσμο» που συγκροτείται από αναπτυσσόμενες χώρες με νεανικό πληθυσμό, αλλά φτωχές οικονομίες. Η κατηγοριοποίηση αυτή ίσως θα μπορέσει να περιγράψει την ανάγκη κάποιας συνεργασίας του νέου πρώτου με τον δεύτερο κόσμο ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι ανισορροπίες που θα εκκολάπτονται από την οικονομική ανέχεια, την ανομία, την τάση προς την τρομοκρατία και τα εκρηκτικά προβλήματα του νέου τρίτου κόσμου. Η Foreign Affairs προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τη δημιουργία αποτελεσματικών διεθνών θεσμών. Ενδιαφέρον είναι το ότι προτείνεται η με κάθε τρόπο ενθάρρυνση της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την είσοδο της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως μία γέφυρα μεταξύ του πρώτου και του μουσουλμανικού τρίτου κόσμου.

Οι ζοφερές δημογραφικές προοπτικές για τον πρώτο κόσμο πρέπει να αντιμετωπισθούν με συγκεκριμένες δράσεις χωρίς καθυστέρηση. Χρήσιμη είναι η εμπειρία της Γαλλίας και της Σουηδίας, χώρες οι οποίες επέτυχαν να ανακόψουν την δημογραφική παρακμή. Ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να αποδεχθούν πολυπληθείς μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Παρά την ανάπτυξη τεχνολογιών που ενδεχομένως θα περιορίσουν τα αρνητικά αποτελέσματα της δημογραφικής παρακμής ο πρώτος κόσμος θα έχει ανάγκη από μεγάλους αριθμούς εργατών για την περίθαλψη των μεγάλων πληθυσμών τρίτης ηλικίας. Σχετικά προτείνεται η μεταφορά υπερηλίκων του πρώτου κόσμου σε χώρες με χαμηλό κόστος περίθαλψης. Είναι φανερό ότι η στρατηγική και η οικονομική πολιτική θα χρειασθούν ριζική αναθεώρηση στο άμεσο μέλλον.

Εθνική ταυτότητα και διεθνική βιομηχανία του πολιτισμού.

Ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική είναι η ανταπόκριση της αγγλικής επιθεώρησης The Guardian Weekly της 2.4.2010, η σχετική με την αντίδραση των Καναδών στις δραστηριότητες του ηλεκτρονικού καταστήματος Amazon, το οποίο εδρεύει στο Seattle των ΗΠΑ. Το κατάστημα αυτό διαθέτει άριστα οργανωμένα διαδικτυακά ιστολόγια, τα οποία κυρίως πωλούν βιβλία. Το Amazon είναι σήμερα το μεγαλύτερο ηλεκτρονικό κατάστημα που υπάρχει στο διαδίκτυο. To Amazon προσφέρει εντυπωσιακή ποικιλία τίτλων σε ελκυστικές τιμές, ενώ η ταχύτητα, η ποιότητα και το ανταγωνιστικό κόστος της εξυπηρέτησης, που το χαρακτηρίζουν, το καθιστούν κυριολεκτικά παρόν σε κάθε χώρα του πλανήτη. Το ίδιο υποστηρίζει ότι εξυπηρετεί το αναγνωστικό κοινό σε 170 χώρες. Ωστόσο, η κυριαρχούσα γλώσσα είναι βέβαια η αγγλική, ενώ οι προσφερόμενοι τίτλοι προέρχονται κυρίως από την αγγλοσαξονική βιβλιογραφία.
Πρόσφατα σχέδια του Amazon, να ενισχύσει την παρουσία του στην αγορά του Καναδά με την εγκατάσταση στη χώρα αυτή μιας κεντρικής αποθήκης διανομής βιβλίων, συνάντησαν τη αποφασιστική αντίδραση κυβερνητικών κύκλων και πολιτών του Καναδά, οι οποίοι ανησυχούν για την τύχη της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας τους, ενώ αισθάνονται την ανάγκη να αντιδράσουν στην πολιτιστική επικυριαρχία του ισχυρού γείτονά τους. Ειδικότερα, ζητήθηκε από την ομόσπονδη κυβέρνηση στην Οττάβα να επέμβει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά νομικές ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτισμικής οντότητας του Καναδά. Το πρόβλημα αποτέλεσε αφορμή για ευρύτατη συζήτηση πάνω στην αβεβαιότητα που αισθάνονται οι Καναδοί σχετικά με την πολιτισμική και εθνική τους ταυτότητα και οδήγησε σε κριτική της παραδοσιακής πολιτικής του Καναδά να υποστηρίζει χωρίς όρους το ελεύθερο εμπόριο. Τελικά, σε πείσμα των παγιωμένων αντιλήψεων και πολιτικών, ο τύπος του Καναδά έθεσε το ερώτημα: «Είναι πράγματι επωφελής για τον Καναδά η δραστηριότητα του Amazon;». Απόψεις πρωτοφανείς για την καναδική πραγματικότητα άρχισαν να γράφονται, όπως π.χ. αυτή του προέδρου της Ομοσπονδίας των βιβλιοπωλείων του Καναδά: «Η δραστηριότητα του Amazon θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια των κοινωνιών μας και των τοπικών παραδόσεων στη χώρα μας», ή η αντίληψη ότι «τα μικρά τοπικά βιβλιοπωλεία προάγουν τη λογοτεχνική παραγωγή και ενισχύουν την τοπικότητα». Φαίνεται μάλιστα ότι ο Καναδάς διαθέτει νομοθεσία για την προστασία της ταυτότητας στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, τέτοια που η παρουσία του Amazon συναντά νομικούς περιορισμούς.
Ομολογώ ότι δεν έχω σαφή αντίληψη της ταυτότητας του Καναδά, τον οποίο μπορώ μόνο να χαρακτηρίσω ως χώρα που βρίσκεται βόρεια των ΗΠΑ. Δεν έχω παράσταση και συνείδηση του τι σημαίνει να είναι κανείς Καναδός και μόνο σε συνάρτηση με την μητροπολιτική Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις γειτονικές ΗΠΑ μπορώ να σχηματίσω κάποια αντίληψη για την ταυτότητα της χώρας αυτής. Μιας χώρας, η οποία διαθέτει το μακρύτερο μη στρατιωτικά φυλασσόμενο σύνορο του κόσμου, ενώ εξαρτάται απολύτως από τις εμπορικές συμφωνίες που από ετών έχει συνάψει με τις ΗΠΑ. Μου φαίνεται δύσκολο να ξεχωρίσω οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκροτήσω μία εικόνα για τον Καναδά με τις γενικές γνώσεις που έχω για την χώρα αυτή, χωρίς να λάβω υπ΄ όψη την καθοριστική γειτνίασή της με τις ΗΠΑ. Απ΄ ό,τι μάλιστα διαβάζω, οι επισκέψεις στις ΗΠΑ που αντιστοιχούν ετήσια στα 33 εκατομμύρια των Καναδών ανέρχονται σε 100 εκατομμύρια. Αλλά και 9 στους 10 Καναδούς κατοικούν σε μια ζώνη πλάτους 160 χιλιομέτρων που ορίζεται νότια από το σύνορο με τις ΗΠΑ.
Σαν μια πρώτη αντίδραση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από υπερβολές συντηρητικών κύκλων του Καναδά. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, και παρά τη σύντομη σχετικά ιστορία και το πρόσφατο της δημιουργίας της καναδικής εθνικής συνείδησης, το πρόβλημα υπάρχει και μας αφορά όλους. Οι ΗΠΑ αποτελούν μία πολιτισμική υπερδύναμη και με την πανίσχυρη βιομηχανία πολιτισμού την οποία διαθέτουν, καθορίζουν τις πολιτισμικές αξίες και συρμούς σε μεγάλο τμήμα του πλανήτη. Πρόκειται για μια μηχανή παραγωγής και διάδοσης πολιτισμού που υποστηρίζεται από συνεργατική βάση οικονομίας και πολιτικής και στηρίζεται αποτελεσματικά από άριστα οργανωμένες κρατικές υπηρεσίες και επιτυχείς επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Πρόκειται για τη διαβόητη βιομηχανία του πολιτισμού, η οποία και αποτελεί συντελεστή και πραγμάτωση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Πρόκειται για μια μορφή οικουμενικότητας, η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται αξιακά, αλλά βασίζεται και επιδιώκει πολιτικές και γεωστρατηγικές σκοπιμότητες.
Αν, λοιπόν, μία χώρα, όπως ο Καναδάς, αντιδρά στην επιρροή της βιομηχανίας του πολιτισμού, τί θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οφείλουμε εμείς να πράξουμε κατ’ αναλογία; Και η αναλογία είναι ενοχλητικά καταπιεστική αν συνειδητοποιήσουμε ότι κι εμείς με πολλούς τρόπους – που αποσιωπούμε και θέλουμε να αγνοούμε – είμαστε μια πολιτιστική υπερδύναμη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βιομηχανία του πολιτισμού, ώστε «να απειλούνται τα θεμέλια της κοινωνίας μας και των τοπικών παραδόσεών μας».

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Πού οδηγεί η αποτυχία μας;

Στη δημοσιότητα που απολαμβάνει η δημοσιονομική μας κρίση φαίνεται καθαρά ότι όλοι πιστεύουν πια πως, πράγματι, η Ελλάδα δεν έχει καμία δικαιολογία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και η θετική διάθεση, που συνήθως φαίνεται να διαφυλάσσεται για την Ελλάδα, έχει εξαντληθεί. Οι κρίσεις του διεθνούς τύπου είναι καταστροφικές για την εικόνα της Ελλάδας, σε βαθμό που το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα διογκώνεται τόσο, ώστε από μόνο του να απειλεί το ίδιο το μέλλον του ευρώ. Βέβαια, πίσω από το ελληνικό πρόβλημα έπονται η Ισπανία, η Πορτογαλία και άλλοι, η Ελλάδα όμως συγκεντρώνει τα πυρά.

Ο συνήθως μετρημένος Guardian αναφέρεται σε «ανικανότητα και εξαπάτηση» από τους Έλληνες και σε «μαγείρεμα» των λογιστικών εγγραφών. Οι αξιωματούχοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναφέρονται στην Ελλάδα σαν τη χώρα που είναι εκ συστήματος χρεοκοπημένη. Κατά τα λεγόμενά τους «η Ελλάδα είναι χειρότερη από κάθε λατινοαμερικανική χώρα, μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια έχει χρεοκοπήσει πέντε φορές». Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είχε ενθαρρυνθεί να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και που αμφιβάλουν εάν είναι δυνατό για τη χώρα να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό χωρίς κάποια δική της νομισματική ελευθερία. Ωστόσο, οι ίδιοι κύκλοι αναρωτιούνται πού θα βρισκόταν η Ελλάδα χωρίς το ευρώ. Το γενικό συμπέρασμα φαίνεται να είναι πως οι πιο αδύναμες χώρες θα πρέπει να αποδεχθούν κάποιο κεντρικό έλεγχο των οικονομιών τους από τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Όλοι φαίνεται να συμφωνούν ότι η Ευρωζώνη μεταπίπτει σε μια κατάσταση ενός ισχυρού κέντρου και μιας αδύνατης περιφέρειας, από την οποία ορισμένες χώρες θα αναγκασθούν να εξέλθουν. Μέσα από τέτοιες αντιλήψεις φαίνεται ότι αναδύεται η ανησυχία για το πώς θα αντιμετωπισθεί η πρόκληση της Κίνας. Το ζητούμενο φαίνεται να είναι ανομολόγητο και να αφορά την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Ακούγονται φωνές ότι οι αδύναμες χώρες δεν πρέπει να αφεθούν να συμπεριφέρονται όπως επιθυμούν, αλλά ότι θα πρέπει να τους επιβάλλονται οι κατάλληλοι τρόποι συμπεριφοράς. Για να καμφθούν οι δύστροποι Έλληνες τονίζεται ότι οι Γερμανοί και οι Ιρλανδοί εργαζόμενοι αποδέχονται περιορισμό των εισοδημάτων τους. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταστεί η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο παραμένει ανεκπλήρωτο και αυτό είναι ένα πρόβλημα πολιτισμικής τάξης.

Σε ανάλογο κλίμα, η Le Monde diplomatique αναρωτιέται σε άρθρο της για το πού κατέληξαν τα τεράστια ποσά, τα οποία η Ελλάδα εισέπραξε από το 1981 μέσω του Ταμείου Συνοχής και των διαφόρων «πακέτων» και επιρρίπτει μομφή σε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, που έσπευσαν να πάρουν μέρος στην καταναλωτική έξαρση και τις λεηλασίες των κονδυλίων. Η ίδια εφημερίδα αναφέρει τη σύσταση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ελλάδα, που έγινε τον περασμένο Νοέμβριο και αφορούσε τον κατά 50% περιορισμό των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αναρωτιέται παράλληλα πώς αυτό θα συμβιβαστεί με την πίεση που ασκούν οι μεγάλες χώρες στις ελληνικές κυβερνήσεις για να αγοράσουν τα αεροπλάνα, τα τεθωρακισμένα και τις φρεγάτες τους. Η υποτίμηση του ευρώ, ώστε να υποστηριχθούν οι εξαγωγές και να αναζωογονηθεί η οικονομία είναι το συμπέρασμα του άρθρου, που και αυτό κατατείνει στην αντιμετώπιση της πρόκλησης της Κίνας.

Κατά την γνώμη μας, δεν γίνεται πουθενά αναφορά στις εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας τις οποίες η Ελλάδα εκχώρησε προς τις ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγοντας τα σύνορά της και καταδικάζοντας την ελληνική οικονομία να περιοριστεί στις υπηρεσίες. Ούτε αναφέρεται πουθενά η αυτονόητη υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίσει τα προς ανατολάς σύνορά της στο Αιγαίο και να λάβει θέση στις απειλές που συνιστά η τουρκική πολιτική. Κανείς δεν έχει ασχοληθεί με τον αποβατικό στόλο που βρίσκεται απέναντι στη Λέσβο και που είναι ο ισχυρότερος στον κόσμο, ούτε με τις δύο πάνοπλες στρατιές που η Τουρκία διατηρεί στραμμένες σε τάξη μάχης εναντίον της Ελλάδας. Αφήνω κατά μέρος την απειλή πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει δικαίωμά της που της δίνει το Διεθνές Δίκαιο. Είναι προφανές ότι οι πολιτικές επιδιώξεις της Ελλάδας που την ώθησαν να συμμετάσχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν εκπληρωθεί. Αλλά και το χρονίζον διεθνές πρόβλημα της διχοτόμησης της Κύπρου, όπου η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγνοείται και παραμερίζεται συστηματικά από τις Βρυξέλες.

Η αντίληψη που επικρατεί είναι απόλυτα οικονομιστική και παραβλέπει τις πολιτικές και τις πολιτισμικές παραμέτρους των προβλημάτων. Γιατί, ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η Ελλάδα επέτυχε έναν άθλο και βρίσκεται σήμερα σε ζηλευτή θέση στην κατάταξη με βάση την ανθρώπινη ανάπτυξη που συντάσσει ο ΟΗΕ. Η χρήση λοιπόν των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, έχει κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα που δεν μετράται όμως με τους οικονομικούς δείκτες στους οποίους εγκλωβίζονται οι σχολιαστές.

Εκείνο που αφορά βέβαια εμάς είναι ότι το δημοσιονομικό μας πρόβλημα ξεκινά από το ότι αρνούμεθα πεισματικά να αποδεχθούμε στην πράξη τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς των Δυτικών, τους οποίους εμείς οι ίδιοι θαυμάζουμε και υιοθετούμε. Πρόκειται για τις θεμελιώδεις διαφορές μας με τη Δύση, τις οποίες επιθυμούμε να αποσιωπούμε. Και δεν εννοώ βέβαια, την πτωχοπροδρομική αντιμετώπιση του πακτωλού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε θέλω να δικαιολογήσω την άθλια εκμετάλλευση της μοναδικής ευκαιρίας που σήμαινε η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον ελληνικό λαό.

Αλλά και ο ελληνικός λαός είναι βέβαιος ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλεται για λόγους συγκυριακούς, πολιτικούς, γεωπολιτικούς, οικονομικούς, για λόγους αποτυχίας του νεοελληνικού κρατικού μηχανισμού, ή, απλά, γιατί δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, αλλά και για γενικότερους και πιο σημαντικούς λόγους. Φαίνεται, ότι δεν είναι δυνατό να γίνει η Ευρώπη μία, χωρίς το ανατολικό τμήμα της με τον συγκεκριμένο πολιτισμό του, που πολλά έχει να προσφέρει στους ναυαγούς του δυτικού ορθολογισμού. Αυτοί έχουν πια καταλάβει ότι η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη δεν σημαίνει και περισσότερη ευτυχία˙ ούτε, μετά από κάποιο σημείο, δημιουργούν περισσότερη ικανοποίηση˙ το αντίθετο μάλλον συμβαίνει. «Η ορθολογική οργάνωση της ζωής με βάση το επάγγελμα», δεν τούς ικανοποιεί. Όπως είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τούς χωρά αυτούς. Οι αμφισβητίες του δυτικού ορθολογισμού, όπως εξελίχθηκε σήμερα, είναι πολλοί και θα αντιδράσουν ζητώντας μία διαφορετική Ευρώπη. Άλλωστε, η ιδεολογική ένδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι χαρακτηριστική. Η Ελλάδα είναι η σημαντικότερη έκφραση της Ανατολικής Ευρώπης. Παρ' όλη την κατάρρευση και την καταστροφή του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και τη στροφή μας προς τη Δύση, κατέχουμε ακόμη τον πολιτισμικό μας δυναμισμό.

Είναι βέβαιο, ότι η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, που επιθυμούν να επιβάλουν οι δυτικοί εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Δύσης. Το να γίνει η Ευρώπη μία δεν πρέπει να σημαίνει και την κατ' ανάγκη επικράτηση παντού της δυτικοευρωπαϊκής ταυτότητας. Άλλωστε και η μία Ευρώπη σχεδιάστηκε ως ομοσπονδιακό-πολιτικό και, κυρίως, οικονομικό μόρφωμα και όχι ως νέο εθνικό κράτος. Μία ενιαία εθνικά Ευρώπη, είναι αδιανόητη και σημαίνει τερατογονία. Η αντινομία, λοιπόν, των οικονομικών επιδιώξεων προς τους ανθρωπιστικούς όρους μπορεί να είναι η μόνη δικαιολογία της Ελλάδας.

Μεταμφιέσεις του Νεοοθωμανισμού.

Στον πρόσφατο λόγο του κατά το συνέδριο των πρέσβεων του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου έδωσε μία περιγραφή του Νεοοθωμανισμού ως ιστορικού πλαισίου και ως ιστορικής αναγκαιότητας. Η περιγραφή αυτή βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις συγκεκριμένες ιδεολογικές κατασκευές, που απεργάστηκαν ο Κεμάλ Ατατούρκ και πιο πρόσφατα ο Τουργκούτ Οζάλ. Πρόκειται για την εξιδανίκευση και τη μεταφυσική δικαίωση της τουρκικής παρουσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες παρουσιάζονται ως αναπόφευκτοι και σταθεροί ιστορικοί παράγοντες, αλλά και προτείνονται ως θετικά πρότυπα για τον μελλοντικό κόσμο.

Με αφορμή την διεξαγωγή του συνεδρίου στην πόλη Μάρντιν της Νοτιοανατολικής Τουρκίας ο κ. Νταβούτογλου αναπτύσσει με τον αέρα του διανοούμενου την αντίληψη της οθωμανικής παρουσίας ως ρυθμιστικού και αναγκαίου παράγοντα της ιστορικής διαδικασίας όλης της Εγγύς Ανατολής. Παρουσιάζεται μία ειδυλλιακή εικόνα της Τουρκίας ως εξισορροποιητικού παράγοντα, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη συμβίωση και την ανάπτυξη των λαών της περιοχής. Ο κ. Νταβούτογλου, με το παραπλανητικό γέλιο του και τις αλεπουδοευγένειες που τον χαρακτηρίζουν, φροντίζει να υποκρύψει συστηματικά το σχετικά πρόσφατο της τουρκικής παρουσίας στη Μικρά Ασία και να εξωραΐσει την καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η κατακτητική ύπαρξη αποσκοπούσε στην υποταγή και στην ανελέητη εκμετάλλευση των λαών της Εγγύς Ανατολής.

Ο τόπος μάλιστα που διεξάχθηκε το συνέδριο ίσως να έχει κάποιο συμβολισμό, αφού το Μαρντίν είναι πόλη κέντρο των Ασσυρίων, των οποίων η αγνοημένη γενοκτονία από το τουρκικό κράτος εκτυλίσσεται μέχρι τις μέρες μας. Λέγεται οι Ασσύριοι καταδιώχθηκαν και αυτοί στα πλαίσια του ανηλεούς πολέμου κατά των Κούρδων κατά τη δεκαετία του 1990. Τα χωριά τους διαλύθηκαν, παράλληλα με τα χωριά των Κούρδων, και τα μοναστήρια και οι εκκλησίες τους γκρεμίστηκαν. Πιο παλιά μάλιστα, το 1915, οι Ασσύριοι υπέστησαν γενοκτονία παράλληλη προς τη γενοκτονία των Αρμενίων.

Αυθαίρετα, αλλά με μεγάλη σιγουριά και πειστική αυτοπεποίθηση, ο κ. Νταβούτογλου ομιλεί για ένα ιστορικό βάθος, στο οποίο η Τουρκία έχει συστατικό ρόλο. Ο λόγος του φιλοδοξεί να έχει διανοητική και φιλοσοφική βαρύτητα. Προικίζεται έτσι η Τουρκία με μια αρχαία παράδοση, η οποία κατά τα λεγόμενα του κ. Νταβούτογλου είναι θεμελιώδης για την οθωμανική κουλτούρα. Εδώ ο κ. Νταβούτογλου συναντά με επιστημονικοφανή τρόπο την «ηλιακή θεωρία» του Κεμάλ Ατατούρκ, κατά την οποία οι Τούρκοι αποτελούν το γενεσιουργό έθνος της παγκόσμιας ιστορίας. Απερίφραστα ο κ. Νταβούτογλου δηλώνει ότι στοχεύει στο να καταστήσει την Τουρκία κεντρικό πόλο όλων των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση παραλληλίζεται με την pax Ottomanica, ενώ προτείνεται ένας αόριστος οικουμενισμός που φορέας του θα είναι η σύγχρονη Τουρκία. Γίνεται λόγος για κάποιο «συμπατριωτισμό» λαών που μοιράζονται την ίδια ιστορία, που εμείς υποθέτουμε ότι θα προϋποθέτει την πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας. Ο κόσμος κατά τον κ. Νταβούτογλου χρειάζεται μία νέα τάξη και μια ενοποιητική ταυτότητα. Φυσικά αυτή την τάξη θα την επιβάλει η Τουρκία ως δημιουργός μάλιστα μιας ενοποιητικής ταυτότητας, που δεν θα είναι άλλη από την πρόσφατα δημιουργημένη τουρκική ταυτότητα. Έτσι, με ένα καθαρά οργουελλιανό double think η Τουρκία εκπροσωπεί τους πάντες. Είναι και αρχαία, είναι και ευρωπαϊκή, είναι και ασιατική στα πλαίσια μιας ολότητας, αφού η ίδια είναι «συμμετοχική» και «δεκτική», τόσο ώστε να απολαμβάνει καθολική αποδοχή στην «ενοποίηση» που επιχειρεί. Η ενοποίηση αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένες χώρες, όπως η Υεμένη, η Συρία, το Ιράκ, η Κροατία και η Βοσνία. Γίνεται αναφορά σε μιά νέα τάξη στα Βαλκάνια, η οποία θα είναι οικουμενική και θα βασίζεται φυσικά στην Τουρκία. Η Ελλάδα επιμελώς αποσιωπάται, αν και στο τέλος η παντουρκική θύελλα δεν ξεχνά να συμπεριλάβει και τον ελληνικό πολιτισμό σαν στοιχείο «μιας χώρας που εμπεριέχει κάθε είδους παρελθόντα της ιστορίας της ανθρωπότητας». Υποθέτουμε ότι ο κ. Νταβούτογλου επιφυλάσσει στην Ελλάδα τον ρόλο δορυφόρου.

Πρόκειται για μια μεγαλοϊδεατική κατασκευή με στοιχεία επαρχιακής μεγαλαυχίας, αλλά και για επικίνδυνες ιδεοληψίες. Οπωσδήποτε, οι απόψεις του κ. Νταβούτογλου απολαμβάνουν δημοσιότητας στη Δύση και έχουν και την αποδοχή ορισμένων πολιτικών με προεξάρχουσα την αμερικανική προεδρία. Η Τουρκία απολαμβάνει ευνοϊκή δημοσιότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το άρθρο του συντάκτη της αγγλικής έκδοσης της Le Monde diplomatique, Wendy Kristianasen στο τεύχος του Φεβρουαρίου 2010. Κατά το άρθρο αυτό η ήπιας δύναμης τουρκική πολιτική είναι επιτυχής. Η Τουρκία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στην γύρω της περιοχή και να δημιουργήσει ένα ειρηνικό και σταθερό περιβάλλον στο οποίο θα αναπτύξει την οικονομία της. Η χώρα αυτή επιθυμεί να αποστρατικοποιηθεί και να γίνει δημοκρατική, καταλήγει η πρώτη παράγραφος του άρθρου.

Η Le Monde diplomatique παραθέτει ένα μακρύ κατάλογο των επιτευγμάτων της άσκησης μιας πολιτικής με βάση την ήπια δύναμη. Έτσι, η Τουρκία παρουσιάζεται σαν περιφερειακός εξισορροπητικός παράγοντας απαραίτητος για την ευστάθεια και την ανάπτυξη της περιοχής της. Η εικόνα αυτή θα ικανοποιήσει απόλυτα τον κ. Νταβούτογλου. Όλα τα θέματα παρουσιάζονται κάτω από ένα ήρεμο πρίσμα θετικής αποδοχής, ώστε να δίνεται μια ευχάριστη εικόνα που υπόσχεται ένα αισιόδοξο μέλλον. Δεν γίνεται λόγος για τα προβλήματα με τους γείτονες, την επεκτατική φύση της τουρκικής παρουσίας, την εξαφάνιση των μειονοτήτων, τα αυτοκρατορικά όνειρα, τον μιλιταρισμό και τους τερατώδεις εξοπλισμούς, το πανίσχυρο παρακράτος, τον αυταρχισμό στην τουρκική κοινωνία, την αντιδημοκρατική παράδοση και τις τριτοκοσμικές κοινωνικές καταστάσεις και πρακτικές. Η ακύρωση των ευρωπαϊκών ονείρων της Τουρκίας εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αντίδρασης ατόμων, όπως ο κ. Σαρκοζί και η κ. Μέρκελ και μόνο.

Η Τουρκία αντιμετωπίζεται θετικά ως αναπτυσσόμενη οικονομική οντότητα, εξέλιξη που υποτίθεται ότι θα είναι επωφελής για όλους. Η οικονομιστική θεώρηση θέλει να παραβλέψει όλους τους όρους, που ενδέχεται να χαλάσουν την ευχάριστη εικόνα που έχει δημιουργηθεί.

Ως ένα βαθμό πιστεύουμε ότι αυτά είναι και αποτελέσματα της έκλειψης της Ελλάδας από τον γεωπολιτικό της χώρο και της πλήρους αδιαφορίας μας να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία σε ιδεολογικό και προπαγανδιστικό πεδίο. Έτσι, κανείς πλέον δεν πληροφορείται για την επεκτατική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών είναι κάτι που αφορά μόνο τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Κανείς δεν γνωρίζει την απειλητική στάση της τουρκικής δημοκρατίας, η οποία διατηρεί τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του κόσμου απέναντι από την Λέσβο και δύο στρατιές στραμμένες σε τάξη μάχης κοντά στα ελληνικά σύνορα. Η απειλή πολέμου είναι κάτι που έχει ξεχαστεί και οι παραβιάσεις απλώς δεν αναφέρονται. Τα αμερικανικά πανεπιστήμια βρίθουν από δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από την Τουρκία και η θετική εικόνα της χώρας αυτής ενισχύεται καθημερινά. Όσο για το Κυπριακό, αυτό αποτελεί πλέον ένα ενοχλητικό θέμα που εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της.

Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα έχει όλες τις δυνατότητες να αντιμετωπίσει την ιδεολογική πρόκληση και να εμποδίσει την κυριαρχία της Τουρκίας στον ιδεολογικό και στον προπαγανδιστικό τομέα. Οπωσδήποτε όμως, ακόμη και το απλούστατο έργο της έκδοσης μιας μαύρης βίβλου που θα εκθέτει και θα τεκμηριώνει τις απειλητικές και εκφοβιστικές πρακτικές της χώρας αυτής απέναντί μας φαίνεται να είναι δύσκολο, ώστε κανείς να μην μπορεί να το επιχειρήσει.

Πώς όμως να επιδιώξουμε τέτοιες δράσεις σε εποχή που απέναντι στην επιδίωξη της Τουρκίας να επιβάλει την τουρκική ταυτότητα έξω από τα σύνορά της και να δικαιολογήσει ιστορικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμείς προσπαθούμε τα αντίθετα; Και εννοώ τις τάσεις αποδόμησης της εθνικής μας ταυτότητας και δικαιολόγησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.