Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Το φρόνημά μας και ποιοί θα το υπερασπίσουν.


«Δυστυχισμένοι, τι περιμένετε! Φύγετε στις εσχατιές της γης για να γλυτώσετε!»

Έτσι άρχιζε ο χρησμός, που το πανικόβλητο Μαντείο των Δελφών παρέδωσε στους αποσβολωμένους Αθηναίους τις τρομερές μέρες, κατά τις οποίες η ασιατική πανστρατιά κατέβαινε προς τις Θερμοπύλες.

Οι δύο Αθηναίοι θεοπρόποι αρνήθηκαν να παραλάβουν τον χρησμό και έπεσαν ικέτες ζητώντας από την Πυθία ευνοϊκότερη απάντηση. Τότε μόνο δόθηκε –με παράβαση των κανόνων– ο περίφημος χρησμός για το ξύλινο τείχος και τη Σαλαμίνα. Οι θεοπρόποι αρνήθηκαν να μεταφέρουν πριν τη ναυμαχία στους Αθηναίους τον λόγο του πανικού και της ηττοπάθειας, τραυματίζοντας το φρόνημα των Ελλήνων.

Το ίδιο φρόνημα διακρίνουμε και στην ένδοξη πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με χαρακτηριστική τραγικότητα ο τελευταίος Αυτοκράτορας και οι συμπολεμιστές του αρνούνται να υποταχθούν στη λογική των αριθμών και της δύναμης. Έτσι, την αυγή της 29ης Μαΐου 1453 γεννιέται στην Πύλη του Ρωμανού η Μεγάλη Ιδέα, ιδεολογία αντιστασιακή και απελευθερωτική, που μας κράτησε ακλόνητους κατά την Τουρκοκρατία.

Με ανάλογη ένταση και την ίδια έμφαση το ελληνικό στρατηγείο θα απορρίψει την απαίτηση των Άγγλων για εγκατάλειψη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης τον Ιανουάριο του 1941 και θα δώσει την απέλπιδα Μάχη των Οχυρών, ενισχύοντας το αντιστασιακό μας φρόνημα.

Τα λέω αυτά, τα γνωστά και χιλιοειπωμένα, σαν πρόχειρα παραδείγματα του φρονήματος που παραμένει ζωντανό, επίμονο και μαχητικό στην αρχαία, τη μέση και τη νεώτερη ιστορία μας. Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ιστορικής ιδιομορφίας μας εκδηλώνονται οι ποικίλες επιβολές, που σταθερά συνοδεύουν την ιστορική πορεία μας μέσα σε ένα κόσμο εν πολλοίς άξενο και συνήθως εχθρικό.

Μετά από αυτά, ποιος και πώς μπορεί να μιλήσει αξιόπιστα για το φρόνημά μας; Και, μάλιστα, ποιος μπορεί και πώς να μας πείσει ότι τέτοιο φρόνημα δεν υπάρχει πλέον σήμερα στην Ελλάδα.

Και όμως, ο κ. Χρήστος Γιανναράς στη χθεσινή επιφυλλίδα του στην Καθημερινή (18.7.2010) αυτό ακριβώς προσπαθεί να αποδείξει: την παντελή έλλειψη φρονήματος από τη σημερινή Ελλάδα. Μάλιστα, ο κ. Γιανναράς φαίνεται να βιάζεται να βοηθήσει μηδενιστικά στην υπονόμευση του όποιου φρονήματος. Η σημερινή κατάσταση, που χαρακτηρίζουν η κρίση του πολιτικού μας συστήματος και η δημοσιονομική οικονομική κρίση, παρουσιάζεται ως αδιέξοδη καταστροφή. Η ελληνική πραγματικότητα διατραγωδείται ως τελική καταστροφή, από την οποία δεν υπάρχει διέξοδος. Όλα εμφανίζονται ζοφερά και χωρίς ελπίδα. Είμαστε λαός που δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε. Ακόμη και ο Ντίκενς επιστρατεύεται για να περιγράψει την απανθρωπία του σύγχρονου ελληνικού οικονομικού περιβάλλοντος. Πρόκειται για μία κόλαση, για την οποία θα πρέπει σίγουρα να είμαστε όλοι ένοχοι και από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία.

Πώς λοιπόν να μιλήσουμε για φρόνημα μετά την εικόνα που με αμετροέπεια μας παρουσιάζεται; Και τί είδους φρόνημα θα υπερασπίσει τη διατήρηση αυτής της πραγματικότητας; Μια μηδενιστική, απαξιωτική αίσθηση διαπερνά όλο το κείμενο. Προφανώς ο συγγραφέας δεν αγαπά το αντικείμενό του.

Όμως, «Όπου δεν μπορείς να αγαπάς. Δεν μένεις. Περνάς!»

Και τα λέω αυτά γιατί φοβούμαι ότι οι επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις για το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού θα αποκτήσουν με τις συχνές επαναλήψεις σημειολογικό χαρακτήρα και θα είναι τελικά βλαπτικές. Αφού ακόμη και αν αυτό ήταν αλήθεια –που δεν είναι– δεν θα έπρεπε να αναφέρεται, ή δεν θα επιτρεπόταν να αναφέρεται, ακόμη και αν συνέτρεχε κάποιος σοβαρός λόγος.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Το πυρηνικό Ιράν.

Όλα δείχνουν ότι το Ιράν είναι αποφασισμένο να γίνει, αργά ή γρήγορα, η δέκατη πυρηνική δύναμη. Ακόμη και αν χτυπηθούν τελικά οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, η χώρα αυτή μοιάζει αποφασισμένη να επιμείνει και να επιτύχει τους στόχους της, έστω και με καθυστέρηση κάποιων ετών. Αυτό θα αποτελέσει μια διπλωματική ήττα για τις ΗΠΑ, καθώς και πλήγμα στο γόητρο τους.

Έτσι, η επόμενη πενταετία αμφότεροι κίνδυνοι συμβατικού και πυρηνικού πολέμου στη Μέση Ανατολή θα ενταθούν. Σήμερα δεν φαίνεται μόνο δύσκολη η ανάσχεση του Ιράν αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι ένα πυρηνικό Ιράν θα είναι περισσότερο επιθετικό και αδιάλλακτο. Παράλληλα, μετά την είσοδο του Ιράν στην πυρηνική λέσχη, οι επαναστατικές ομάδες του αραβικού κόσμου και ο φανατικός ισλαμισμός θα ενισχυθούν.

Το Ιράν είναι μια ιδιόρρυθμη και πολύ ενδιαφέρουσα χώρα. Αντιδρά στην παγκόσμια πολιτισμική εξάπλωση των ΗΠΑ και είναι μια σύγχρονη θεοκρατία με επαναστατικά χαρακτηριστικά και επαναστατική πολιτική ιδεολογία, που παράλληλα επιδιώκει πρακτικές σκοπιμότητες. Ο ιδρυτής και θεωρητικός της Ισλαμικής Δημοκρατίας αγιατολλάχ Ruhollah Khomeini διατύπωσε μια ιδιόρρυθμη πολιτική θεωρία που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως πεδίο αντιπαράθεσης καταπιεστών και καταπιεζομένων, ενώ θεωρεί το Ιράν ως τη χώρα που θα απαλλάξει τον κόσμο από την αδικία. Πρόκειται για αντιλήψεις που ξεκινούν από τη σιιτική ισλαμική κοσμοαντίληψη.

Οι Δυτικοί παρατηρητές θεωρούν το Ιράν ως την παράδοξη και ανεξήγητη επιβίωση μιας παρωχημένης θεοκρατίας που επιδιώκει φανατικά να εξαγάγει τη σιιτική επανάσταση στις γύρω χώρες. Ωστόσο, το ίδιο το Ιράν έχει κάθε λόγο να αισθάνεται απειλούμενο, πολιορκημένο και ανασφαλές. Στο κάτω-κάτω είναι οι δυτικές δυνάμεις αυτές που υπέθαλψαν την ιρακινή (και σουννιτική) επίθεση κατά του Ιράν και οι ΗΠΑ αυτές που δεν δίστασαν να επέμβουν δυναμικά στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Έτσι, ο πυρηνικός εξοπλισμός του Ιράν θεωρήθηκε ως απαραίτητο αμυντικό συμπλήρωμα κατά τις προεδρίες του Rafsanjani και του Muhammead Khatami, ενώ σήμερα o πρόεδρος Ahmadinejad και η επαναστατική Φρουρά δεν κρύβουν ότι επιδιώκουν την κυριαρχία του Ιράν στον Περσικό Κόλπο, παρά την παρουσία του 5ου αμερικανικού στόλου, ο οποίος ελλιμενίζεται στο Μπαχρέιν και παρά την ισχυρή παρουσία των ΗΠΑ στις βάσεις τους στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά και παρά την παρουσία πανίσχυρης μοίρας αεροπλανοφόρων στον Ινδικό Ωκεανό . Το Ιράν δεν επιδιώκει την εισβολή σε γειτονικά εδάφη, φιλοδοξεί όμως να καταστεί η καθοριστική δύναμη στην περιοχή και να εξασφαλίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Κομ .

Ένα πυρηνικό Ιράν θα επιδιώξει να περιορίσει την παραγωγή πετρελαίου των γειτόνων του με σκοπό να τους αποδυναμώσει, αλλά και θα επιδιώξει να αποθαρρύνει τις ΗΠΑ από το να επεκτείνουν την παρουσία τους. Η ενδεχόμενη επέμβαση του ιρανικού καθεστώτος στην παγκόσμια ισορροπία των πετρελαίων είναι, λοιπόν, πολύ πιθανή και βέβαια πολύ επικίνδυνη. Επιπλέον, ένα πυρηνικό Ιράν θα αποκλείσει την πιθανότητα εισβολής και κατοχής των εδαφών του. Οπωσδήποτε οι διάφορες εξτρεμιστικές ομάδες θα επιδιώξουν τη συνεργασία με το Ιράν, που όμως το ίδιο δεν θα διακινδυνεύσει έναν πυρηνικό πόλεμο. Είναι βέβαιο ότι, μετά την πυρηνικοποίηση του Ιράν, το Ισραήλ θα βρίσκεται με μία αεροπορική πυρηνική δύναμη να ίπταται μονίμως για να μπορεί να χτυπήσει μέσα σε λίγα λεπτά και μάλιστα οι Ισραηλινοί θα έχουν το κίνητρο να χτυπήσουν πρώτοι. Επιπλέον, χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και η Τουρκία θα αναγκασθούν, αργά ή γρήγορα, να γίνουν μέλη της πυρηνικής λέσχης. Γι’ αυτό τα οφέλη για το Ιράν από την πυρηνικοποίησή του φαίνονται μάλλον ισχνά, τόσο ώστε να είναι πιθανό να καταλήξει το Ιράν σε αποτέλεσμα αντίθετο από αυτό που επιδιώκει.

Σε κάθε περίπτωση, τα σχέδια για κατάργηση των πυρηνικών όπλων θα παραπεμφθούν στο μακρινό μέλλον, ενώ οι ΗΠΑ θα αναγκασθούν να αναθεωρήσουν το πυρηνικό τους πρόγραμμα. Είναι μάλιστα πιθανό ότι το αμερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο θα πάρει νέα μορφή. Αλλά και η πυρηνικοποίηση του Ιράν, όσο και αν οι ΗΠΑ θέλουν να την εμποδίσουν, εξυπηρετεί ως ένα βαθμό τα γεωπολιτικά τους σχέδια, αφού δημιουργεί αξεπέραστες αντιθέσεις μεταξύ Αράβων και Ιράν και καθιστά την παρουσία και την επί διαιτησία των ΗΠΑ απαραίτητες.

Η πυρηνικοποίηση του Ιράν μπορεί ακόμη να επηρεάσει και τους ελληνικούς αμυντικούς σχεδιασμούς, αν η Ελλάδα βρεθεί στο βεληνεκές των περσικών βαλλιστικών συστημάτων και, ιδίως, αν η Τουρκία θεωρήσει το πυρηνικό Ιράν ως αφορμή για να γίνει και η ίδια πυρηνική δύναμη. Αλλά και η ελληνική γεωπολιτική σημασία θα αναβαθμισθεί, ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος θα δεχθούν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ προτάσεις συνεργασίας .

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Το"καύχημα του γένους των Γραικών "

Στις εποχές κρίσης και δοκιμασίας, όπως είναι η σημερινή, οφείλουμε να αποτρέπουμε την κυριαρχία και τη διάδοση της απαισιοδοξίας και της ζοφερής αντίληψης για τα πράγματα και για το μέλλον μας ως λαού. Όσο και όπως μπορούμε, οφείλουμε να προστατεύσουμε τον λαό μας από την απογοήτευση και την παραίτηση. Σήμερα, ο τύπος και οι έμποροι της ειδησεογραφίας εξαπολύουν κάθε μέρα τρόμο, πανικό και δαίμονες. Δαίμονες, που μας θυμίζουν αυτούς που οι ασκητές ονομάζουν μυρμηγκολέοντες. Δαίμονες δηλαδή, που είναι αδύναμοι σαν μυρμήγκια μπροστά στο φρόνημα και την πίστη, αλλά ισχυροί σαν λεοντάρια όταν το φρόνημα και η πίστη απουσιάζουν. Θέλουν να μας πείσουν ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Όλοι βάλθηκαν να βεβαιώνουν ότι είμαστε αποτυχημένος λαός, άξιοι για τα χειρότερα. Η απογοήτευση και η απελπισία γεννούν τέρατα. Διανοούμενοί μας επιχειρηματολογούν για το τέλος του Ελληνισμού (!). Η εθνική μας ταυτότητα, σφυρηλατημένη μέσα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες μας, τίθεται σε αμφισβήτηση. Η ιστορική μας συνέχεια βρίσκεται υπό συζήτηση. Η στυγνή, πρωτόγονη και τυραννική Οθωμανική Αυτοκρατορία παίρνει άφεση αμαρτιών. Ακόμη και η υποταγή και υπαγωγή μας στην εκκολαπτόμενη νεοοθωμανική τάξη εμφανίζονται ως μια κάποια λύση.


Ωστόσο, σήμερα ίσως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κάποιες ευκαιρίες και για δράσεις παρόμοιες με αυτές που, με τόση επιτυχία, έχουμε σε ιστορικούς καιρούς επιχειρήσει. Μέσα από τα χαλάσματα και τις καταρρεύσεις ανέρχεται και πάλι το Ελληνικόν, και αυτό δεν έχει γίνει μόνο μία φορά. Γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζουμε.

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στη λίγο γνωστή εποχή μετά την τουρκική κατάκτηση και την προσπάθεια για ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Εμφανίζονται τότε στις ελληνικές κοινότητες συνθήκες που οδηγούν στην ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου, της μεταποίησης και της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Τον 18ο αιώνα μάλιστα οι ρωμαίικες κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέρχονται, ακμάζουν και δημιουργούν την πραγματικότητα που ονομάζουμε «καθ’ ημάς Ανατολή». Η παρασιτική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας κύρια μέριμνα ήταν η απομύζηση των υπηκόων της, αναγκάζεται να τους παραχωρήσει κάποιες ελευθερίες. Αναδύεται ένας κόσμος στον οποίο οι Ρωμηοί, παρά την πολιτική υποταγή τους, διαθέτουν πλέον οικονομική και κοινωνική δύναμη δυσανάλογη προς τους αριθμούς τους, ώστε να αναδεικνύονται πολιτιστικά και οικονομικά κυρίαρχοι. Πρόκειται για ένα επίτευγμα πολιτισμικής τάξης: οι Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής επιτυγχάνουν μορφές αστικού εκσυγχρονισμού χωρίς να χάσουν τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Αυτά, που συνεχίζουν να στηρίζονται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, τον κοινοτισμό, την παιδεία, τον ευεργετισμό, το εμπόριο και την οικονομία.

Η ένταξη των υποταγμένων Ελλήνων στον τότε αναδυόμενο κόσμο, η προσαρμογή τους στην αστικοποιούμενη Ευρώπη του Διαφωτισμού και η συνδιαλλαγή τους με ίσους όρους με τη Δύση αποτελούν ακριβώς αυτά που είναι τα αιτήματα του παρόντος. Πρόκειται για επιτεύγματα που σήμερα οφείλουμε να κατανοήσουμε. Τί είναι αυτό που επιτρέπει στους επαρχιώτες Έλληνες εμπόρους των ελληνικών παροικιών, αυτούς που γεννιούνται με προϋποθέσεις αρνητικές και που στερούνται γλωσσομάθειας και σύγχρονης με την εποχή τους μόρφωσης, να επιτύχουν, να πλουτίσουν ραγδαία και να διαπρέψουν μέσα στις προηγμένες κοινωνίες της εποχής τους; Πώς γίνεται οι πάμπλουτοι έμποροι και μαικήνες της ελληνικής διασποράς να κρατούν μέσα στις επιτυχίες άσβεστο το πάθος για την πατρίδα; Πώς είναι δυνατόν οι φτωχοί αδελφοί Ζωσιμάδες από τα Γιάννενα, χωρίς μόρφωση, γνωριμίες και παρελθόν, να εμφανίζονται παντοδύναμοι στη Μόσχα, απ’ όπου κατευθύνουν το γιγαντιαίο αναμορφωτικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό τους έργο, ώστε η αυτοκράτειρα των Ρώσων Μαρία να τους προσφωνήσει ως «καύχημα του γένους των Γραικών»; Τί οδηγεί τους Ζωσιμάδες και πώς κατορθώνουν να γίνουν, -οι ίδιοι έμποροι χωρίς μόρφωση-, εκδότες των Ελλήνων κλασσικών; Ποιές είναι οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο ταπεινός έμπορος από τη Βλάστη Κοζάνης Στέργιος Δούμπας κατορθώνει μέσα σε λίγα χρόνια, χωρίς μόρφωση, καταγωγή και πλούτο, να κυριαρχεί στην καλή κοινωνία της αυτοκρατορικής Βιέννης; Πώς υπερβαίνει τα κοινωνικά, εθιμικά και πολιτισμικά εμπόδια ο γιος του Νικόλαος Δούμπας, ώστε να φθάσει να είναι μαικήνας της μουσικής ζωής της Βιέννης, στενός φίλος του Ριχάρδου Βάγκνερ και φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα Φραγκίσκου-Ιωσήφ; Πώς γίνεται αυτός ο Νικόλαος Δούμπας, γιος ενός αυτοδημιούργητου ξένου εμπόρου να φθάσει να δωρίσει, στην πρωτεύουσα της μουσικής, τη Βιέννη, τη λαμπρή αίθουσα συναυλιών για την οποία η πόλη της Βιέννης είναι ακόμη σήμερα περήφανη;

Σίγουρα αυτά τα ασυνήθιστα και φαινομενικά ακατόρθωτα επιτεύγματα οφείλουμε να τα γνωρίζουμε και να τα εντάσσουμε στα σύγχρονα πλαίσια. Η προσπάθεια για εθνική δημιουργία βασίζεται σε ανάλογη προσπάθεια για εθνική αυτογνωσία.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Ελληνικό αδιέξοδο.

Η σοβαρή δημοσιονομική κρίση που περνά η χώρα μας και η γενικότερη οικονομική ύφεση είναι το αποκορύφωμα των προβλημάτων που ταλανίζουν την οικονομία μας. Πολλές ευθύνες για τα προβλήματα αυτά φέρει το πολιτικό μας σύστημα, που όχι μόνο εν πολλοίς τα δημιούργησε, αλλά και δεν κατορθώνει να τα αντιμετωπίσει.

Τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας φαίνονται στη μόνιμη ύπαρξη ελλειμμάτων στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Κύριος λόγος της ελλειμματικής λειτουργίας του ελληνικού κράτους είναι, βέβαια, η επιμονή μας να ζούμε πάνω από τα μέτρα που ο πλούτος που παράγουμε μας επιτρέπει. Με απλά λόγια, η μόνη λύση στο σημερινό μας πρόβλημα είναι να ξοδεύουμε λιγότερα και να παράγουμε περισσότερα. Αυτό έγινε κατανοητό, όταν πια φθάσαμε να μην μπορούμε να εξυπηρετήσουμε τα κολοσσιαία δάνεια τα οποία συσσωρεύσαμε και κατασπαταλήσαμε σε λειτουργικές ανάγκες και σε παροχές. Τώρα, κάτω από την πίεση των δανειστών μας, προσπαθούμε να εξορθολογίσουμε το οικονομικό χάος που δημιουργήθηκε. Βρισκόμαστε έτσι σε μια εξαιρετικά δυσμενή χρονική συγκυρία, κατά την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να μειώσουμε τις δανειακές μας ανάγκες στο 1/4 του εξωφρενικού ποσού που σήμερα δανειζόμαστε κάθε χρόνο και μάλιστα, να το επιτύχουμε αυτό μέσα σε 4 χρόνια.

Ήδη έχουν ληφθεί βαρύτατα μέτρα περιορισμού των δαπανών που αποσκοπούν στον περιορισμό των κρατικών αναγκών σε δανεισμό και σε άμεση συρρίκνωση των δανειακών αναγκών. Όμως η ελληνική οικονομία εισήλθε σε στάδιο ύφεσης και τμήματα του ελληνικού λαού αναγκάζονται να υποβαθμίσουν το βιοτικό τους επίπεδο, ενώ μεγάλο τμήμα του εργατικού μας δυναμικού θα περιπέσει σε ανεργία και θα απαξιωθεί. Πρόκειται για οικονομική πολιτική που χρησιμοποιεί την ύφεση ως εργαλείο εξισορρόπησης του οικονομικού συστήματος. Κατά την τρέχουσα οικονομική αντίληψη ο περιορισμός των δαπανών και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών θα οδηγήσουν νομοτελειακά σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας , σε ανάπτυξη, σε αύξηση των εξαγωγών και βελτίωση των οικονομικών μεγεθών. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή είναι πιθανόν να φέρει το σύνολο της οικονομίας σε μαρασμό που θα κρατήσει πολλά χρόνια. Η ύφεση θα περιορίσει τις δανειακές ανάγκες, θα μειώσει όμως και τα κρατικά έσοδα, ώστε η τελική ωφελεία να μην είναι ικανή να αποπληρώσει και να περιορίσει τα δάνεια. Βέβαια η πολιτική της σκληρής λιτότητας φαίνεται να είναι μονόδρομος, αφού η δυνατότητά μας να συνεχίσουμε την ανεύθυνη πρακτική των δανείων έχει εξαντληθεί. Δεν υπάρχει άλλη βραχυπρόθεσμη διέξοδος και υπέρβαση της κρίσης από την περικοπή των κρατικών δαπανών.

Ωστόσο, ο περιορισμός των δαπανών δεν θα επαρκέσει για την υπέρβαση της κρίσης και μόνος του μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα ταμειακά προβλήματα. Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί και παραγωγή πλούτου, που σημαίνει οικονομική ανάπτυξη. Η παραγωγή πλούτου και η ανάπτυξη εξαρτώνται βέβαια από την πραγματοποίηση επενδύσεων, τις οποίες υποτίθεται ότι θα κάνουν ελκυστικές τα μέτρα πειθάρχησης της οικονομίας και συγκράτησης του κόστους παραγωγής. Η παραγωγή πλούτου δεν σημαίνει μόνο την υποστήριξη των υπαρχόντων παραγωγικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας, αλλά και την ανάπτυξη της μεταποίησης και της παραγωγικής βάσης, η οποία κατέρρευσε με την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, και οι πολιτικές επιλογές της κρίσιμης δεκαετίας του 1980 οδήγησαν σε ανυπαρξία παραγωγικών επενδύσεων, ώστε η εθνική οικονομία να περιορισθεί κατά βάση στον τριτογενή τομέα, αυτόν των υπηρεσιών. Η ελληνική βιομηχανική παραγωγή παραμένει για 30 σχεδόν χρόνια στάσιμη. Υποστηρίχθηκε ότι δεν έχουμε βιομηχανική παράδοση και ότι οι βιομηχανικές δραστηριότητες στη χώρα μας είναι για πολλούς λόγους ανέφικτες. Έτσι, η παρασιτική μας ένταξη στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύνολο έγινε χωρίς να έχουμε την ικανότητα της ανταγωνιστικής παραγωγής αγαθών και κατέληξε σε παρασιτικό καταναλωτισμό. Αγνοήσαμε, λοιπόν, τη σημασία της σωστής ποιοτικής παραγωγής απτών αγαθών και κατασπαταλήσαμε τεράστιους πόρους. Όχι μόνο δεν δημιουργήσαμε μια παραγωγική βάση, αλλά καταστρέψαμε και την αδύναμη βιομηχανική δραστηριότητα που είχαμε δημιουργήσει μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτά που παράγουμε δεν είναι ποιοτικά και δεν είναι ανταγωνιστικά. Φθάσαμε έτσι να εξάγουμε μικρό ποσοστό της εθνικής παραγωγής και σχεδόν τίποτε σε ό,τι αφορά κατεργασμένα σύνθετα προϊόντα. Στην εσωτερική αγορά τα ξένα προϊόντα εκτοπίζουν τα δικά μας. Καταλήξαμε σε μια οικονομία χαμηλής ποιότητας υπηρεσιών και αγνοήσαμε τη σωστή, ποιοτική, παραγωγή αγαθών.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη μορφή υπανάπτυξης : παρά την παρουσία ενός ικανού, με σύγχρονη εκπαίδευση εργατικού δυναμικού, τα προϊόντα τα οποία η χώρα παράγει είναι χαμηλής τεχνολογικής μορφής και δεν έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Χαρακτηριστική είναι η παντελής έλλειψη μηχανοκατασκευαστικής δραστηριότητας στην ελληνική οικονομία, όπως και η απουσία μεταβιομηχανικών δραστηριοτήτων. Με άλλα λόγια, παρά την υπάρχουσα δυναμική, που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά μικρών δυναμικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης ή της Νοτιοανατολικής Ασίας, η χώρα παραμένει προσκολλημένη σε παρωχημένες μορφές οικονομικής ανάπτυξης και αδυνατεί να ενταχθεί ισότιμα και ανταγωνιστικά στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Εξάλλου, η οικονομική ευρωστία είναι σήμερα προϋπόθεση εθνικής ανεξαρτησίας, όπως και είναι η βάση της ισχύος η οποία κάνει τη χώρα σεβαστή.

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε;

Ο περιορισμός των δαπανών, που ήδη εφαρμόζεται, φαίνεται να είναι κάτι το απλό μπροστά στην ανάγκη να αυξήσουμε την παραγωγή πλούτου, δηλαδή να αναστήσουμε την μεταποίηση και να ενισχύσουμε τις βιομηχανικές δραστηριότητες. Θα πρέπει, λοιπόν, να παραιτηθούμε από αυτές τις οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες; Αυτό όμως θα σήμαινε την αποδοχή της περιθωριοποίησης και της οικονομικής ανέχειας. Δεν υπάρχει όπως φαίνεται άλλη διέξοδος: είναι κατεπείγουσα η ανάγκη ριζικού εκσυγχρονισμού και ένταξής μας στον σύγχρονο κόσμο. Αυτό, παρ’ όλο που φαίνεται δύσκολο, το έχουμε κατορθώσει κατ’ επανάληψη κατά την ιστορική μας πορεία και μάλιστα σε εποχές που στερούμεθα πολιτικής ανεξαρτησίας.

Σήμερα ο ριζικός εκσυγχρονισμός μας δεν μπορεί να γίνει παρά με την καθοδήγηση και ηγεσία ενός πολιτικού συστήματος, που βέβαια θα πρέπει να έχει αποβάλει τα μειονεκτήματα του παρόντος. Βρισκόμαστε μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις. Ριζικά μέτρα πρέπει να ληφθούν κατεπειγόντως. Είναι, λοιπόν, σε αυτή την κρίσιμη καμπή αναγκαία η κάθαρση. Η διαφθορά πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Η δημαγωγία και η μετριότητα πρέπει να αποδοκιμασθούν από το εκλογικό σώμα. Νέα πρόσωπα πρέπει να αναδυθούν. Αυτά προϋποθέτουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη διατύπωση ενός νέου οράματος.

Πιστεύουμε ότι οι δυνατότητες του Ελληνισμού για επιβίωση είναι τεράστιες. Από αυτές πρέπει να αντλήσουμε τη σταθερότητα και τη σοβαρότητα μιας πολιτικής που θα μας οδηγήσει στην ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας μας.

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Τιμητική εκδήλωση για τον Κωνσταντίνο Θανόπουλο και τον Δημήτρη Μαυρίδη

Ιστορικά και ιδεολογικά πλαίσια για την πόλη της Ξάνθης.

Ευχαριστώ το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης για την εκδήλωση που με τιμά. Ευχαριστώ τον λαμπρό νέο ιστορικό καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη για τα καλά του λόγια.

Θα μπορούσα να πω ότι όσα εγώ έγραψα δεν είναι παρά σχόλια σε αυτό που κατόρθωσε ο Κωνσταντίνος Θανόπουλος το 1976.

Πέραν τούτου θα φανεί ίσως παράξενο αν σας πω ότι τα πέντε βιβλία που έχω γράψει για την Ξάνθη δεν στοχεύουν στην τοπική ιστορία. Εκείνο που με απασχο­λεί είναι γενικές αρχές που μεταφέρουν και διατηρούν σημασίες. Και οι σημασίες αυτές είναι συγκεκριμένες.

Η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης, λοιπόν, δεν αποτελεί για μένα ένα γεγονός με στενό τοπικό ενδιαφέρον, αλλά έχει βαρύτητα γενικότερη. Θα προσπαθήσω με απλά λόγια να εξηγήσω τι εννοώ.

Πρώτα-πρώτα, στη χωροταξική διάταξη της Ξάνθης διακρίνονται ακόμη οι βυζαν­τινές μυστικές αντιλήψεις για καθαγίαση του χώρου. Έπειτα, η πόλη, όπως διατη­ρείται, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα οικισμού της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά είναι και το πληρέστερα διατηρούμενο στον ελλαδικό χώρο δομημένο παράδειγμα της κοινοτικής οργάνωσης του νεότερου Ελληνισμού κατά την ύστερη Τουρκο­κρατία. Κτίτορας της Ξάνθης είναι η ρωμαίικη κοινότητα με την καθοδήγηση της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πόροι για την ανέγερση της πόλης προέρχονται από την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα της κοινότητας. Η εκ βάθρων ανέγερσή της κατεστραμμένης από σεισμούς πόλης γίνεται από μπουλούκια οικο­δόμων. Αυτοί μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνι­σμού στην Ξάνθη. Μεγάλη είναι η κινητικότητα των πληθυσμών της πόλης, η οποία αποτελεί ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων. Στη διατηρούμενη Παλιά Πόλη της Ξάνθης απαντώνται στοιχεία της λαϊκής, της "αρχοντικής" και της εκκλησιαστικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τα παραδοσιακά στοιχεία συνυπάρ­χουν με στοιχεία της κεντροευρωπαϊκής μπελ επόκ, της εκλεκτικιστικής αρχιτε­κτονικής των αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, αλλά και του νεοκλασσικισμού του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η Παλιά Πόλη είναι ένα αρχιτε­κτονικό υβρίδιο, καθρέπτης της εξωστρέφειας του Ελληνισμού και του κοσμοπολι­τισμού των Ρωμηών της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και τόπος αρμονικής συμβί­ωσης πληθυσμών με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.
Έχουμε, δηλαδή, εδώ την ζώσα και ορατή παρουσία όσων συνιστούν την εθνική και πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία: Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός, καθ’ ημάς Ανα­τολή, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Κοινότητες των Ρωμηών κατά την Τουρ­κοκρατία, Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως οι σημασίες που μεταφέρει η Παλιά Πόλη της Ξάνθης δεν αφορούν μόνο το ιστορικό περιβάλλον, αλλά απλώνονται και στη σύγχρονη προβληματική, όπως συνειδητά ή ασυνείδητα τη βιώνουμε.
Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμη του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό κενό από σημασίες. Γίνε­ται χώρος που δεν είναι μόνιμος, που χρησιμεύει μόνο για να μας μεταφέρει εκεί που είναι ανάγκη να πάμε. Ο τόπος γίνεται μη τόπος. Ουσιαστική είναι η διαπί­στωση ενός μεγάλου σύγχρονου διανοητή ότι «η έλλειψη πατρίδας είναι σήμερα ένα παγκόσμιο πεπρωμένο». Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ιδεολογική και έχει την εξήγησή της, πάντα κατά τον ίδιο διανοητή, στην αποχώρηση του ιστορικού στοι­χείου μέσα από το Είναι. Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μέσα σε ένα «διαρκές παρόν». Στα καθ’ ημάς, υπάρχει επί πλέον η πραγματικότητα του αστικού εφιάλτη, που εί­ναι το αντίθετο αυτού που κατά παράδοση ονομάζουμε πόλη, δηλαδή του οικι­σμού που ξεχωρίζει και ανυψώνεται γιατί διαθέτει μια χαρακτηριστική ψυχή.
Μετά το 1922, με την καταστροφή του ευρύτερου Ελληνισμού, η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μια χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, το Αιγαίο ή την Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας. Τα σύνορα παύουν να είναι γραμμικά και απλώνονται και διακλαδώνονται παντού στον εμπειρικό και στον νοητικό χώρο. Φαίνεται πια καθαρά ότι είναι απολύτως αναγκαίο να επασυνδεθούμε σταθερά με αυτό που μας καθορίζει.
Ιδού λοιπόν σήμερα εδώ μία πόλη σύνορο που στέκεται ως τόπος, απ’ όπου μπο­ρούμε να πλησιάσουμε αυτό που μας φαίνεται μακρινό, να συνδέσουμε το πρόσκαιρο με το διαρκές και να αντικαταστήσουμε το άξενο με το οικείο.

Ομιλία μετά την βράβευση του Δ. Μαυρίδη από την Νομαρχία Ξάνθης 30.1.2010

Ευχαριστώ τη Νομαρχία Ξάνθης για την τιμητική βράβευση της συγγραφικής μου δραστηριότητας. Ιδιαίτερα σας ευχαριστώ κύριε Νομάρχα, γιατί η επιβράβευση αυτή δικαιώνει τη μακρόχρονη ενασχόλησή μου με θέματα τοπικότητας και ταυτότητας. Ζητήματα που συχνά θεωρούνται αναχρονισμοί και άκριτα παραμερίζονται.

Από το προσφυγικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσα, κληρονόμησα την πποίθηση ότι η βίαιη απομάκρυνσή μας από τον ιστορικό μας χώρο, μας υποχρέωσε να πορευτούμε στερούμενοι μίας καθοριστικής για μας διάστασης. Η πεποίθηση αυτή με βοήθησε αργότερα να κατανοήσω τα προβλήματα που συνδέονται με την αμηχανία για τον πολιτισμό μας, τη λήθη και την απομάκρυνση από τις παραδόσεις μας, την προσκόλλησή μας σε πρότυπα που δεν είναι δικά μας, την ασάφεια και την απορία για το τι είμαστε και που ανήκουμε, όπως και την υστέρησή μας σε επιτυχείς θεσμούς και συνεπείς συμπεριφορές.

Τα προβλήματα αυτά με οδήγησαν στη διαπίστωση ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη, η ευημερία και εν τέλει η επιβίωση της χώρας μας και του λαού μας, αλλά και η γνώση, που αποτελεί την προϋπόθεσή τους.

Κατά τη δεκαετία του 1970 το περιφερειακό τότε, αλλά οικείο σε μένα περιβάλλον της Ξάνθης, μου έδωσε την αντίληψη της ελληνικότητας που υποπτευόμουν, αλλά αγνοούσα και είχα μάθει να περιφρονώ. Άρχισα να κατανοώ τη σημασία του βυζαντινού μας παρελθόντος, τη βαρύτητα αυτού που ονομάζουμε καθ΄ ημάς Ανατολή, τη σπουδαιότητα της αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού, αλλά και την ελληνική ιδιομορφία της ταύτισης της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας και της συνάρτησής τους με την ορθόδοξη πίστη. Αυτά είναι πράγματα της εμπειρίας, πνευματικά στην ουσία τους, που μεταφέρονται σε ζώσα ιστορική μορφή και καθημερινή πρακτική.

Την ίδια εποχή ελήφθη και η πρωτοποριακή απόφαση για την ανακήρυξη της Παλιάς Ξάνθης ως προστατευόμενου οικισμού. Πρωτοστάτησε ο τότε Νομάρχης Ξάνθης Κωνσταντίνος Θανόπουλος.

Αργότερα, στα πέντε βιβλία που έγραψα για την Ξάνθη, επικέντρωσα τις αναλύσεις μου στις σημασίες και τις αντιλήψεις που μεταφέρονται χάρη στη διατήρηση της πόλης. Αναφέρομαι στην καθαγίαση του χώρου κατά τη βυζαντινή εποχή, στον ρόλο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία, στις πραγματικότητες των Ρωμηών στην καθ΄ ημάς Ανατολή, στην αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού και στην κοινοτική συγκρότηση των Ρωμηών κατά την Τουρκοκρατία. Υποστήριξα έτσι την αντίληψη ότι η Παλιά Ξάνθη είναι δημιούργημα του ελληνικού κοινοτισμού, όπως και το καλύτερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού στον ελλαδικό χώρο. Στόχος μου ήταν η ανάδειξη του ιστορικού βάθους και του πολιτισμικού πλούτου, που η πόλη της Ξάνθης έχει την τύχη να διατηρεί και να διαφυλάσσει.

Ορισμένα από τα βιβλία μου, έχουν γραφεί με την ευκαιρία των εκθέσεων, με τις οποίες η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετέχει στις Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης. Άλλα, εκδίδονται από τον Δήμο Ξάνθης, με σκοπό την προβολή της πόλης. Η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στηρίζει τις εκδόσεις αυτές. Αυτό με ικανοποιεί, γιατί το ερμηνεύω ως αποτέλεσμα συλλογικής συναίνεσης και αποδοχής. Πράγμα που αξιολογώ ιδιαίτερα, γιατί πιστεύω ότι χωρίς τη συλλο­γικότητα η κοινωνική πραγματικότητα προκύπτει μόνο προσθετικά, ως άθροισμα ατομικών ιδιοτήτων και όχι ως ενιαία παράδοση και ζωντανός πολιτισμός. Αυτή την ενιαία παράδοση και τον ζωντανό πολιτισμό είναι αναγκαίο να παρουσιάσουμε και να αναδείξουμε.


Σεβασμιότατε,
Κύριε Νομάρχα,
Κύριε Δήμαρχε
Κυρίες και κύριοι,
σας ευχαριστώ

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Η Κωνσταντινούπολη εστία των Ελλήνων.

Ὁ μῦθος τῆς Κωνσταντινούπολης μοιάζει μέ τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη: ὅσο σέ ἀπασχολεῖ, τόσο ἀνακαλύπτεις οὐσιαστικότερα πράγματα καί τόσο περισσότερο σέ ἐνδιαφέρει˙ πάντα, ὅμως, βρίσκεσαι στήν ἀρχή.

Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Θράκης, ἀλλά καί βασιλική πόλη, ἡ ὁποία κρατᾶ σημασίες κοσμοϊστορικές.

Κατά τόν λόγιο αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο τόν Πορφυρογέννητο, ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι τό "κάλλιστον καί τιμιώτατον μέρος τῆς Θράκης". Γιά τόν Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ἀποτελεῖ, τίς παραμονές τῆς Ἅλωσης, τό "καύχημα τῶν ζώντων ὑπό τήν τοῦ ἡλίου Ἀνατολήν". Μέ τούς πατριδογράφους βυζαντινούς συγγραφεῖς ἡ Κωνσταντινούπολη ἀποκτᾶ μυστική σημασία καί γίνεται "παντός καλοῦ ἐνδιαίτημα". Ὅλοι, —Ἕλληνες, Τοῦρκοι, Σλάβοι, Ἄραβες καί Δυτικοί—, συμφωνοῦν στό ὅτι αὐτός πού τήν κατέχει ἀποκτᾶ μιά οἰκουμενικότητα μέ διαφορετική, βέβαια, ἔννοια σέ κάθε περίπτωση. Ὅλοι, ἐπίσης, συμφωνοῦν στό ὅτι πρόκειται γιά τή "βασιλίδα τῶν πόλεων". Τή λένε "βασιλεύουσα", "θεοφρούρητη", "ἄκουσμα παγκόσμιον", "ἁγιασματική πόλη" καί δίδουν πάμπολλους ἄλλους χαρακτηρισμούς καί ἐπίθετα.

Ἀνάλογες σημασίες ἔχει ἡ Κωνσταντινούπολη καί γιά τούς Τούρκους, τούς Ἀρμένιους, τούς Ἄραβες, τούς Γεωργιανούς, τούς λαούς τῆς Ἀνατολῆς, ἀκόμη καί γιά τούς Ἑβραίους. Μέ δέος καί σεβασμό τήν βλέπουν οἱ Ρῶσοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Σλάβοι. Γιά τούς Δυτικούς, βέβαια, ἡ Κωνσταντινούπολη, ὡς πυρήνας καί πηγή τοῦ Βυζαντίου, εἶναι "σημεῖον ἀντιλεγόμενον", χωρίς αὐτό νά κρύβει τόν φθόνο τους καί τόν ἄκρατο θαυμασμό τους.

Τέλος, γιά τούς Ἕλληνες ἡ Κωνσταντινούπολη ἀναγνωρίζεται ὡς μία ἑστία καί ἕνας ὀμφαλός τῆς πολιτισμικῆς τους ἐπιβεβαίωσης. Ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης διαπιστώνει ἐκεῖ τήν ὕπαρξη ἑνός συναισθηματικοῦ πόλου πού ὑποπτεύεται τήν ὕπαρξή του, ἀλλά δέν εἶναι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Ἕλληνες, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, βλέπουν τήν Κωνσταντινούπολη μέ ὑποκειμενικό τρόπο. Κανείς δέν εἶναι ἁρμοδιώτερος ἀπό τούς Ἕλληνες νά μιλήσει γι' αὐτό. Δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἀλλιῶς. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά λίγα ζητήματα στά ὁποῖα, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, συμφωνεῖ τό μόνιμα διχασμένο ἑλληνικό ἔθνος.

Ἡ Κωνσταντινούπολη παραμένει τό πολυπληθέστερο κέντρο τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ μέχρι τό 1922, ἀλλά καί ἡ νοερή πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τό οἰκονομικό καί τό πνευματικό κέντρο του. Εἰδικότερα, ἀπό τήν ἐποχή τῆς Ἅλωσης, —ἀλλά καί ἀπό τούς χρόνους τῆς πρώτης ἅλωσής της ἀπό τούς Λατίνους (1204)—, ἡ Κωνσταντινούπολη ἔλαβε διαστάσεις μυθικές καί ἔγινε τό κέντρο τῆς Μεγάλης Ἰδέας, μιᾶς ἰδεολογίας πού ἀπέβλεπε στή μελλοντική λύτρωση τῶν ὑποδούλων καί στήν ἀνασύσταση τῆς ἀρχαίας δόξας.

Στήν Κωνσταντινούπολη συμβίωσαν Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί πάνω ἀπό πέντε αἰῶνες.

Παρά τήν ἐγκατάσταση μουσουλμανικῶν πληθυσμῶν στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἀνοικοδόμησή της ὡς ἰσλαμική μητρόπολη, οἱ Ρωμηοί ἐξακολουθοῦσαν νά ἀποτελοῦν τό δεύτερο πολυπληθέστερο ἐθνικό στοιχεῖο. Μάλιστα τά τελευταῖα χρόνια τοῦ 19ου αἰώνα δημιουργήθηκε μία πραγματικότητα, στήν ὁποία ἡ παρουσία τῶν Ρωμηῶν ἔγινε πλέον πρωτεύουσα καί καθοριστική σέ σημαντικές περιοχές τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως ὁ Γαλατᾶς καί ὁ Βόσπορος.

Πλῆθος ἀπό χωριά περί τήν Κωνσταντινούπολη κατοικοῦνταν ἀπό ἑλληνικούς πληθυσμούς καί κυρίως αὐτά τῆς θρακικῆς περιφέρειας Δέρκων.

Τό 1912 λειτουργοῦσαν στήν περιφέρεια τῆς Κωνσταντινούπολης 105 σχολεῖα μέ 15.000 μαθητές. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ Σύλλογοι ἀνέρχονταν σέ πολλές ἑκατοντάδες.

Ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης πού σήμερα ἔχει τήν τύχη νά ἐπισκεφθεῖ τήν Κωνσταντινούπολη, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Ἁγία Σοφία, βρίσκεται μέσα σέ μία ἀχανή τεράστια πόλη, τήν ὁποία κατοικοῦν ἀναρίθμητοι ἀνατολίτες. Ὡστόσο, πρόκειται γιά τήν πόλη, πού γιά δεκαέξη αἰῶνες ἦταν ἡ μεγαλύτερη καί κύρια πόλη τῶν Ἑλλήνων.

Γιά τόν σημερινό ἐπισκέπτη ὑπάρχει πάντα τό ἐρώτημα: "Γιατί οἱ Ἕλληνες ἐπιμένουν νά ἐπιστρέφουν στήν Κωνσταντινούπολη;"

Ἀποκομμένοι ἀπό ἕνα χῶρο, πού ἦταν πολύ σημαντικός γιά μᾶς, βρεθήκαμε νά ἀγνοοῦμε τήν ἐσωτερική μας διάσταση. Ἀκόμη καί χωρίς Ρωμηούς, ἡ Κωνσταντινούπολη μᾶς δίδει τήν αἴσθηση ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας οὐσιαστικός ἐσωτερικός χῶρος. Ἐκεῖ βιώνουμε τήν οἰκείωση τοῦ περιβάλλοντος, τῶν ἱερῶν χώρων καί τῶν κτισμάτων, πού στέκονται γιά γενιές, μάρτυρες τῆς ταυτότητάς μας. Τόπο, ἀπό τόν ὁποῖο ἱστορικά γεγονότα μᾶς ὑποχρέωσαν νά ἀπομακρυνθοῦμε. Τό Βυζάντιο καί ὁ μέγας πολιτισμός του, δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἱστορική περίοδος, ἀλλά τά βάθρα καί ἡ πηγή τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ μῦθος τῆς Ρωμανίας καί τῆς Ρωμηοσύνης, ἀγνοημένος, ξεχασμένος καί ἀπωθημένος στό συλλογικό μας ὑποσυνείδητο, πλήν παραδόξως καί μυστικῶς καταλάμπων, ἔχει τήν ἑστία του στήν Κωνσταντινούπολη, τή γεμάτη σήμερα νεοφερμένους ἀπό τήν Ἀνατολή.

Δέν πηγαίνουμε, λοιπόν, ἐκεῖ μόνον γιά ὅ,τι ὀνομάζουμε τουρισμό. Ὁ τουρισμός εἶναι μιά παράδοξη ἀναζήτηση τοῦ ἐξωτικοῦ καί τοῦ διαφορετικοῦ, πράγματα πού ἐμφανίζονται στόν τουρίστα ὡς φευγαλέες ἐντυπώσεις. Ὁ τουρισμός μοιάζει ἔτσι μέ τή μή πραγματικότητα τῆς τηλεόρασης. Ὁ τουρίστας ἀδυνατεῖ νά μυηθεῖ. Τά ταξίδια τῶν Ἑλλήνων στήν πάλαι ἑλληνική Ἀνατολή καί στήν Κωνσταντινούπολη ξεκινοῦν ἀπό μία μύηση. Αὐτή ἡ μύηση βρίσκεται ἐν ὑπνώσει στή συνείδηση καί ἀναδεικνύεται μέ τά κατάλληλα ἐρεθίσματα καί κάτω ἀπό τίς κατάλληλες εὐκαιρίες.



Εἰσερχόμενος στήν ἱστορική Κωνσταντινούπολη ὁ ἐπισκέπτης περνᾶ ἀπό τεράστιους χώρους, ὅπου ὁ σταθμός τῶν λεωφορείων. Ἀμέσως, μετά ἀπό ἀνισόπεδο κόμβο, βρίσκεται σέ μία μεγάλη σύγχρονη λεωφόρο. Ἴσως μέ λίγη προσπάθεια, θά διακρίνει ὁ ἐπισκέπτης, μακριά, τά γκρεμισμένα γιά τό πέρασμα τῆς λεωφόρου τείχη, ὅπου κυματίζουν οἱ κόκκινες σημαῖες. Λίγο δύσκολο νά ἀντιληφθεῖ ὁ Ἕλληνας ἐπισκέπτης ὅτι βρίσκεται στήν πύλη τοῦ Ρωμανοῦ. Σημεῖο, ὅπου ἡ αὐτοθυσία τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα καί τῶν συμπολεμιστῶν του ἔδωσε νόημα στήν πτώση τῆς Αὐτοκρατορίας.

Λίγο μετά, στήν κορυφή τοῦ τέταρτου λόφου τῆς Ἑπταλόφου, δεσπόζει, ὁρατό ἀπό παντοῦ, τό Φατίχ τζαμί, κτισμένο ἀπό τόν Μωάμεθ τόν Πορθητῆ, ὅπου καί ὁ τάφος του. Οἱ ὑπάρχοντες ὁδηγοί, ὡστόσο, συνήθως δέν ἀναφέρουν ὅτι στή θέση αὐτή ὑπῆρχε ἡ μεγάλη αὐτοκρατορική ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καί οἱ τάφοι τῶν Αὐτοκρατόρων καί τῶν Πατριαρχῶν.

Ὁ ἐπισκέπτης τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐπίσης, συχνά ἀγνοεῖ τό ἕτερο θαυμαστό καί μεγαλειῶδες ἔργο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, πού σώζεται σήμερα: τή βασιλική κινστέρνα. Ἀλλά, καί ἄν ἀκόμη ὁ σύγχρονος ταξιδιώτης ἐπισκεφθεῖ τή βασιλική κινστέρνα, εἶναι σχεδόν βέβαιο, ὅτι θά ἀγνοεῖ τό ὅτι στήν ἐπιφάνεια, πάνω ἀπό τούς ἐπιβλητικούς κίονες τῆς βασιλικῆς κινστέρνας, στέκονταν γιά ἑκατοντάδες χρόνια ἡ κιβωτός τοῦ κλασσικοῦ κόσμου: ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κωνστάντιου τοῦ Β´.

Ἀκόμη, ὁ σύγχρονος ταξιδιώτης δύσκολα θά προσεγγίσει τήν ἐρειπωμένη πιά Μονή τοῦ Στουδίου, κέντρο μάθησης, ὅπου οἱ λειτουργίες καί οἱ ψαλμοί δέν σταμάτησαν οὔτε στιγμή γιά χίλια χρόνια. Ἀλλά, ἀκόμη καί ἄν φτάσει ἐκεῖ στό Ἑπταπύργιο ὁ ἀπληροφόρητος ἐπισκέπτης, ἴσως δέν θά γνωρίζει ἕνα σημαντικό στοιχεῖο: ἐκεῖ οἱ μοναχοί μετέγραψαν τόν 9ο καί 10ο αἰῶνα, κατά τή πρώτη βυζαντινή ἀναγέννηση, ὅλα τά ἔργα τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ἀπό τή μεγαλογράμματη στή μικρογράμματη γραφή. Αὐτά πού γνωρίζουμε σήμερα ἀπό τόν ἀρχαῖο κόσμο ὀφείλονται στή δεύτερη αὐτή σωτήρια ἐπέμβαση τῶν Βυζαντινῶν, πού κέντρο της ὑπῆρξε ἡ Μονή τοῦ Στουδίου.

Τέλος, στόν σημερινό Γαλατᾶ, τόν γεμᾶτο ξέγνοιαστη διασκέδαση, ὁ ταξιδιώτης θά περιδιαβεῖ τήν πάλαι "Μεγάλη ὁδό τοῦ Πέραν", τή γεμάτη ἀπό σύγχρονα καταστήματα καί ἐντυπωσιακά καλοδιατηρημένα μέγαρα ἐποχῆς. Ἐκεῖ, στό γραφικό, πάντα ζωντανό Μπαλούκ Παζάρ, στήν ἐντυπωσιακή Χριστάκη Passage, τή γεμάτη θορύβους καί τουριστική ἀξιοποίηση, ὁ Ἕλληνας ταξιδιώτης δέν θά ὑποπτευθεῖ ὅτι βρίσκεται παρά τόν χῶρο, ὅπου ὑπῆρχε μέχρι πρόσφατα τό μέγαρο τοῦ "Ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου". Μία ἑστία μεγάλων πόθων καί τόπος αὐθόρμητης αὐτοσυνείδησης.

Πρόκειται γιά χώρους ἱερούς, ὅπου ἡ λήθη δέν εἶναι δυνατή καί ὅπου κλονίζεται ἐκ θεμελίων ἡ αὐτάρεσκη ἀντίληψή μας γιά ἕνα εὐδαιμονικό "διαρκές παρόν". Θέλουμε νά πηγαίνουμε λοιπόν ἐκεῖ, ὄχι μόνο γιά νά συνδεόμαστε μέ τήν παράδοση, ἀλλά καί γιά νά δίνουμε καί πάλι νόημα σέ τόπους μέ μεγάλη σημασία γιά μᾶς.



Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Μαυρίδη «Ἀπό τήν ἱστορία τῆς Θράκης 1875–1925» , Ξάνθη 2006