Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Η ανέγερση της Αγίας Σοφίας και η συνέχεια του Ελληνισμού.



Η Αγία Σοφία, η «μεγάλη εκκλησία» της Κωνσταντινούπολης στέκεται στην κορυφή του πρώτου λόφου της Πόλης και κοντά στο άκρο της ιστορικής χερσονήσου που περιβάλλεται από την Προποντίδα, τον Βόσπορο και τον Κεράτιο. Η Αγία Σοφία κτίσθηκε μεταξύ των ετών 532 και 537 και αποτελούσε οργανικό τμήμα του συγκροτήματος του παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Το κτίσμα που γνωρίζουμε σήμερα είναι το τρίτο κατά ιστορική σειρά και κτίσθηκε για να αναπληρώσει την κατεστραμμένη κατά τη Στάση του Νίκα προηγούμενη Αγία Σοφία. 

H ανέγερση της Αγίας Σοφίας έγινε μέσα σε πέντε χρόνια και δέκα μήνες, χρονικό διάστημα το οποίο φαίνεται απίστευτο δεδομένης της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του μνημείου[i]. Το ίδιο απίστευτο και μοναδικό είναι το γεγονός ότι ο Ανθέμιος παρουσίασε πρωτόλεια της κατασκευής (ινδάλματα, κάτι σαν τις σημερινές μακέτες), λίγες μόλις μέρες μετά την καταστολή της Στάσης του Νίκα και την καταστροφή της προηγούμενης εκκλησίας της Αγίας Σοφίας[ii]. Αλλά και απ΄ όλες τις απόψεις η Αγία Σοφία θεωρήθηκε, και είναι, κάτι «το μοναδικό στον κόσμο» (singulariter in mundo)[iii]. 

Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά, αλλά και τα πιο ιδιόρρυθμα κτήρια στην ιστορία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής και αποτελεί συνδυασμό της βασιλικής με τον περίκεντρο ναό με τρούλλο. Με τους μεγαλειώδεις χώρους και τον τρούλλο της Αγίας Σοφίας πραγματοποιείται η επιθυμία του βυζαντινού λαού για ένα ναό ικανό να «χωρέσει το Αχώρητον». Η Αγία Σοφία δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως «επίγειος ουρανός».
Η πραγματικότητα όμως και οι σημασίες που μεταφέρονται μέσω της Αγίας Σοφίας υπερβαίνουν τους ορισμούς. Η Αγία Σοφία πραγματοποιεί τη μετάβαση από τον αρχαίο στον βυζαντινό κόσμο ως ύψι­στο δημιούργημα του ενιαίου Ελληνισμού μέσα στην συνέχεια και τη συνέπεια της ιστορίας του.
Η Αγία Σοφία μπορεί να γίνει αντιληπτή και ως καθρέπτης της ελληνικής ιστορίας. Αυτό συνδέεται με την συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει τη διϊστορική  εικόνα του μνημείου στη συλλογική μας συνείδηση. Γιατί εκείνο που βρίσκεται βαθιά μέσα στα πράγματα, αυτό συνεχίζει να αναδύεται, να επιμένει  και να παραμένει παρόν στην Αγία Σοφία. Υποστηρίζουμε ότι οι διαχρονικές αξίες και οι αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν το μνημείο αυτό μαρτυρούν τη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας. Κάτω από τις συγκυρίες και τις συμπεριφορές υπάρχουν αρχές και αρχέτυπα που επιμένουν, εμφανίζονται και συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις πραγματικότητες.
Κατ΄ αρχήν είναι παντού παρούσα στην Αγία Σοφία η θεμελιώδης γνωσιολογική αντίληψη των Ελλήνων για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της θέασης. Το πνεύμα χρειάζεται να δει για να κατανοήσει[iv]. Ο επισκέπτης της Αγίας Σοφίας βλέπει. Σ’ αυτό βοηθά το πολυσυζητημένο φως που χαρακτηρίζει το εσωτερικό του κτηρίου[v]. Αλλά και ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του όλου έργου, μας δίδει την αίσθηση της αντιδιαστολής προς την Ασία και τη Δυτική Ευρώπη. Όπως και η ποιότητα της επιστήμης που το δημιούργησε, μαζί με τη μορφή της αισθητικής που το σφραγίζει, μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται σε συμφωνία με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις. Θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέ­σουμε την απόρριψη της χρησιμοθηρικής επιστήμης, που διακηρύττουν οι δύο ιδιο­φυείς δημιουργοί του έργου, όπως και την αποφασιστική τους στάση απέναντι στην απαίτηση της λογικής να περιορίσει και να καθορίσει τον κόσμο[vi]. 

Την ανέγερση της Αγίας Σοφίας ανέθεσε ο Ιουστινιανός σε δύο ιδιοφυείς επιστήμονες, εκπρόσωπους των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι παρέμειναν σταθεροί υποστηρικτές των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων.
Οι προσωπικότητες των δύο δημιουργών της Αγίας Σοφίας γεννούν σήμερα ερωτήματα. Αμφότεροι, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, δεν ήταν γνωστοί ως δόκιμοι αρχιτέκτονες όταν ο Ιουστινιανός τους ανέθεσε την ανέγερση της Αγίας Σοφίας και ούτε είχαν πραγματοποιήσει άλλα οικοδομικά έργα[vii].
Επρόκειτο μάλλον για θεωρητικούς επιστήμονες, οι οποίοι έθεταν την επιστήμη τους σε εμπειρική απόδειξη και εφαρμογή και οι οποίοι ήταν γνωστοί ως «μηχανικοί» η ως «μηχανοποιοί»[viii]. Οι όροι αυτοί αφορούσαν τους λίγους επιστήμονες, τους οποίους απασχολούσε εκείνη την εποχή η θεωρία της Μηχανικής.

Ο Ανθέμιος, από τις Τράλλεις της Λυδίας, είχε την κύρια ευθύνη της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας, εκτός από την αρχιτεκτονική του μνημείου ήταν υπεύθυνος για την όλη οργάνωση των εργασιών και την οικονομική διαχείριση. Ο Ανθέμιος προήρχετο από προικισμένη οικογένεια διανοουμένων και ήταν γνωστός ως μαθηματικός και μελετητής της φυσικής επιστήμης. Εκείνο που τον απασχολούσε φαίνεται ότι ήταν η θεωρία και η κατασκευή μηχανών σε κάποια μορφή μιμητική των λειτουργιών του φυσικού κόσμου[ix]. Ήταν θεωρητικός επιστήμονας και αρέσκονταν να κατασκευάζει πρωτότυπα  μηχανήματα χωρίς φανερή πρακτική αξία. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος της πραγματείας του: «Περί παραδόξων μηχανημάτων»[x], όπου μεταξύ άλλων συζητείται και η σχεδίαση της έλλειψης. Ασχολήθηκε με την παραγωγή ενός τεχνητού σεισμού, με τη χρήση της δύναμης του ατμού, όπως και με την κατασκευή ενός μεγάλου κατόπτρου[xi]. Αναφέρεται ακόμη ως ζωγράφος και γλύπτης. Συνέγραψε θεωρητικά κείμενα, μεταξύ των οποίων τη συνέχεια της πραγματείας του Αρχιμήδη για τα σφαιρικά κάτοπτρα μετά από ανάλυση της θεωρίας των κωνικών τομών[xii]. O Παύλος Σιλεντιάριος τον χαρακτήρισε ως «πολυμήχανο»[xiii].

Ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, ήταν αυθεντία στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος γεωμέτρης της ύστερης αρχαιότητας. Φαίνεται ότι ο Ισίδωρος είχε διδάξει στα Πανεπιστήμια της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης και ότι είχε σχέσεις με την Πλατωνική Ακαδημία, πριν το κλείσιμό της απ' τον Ιουστινιανό[xiv]. Ένα γνωστό σύγγραμμά του αφορούσε σχόλιο σε πραγματεία του Ιέρωνα της Αλεξάνδρειας. Είχε επίσης εκδόσει τα έργα του Αρχιμήδη.

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της Αγίας Σοφίας μας συνδέει λοιπόν, κατά κάποιους τρόπους, με τον αρχαίο κόσμο και τις κλασσικές αντιλήψεις. Αυτό είναι εμφανές στην αίσθηση του μέτρου που αποπνέει όλο το οικοδόμημα και στην ανθρωποκεντρική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον σχεδιασμό του.

Παρά το ότι αμφότεροι οι υπεύθυνοι για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας δεν είχαν κατασκευαστικές εμπειρίες, ωστόσο, στην πράξη υπερέβησαν και τις προσδοκίες, και τα καθιερωμένα: Έθεσαν μεγάλους και υψηλούς στόχους και επινόησαν εκπληκτικές κατασκευές. Αυτό που κατασκεύασαν εξάντλησε όλα τα περιθώρια και υπερέβη όλους τους συντελεστές ασφαλείας. Για πολλούς, είναι ανεξήγητο πώς το κτίσμα στάθηκε και πώς ακόμη στέκεται, μετά από τριάντα σεισμούς και δεκαπέντε αιώνες. Οι έμπειροι πρωτομάστορες και οι βοηθοί τους θα πρέπει να έμειναν κατάπληκτοι από τα τολμηρά πειράματα των δύο νεοφώτιστων αρχιτεκτόνων[xv]. Όλοι, όμως, συγκλονίστηκαν όταν η Αγία Σοφία παραδόθηκε στο κοινό. Ο συγκλονισμός αυτός συνεχίζει αδιάπτωτα να γεννιέται με την ίδια ένταση και στους σημερινούς επισκέπτες. Είχε δημιουργηθεί κάτι, που όχι μόνο δεν μπορούσε να εξηγηθεί τεχνικά, αλλά ήταν και αισθητικά απίστευτο: Από τον απέραντο εσωτερικό χώρο και την μυθική χρωματική εντύπωση μέχρι τον αιωρούμενο (μετεωριζόμενο κατά τον Προκόπιο[xvi]) τρούλλο[xvii]. Πρόκειται για μια νέα σύλληψη με κοσμοϊστορικές σημασίες, ανεξάρτητη από εξελικτικές διαδικασίες. Πρόκειται για κορυφαία δημιουργία που αναδύεται αιφνιδίως, χωρίς την προετοιμασία που συνήθως μετά από μακροχρόνιο διάστημα καταλήγει σε κορύφωση. Δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά μνημεία που θα αποτελούσαν προϋποθέσεις για την εξελικτική προετοιμασία και πορεία προς την Αγία Σοφία[xviii].

Τεράστια μέσα[xix] και πολύτιμα υλικά διέθεσε ο Ιουστινιανός για την ανέγερση της Μεγάλης Εκκλησίας[xx]. Ο πλούτος και οι κυματισμοί των υλικών δίδουν στο φως ένα απόκοσμο χαρακτήρα[xxi]. Ο ναός φωτίζεται από εκατό παράθυρα. Αλλά ας αφήσουμε τον Προκόπιο να περιγράψει την εντύπωση που προκάλεσε το φως της Αγίας Σοφίας: «Ο χώρος δεν φωταγωγείται από έξω από τον ήλιο, αλλά λάμπει και ακτινοβολεί με φως που η πηγή του βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού»[xxii]. Το φως αντανακλάται και ιριδίζει στις μαρμάρινες πολύτιμες επιφάνειες και μια φαντασιακή ομίχλη διαχέεται και εξαπλώνεται στο χώρο. Το φως καταλάμπει μέσα από τους ψηφιδωτούς σταυρούς στους χρυσούς ουρανούς και πάνω στα βαθιά χρώματα των ψηφιδωτών διακοσμήσεων και δημιουργεί την αίσθηση και τη βεβαιότητα της ουράνιας πραγματικότητας που θεία χάρη προσφέρει στους επισκέπτες.

Όπως και να περιγραφούν οι εντυπώσεις που δημιουργούνται, είναι βέβαιο ότι πρόκειται για χώρους σαφείς και ορισμένους, πλην υπερβατικούς. Χώρους, όπου συνυπάρχουν το μυστηριώδες με το καθορισμένο και το επέκεινα με το εδώ. Αλλά στην Αγία Σοφία δεν έχουμε τη συντριπτική κυριαρχία που θέλουν να υποβάλλουν τα ανατολικά ιερά, ούτε την επιτακτική απαίτηση της ανάτασης που επιβάλλουν οι γοτθικοί ναοί της Δύσης. Εδώ υπάρχει, πάντα και παντού, μια αίσθηση ενανθρώπισης, ισορροπίας και μέτρου, η οποία είναι η συνέχεια και η αποκορύφωση του κλασσικού ελληνικού ανθρωπισμού. Κατά τον Προκόπιο το κτήριο χαρακτηρίζεται «τη αρμονία του μέτρου»[xxiii].

Όπως και να ερμηνεύσουμε το έργο των δύο ιδιόρρυθμων και αυτοδίδακτων αρχιτεκτόνων, εκείνα που σήμερα φαίνονται σημαντικά, εκτός από την υψηλή αισθητική του έργου, είναι η ποιότητα και το ηθικό επίπεδο της επιστήμης τους, αλλά και ο χαρακτήρας της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε.

Είναι λοιπόν οι δημιουργοί του έργου θεωρητικοί επιστήμονες, οι οποίοι κατά την πάγια ελληνική αντίληψη δεν θέτουν την επιστήμη τους σε χρησιμοθηρικά πλαίσια. Πρόκειται για καθαρή επιστήμη η οποία βρίσκεται έξω από τις ανάγκες και η οποία δεν είναι δυνατόν να υπηρετήσει σκοπιμότητες. Αυτό εμείς σήμερα δύσκολα μπορούμε να το καταλάβουμε, αφού έχουμε την εμπειρία της χρησιμοθηρικής και εργαλειακής επιστήμης, η οποία μας απειλεί όλους, ανατρέποντας την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Αλλά και την πικρή εμπειρία μιας επιστήμης η οποία επινοεί τα μέσα της καθολικής καταστροφής. Μια τέτοια επιστήμη εξυπηρετεί σκοπιμότητες οι οποίες αποβλέπουν στην υποταγή της φύσης και στην εξυπηρέτηση βλάσφημων σκοπών, όπως είναι η παγκόσμια κυριαρχία. Για την Ορθοδοξία οι σκοπιμότητες αυτές δεν είναι παρά αποτελέσματα μιας πτώσης. Αυτό είναι επίσης αδιανόητο και για τις ελληνικές αντιλήψεις, πρόκειται για την ύβρη που υπερβαίνει κάθε μέτρο και αλαζονικά παραβιάζει την κοσμική και θεία τάξη. Άλλωστε, πάγια είναι η ελληνική αντίληψη που σαφώς διατυπώνει ο Πλάτων: «Πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται»[xxiv].

Όμως και η υψηλή τέχνη με την οποία πραγματοποιήθηκε το έργο της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας δεν είναι σήμερα κατανοητή ως αποτέλεσμα που προέρχεται από επιστήμονες με θεωρητική κατάρτιση. Μας είναι σήμερα αδιανόητη η απουσία των στεγανών που περιορίζουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες και επιβάλλουν ανθρώπινες συμπεριφορές περιορισμένες σε στενά πλαίσια, στεγνές από ουσιαστικές ποιότητες. Στεγανά τα οποία εμποδίζουν την τέχνη από το να είναι λαϊκή, αυθόρμητη και αυθεντική. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα η τέχνη αποτελεί δραστηριότητα που μάλλον εξυπηρετεί σκοπιμότητες, παρά αυτό που παλαιότερα είχε χαρακτηρισθεί ως «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό»[xxv].



[i]    Έπρεπε να καθαρισθεί ο χώρος, να απαλλοτριωθούν ιδιοκτησίες, να συλλεγούν τα σπάνια και πολύτιμα οικοδομικά υλικά απ’  όλη την Αυτοκρατορία, να ετοιμαστούν τα σχέδια και οι μελέτες , αλλά και μετά την έναρξη των εργασιών να επιλυθούν περίπλοκα προβλήματα, όπως  η προσαρμογή του τρούλλου στις μεγάλες αψίδες. Ενδεικτικό των δυσχερειών είναι οι αλλαγές και οι προσαρμογές που συνεχώς γινόταν πάνω στα αποφασισμένα σχέδια και στις υπό εκτέλεση κατασκευές. Όπως η εκκλησία ανυψωνόταν, οι αλλαγές και οι νέες μορφές των κατασκευών έδιναν νέα όψη σε ολόκληρο το έργο. Παρόμοια κατάσταση θα χαρακτηρίζει και τις ανεγέρσεις των γοτθικών εκκλησιών της Κεντρικής Ευρώπης μερικούς αιώνες μετά. Εκεί όμως θα χρειασθούν για τη συμπλήρωσή τους πολλές δεκαετίες. 
[ii]    Προκοπίου Καισαρέως : Περί κτισμάτων. Λόγος Α,20.
[iii]   The Chronicle of Marcellinus, trans and commentary by B. Croke, Sydney 1995, p.47
[iv]           Χαρακτηριστικός και διδακτικός είναι ο μύθος του σπηλαίου από την Πολιτεία  του Πλάτωνα.
[v]   Αν και σήμερα ο φωτισμός της Αγίας Σοφίας από τον έξω χώρο έχει μειωθεί, αφού έχουν καταργηθεί παράθυρα και οι στηρίξεις και τα αντερείσματα εμποδίζουν το φως προς τα παράθυρα.
[vi] Σύμφωνα με την πάγια αποφατική στάση των Ελλήνων.
[vii] Krautheimer R. : Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σ. 255.
[viii]         W. Eugene Kleinbauer : Saint Sophia at Constantinople, William L. Bauhan Publisher, Dublin, New Hampshire 1999, p.12
[ix]  Αγαθίας : Ιστορία v.6.3, Kleinbauer, p.13, G.L. Huxley: Anthemius of Tralles, A Study in Later Greek Geometry, Cambridge, Massachusetts, 1959.
[x]   Huxley, p.6.
[xi]  Το ενδιαφέρον του Ανθέμιου για τη θεωρία των κατόπτρων συνδέεται άμεσα με τον χειρισμό του φωτός στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και με τον περίφημο σχεδιασμό του αρχικού τρούλλου της ίδιας εκκλησίας. (Ιάκωβος Ποταμιάνος: Το φως στη βυζαντινή εκκλησία, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 200-214). Δεν πρόκειται βέβαια για τη θεωρία των καυστικών κατόπτρων, αλλά για το πρόβλημα του σταθερού φωτισμού ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του χρόνου.
[xii] Γενικά η κοινωνία της Κωνσταντινούπολης θεωρούσε τον Ανθέμιο πρόσωπο ιδιόρρυθμο, Αγαθίας v.6.7-8.6. Υπάρχουν ανέκδοτα σχετικά με την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Ανθέμιου. Κατά τον Αγαθία ο Ανθέμιος βρισκόταν σε κακές σχέσεις με τον γείτονά του, φίλο του αυτοκράτορα, ρήτορα Ζήνωνα, ο οποίος για κάποιο λόγο μήνυσε τον Ανθέμιο, που φρόντισε να πάρει εκδίκηση με τη βοήθεια της μηχανικής επιστήμης που κατείχε. Σε δωμάτιο εφαπτόμενο της κατοικίας του Ζήνωνα, ο Ανθέμιος εγκατέστησε περίκλειστους λέβητες  γεμάτους νερό, το οποίο ζέστανε μέχρι ατμοποίησης. Ο ατμός διοχετεύτηκε μέσω δερμάτινων αγωγών στα θεμέλια της κατοικίας του Ζήνωνα. Η πίεση του ατμού προκάλεσε κλυδωνισμούς στο σπίτι του Ζήνωνα, ο οποίος το εγκατέλειψε έντρομος, πιστεύοντας ότι λάμβανε χώρα ισχυρός σεισμός. Επιπροσθέτως, ο Ανθέμιος επινόησε κάποιο μηχάνημα που δημιουργούσε ενοχλητικούς θορύβους ώστε να ενοχλεί τον Ζήνωνα, όπως και κάποιο κάτοπτρο με το οποίο αντανακλώντας τις ακτίνες του ηλίου  τύφλωνε τον Ζήνωνα όταν αυτός βρισκόταν στο σπίτι του. Ο Ζήνων σύντομα διαπίστωσε τα τεχνάσματα του Ανθέμιου και τον έσυρε μπροστά στον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος θυμόσοφα παρατήρησε με χαρακτηριστικό παγανιστικό συμβολισμό ότι του ήταν αδύνατο να περιορίσει ταυτόχρονα τη δύναμη του Δία να προξενεί βροντές και αυτή του Ποσειδώνα να γεννά σεισμούς.  Σε μια άλλη ιστορία ο Ανθέμιος βοηθά την απελπισμένη μητέρα νεαρού στυλίτη να τον κατεβάσει από την στύλη με τρόπο που να φαίνεται ως θεία επέμβαση και όχι ως υπαναχώρηση και παράβαση της απόφασής του να παραμείνει στη στύλη μόνιμα.
[xiii]         Paulos Silentiarius: Description S. Sophiae, ed. B.G. Niebuhr, Bonn 1837, σειρές 267-278.
[xiv]         Υπάρχουν μόνο αόριστες φιλολογικές πληροφορίες γι’  αυτό.
[xv]         Krautheimer, σ. 261.
[xvi]         Προκόπιος, Λόγος Α,51
[xvii]         Πρόκειται για τον τρούλλο που σχεδίασε και κατασκεύασε ο Ανθέμιος. Η καμπυλότητα του τρούλλου αυτού ήταν πολύ μικρή, πράγμα που ίσως ήταν και η αιτία της πτώσης του. Η καμπυλότητα του τρούλλου του Ανθέμιου ακολουθούσε την εξωτερική καμπυλότητα των σφαιρικών τυμπάνων, πράγμα που σήμερα δεν ισχύει, αφού ο τρούλλος που σήμερα υφίσταται έχει πολύ μεγάλη καμπυλότητα.  Το 558 μετά από σεισμούς ο τρούλλος του Ανθέμιου κατέρρευσε. Η επανακατασκευή του ανατέθηκε στον Ισίδωρο τον Νεότερο, ανιψιό του Ισιδώρου, ο οποίος, όπως και ο Ανθέμιος, είχε τότε πεθάνει. Σύμφωνα με τον Αγαθία, ο οποίος είχε εμπειρία και από τους δύο τρούλλους, ο αρχικός τρούλλος του Ανθέμιου συνιστούσε το κύριο και ουσιώδες στοιχείο του εσωτερικού και του εξωτερικού της Αγίας Σοφίας και γεννούσε απεριόριστο θαυμασμό, περισσότερο από αυτόν που γεννούσε ο τρούλλος που τον αντικατέστησε. Ο Αγαθίας σχολιάζει μάλιστα το ότι ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεότερου ήταν πιο καμπύλος και πιο στενός από τον αρχικό του Ανθέμιου, πράγμα που περιόριζε την ομορφιά του. (Ιστορία v.9.3.) Αλλά και ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεώτερου κατέπεσε το 989 και πάλι το 1346, ενώ αργότερα κατά τον 19ο αιώνα ενισχύθηκε κατά την ανακαίνιση που επιχείρησαν οι αδελφοί Fossati.
[xviii]        Δεν υπάρχει ιστορική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τη συνηθισμένη αναφορά ότι ο Ανθέμιος σχεδίασε την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, που είναι σχεδόν σύγχρονη με την Αγία Σοφία και συχνά θεωρείται ως πρωτόλειό της.
[xix]  Κατά τον Προκόπιο  «ο βασιλεύς αφροντιστήσας χρημάτων απάντων εις την οικοδομήν σπουδή ίετο, και τους τεχνίτας εκ πάσης γης ήγειρεν άπαντας».
[xx] Ιδίως η εσωτερική ορθομαρμάρωση, οι κολώνες και τα κιονόκρανα έχουν κατασκευαστεί από εξαιρετικής ποιότητας μάρμαρα και βρίσκονται σε περίπλοκη αρμονική διάταξη σε σχέση με το μέγεθος, τις αναλογίες και το χρώμα τους. Τα χρώματα των μαρμάρων αποκρύπτουν και εξαϋλώνουν το βάρος της πέτρας και των κεραμικών υλικών. Η πολυμορφία των υλικών είναι και σήμερα ορατή στην Αγία Σοφία. Μπορούμε μεταξύ άλλων να διακρίνουμε μαύρες πέτρες από τον Βόσπορο, πράσινο μάρμαρο από την Κάρυστο, πολυχρωματική πέτρα από την Φρυγία, πορφυρό γρανίτη με ασημένιες γραμμές από την Αίγυπτο, πράσινο ανοικτό μάρμαρο από τη Σπάρτη, μάρμαρο από την Ισαυρία με κόκκινες και λευκές φλέβες, κίτρινη πέτρα από τη Λιβύη, ποικιλίες όνυχα, όπως και το τοπικό μάρμαρο από την Προκόννησο με το οποίο είναι στρωμένο το δάπεδο του ναού.
[xxi]         Σε μεγάλο βαθμό η εντύπωση που το φως της Αγίας Σοφίας προξενούσε ξεκινούσε από τον φωτισμό του αρχικού τρούλλου που σχεδίασε ο Ανθέμιος. Ο τρούλλος αυτός όπως φαίνεται είχε τη μοναδική δυνατότητα να φωτίζεται σταθερά ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του έτους.  Ο Ανθέμιος είχε επιτύχει να απαντήσει στο θεμελιώδες αίτημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής πραγματοποιώντας την εντύπωση του «άκτιστου φωτός», που πηγή του είναι η κορυφή του τρούλλου, όπου και η εικόνα του Παντοκράτορα.  Ο σχεδιασμός της εσωτερικής επιφάνειας του τρούλλου αποτελούσε στην ουσία ένα κάτοπτρο, το οποίο δημιουργούσαν οι χρυσές ψηφίδες που περιέβαλαν τον μεγάλο σταυρό που υπήρχε στο μέσον του τρούλλου. Τα δε παράθυρα στη βάση του τρούλλου είχαν φαίνεται σχεδιασθεί ως ελλειπτικά κάτοπτρα διπλής καμπυλότητας ώστε να είναι «φέγγους διαρκώς αγωγοί», (Προκόπιος: Λόγος Α, σ. 43). Το πρόβλημα του κατόπτρου που θα μπορούσε να κατευθύνει τις ακτίνες του ηλίου σε κάποιο ορισμένο σημείο ενός κτηρίου, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θέσεις του ήλιου κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε επιλυθεί από τον Ανθέμιο στην πραγματεία του «περί παραδόξων μηχανημάτων» (Huxley, σ.6-9). Εκεί ο Ανθέμιος είχε θέσει με σαφήνεια και προνοητικότητα το πρόβλημα:  «ζητείται η πρόσκρουση μιας ακτίνας του ηλίου προς μία ορισμένη σταθερή θέση, χωρίς ποτέ η ακτίνα να απομακρύνεται σε οποιαδήποτε ώρα ή εποχή του έτους» (Huxley, σ.6) 
[xxii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 30, 31.
[xxiii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 21. Σε πλήρη συμφωνία προς τον Πλάτωνα κατά τον οποίο «το δε καλόν ουκ άμετρον».
[xxiv]         Μενέξενος, 19.
[xxv] Σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του  Immanuel Kant. 

Η σκιά του Νέο-οθωμανισμού πάνω από την Ελληνική Θράκη.



Οι απειλητικές διαθέσεις του τουρκικού κράτους για την Ελληνική Θράκη είναι εμφανείς από την ίδρυσή του και διατυπώνονται σαφώς στο «Εθνικό Συμβόλαιο» που διακήρυξε κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1919-1922 ο Κεμάλ Ατατούρκ. Έκτοτε από την πραγματικότητα μιας ετερογενούς και ετερόκλητης μουσουλμανικής μειονότητας, η οποία είχε γενικά αρνητικές διαθέσεις προς τον κεμαλισμό και την κοσμική Τουρκία, φθάσαμε να παραδώσουμε τους Έλληνες Μουσουλμάνους στις διαθέσεις της αναθεωρητικής και επεκτατικής Τουρκίας. Η Τουρκία πέτυχε σε μεγάλο βαθμό των εκτουρκισμό μιας μειονότητας που βρίσκεται έξω από τα σύνορά της.

Η σημερινή κατάσταση περιγράφεται από τον υπεύθυνο του Τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών κ. Αχμέτ Νταβούτογλου στο φλύαρο (και υπερφίαλο) βιβλίο του «Το στρατηγικό βάθος». Αναφέρεται εκεί το ερώτημα: «Μήπως δεν έχει συντελεστεί ακόμη η εκκαθάριση του οθωμανικού κράτους στα Βαλκάνια;» (σελ. 197 της ελληνικής μετάφρασης) και συμπληρώνεται παρακάτω ότι: «σημαντικός βραχυπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας στα Βαλκάνια είναι η δημιουργία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου που θα θέσει υπό την προστασία του τις εθνικές (sic) μειονότητες της περιοχής. Στο νομικό αυτό πλαίσιο η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα της παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές (sic) μειονότητες των Βαλκανίων. Η νομιμότητα της επέμβασης της Κύπρου, που αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή, κατέστη δυνατή εντός ενός τέτοιου είδους νομικού πλαισίου» (σελ.200). Ένα τέτοιο νομικό πλαίσιο προσπαθεί σήμερα να κατασκευάσει η Τουρκία στην Ελληνική Θράκη με την de facto εδραίωση πρακτικών και καταστάσεων. Επιδιώκεται συστηματικά η απομόνωση των Ελλήνων Μουσουλμάνων και η αποκοπή τους από την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό έννομο κράτος. Επιδιώκεται η δημιουργία παράλληλων διοικητικών και νομικών πλαισίων, ώστε η μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης να υφίσταται  με τους δικούς της θεσμούς, ανεξάρτητα από τους νόμους και τις αρχές του Ελληνικού Κράτους. Η επιβολή μιας παράλληλης διοίκησης επιβάλλεται μέσω του διαβόητου Τουρκικού Προξενείου, το οποίο όχι μόνον επεμβαίνει στα ελληνικά πράγματα, αλλά και τρομοκρατεί και ασκεί βία στους μη συμμορφούμενους στις απαιτήσεις του Έλληνες Μουσουλμάνους. Εμπαθή άτομα, εκλεκτοί του Τουρκικού Προξενείου, ασκούν παράνομα διοικητικές λειτουργίες. Οργανώσεις, που τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κηρύξει παράνομες, εξακολουθούν να λειτουργούν κάτω από την ανοχή των ελληνικών αρχών. 

Το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της σημερινής Ελληνικής Θράκης συγκροτούν οι Έλληνες Μουσουλμάνοι. Ο πληθυσμός των Ελλήνων Μουσουλμάνων είναι με πολλές μορφές ετερογενής και ετερόκλητος. Η προέλευση των Ελλήνων Μουσουλμάνων παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία:  πολλοί, κυρίως οι αυτόχθονες Μουσουλμάνοι Πομάκοι της ορεινής περιοχής της Ροδόπης, κατοικούν στην Ελληνική Θράκη αρκετούς αιώνες. Οι λεγόμενοι Ρομά, δηλαδή οι Τσιγγάνοι, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή τον 19ο  και τον 20ό αιώνα, ενώ, τέλος, οι λεγόμενοι Τουρκογενείς είναι απόγονοι των πρώτων κατακτητών της Θράκης τον 14ο αιώνα, όπως και των Τουρκομάνων Γιουρούκων που οι κατακτητές εγκατέστησαν στη Θράκη μετά τον 15ο αιώνα. Υπάρχουν και ορισμένοι Τουρκογενείς απόγονοι των προσφύγων του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-1878. Η κοινωνική συγκρότηση των Ελλήνων Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελληνικής Θράκης κατακερματίζεται σε μικροκοινωνίες ανάλογα με την καταγωγή και την ομάδα στην οποία τα μέλη τους ανήκουν. Αυτό γιατί, πέρα από τη θρησκεία, οι Τουρκογενείς, οι Ρομά και οι Πομάκοι δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ακόμη και σήμερα, μισό αιώνα μετά την αναγκαστική διδασκαλία της τουρκικής σε ολόκληρη τη μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης, οι γλωσσικές διαφορές παραμένουν μαζί με τις υπόλοιπες ουσιαστικές διαφορές. Τμήματα μάλιστα της μουσουλμανικής μειονότητας παρουσιάζουν χαρακτηριστικά γκετοποίησης, όπως οι Τσιγγάνοι στις πόλεις και οι Πομάκοι σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές. Αλλά και το σύνολο των μικροκοινωνιών που συγκροτούν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης παραμένει αποκομμένο από το κύριο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και δεν μετέχει σε αυτή. Κύριοι λόγοι είναι η γλωσσική απομόνωση των Μουσουλμάνων που αρνούνται να χρησιμοποιήσουν την Ελληνική και η δόλια εθνικιστική προπαγάνδα, που τους γεννά αλυτρωτική νοοτροπία και τους υποχρεώνει να τρέφουν αρνητικά αισθήματα προς την κοινωνία που δεν μπορούν, αλλά κυρίως αρνούνται, να ενταχθούν.

Αλλά και οι μηχανισμοί τρομοκρατίας που ξεκινούν από το διαβόητο τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής χαλιναγωγούν τους Έλληνες Μουσουλμάνους. Στα τεμένη, κάτω από το πρόσχημα της θρησκευτικής διδασκαλίας, γίνεται εθνικιστική προπαγάνδα. Κατά τις ψηφοφορίες στις εκλογές οι ψήφοι της μειονότητας καθοδηγούνται μαζικά εκεί που το Προξενείο επιλέγει. Ορισμένοι Χριστιανοί πολιτευτές φθάνουν να είναι πρόθυμοι να συμβιβασθούν με τις απαιτήσεις του Προξενείου, αρκεί να επιδοτηθούν με κάποιες ψήφους. Δυστυχώς, ανάλογα αίσχη συμβαίνουν και κατά την επιλογή των υποψηφίων από ορισμένα πολιτικά κόμματα. Έχουμε δηλαδή εδώ όλα τα συμπτώματα μιας παθογένειας που συναντάται στις πιο κλειστές και οπισθοδρομικές κοινωνίες. Και όμως, με μία απλή πολιτική απόφαση η κατάσταση μπορεί ραγδαία να μεταβληθεί: Οι μειονοτικοί πληθυσμοί πρέπει να μάθουν Ελληνικά και να ενταχθούν στο οικονομικό σύστημα. Στο κάτω-κάτω οι υπόλοιποι ορεινοί πληθυσμοί της χώρας έχουν συγκεντρωθεί στις πόλεις, όπου και υπάρχουν οι θέσεις εργασίας. Γιατί οι ορεσίβιοι Πομάκοι θα πρέπει να παραμένουν στη φτωχή ορεινή περιοχή της Ροδόπης;  Έτσι μια μικρή σχετικά μειονότητα αφήνεται να εκτουρκισθεί. Ένα φολκλορικό πάρκο μειονοτήτων έχει δημιουργηθεί στη Θράκη και τα μέλη του είναι σα να ζουν σε ξένη χώρα. Και οι ίδιοι οι Έλληνες αντιμετωπίζουν τη Θράκη ως χώρα εξωτική.

Οπωσδήποτε ακολουθώντας πρακτικές αιώνων οι μειονοτικές ομάδες της Ελληνικής Θράκης κατοικούν συνήθως σε διακριτές περιοχές κατοικίας και έχουν αυτόνομες κοινοτικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές πρακτικές, οι οποίες μάλιστα προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις. Τα μέλη των διαφόρων εθνοτικών ομάδων της Ελληνικής Θράκης συνυπάρχουν αρμονικά στον δημόσιο χώρο, ενώ δεν έχουν συγκροτηθεί ισχυροί μηχανισμοί κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ή είναι πρακτικά δύσκολο να διεκδικήσει ένας Έλληνας πολίτης τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται το βιοτικό επίπεδο της χώρας, χωρίς να γνωρίζει την Ελληνική και χωρίς να κατέχει τις στοιχειώδεις γνώσεις για να κινηθεί παραγωγικά σε μια ανταγωνιστική κοινωνία, όπως είναι σήμερα η Ελληνική. Στο όνομα ενός υποτιθέμενου δικαιώματος η Μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης καταδικάζεται συλλήβδην να στερείται της εκπαίδευσης και της μόρφωσης που δικαιούται και που το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία είναι πρόθυμοι να της παραχωρήσουν. Αυτό ακριβώς επιθυμεί και η μακροπρόθεσμη πολιτική της Άγκυρας: οι Έλληνες Μουσουλμάνοι να παραμένουν στο περιθώριο, πολίτες δεύτερης κατηγορίας που δεν μπορούν να ενσωματωθούν στην κοινωνία της πατρίδας τους, της Ελλάδας. Τους θέλει φτωχούς, αμόρφωτους και μίζερους, ώστε να μεμψιμοιρούν μόνιμα και να βυσσοδομούν κατά της Ελλάδας. Τους θέλει να περιμένουν τη λύτρωση από τη γειτονική Τουρκία, που για αυτούς γίνεται ένα όνειρο, από αυτά που καταλήγουν σε εφιάλτες.

Είναι λοιπόν παραλογισμός και έγκλημα εθνικό και ανθρωπιστικό το να υποχρεώνει το ελληνικό κράτος τους Έλληνες Πομάκους να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία, όπου δεν θα μάθουν Ελληνικά, θα διδαχθούν μια ξένη γλώσσα την Τουρκική και θα αλλοτριωθούν για να καταλήξουν αμόρφωτοι και χωρίς προσόντα πολίτες μιας χώρας που θα την θεωρούν ξένη.

Αλλά το θέμα έχει και ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις. Η ύπαρξη 270.000 Πομάκων στη Ροδόπη και σε άμεση συνάφεια με τα ελληνικά σύνορα και τους 36.000 Πομάκους της Ελληνικής Ροδόπης προσφέρει στην Τουρκία την ευκαιρία να δημιουργήσει μια στρατηγική μειονότητα, και να δορυφοροποιήσει τη Βουλγαρία,  αλλά και στη Βουλγαρία τον πειρασμό να χειραγωγήσει τη σλαβόφωνη πομακική μειονότητα της Ελλάδας. Οι Έλληνες πολιτικοί και ειδικά αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τους σχεδιασμούς στη Θράκη, αγνοούν, ή θέλουν να αγνοούν, την πραγματικότητα αυτή και αυταπατώνται με όνειρα ανάπτυξης της Θράκης με την ενοποίηση του χώρου της Ροδόπης και το άνοιγμα των διαβάσεων προς τη Βουλγαρία. Ήδη έχει γίνει το μεγάλο λάθος να επιτρέψουμε τη συμμετοχή της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς ρυθμίσεις σε σχέση με την μετακίνηση και πρόσβαση των πληθυσμών στη Ροδόπη. Κανείς δεν θυμάται τους λόγους που μας οδήγησαν πριν δύο γενεές στην κατασκευή της «Γραμμής Μεταξά». Καμία σκέψη δεν γίνεται για την ενδοστρεφή και αυτόνομη ανάπτυξη της Θράκης και τη θωράκισή της.

Εκείνο που αποτελεί στοιχειώδες καθήκον και υποχρέωση του Ελληνικού Κράτους είναι απλό και σαφές:  Να περιορισθεί η δραστηριότητα του Τουρκικού Προξενείου στα καθήκοντά του ή να απομακρυνθεί. Να καταργηθούν οι παράνομες αρχές που υποστηρίζονται από την Τουρκία. Να απαγορευθούν οι προπαγανδιστικές εορτές που οργανώνονται με την συμμετοχή Τούρκων επισήμων. Να τιμωρηθούν στις εκλογές από τους ψηφοφόρους οι πολιτευτές και τα πολιτικά κόμματα, τα οποία στο όνομα στενών συμφερόντων υποχωρούν και συνεργάζονται με άτομα που επιδιώκουν σκοπούς εχθρικούς προς την χώρα μας. Τα μεγάλα πολιτικά κόμματα πρέπει να υποχρεωθούν να αποφεύγουν συστηματικά τις συναλλαγές με μειονοτικούς υποψήφιους που έχουν σχέσεις με την Τουρκία. Να συμπεριφερθεί επιτέλους το Ελληνικό Κράτος ως υπεύθυνο κράτος που διαθέτει ισχύ, ώστε η χριστιανική πλειονότητα και οι νομοταγείς Έλληνες Μουσουλμάνοι να μην αισθάνονται ανασφαλείς και να μην αποθαρρυνθούν με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη δημογραφική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα στην Ελληνική Θράκη. Εν κατακλείδι, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και το Ελληνικό Κράτος πρέπει να πάψουν τις μικρόψυχες συναλλαγές και να κατανοήσουν ότι απαιτείται ένας νέος Μακεδονικός Αγώνας.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Τι κινδυνεύουμε να χάσουμε.



Ο «Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης» (ΔΑΑ) καταρτίζεται κάθε χρόνο και χρησιμοποιείται από τον ΟΗΕ ως ένας πιο πραγματικός δείκτης μέτρησης της συνολικής ανάπτυξης κάθε κράτους, πιο πραγματικός και αντιπροσωπευτικός από τους συμβατικούς δείκτες που μετρούν την οικονομική ανάπτυξη, το ατομικό εισόδημα ή το συνολικό εισόδημα ενός κράτους. Με τον ΔΑΑ ο ΟΗΕ επιδιώκει να ορίσει ευρύτερα και αντικειμενικά την ευημερία ενός κράτους και να συμπεριλάβει όλους τους παράγοντες που καταδεικνύουν το επίπεδο ευημερίας και υγείας, μόρφωσης, όπως και το χρηματικό εισόδημα των πληθυσμών ενός συγκεκριμένου κράτους. Ο ΔΑΑ καταρτίζεται κάθε χρόνο και συνοδεύεται από την «Έκθεση Ανθρώπινης Ανάπτυξης» (ΕΑΑ) που καλύπτει 169 χώρες από τις 200 περίπου που αθροίζονται στον πλανήτη. Η ΕΑΑ σκοπεύει να δώσει την πραγματική εικόνα σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο για κάθε χώρα και να προσδιορίσει τις μεγάλες διαφορές ευημερίας και δυνατοτήτων που παρατηρούνται μετα­ξύ κρατών και περιοχών.

Ειδικά για την Ελλάδα η ΕΑΑ του 2010 δείχνει ότι από το 1980 μέχρι σήμερα ο ΔΑΑ για τη χώρα μας αυξάνεται σταθερά με μέσο ετήσιο ρυθμό 0,6%, τόσο ώστε από 0,707 το 1980 να φθάσει το 0,855 σήμερα, πράγμα που σημαίνει ότι η χώρα μας είναι 22η στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών στους οποίους εφαρμόζονται οι δείκτες. Πρώτη στην κατάταξη αυτή είναι η Νορβηγία με τέταρτες τις ΗΠΑ, 10η  τη Γερμανία, 11η την Ιαπωνία, 14η τη Γαλλία και 20ή την Ισπανία. Η χώρα μας βρίσκεται μπροστά από την Ιταλία (23η), την Αυστρία (25η), το Ηνωμένο Βασίλειο (26ο), την Κύπρο (35ο), την Πορτογαλία (40ή), τη Βουλγαρία (58η) και όλες τις χώρες της περιφέρειάς μας με 83η την Τουρκία.

Ναι, έτσι είναι, όσο και αν φαίνεται απίστευτο. Και μάλιστα ο δείκτης αυτός φέρει την Ελλάδα σε πολύ καλή θέση για πολλά χρόνια. Βέβαια, υποθέτουμε ότι δεν γίνεται καμιά μέτρηση της δημοσιονομικής κατάστασης κάθε χώρας.

Ένα σημαντικό στοιχείο στην έκθεση ΕΑΑ για το 2010 είναι η σημασία που δίνεται στη συνεχιζόμενη αδυναμία να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ η αποτυχία αυτή βάζει σε κίνδυνο την πρόοδο που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια για τη βελτίωση της ζωής στις φτωχές περιοχές του πλανήτη. Αλλά και η παραγωγή και η κατανάλωση, που αναλώνουν πόρους που δεν αναπληρώνονται, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή στον αγώνα κατά της φτώχειας και της στέρησης.

Αλλά και η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 έχει κοστίσει κατά τον ΟΗΕ 34 εκατομμύρια ανέργους, ενώ 64 εκατομμύρια έχουν εκπέσει στο έσχατο επίπεδο φτώχειας με εισόδημα κάτω του 1,25 δολάρια την ημέρα.

Οπωσδήποτε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο δείκτης ΔΑΑ έχει βελτιωθεί κατά μέσο παγκόσμιο όρο 18% και μόνο τρεις χώρες: η Δημοκρατία του Κογκό, η Τσιμπάμπουε και η Ζάμπια έχουν δείκτη ΔΑΑ μικρότερο από αυτόν του 1980. Σημαντικές βελτιώσεις έχουν γίνει στην υποσαχάρια Αφρική, όμως η κλιματική αλλαγή είναι δυνατόν να τα υπονομεύσει όλα. Σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς, μια διατροφική κρίση λόγω της κλιματικής αλλαγής είναι πολύ πιθανή. Σύμφωνα με τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις, το 2050 η παγκόσμια κατανάλωση δημητριακών θα περιορισθεί κατά 25% προσθέτοντας 25 εκατομμύρια υποσιτιζόμενα παιδιά. Παρά το ότι κατά τα 20 χρόνια της εφαρμογής των μετρήσεων του δείκτη ΔΑΑ το χάσμα μεταξύ ανεπτυγμένων και φτωχών χωρών περιορίζεται, η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να ανατρέψει αυτή την τάση με τρόπο δραματικό.

Κατά τα παρελθόντα 40 χρόνια το ¼ των υπό ανάπτυξη χωρών επέτυχε να βελτιώσει τον δείκτη ΔΑΑ σε ποσοστό περισσότερο από 65%, ενώ από τις υπόλοιπες υπό ανάπτυξη χώρες το ¼ του συνόλου βελτίωσε τον δείκτη ΔΑΑ σε ποσοστό μικρότερο του 20%. Η μεγάλη αυτή διαφορά οφείλεται βέβαια σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, αλλά παρατηρείται ότι οι πολιτικές και πολιτι­σμικές συνθήκες και επιλογές είναι σε μεγάλο βαθμό οι πρόξενοι βελτίωσης ή καθυστέρησης.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Δοξόσοφοι αντί σοφοί.



Το ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος περνά κατά μέσον όρο πάνω από επτά ώρες καθημερινά μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, τους υπολογιστές, το ίντερνετ και τους επεξεργαστές κειμένων απασχολεί τους ειδικούς επιστήμονες. Ήδη, οι πιο ηλικιωμένοι, από αυτούς πού είναι δραστήριοι στον κόσμο των ψηφιακών μέσων, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσχέρειες επικοινωνίας, αφού πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς προς νέα μέσα. Παράλληλα ο νεανικός πληθυσμός αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στα μέσα επικοινωνίας, όπως τα κινητά τηλέφωνα και το ίντερνετ και μάλιστα εθίζεται στο να χειρίζεται διάφορα μέσα ταυτόχρονα.

Πολλοί είναι αυτοί  που πιστεύουν ότι η σύγχρονη κατάσταση του να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε εγρήγορση όπως απαιτούν τα ψηφιακά μέσα έχει άμεσα ψυχολογικά και νοητικά επακόλουθα. Αλλά και το φορτίο των πληροφοριών που επιβάλλεται από τα σύγχρονα μέσα απειλεί την ικανότητά μας για συλλογισμό και διανοητική συγκέντρωση και υπομονή. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η πιθανότητα να διαβασθεί ένα άρθρο σε μια εφημερίδα είναι μικρή σε σύγκριση με τους αναγνώστες και μάλιστα οι αναγνώστες οι οποίοι διακόπτουν την ανάγνωση  πριν φθάσουν στο 1/5 του κειμένου είναι η συντριπτική πλειονότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυνατότητα συγκέντρωσης  κατά την ανάγνωση έχει μειωθεί.

Ούτε λίγο - ούτε πολύ, ορισμένοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα οδηγούν σε αλλαγές των βασικών δομών του ανθρώπινου εγκέφαλου. Το πρόσφατο βιβλίο του Αμερικανού Nicholas Carr, The Shallows, έγινε η αφορμή μιας ευρείας συζήτησης. O συγγραφέας αναρωτιέται αν βρισκόμαστε σε μια διαδικασία που στερεί τον Homo sapiens από τις ικανότητες που του επέτρεψαν να οδηγηθεί από τα προϊστορικά σπήλαια στο σύγχρονο ψηφιοποιημένο κόσμο. Ο Carr αναλύει τις επιδράσεις που σημαντικές επινοήσεις, όπως ο χάρτης και το μηχανικό ρολόι,  επέφεραν στον τρόπο σκέψης για να καταλήξει στο ότι η κακοφωνία και το χάος των πληροφοριών δημιουργούν την τάση για επιπόλαια ανάγνωση, βιαστική και αποσπασματική σκέψη και δίνουν γνώσεις που είναι υπερφίαλες και χιμαιρικές.  Η σύγκριση με τον έντυπο λόγο, δηλαδή με το βιβλίο, είναι χαρακτηριστική, αφού οι αναγνώστες του βιβλίου σε αντίθεση με τους χρήστες των ψηφιακών μέσων οδηγούνται σε καλλιέργεια της φαντασίας τους, του εσωτερικού διαλόγου και της αναλυτικής σκέψης.

Μία σημαντική ανάλυση του Carr βασίζεται στη «νευροπλαστικότητα» στην ιδιαίτερη ικανότητα δηλαδή του ανθρώπινου εγκέφαλου να προσαρμόζει τη διανοητική του δύναμη και δυνατότητα ανάλογα με την εμπειρία. Ο Carr επικεντρώνεται στις επιδράσεις που μπορεί να έχει η χρήση του ίντερνετ στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα συμπεράσματά του συμφωνούν με αυτά της ομάδας του Πανεπιστημίου UCLA, η οποία μελέτησε χωριστές ομάδες από χρήστες και μη χρήστες του ίντερνετ και ανακάλυψε ουσιαστικές διαφορές σε ικανότητες όπως μορφές της μνήμης και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Διαφορές που εξαφανίζονται αν οι μη χρήστες του ίντερνετ εθιστούν στη χρήση του.  Το τελικό συμπέρασμα του Carr είναι ότι η χρήση ψηφιακών μέσων τείνει να εξουδετερώσει τις ατομικές ικανότητες τις σχετικές με το βάθος και την ένταση της σκέψης, όπως και την ικανότητα για μάθηση και κατανόηση.

Ο καθηγητής Gary Small, συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνολογική μεταλλαγή του μοντέρνου εγκέφαλου» αναλύει το πώς μπορούν οι πολλές ώρες ψηφιακών ασχολιών να επηρεάσουν τις διανοητικές λειτουργίες. Ιδιαίτερα οι νέοι χρήστες ψηφιακών μέσων, τους οποίους ονομάζει «ψηφιακούς ιθαγενείς» , παρουσιάζουν έλλειψη της ικανότητας επαφής , όπως  η επαφή με το βλέμμα και η ανταπόκριση σε σωματικά μη λεκτικά σήματα και εκφράσεις κατά τη συνομιλία. Ο Small αναλύει τις ιδεολογικές και διανοητικές συνέπειες που επιφέρει ή έξη και στενή επαφή με τα ψηφιακά μέσα.

Η ροπή προς την ταχύτητα σημαίνει και τάση προς το πρόχειρο και το ρηχό. Την τάση αυτή προσπαθούν να καταπολεμήσουν ομάδες διανοούμενων που διαδίδουν την αντίληψη της αργής ανάγνωσης και της επιλεκτικής ασχολίας με τα κείμενα. Η εμπειρία της ανάγνωσης, η εσωτερίκευση των κειμένων και η προσωπική ωφέλεια του αναγνώστη γίνονται αντικείμενα συζήτησης και πειραματισμών. Το αργό διάβασμα θεωρείται σήμερα πανάκεια στα αμερικανικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι το καινούργιο. Ήδη το 1623 η πρώτη έκδοση των Απάντων του Σαίξπηρ συνιστούσε την ανάγνωση ξανά και ξανά, ενώ το 1887 ο Νίτσε περιέγραφε τον εαυτό του σαν «δάσκαλο της αργής ανάγνωσης». 

Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων αναφέρονται στο παράδοξο φαινόμενο των συζητήσεων αυτών που δεν έχουν διαβάσει ένα συγκεκριμένο βιβλίο και παρά τούτο επιμένουν να το συζητούν με πάθος. Ωστόσο, σε μια συνηθισμένη συζήτηση αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά στην ουσία τα κείμενα είναι αυτά που μετρούν. Τα κείμενα είναι ο καταλύτης για τη διάνοια του αναγνώστη, ώστε να δημιουργούνται νέοι χώροι κατανόησης και σκέψης. Ο Carr καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η ύπαρξη του προσεκτικού και κριτικού αναγνώστη που δημιουργεί την ανάγκη για ένα συγγραφέα. Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων επιμένουν στη διάβρωση της ικανότητας για αυτοσυγκέντρωση και την αδυναμία για αργό διάβασμα. Αδυναμία που ακολουθεί την ικανότητα για γρήγορη αντίδραση και αστραπιαίους χειρισμούς στα ψηφιακά μέσα. Αυτό σημαίνει και την εξαφάνιση των συγγραφέων;

Οπωσδήποτε, κανείς δεν φτάνει να απορρίψει τα ψηφιακά μέσα. Είναι προφανές ότι το μέλλον ανήκει σε αυτά. Και εδώ δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον μύθο της επινόησης της γραφής που παραθέτει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». Δημιουργούνται λέει με το νέο αυτό μέσο επικοινωνίας άνθρωποι «πολύκοοι» , «άνευ διδαχής πολυγνώμονες» , «δοξόσοφοι αντί σοφοί»...   

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Ανατροπή των οικολογικών δεδομένων


Ενθουσιώδης είναι η υποδοχή που επιφύλαξαν οι πλούσιοι καταναλωτές της Σαγκάης στα πιο αντιπροσωπευτικά σύμβολα του δυτικού, ή για να κυριολεκτούμε, αμερικανικού life style.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, το σύνολο των πολιτών της Κίνας ζούσε στο βεληνεκές των μέσων που του επέτρεπε η οικονομία του Τρίτου Κόσμου στον οποίο ανήκε η χώρα του. Όχι πλέον σήμερα. Στην κοσμοπολίτικη Σαγκάη είναι πλέον προφανές ότι το δισεκατομμύριο και πλέον των Κινέζων προσβλέπει προς ένα τρόπο ζωής , όπως αυτός των Αμερικανών. Ένα τρόπο ζωής, σύμφωνα με τον οποίο, αν όλοι τον ακολουθούσαμε, θα χρειαζόμασταν 4,5 πλανήτες όπως η Γη. Τόση είναι η έκταση και οι πόροι που χρειαζόμαστε για να καταναλώνουμε όλοι ακριβώς όπως καταναλώνουν οι ευτυχείς κάτοικοι των ΗΠΑ. Αλλά και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου του λαού της Κίνας σε καταναλωτικά επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά των ΗΠΑ, θα απαιτήσει διπλασιασμό της παγκόσμιας παραγωγής χάλυβα, χαρτιού και αριθμού αυτοκινήτων. Η παραγωγή πετρελαίου θα απαιτεί 20 εκατομμύρια περισσότερα βαρέλια την ημέρα. Εάν οι Κινέζοι αποκτήσουν την βουλιμία των Αμερικανών θα καταβροχθίζουν το 80% της σημερινής παγκόσμιας παραγωγής κρέατος και τα 2/3 της σημερινής παραγωγής σταριού.

Ήδη οι ΗΠΑ έχουν ψωνίσει τόσα καταναλωτικά αγαθά ώστε η οικονομία τους να λυγίσει. Βυθισμένοι στα χρέη, καταδικασμένοι σε παχυσαρκία και αναγκασμένοι να διατηρούν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να εξασφαλίζουν και να προστατεύουν τον τρόπο ζωής τους, οι Αμερικανοί εξάγουν τους τρόπους και τα προβλήματά τους. Όσο η Ευρώπη παραμένει συντηρητική και προσκολλημένη  στις παραδόσεις της, οι αχόρταγες εταιρείες και παραγωγοί στρέφονται στις νεοφώτιστες καταναλωτικές χώρες του μέχρι πρότινος Τρίτου Κόσμου για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Η Κίνα είναι ο νέος παράδεισος των αγορών. Γνώριμα ονόματα όπως το Mac Donald’s, το Kentucky Fried Chicken, το Gucci, το Chanel, το Starbucks, το Louis Vuitton, συνωθούνται στους δρόμους της Σαγκάης, η οποία απαστράπτουσα εκπροσωπεί την πλέον πλούσια και σαγηνευτική νησίδα μοντερνισμού σε ολόκληρη την Κίνα. Η χώρα έχει παραδοθεί στη γοητεία και τη λατρεία των ουρανοξυστών, των πολυτελών μπουτίκ, των ακριβών αυτοκινήτων και αποτελεί τον προορισμό στρατιών από πωλητές που προσπαθούν να προωθήσουν το απάνθισμα της παραγωγής που τροφοδοτεί την αμερικανική καταναλωτική ψύχωση.

Οι νέες γιγαντιαίες αστικές αναπτύξεις της Κίνας θέλουν να βλέπουν τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο ως πρότυπά τους. Τα δυτικού τύπου εστιατόρια και ταχυφαγεία αριθμούν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες καταστήματα, ενώ η παχυσαρκία, πριν κάτι σπάνιο στην Κίνα, ήδη χαρακτηρίζει το 15% του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι το όνειρο της προσέγγισης της Κίνας στον αμερικανικό τρόπο ζωής, όπως το πραγματώνει η Σαγκάη, απαιτεί την παραγωγή 159 εκατομμυρίων ψυγείων, 213 εκατομμυρίων τηλεοράσεων, 233 εκατομμυρίων υπολογιστές, 260 εκατομμυρίων κλιματιστικές συσκευές, 166 εκατομμυρίων φούρνους μικροκυμάτων και τέλος 187 εκατομμυρίων αυτοκινήτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υποδομή και τον χώρο.

Η δυναμική αυτή αντανακλά τους προσανατολισμούς ολόκληρης της χώρας, η οποία αναπτύσσεται στα πρότυπα του χειρότερου δυτικού καταναλωτικού μοντέλου. Η Κίνα είναι σήμερα πρώτη στη λίστα των χωρών που αποτελούν τις κύριες πηγές εκπομπής διοξείδιου του άνθρακα. Μάλιστα οι εκπομπές διοξειδίου, που αυξάνονται με ιλιγγιώδη ρυθμό, θα κορυφωθούν μεταξύ του 2030 και 2040. Μάλλον όνειρο αποτελεί λοιπόν η επίτευξη του ορίου της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας της Γης στους 2° C. Τον περασμένο χρόνο η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ σε κατανάλωση ενέργειας, έγινε ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στον κόσμο, όπως και ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων στον κόσμο. Το μοντέλο ανάπτυξης και κατανάλωσης που έχει θέσει ως στόχο η Κίνα οδηγεί σε ανησυχητικές σκέψεις. Το ίδιο μοντέλο φαίνεται να ακολουθείται μοιραία από όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες μικρές και μεγάλες, συμπεριλαμβανόμενης της Ινδίας. 

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες εκατομμύρια οικιακές συσκευές, όπως και δημόσιος φωτισμός σε ολόκληρη την Κίνα τίθενται κάθε μέρα σε απραξία στα πλαίσια μιας προσπάθειας για επίτευξη των οικολογικών στόχων που έχουν τεθεί  από τη χώρα αυτή. Ήδη μένουν τρεις μήνες ακόμη για να συμπληρωθεί το χρονικό όριο το οποίο έχει θέσει το πενταετές κινέζικο αναπτυξιακό πρόγραμμα, ώστε η συνολική οικονομία να βελτιώσει την επάρκεια ενέργειας κατά 20%. Ο φιλόδοξος αυτός στόχος φαινόταν ότι θα επιτευχθεί, αλλά ανατράπηκε με την κατασκευή τεράστιων εργοστασίων υποδομής για την παραγωγή χάλυβος και τσιμέντου, τα οποία είναι άκρως ενεργοβόρα και ρυπαίνουν ανάλογα. Για να αναιρέσει την αρνητική επίδραση των νέων εργοστασίων υποδομής η κινέζικη κυβέρνηση διέταξε την παύση λειτουργίας 2.000 βιομηχανιών από αυτές που ρύπαιναν ανεξέλεγκτα. Πρόκειται για κρίσιμη δοκιμασία που θα δείξει το αν η κινέζικη κυβέρνηση σκοπεύει να συνεισφέρει στην προσπάθεια μείωσης των εκπομπών διοξείδιου του άνθρακα. Το ισχύον πρόγραμμα αποβλέπει στη βελτίωση του βαθμού απόδοσης των βιομηχανικών συστημάτων με επενδύσεις σε υπερσύγχρονα μηχανήματα και χρήση ήπιων μορφών ενέργειας. Είναι αυτά αρκετά για να αντισταθμίσουν την καταναλωτική ροπή και το μοντέλο ανάπτυξης που γοητεύει σήμερα την Κίνα και αύριο την Ινδία;

Το ότι δισεκατομμύρια ατόμων θα αποκτήσουν την ευημερία που σήμερα αποτελεί το ιδανικό τους, όπως και το ιδανικό όλου του υπόλοιπου κόσμου, σημαίνει βέβαια ριζική αναδιάταξη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, αλλά κυρίως σημαίνει ανατροπή της ήδη κλονισμένης και παραπαίουσας παγκόσμιας οικολογικής ισορροπίας.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Ρωμηοί ή Έλληνες;




Πρόκειται για περίπλοκο ερώτημα, αποτέλεσμα εξόχου πολιτισμικού δυναμισμού και μακραίωνης ιστορικής πορείας. Πολλοί έχουν δώσει απαντήσεις. Ωστόσο οι απαντήσεις ποτέ δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Πάντα θα υπάρχει ένας χώρος αμφιβολίας και απροσδιοριστίας, όπου θα συγκρούονται ασυμβίβαστα δόγματα. Και όχι μόνο αυτό, κάθε απάντηση θα οδηγεί σε κρίση ταυτότητας. Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα ο Παλαμάς είχε τοποθετήσει το πρόβλημα: «Έλληνες για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου. Πραγματικά Ρωμηοί». Από τους Έλληνες το ερώτημα αυτό αν τεθεί εξακολουθεί να έχει, εσφαλμένα, εκσυγχρονιστική έννοια. Από τους Τούρκους ένα τέτοιο ερώτημα έχει τελείως άλλη μορφή, ενώ από τους Δυτικούς δεν είναι δυνατό να τεθεί.

Για τους Δυτικούς το πολυώνυμο του ελληνικού έθνους είναι άγνωστο και ακατανόητο. Το Βυζάντιο δεν είναι γι’ αυτούς τίποτε πέραν από ένα νεκρό πολιτειακό σχηματισμό. Οι ίδιοι θέλουν τους Έλληνες να ταιριάζουν στη φαντασιακή αντίληψη που δημιούργησαν γι' αυτούς με την Αναγέννηση, τον Κλασικισμό, τον Ρομαντισμό και το Νεοκλασικισμό, ή τους θέλουν μέσα στο φολκλόρ που οι ίδιοι οι Δυτικοί επιμένουν να τοποθετείται η Ελλάδα. Οι Έλληνες έφτασαν σήμερα να επιθυμούν διακαώς να μοιάσουν όπως τους φαντάζονται οι Δυτικοί, πλην μονίμως αποτυγχάνουν. Οι Δυτικοί πάντα θα απογοητεύονται από τούς Έλληνες, όπως αυτοί είναι πραγματικά.

Για τους Τούρκους, ο πολιτισμικός μας δυναμισμός, που αποτυπώνεται σε ποικιλία ονομάτων, δεν είναι κατανοητός. Αναφέρονται στους Έλληνες του Νέου Ελληνικού Κράτους και χωριστά στους Ρωμηούς του ευρύτερου Ελληνισμού της Ανατολής. Ο διαχωρισμός αυτός ίσως έχει πολιτικές σκοπιμότητες. Για τους Τούρκους, ο "Ρωμηός" είναι ονομασία που συνδέεται με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας θέλουν να είναι συνέχεια. Ο "Ρωμηός" είναι ο ραγιάς τον οποίο οι ίδιοι οι Τούρκοι επέτρεψαν να επιβιώσει και έτσι τους οφείλει κάποια χάρη, ενώ ο Έλληνας είναι ο κάτοικος μιας ξένης μικρής δυτικής χώρας.

Στην Ελλάδα, η ονομασία "Ρωμηός" έχει κάποια σαφή αρνητική σημασία, υποδηλώνει υποκριτική ταπεινοφροσύνη, κατεργαριά και κακομοιριά και, κυρίως, θυμίζει τις εποχές της γλυκόπικρης και θλιβερής ελληνοτουρκικής συνύπαρξης. Είναι μία ονομασία που μάλλον θέλουμε να ξεχάσουμε, αφού μας θυμίζει πραγματικότητες που ευτυχώς ξεπεράσαμε. Έτσι, οι Έλληνες της σήμερον καταφεύγουν για τους εαυτούς τους στη φαντασιακή αντίληψη που κατασκεύασαν οι Δυτικοί για το ποιός είναι ο Έλληνας. Το Βυζάντιο αγνοείται και η σύνδεση με την κλασική αρχαιότητα γίνεται με ένα άλμα. Ωστόσο, για την πραγματικότητα της Ανατολής, τα ονόματα "Ρωμηός" και "Έλληνας" είναι συνώνυμα και η διάκρισή τους μας αποκόπτει από το άμεσο βυζαντινό παρελθόν μας και διασπά τη θαυμαστή ενότητα της ελληνικής ιστορίας.

Το ερώτημα είναι καίριο, αφού κρύβει το πρόβλημα της εθνικής και της πολιτισμικής μας ταυτότητας μέσα από μία πολύμορφη πραγματικότητα. Στην ουσία πρόκειται για το πρόβλημα της κρίσης ταυτότητας που μας τυραννά. Η κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού συνοψίζεται στο ερώτημα αν η Ελλάδα είναι Δύση ή όχι, όπως και στην προφανή αμηχανία για το τί είναι το Βυζάντιο. Έτσι, ο μύθος της Ρωμανίας και της Ρωμηοσύνης, αγνοημένος, ξεχασμένος και απωθημένος στο συλλογικό μας υποσυνείδητο παραδόξως επιβιώνει. Η ονομασία «Έλληνας»  αποτελεί την επανεμφάνιση της αρχαίας και ένδοξης ονομασίας ως επακόλουθο της αναγέννησης της Αρχαίας Ελλάδας μέσα από την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Πρόκειται για την πραγμάτωση της ρομαντικής φαντασίωσης των Δυτικών Ευρωπαίων για την αναβίωση της Αρχαίας Ελλάδας. Η ονομασία «Ρωμηός» παραμένει ως συνδετικό στοιχείο με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, –τη Ρωμανία, όπως είναι το όνομά του– ή, αν θέλετε, με τον Ελληνισμό των Μέσων Χρόνων και στην πραγματικότητα ονοματίζει τους Χριστιανούς αυτούς που κατοικούν στην καθ’ ημάς Ανατολή. Πρόκειται για  παράλληλες ονομασίες που αφορούν διαφορετικές μορφές της ίδιας πραγματικότητας.

Υπάρχει βέβαια μια σαφής ιδεολογική και μορφολογική διαφοροποίηση των δύο ονομάτων. Ο Ρωμηός μπορεί να γίνει Έλληνας, το αντίστροφο δεν φαίνεται να ισχύει. Μετά την καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού οι Ρωμηοί άρχισαν να σπανίζουν. Ο Ρωμηός θα παραμένει όμως μια σαφής υπόμνηση του τί θα έπρεπε ή τί θα μπορούσε να ήταν η σημερινή Ελλάδα, όπως και μία αποκάλυψη για το τί πραγματικά είναι. 

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Με ευκαιρία την επέτειο των 70 ετών από το έπος του 1940

    
Συμπληρώνονται σε λίγες μέρες 70 χρόνια από την έναρξη του αγώνα που έδωσε η χώρα μας και ο λαός μας το 1940. Η επέτειος αυτή μας βρίσκει μπροστά σε σωρεία προβλημάτων και σε κατάσταση που μας επιβάλλει να αντλήσουμε το θάρρος και το σθένος που μας χρειάζονται. Καλό είναι λοιπόν να ανατρέξουμε σε μια πρόσφατη περίοδο της ιστορίας μας κατά την οποία ανέλπιστα βρεθήκαμε να διαθέτουμε και θάρρος και σθένος.
      Η χώρα μας και ο λαός μας διαθέτουν μια ιστορική και γεωστρατηγική ιδιομορφία: βρίσκονται μόνιμα κάτω από ποικίλες επιβουλές που σταθερά απειλούν την ύπαρξή τους. Με τραγικότητα ακολουθεί ο ελληνικός λαός την ιστορική του πορεία: πάντα είναι υποχρεωμένος να αμύνεται και να αντιστέκεται. Αναρίθμητες, συνεχείς και μόνιμες είναι οι απειλές προς τον ελληνικό χώρο, αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική ιστορία και την ελληνική γλώσσα. Σε μια συνεχή κατάσταση άμυνας είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μόνιμα και σταθερά. Και όταν τα σύννεφα των κατακτητικών επιδρομών και των πολέμων ξεσπούν σε θύελλες, πρώτοι είμαστε υποχρεωμένοι να τις αντιμετωπίσουμε με τα όπλα.
     Τον τρομερό και ανθρωποφάγο 20ο αιώνα πρώτη ήταν η Ελλάδα στους φοβερούς αγώνες που τον σημάδεψαν. Στους δύο εφιαλτικούς παγκόσμιους πολέμους η Ελλάδα έγινε ολοκαύτωμα, αλλά και βρέθηκε στην πλευρά των τελικών νικητών. Χαμένη όμως και ρημαγμένη βγήκε και από τους δύο πολέμους. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε για την Ελλάδα το 1922, τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του, και με ένα μεγάλο τμήμα του Ελληνισμού, αυτό της Ανατολής, για πάντα χαμένο. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε για την Ελλάδα μόλις το 1949, πάλι τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του, και πάλι με τεράστιες απώλειες για τον Ελληνισμό.
     Αλλά και η χώρα μας και ο λαός μας πορεύονται σε ένα κόσμο εν πολλοίς άξενο και συνήθως εχθρικό. Παρά τα ιστορικά παραδείγματα που έχουν καθιερωθεί παγκοσμίως, και για τα οποία είμαστε πασίγνωστοι, δεν διαθέτουμε συγγενείς λαούς η χώρες και δεν ανήκουμε σε καμιά από τις μεγάλες συσσωματώσεις λαών. Εκείνο που μόνο διαθέτουμε είναι το φρόνημά μας, που  μόνιμα αναγεννάται, όπως αναδύεται μέσα από την ελληνική ιστορία και όπως το προβάλλουν οι μεγάλοι ποιητές και τις εξιστορούν οι μεγάλοι ιστορικοί μας. Φρόνημα, το οποίο παρουσιάζει μια θαυμαστή σταθερότητα μέσα στις θύελλες και τις εκπλήξεις της ιστορίας. Το φρόνημα αυτό εκδηλώθηκε με συνέπεια κατά το 1940, όταν αντιμετωπίσαμε αυθόρμητα και καθολικά τις πάνοπλες στρατιές αυτών που κινούσε τη δαιμονική ιδέα της παγκόσμιας κυριαρχίας. Τότε, σε μια εποχή σκότους, η τολμηρή και γενναία στάση του ελληνικού λαού αποτέλεσε τον φωτεινό πόλο της ελπίδας των λαών της κατακτημένης Ευρώπης. Για μια ακόμη φορά οι Έλληνες έδωσαν ένα παράδειγμα τρόπου και συμπεριφοράς αρνούμενοι να υποταχθούν στην τυφλή δύναμη.
           
Η Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο
    
     Όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου μετά το 1923, όταν η Συνθήκη της Λωζάνης καθόρισε τα σύγχρονα περιορισμένα όρια του ελληνικού κράτους, η χώρα αντιμετώπιζε συνεχείς επιβουλές και εχθρικό διεθνές περιβάλλον. Η χώρα είχε υποδεχθεί ένα τεράστιο αριθμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολή Θράκη. Ωστόσο, η ηττημένη χώρα κατόρθωσε, με τον χαρακτηριστικό στους Έλληνες τρόπο, να ανορθωθεί μέσα από τα ερείπια και τις καταρρεύσεις. Μετά από μία επική προσπάθεια, το ελληνικό κράτος κατόρθωσε να περιθάλψει και να στεγάσει το 1.500.000 των προσφύγων. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στη Μακεδονία και στη Θράκη ανατράπηκαν. Η Ελλάδα έγινε η πιο ομοιογενής εθνικά χώρα στην Ευρώπη. Το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε και βελτιώθηκε. Οι Ρωμηοί της Ανατολής, που τους δύο προηγούμενους αιώνες είχαν διαπρέψει στο εμπόριο και την οικονομία, ξανάρχισαν την οικονομική τους δραστηριότητα στα όρια πλέον του ελληνικού κράτους. Η αγροτική και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκαν ραγδαία. Το εθνικό εισόδημα πραγματοποίησε άλματα κατά τη δεκαετία του 1930, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η χώρα δεν παρέμενε ουσιαστικά φτωχή και κατεστραμμένη. 
     Ωστόσο, η χώρα αντιμετώπιζε μια τελείως νέα κατάσταση: δεν υπήρχε πλέον ο εκτός των ελλαδικών συνόρων Ελληνισμός. Από την οικουμενική πραγματικότητα της καθ’ ημάς Ανατολής οι Έλληνες έπρεπε να προσαρμοστούν στα όρια του εθνικού τους κράτους. Αυτό σημαίνει το ιστορικό τέλος της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας και πρακτικά το τέλος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων που ακολούθησαν τη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους.
    
Απειλητικό το διεθνές περιβάλλον για την Ελλάδα του Μεσοπολέμου
    
     Τα τερατώδη πολιτικά συστήματα που κυριάρχησαν στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά τον Μεσοπόλεμο δημιούργησαν άμεσες απειλές για τη χώρα μας. Η φασιστική Ιταλία διατύπωσε ένα αυτοκρατορικό όνειρο, το οποίο κατά τα πρότυπα της Δ΄ Σταυροφορίας και του διαμοιρασμού των ελληνικών χωρών το 1204, στερούσε την Ελλάδα από τη δυνατότητα ελεύθερης ύπαρξης. Ήδη η απειλή είχε πάρει ορατή μορφή με την κατάληψη και υποταγή της Αλβανίας, ενώ είχε προηγηθεί η πρόσκαιρη κατάληψη της Κέρκυρας το 1923. Οι απειλές και οι ιταμές προκλήσεις της φασιστικής Ιταλίας, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του εύδρομου «Έλλη» στην Τήνο τον δεκαπενταύγουστο του 1940, δεν είχαν πτοήσει τους Έλληνες, αλλά αντίθετα είχαν αφυπνίσει το αντιστασιακό τους φρόνημα. Έμοιαζε τότε η φασιστική Ιταλία με τον σύγχρονο ανατολικό γείτονά μας, που από δεκαετίες βυσσοδομεί εναντίον μας και μόνιμα εκτοξεύει απειλές κάτω από την  νεοαυτοκρατορική του φαντασίωση.
    Η Βουλγαρία έτρεφε ακόμη τα εθνικιστικά όνειρα τα οποία δεν είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Σοβιετική Ένωση καλλιεργούσε το κατάλληλο κλίμα για την απόσπαση της Μακεδονίας και της Θράκης, με τη βεβαιότητα ότι τη συνέφερε μια αδύναμη μεσογειακή Ελλάδα και μια ισχυρή Βουλγαρία του Αιγαίου. Η Ελλάδα, χώρα ναυτική και μεσογειακή, είχε αναζητήσει προστασία στη συμμαχία της με την ιμπεριαλιστική, αλλά δημοκρατική Μεγάλη Βρετανία. Παράλληλα, είχε ανεγείρει την οχυρή γραμμή Μεταξά, συνεχή σειρά οχυρώσεων και οχυρών που κάλυπταν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Είχε επίσης γίνει μια διπλωματική προσπάθεια με το Βαλκανικό Σύμφωνο, ώστε να εξασφαλισθεί η συνεργασία της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας.     
    
Η Ελλάδα και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
    
     Τον Οκτώβριο του 1940 ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη συμπληρώσει ένα χρόνο από την έναρξή του. Φαινόταν τότε ότι η ναζιστική Γερμανία αξιοποιώντας σύγχρονα πολεμικά μέσα και μεθόδους θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Παρά το ότι είχε αποτύχει στην προσπάθειά της να καταβάλει με την αεροπορία της τη Μεγάλη Βρετανία και να την υποχρεώσει σε συνθηκολόγηση, η Γερμανία κυριαρχούσε απόλυτα στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Φαινόταν τότε ότι η Ελλάδα δεν είχε δυνατότητα αντίστασης στις διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας. Το μόνο ευνοϊκό στοιχείο για την Ελλάδα φαίνονταν να είναι η ναυτική κυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας στη Μεσόγειο και η αποτυχία των Ιταλών να καταλάβουν την Αίγυπτο και να αποκτήσουν τη Διώρυγα του Σουέζ.
     Για τη φασιστική Ιταλία η Ελλάδα ήταν ένας ασήμαντος και ανάξιος αντίπαλος, τον οποίο ανέφεραν με περιφρόνηση. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν αξιόμαχος και ότι θα μπορούσαν με τις δυνάμεις που διέθεταν στην Αλβανία να καταλάβουν σε μικρό διάστημα ολόκληρη τη χώρα. Η ιταλική αεροπορία είχε απόλυτη υπεροχή απέναντι στην ελληνική και ο ιταλικός στρατός διέθετε σύγχρονο μηχανικά πολεμικά μέσα, ώστε ο ελληνικός στρατός να μην μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι, μάλιστα, πίστευε ότι θα ανόρθωνε την αυτοπεποίθησή του παρουσιάζοντας μια εύκολη, αλλά εντυπωσιακή επιτυχία, στον φίλο του και ανταγωνιστή δικτάτορα της Γερμανίας.
          
Το ελληνικό «ΟΧΙ» και η μάχη της Πίνδου
    
     Η είδηση της επίθεσης των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο την αυγή της Δευτέρας 28.10.1940 δεν ήταν έκπληξη για τον ελληνικό λαό. Αντίθετα στις προβλέψεις και τους δυσμενείς όρους κάτω από τους οποίους άρχιζε ο πόλεμος, οι Έλληνες επιστρατεύθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό. Παρά τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής εκείνης, το αυταρχικό καθεστώς και τις έντονες αντιπαραθέσεις των πολιτικών αντιλήψεων ο ελληνικός λαός αντιμετώπισε ενωμένος και χωρίς διχασμούς την κρίσιμη κατάσταση. Ο Ελληνικός Στρατός, που πριν δεκαοκτώ χρόνια είχε ηττηθεί στη Μικρά Ασία, παρατάχθηκε αναγεννημένος με εντυπωσιακή επιτυχία στην Ήπειρο. Η συμμετοχή στην επιστράτευση ήταν καθολική, αυθόρμητη και ενθουσιώδης. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι στρατευμένοι των προσφυγικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης, οι οποίοι έδειξαν ότι πολεμούσαν πλέον για τις νέες τους πατρίδες.
     Ωστόσο, τις πρώτες κρίσιμες μέρες του πολέμου τα επίλεκτα ορειβατικά τμήματα των Ιταλών Αλπινιστών κατέλαβαν απειλητικές θέσεις στην Πίνδο, όπου δεν είχαν προλάβει ακόμη να φθάσουν οι επιστρατευμένοι Έλληνες. Υπήρχε κίνδυνος κατάληψης των Ιωαννίνων και του Μετσόβου και εισβολής των Ιταλών στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία. Ο Στρατηγός  Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Διοικητής της 8ης  Μεραρχίας που υπεράσπιζε το Καλπάκι μπροστά στα Ιωάννινα, δήλωσε, όταν έλαβε διαταγή υποχώρησης: «Εγώ εδώ θα πολεμήσω και θα σταματήσω τον εχθρό, για να δώσω χρόνο να πραγματοποιηθεί η επιστράτευση. Τότε, αν θέλουν από κάτω, ας έρθουν να μας σώσουν – η ας μας αφήσουν να πεθάνουμε». Ανάλογη ήταν η στάση του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη που υπεράσπιζε τις διόδους της Πίνδου. Ο αγώνας ήταν σκληρός και άνισος και έληξε με περίλαμπρη ελληνική νίκη. Μετά την άφιξη του Ελληνικού Στρατού έγινε σε λίγες μέρες φανερό ότι οι  Έλληνες πήραν την πρωτοβουλία. Για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου ο Άξονας βρέθηκε μπροστά σε μια ήττα και μάλιστα από την 8η Ελληνική Μεραρχία. Το γεγονός δημιούργησε μεγάλη εντύπωση σε όλο τον κόσμο και θεωρήθηκε νίκη όλων αυτών που αγωνίζονταν ενάντια στην υποταγή της Ευρώπης και των λαών της. Ήταν ο αγώνας ύπαρξης ενός μικρού και αδύναμου έθνους για την τιμή και την αξιοπρέπειά του, αλλά και αγώνας που γινόταν σύμβολο και ελπίδα των λαών της Ευρώπης.
        
Η απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου
    
     Στα μέσα του Νοεμβρίου του 1940 ο νικητής Ελληνικός Στρατός διέσπασε το ιταλικό μέτωπο, πέρασε τα τότε ελλαδικά σύνορα και άρχισε να απελευθερώνει τα χωριά και τις πόλεις της ελληνικότατης Βόρειας Ηπείρου. Η Βόρεια Ήπειρος, χώρα ελληνική, που έπαιξε σημαντικό ρόλο ως κοιτίδα Ελληνισμού, αλλά και ως εστία της Αναγέννησης του  Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία, είχε ήδη απελευθερωθεί από τον Ελληνικό Στρατό δύο φορές κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και στην πρώτη φάση του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, χωρίς αυτό να οδηγήσει στην ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος. Δύο φορές υποχρεώθηκαν οι Έλληνες να αποχωρήσουν από την Βόρειο Ήπειρο. Τώρα, στις 22.11.1940 απελευθερώθηκε και πάλι η Κορυτσά και τις 8.12.1940 το Αργυρόκαστρο.
     Παρά την έλευση του χειμώνα και την κινητοποίηση μεγάλων μέσων από τους Ιταλούς ο Ελληνικός Στρατός παρέμεινε νικητής στο πεδίο της μάχης μέχρις ότου τον Απρίλιο του 1941 η πανίσχυρη γερμανική στρατιά, που επετέθη στη χώρα μας από τη Βουλγαρία, τον απέκοψε και τον πλευροκόπησε, αφού νίκησε τη Γιουγκοσλαβία.

Η αντίσταση των Ελλήνων φαινόμενο διαχρονικό

     Η σημασία της ελληνικής αντίστασης και νίκης στην Ήπειρο το 1940 δεν είναι μόνο ηθική. Η ελληνική αντίσταση έχει διαστάσεις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές που ακόμη συζητούνται.
     Ανεξάρτητα από αυτές τις διαστάσεις, ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος και ο Ελληνογερμανικός Πόλεμος που τον ακολούθησε επαναλαμβάνουν τη γνωστή από την αρχαιότητα στάση των Ελλήνων να αντιστέκονται σε οποιεσδήποτε δυσμενείς συνθήκες, όσο ανυπέρβλητες και αν εμφανίζονται. Πρόκειται για στάση τραγική που είναι παρούσα στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Ήδη στην κλασική αρχαιότητα ο Ηρόδοτος και ο Αισχύλος αναρωτιούνται για το τί εμψυχώνει και επιτρέπει στους Έλληνες να αντισταθούν και να νικήσουν τις τεράστιες στρατιές των Περσών. Ο Ηρόδοτος παρουσιάζει τον Ξέρξη να απορεί και να ανησυχεί, μη μπορώντας να εξηγήσει την αδιαφορία των Ελλήνων μπροστά στα μεγέθη και τα μέσα της στρατιάς του, που είναι η μεγαλύτερη και η δυνατότερη της μέχρι τότε ιστορίας. Παρά την υπερηφάνεια που αισθάνεται μετά την επιθεώρηση της γιγαντιαίας ασιατικής πανστρατιάς, ανησυχεί γιατί διαισθάνεται ότι κάτι του διαφεύγει, χωρίς να μπορεί να το καταλάβει. Ο Ηρόδοτος υπαινίσσεται το ηθικό πλεονέκτημα των Ελλήνων βάζοντας τον Αρτάβανο και τον Δημάρατο να επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες του Ξέρξη. Για τον Αισχύλο η νίκη των Ελλήνων οφείλεται στο ηθικό πλεονέκτημα που τους χαρίζει η πολιτική διακυβέρνηση και ειδικά η αθηναϊκή δημοκρατία.
     Αργότερα ο Πλάτων στους διαλόγους του «Τίμαιος» και «Κριτίας» θα αναλύσει το πρόβλημα και θα δώσει μια απάντηση μέσα από ένα μύθο: Η προϊστορική Αθήνα σώζει την Ευρώπη και την Ασία από την κατακτητική επιδρομή των βασιλέων της μυθικής και βαρβαρικής Ατλαντίδας, που έχει υποτάξει αλαζονικά τη φύση και διαθέτει κολοσσιαία υπεροχή σε στρατιωτικά μέσα. Πρόκειται για την υπεράσπιση της κοσμικής τάξης και για τον νομοτελειακό θρίαμβο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια μορφή Μεγάλης Ιδέας την οποία υπερασπίζει η Αθήνα. Η ιδεαλιστική αυτή ερμηνεία τροφοδοτεί με πολλές μορφές το φρόνημά μας και γίνεται η αρχή, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες δίνουν ένα ηθικιστικό περιεχόμενο στις αντιπαραθέσεις τους με άλλους λαούς. Η ιδέα της κατίσχυσης του πολιτισμού προς τον βαρβαρισμό συνοδεύει τους αγώνες του Γένους και στηρίζει μόνιμα το φρόνημά του. Ο πολιτισμός θα παραμένει σταθερά δικαιωμένος απέναντι στην αδικία της δύναμης και θα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με τον βαρβαρισμό. Οι Έλληνες θα παραμένουν ιδιαίτεροι και θα έχουν το προνόμιο να υπερασπίζονται μόνιμα τον πολιτισμό απέναντι στη βαρβαρότητα. Ο απόηχος του πλατωνικού ιδεαλισμού διασχίζει την ιστορία και φθάνει στις μέρες μας.