Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Ακόρεστη η όρεξη του Πεκίνου για πρώτες ύλες.


Η νέα συμφωνία που επέτυχε το Πεκίνο, η σχετική με την προσπάθειά του για την εξασφάλιση πρώτων υλών, είναι αυτή με την κυβέρνηση της Αυστραλίας. Σύμφωνα με την έγκυρη Guardian Weekly της 28.4.2011 η Κίνα ενοικίασε μεγάλες επιφάνεις γης στην Αυστραλία, ώστε να εξασφαλίσει πολύτιμα μεταλλικά ορυκτά απαραίτητα για την αναπτυξιακή της προσπάθεια.
Η Κίνα φαίνεται να μην ικανοποιείται αγοράζοντας σιδηρούχα μεταλλεύματα από αυστραλιανές εταιρείες, αλλά επιδιώκει να αναπτύξει τα δικά της μεταλλεία νοικιάζοντάς τα από την Αυστραλία. Πρόκειται για δελεαστική πρόταση, αφού η Κίνα διαθέτει τα κεφάλαια και εξασφαλίζει τη διάθεση των προϊόντων. Παράλληλα, η Κίνα σχεδιάζει να κατασκευάσει τεράστιο λιμάνι στη βορειοδυτική ακτή της Αυστραλίας για να φορτώνει και να κατευθύνει τα μεταλλεύματα στα μητροπολιτικά της λιμάνια με τη βοήθεια ενός στόλου από πλοία κοντέινερ. Οι φιλοδοξίες της Κίνας επικεντρώνονται σε δύο δισεκατομμύρια τόννων σιδηρούχων μεταλλευμάτων, τα οποία σχεδιάζει να εξωρύξει τα επόμενα 20 χρόνια. Πρόκειται για το μεγαλύτερο μεταλλείο μαγνητούχων σιδήρων στον κόσμο. Τα προϊόντα της εξώρυξης αποτελούν ένα τμήμα του ορυκτού πλούτου της Αυστραλίας, ο οποίος υπολογίζεται ότι, μόνο για τα εν λόγω μεταλλεύματα και μόνο στο ενοικιαζόμενο μεταλλείο, φθάνει να είναι 100 φορές μεγαλύτερος από την ετήσια σημερινή παγκόσμια παραγωγή.
Η ροή των σιδηρούχων μεταλλευμάτων από την Αυστραλία στην Κίνα δεν είναι μόνο απαραίτητη για να τροφοδοτήσει τα κινέζικα χαλυβουργεία, αλλά και αναγκαία για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των 300 εκατομυρίων Κινέζων που αυτή τη στιγμή μετακινούνται από την ύπαιθρο στις κινέζικες πόλεις.
Ωστόσο, στην Περθ, το κέντρο της μεταλλευτικής δραστηριότητας της Αυστραλίας, δεν είναι λίγοι αυτοί που μιλούν για κάποιου είδους φούσκας, που δημιουργεί η πλημμυρίδα των κινέζικων επενδύσεων, που πληρώνονται τοις μετρητοίς και απασχολούν αποκλειστικά αυστραλιανό προσωπικό. Πρώτα-πρώτα η ενίσχυση του αυστραλιανού δολαρίου είναι τέτοια, που οι αυστραλιανές εξαγωγές γίνονται δύσκολες. Παράλληλα, η έλλειψη εργατικών χεριών είναι εμφανής, ενώ οι μισθοί φθάνουν σε αστρονομικούς αριθμούς. Η αυστραλιανή κυβέρνηση αντιμετωπίζει ήδη ένα αδιέξοδο έχοντας δεσμευτεί με περιορισμούς στην αύξηση των καύσεων και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. 
Αλλά και οι μεταλλευτικές δραστηριότητες στη βορειοδυτική Αυστραλία απειλούν τα αρχαιολογικά στοιχεία, όπως και τις λαϊκές παραδόσεις των γηγενών Αυστραλών. Οι αμποριτζίναλ Wajarri δεν είναι πλέον οι αλλοτριωμένοι ιθαγενείς του 20ού αιώνα, αλλά διαθέτουν την μαχητικότητα και την πείρα που είναι αναγκαίες για να προστατεύσουν την παράδοση και το περιβάλλον τους. Παρά τις υποσχέσεις των υπευθύνων ότι οι τοποθεσίες που έχουν ιερή σημασία θα προστατευθούν, οι Wajarri επιμένουν ότι ήδη απειλείται ο ιερός λόφος Wilgie Mia, σημείο από το οποίο οι ίδιοι προμηθεύονται την ώχρα με την οποία χρωματίζουν την τελετουργική τους εικονογραφία. Και φαίνεται ότι έχουν δίκιο, αφού ο λόφος Wilgie Mia είναι σύμφωνα με τους αρχαιολόγους το αρχαιότερο σε συνεχή λειτουργία μεταλλείο του κόσμου, αφού έχει αποδειχθεί ότι για 10.000 συνεχή χρόνια οι αυτόχθονες Αυστραλοί αναζητούσαν και αναζητούν εκεί μεταλλεύματα.




Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Χάρης Φεραίος: Ο Τρίτος Βάτραχος, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2009, σχήμα 14x20, σσ. 160




Πρόκειται για βιβλίο-συλλογή μικρών άρθρων που ο Κύπριος συγγραφέας δημοσίευσε σε εφημερίδες της Λευκωσίας.
Μια πρώτη ματιά αφήνει την εντύπωση ότι πρόκειται για συνάθροιση μικρών δοκιμίων με ετερόκλητη θεματολογία. Ωστόσο, ο αναγνώστης γρήγορα συντονίζεται στον ρυθμό του συγγραφέα και εξοικειώνεται με τη σκέψη και την προβληματική του. Το μικρά αυτά κείμενα διαθέτουν μια εσωτερική λογική. Τα φαινομενικά ετερόκλητα θέματα συγκλίνουν προς ένα κέντρο: την ανίχνευση και την ανεύρεση της σημασίας και της ερμηνείας, της ένταξης των καθ’ έκαστον στο καθόλου, κατ΄ Αριστοτέλη. Ο συγγραφέας επισημαίνει και συζητά προβλήματα και δεν υπαγορεύει λύσεις. Πάντα, όμως, μέσα σε μια ελληνοκεντρική οπτική που τη χρωματίζει η έγνοια και ο καημός της Ρωμηοσύνης ως υπαρξιακό βίωμα. 
Η θεματολογία του συγγραφέα βάζει σε διαρκή αδιάσπαστη παράταξη τα μεγάλα ερωτήματα και διακυβεύματα που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό κόσμο κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Εδώ έχουμε ένα βιβλίο ελληνοκεντρικό, όπου τα βιώματα του συγγραφέα και οι μύχιες σκέψεις του επικεντρώνονται στην ποικιλία και το πλήθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ο Ελληνισμός και τα δύο ελληνικά κράτη. Χαρακτηριστική των κατευθύνσεων του συγγραφέα είναι η χρήση παραλλαγών ενός κιονόκρανου από την Αγία Σοφία στο εξώφυλλο του βιβλίου. Αλλά και μέσα στα κείμενα του βιβλίου ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφέρεται στην Αγία Σοφία ως αισθητική έκφραση του ελληνικού κόσμου και ως κορυφαίο ανθρώπινο επίτευγμα.
Το μικρό αυτό βιβλίο περιλαμβάνει σαράντα μικρά κείμενα, ένα προοίμιο και μία συμβολική διήγηση ως επιμύθιο, από το οποίο ξεκινά και ο παράδοξος τίτλος του. Τα κείμενα χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες ανά δέκα.
Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου, με τον εύλογο τίτλο «Η περιπλάνηση του Νέου Ελληνισμού», επιχειρείται μία τοποθέτηση της διαχρονικής κρίσης ταυτότητας του Ελληνισμού και συζητώνται οι πολιτισμικές διαστάσεις της σημερινής μας κατάστασης και οι αλλοτριωτικοί κίνδυνοι που μας περιβάλλουν. Η συχνή αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά και τα βιβλία του δίνει ένα στίγμα της προβληματικής του συγγραφέα. Επισημαίνω, επίσης, τις αναφορές στον πρόωρα χαμένο φιλόσοφο Σπύρο Κυριαζόπουλο (1932-1977).
Ο συγγραφέας που έχει θετική μόρφωση (είναι αρχιτέκτονας και μάλιστα καλός) διακρίνεται για την αρχαιογνωσία του και την άνεση με την οποία χειρίζεται την κλασική γραμματεία και την εκκλησιαστική υμνογραφία. Ο ίδιος ακολουθεί με συνέπεια την αντίληψη για τη συνέχεια του Ελληνισμού στην οποία δεν διστάζει να αναφέρεται.
Στο δεύτερο τμήμα που επιγράφεται «Πολιτική άνευ “Πόλεως”», ο συγγραφέας προσπαθεί να συγκρίνει και να αξιολογήσει τη σημερινή άσκηση της πολιτικής στους ελληνικούς χώρους με τις μακραίωνες πολιτικές παραδόσεις του Ελληνισμού.
Το τρίτο τμήμα του βιβλίου ονομάζεται «Η ημετέρα παίδευσις». Εδώ ο συγγραφέας συζητά τη γλωσσική κατάσταση στη σύγχρονη Κύπρο σε συνάρτηση με τις ιστορικές περιπέτειες της πολύπαθης νήσου. Ο ίδιος έχει προσωπική εμπειρία από την επίπονη ιστορική πορεία του νησιού μετά το 1955. Πέρα από το πολιτικό και εθνικό ζήτημα ο Χάρης Φεραίος ανησυχεί, όπως πολλοί άλλοι, για την γλωσσική αλλοτρίωση που είναι εμφανής στην Κύπρο. Ο ίδιος χειρίζεται την απλή νεοελληνική αριστοτεχνικά σε βαθμό που το βιβλίο του είναι γλωσσικά παραδειγματικό.
Το τελευταίο τμήμα του βιβλίου ονομάζεται «Ο εμπαιγμός», ονομασία που αναφέρεται στην αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος από τους ισχυρούς. Με σεμνότητα, αλλά και πατριωτικό και ανθρωπιστικό ζήλο ο Χάρης Φεραίος προσπαθεί να ψηλαφίσει τους όρους και τους τρόπους και τους όρους κάτω από τους οποίους το αντιστασιακό φρόνημα της Κύπρου θα βοηθήσει στην επιβίωση του χειμαζόμενου κυπριακού ελληνισμού.





Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Εμπειρίες και φαντασίες



…Καθοριστική, μόνιμη και μακροχρόνια είναι η σχέση μου με την παλιά Ξάνθη. Πάντα εδώ γυρίζω και ξαναγυρίζω. Γιατί δεν χορταίνω να περιεργάζομαι αυτά τα παράξενα σπίτια και τί με τραβά στις ξεχασμένες αυτές γωνιές;
Μυαλωμένοι μου φαίνεται πως ήταν εκείνοι που πρώτοι κτίσαν τα σπίτια τους στην πλαγιά αυτή, που αγναντεύει τον γεμάτο θαμπάδα και υγρασία κάμπο της Θράκης, όπως αυτός απλώνεται στα πόδια της πόλης όλο ανεξήγητη θλίψη. Εδώ, ανάμεσα στα βουνά και στην πεδιάδα, ο αέρας είναι κρυστάλλινος και διαυγής χάρη στον άνεμο που φυσά μέσα απ’ τη χαράδρα. Τη χαράδρα τη δημιούργησε σχίζοντας το βουνό το ποτάμι της Ξάνθης, ο Κόσσινθος. Ο άνεμος, που διώχνει τούς ατμούς από την πόλη, ξεκινά μακριά, ψηλά, από τα γεμάτα μυστήριο δασωμένα βουνά, που βρίσκονται βόρεια και πάνω από την πόλη. Από κει υπερχειλίζουν και διαρρέουν και τα νερά, που τα μεταφέρει ο Κόσσινθος κάτω στην πεδιάδα για να ποτίσει το λιπαρό χώμα και να δώσει ζωή στον καπνό˙ αυτό που φέρνει πλούτο στην πολιτεία.
Πιο πάνω από την πόλη, στα άξενα, σκοτεινά βουνά, βυζαντινά μοναστήρια που ημερώνουν τον τόπο και στεφανώνουν την πόλη προστατευ­τικά. Είναι γι’ αυτό αγγελοφύλακτη και αγγελό­καστρη η πόλη κάτω απ’ τα βουνά, που καταλή­γουν σε παράξενες ιδιόμορφες κορυφές.
Την πολιτεία, όπως είναι σήμερα, την έφτιαξαν όλοι όσοι έζησαν και ζουν εδώ. Όμως, εγώ πι­στεύω ότι τη σήκωσε πάνω από την ανάγκη και της έδωσε ψυχή η Ρωμηοσύνη, όταν ανορθώθηκε πάλι, αναγεννήθηκε κι έγινε και πάλι κυρίαρχη, όντας τότε μαζί πολιτικά υποταγμένη σε δυνάστη και κατακτητή σκληρό, – που λίγο έλειψε για να την αφανίσει. Λέω ψυχή και εννοώ εκείνο που φαίνεται απόμακρο, άγνωστο και είναι περιφρο­νημένο, πλην σε στιγμές εξαιρετικές ή και σε τόπους μυθικούς, όπως η Κωνσταντινούπολη, ανορθώνεται και αναβρύζει, παραδόξως και μυ­στικώς καταλάμπον. Λέω ψυχή και καταλαβαίνω αυτό που ξεχωρίζει μια πόλη από ένα οικισμό. Δηλαδή, ό,τι διακρίνει μια πόλη από το συνον­θύλευμα των κατοικιών, που είναι πάντα το ίδιο, χωρίς καμιά οικειότητα, έτσι που κάνει τους τόπους ξένους. Λέω ψυχή και αναζητώ αυτό που λείπει από τούς οικισμούς, όπου δεν μπορώ να γνωρίσω αυτούς που τους δημιούργησαν και που ζουν στο δομημένο χάος.
Για όλους έχει θέση η πολιτεία…
...Φαντάζομαι πλούσιους και μεροκαματιάρηδες σε αρχοντικά και ξεχαρβαλωμένα χαμόσπιτα δίπλα-δίπλα. Κοσμοπολίτες, πάμπλουτους εμπό­ρους, που διεκδικούν με σκληρά παζάρια και το τελευταίο γρόσι και που, όταν έρθει η ώρα, τα χαρίζουν όλα για να γίνουν σχολεία. Κυρίες ντυ­μένες με ακριβές δαντέλες, φερμένες κατευθείαν από τη Γάνδη. Μαζεμένους, φαρμακωμένους αρχοντάν­θρωπους, πρόσφυγες από τις πολιτείες της Προ­ποντίδας, που προσπαθούν να επιβιώ­σουν αξιο­πρεπώς και ζουν με την ανάμνηση του χαμένου τους πλούτου. Δερβίσηδες της μυστικής Ανατο­λής, που μετράν κομπολόγια με 99 χάντρες και κρατούν συμβολικά στο χέρι το πελέκι τους. Σχιστομάτηδες με εξογκωμένα μάγουλα, που οι νομάδες παππούδες τους ζούσαν σε γιούρτ, περι­πλανώμενοι πέρα από τον Καύκασο και την Κασπία. Χωριάτες, αλαφιασμένους και απαρηγό­ρη­τους από τα μέρη της Προύσας, που ακόμη δεν έχουν δεχθεί ότι χάσαν τους δικούς τους κι επι­μένουν να τους ψάχνουν με τον Ερυθρό Σταυρό. Εργατικούς, αυστηρούς Πομάκους με σφιγμένα χείλη, που δεν γελάν ποτέ και που φοράν μάλλινα ρούχα κατακαλόκαιρο. Ολιγαρκείς Τσιγγάνους, που φτιάχνουν καλάθια και που, παρά τη φτώχεια τους, δεν χάνουν ποτέ το κέφι τους για πανηγύρι. Αυθεντικούς νέγρους, φερμένους σαν σκλάβους από την Άνω Αίγυπτο πριν αιώνες για να καλλι­εργήσουν τα βαμβάκια. Χριστιανούς Καραμαν­λήδες από τα χωριά της Νίγδης, που ακόμη μιλάνε τούρκικα μεταξύ τους. Σαρακατσάνες με τις εξωπραγματικές μαυρόασπρες φορεσιές τους, φτιαγμένες λες από φουτουριστή ζωγράφο…
Για όλους έχει κάτι να προσφέρει η πολιτεία...
...Προς τα έξω βρίσκεται το ενδιαφέρον εδώ. Βγαίνω πάντα από την πόρτα περιμένοντας κάτι καλό. Πλημμυρίζουν οι δρόμοι, τα πάρκα, τα κέντρα από τον κόσμο. Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Σάββατο, κατεβαίνουν όλοι στον ελεύθερο χώρο που άφησε το ποτάμι όταν ξεράθηκε η δεύτερη κοίτη του. Εκεί γίνεται το παζάρι. Εγώ προτιμώ να βλέπω. Εδώ δεν χρειάζομαι κανένα για να μου υποδείξει το τί και το πώς. Εδώ δεν χρειάζομαι ερμηνείες. Μόνο βλέπω. Ὀφθαλμοί γάρ τῶν ὤτων ἀκριβέστεροι μάρτυρες.
Με γοητεύουν τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα εργα­στήρια και τα εργοστάσια, που κουβαλούν άλλες μακρινές αναμνήσεις και ξένες φαντασίες. Γεμά­τα είναι τα κτίσματα αυτά από όνειρα και φαντα­σιώσεις φερμένες μετά από ταξίδια στη μακρινή Δύση. Σχέδια και ρυθμοί ξένων αρχιτεκτόνων, που παραδόξως πάντα ταιριάζουν με το ύφος το ντόπιο και που φτιάχτηκαν από μαστόρους ντό­πιους με τέχνη και μεράκι πολύ. Ζωγραφιές από τεχνίτες ξένους, που μεταφέρουν εδώ τα ρομαν­τικά ονειροπολήματα της Κεντρικής Ευρώπης. Σπίτια που θέλουν να εντυπωσιάσουν, για να δείξουν τον πλούτο αυτού που μόλις ξέφυγε από τη φτώχεια. Σπίτια νεοκλασικά με αετώματα και πήλινα κοσμήματα φερμένα από το Ελληνικό Βασίλειο. Πάνω τους μυστικώς κυματίζει η πολύ­πόθητη γαλανόλευκη. Εκκλησίες βασιλικές, όπως αυτές της Κωνσταντινούπολης, πυρήνες των μαχαλάδων των Ρωμηών, σε μια εποχή που οι Ρωμηοί αναθαρρούν και δεν φοβούνται πια να κτίσουν τούς ναούς που τούς αξίζουν. Στα δάπε­δά τους, ανάγλυφος σε μάρμαρο είναι ο Δικέ­φαλος Αετός, σύμβολο του βασιλικού γένους των Ρωμηών και υπόσχεση ανόρθωσης στην αρχαία δόξα. Μέσα στα σκοτάδια, που τούς τριγυρίζουν και τούς απειλούν, λάμπουν και ακτινοβολούν για τούς Ρωμηούς οι ελληνικοί αιώνες. Με τη λαμπρότητα της εκκλησίας, την ιερατική γλώσσα και το βυζαντινό τυπικό επιμένει σταθερά το αυτοκρατορικό παρελθόν, η νοσταλγία της μεγά­λης Ρωμανίας και της ανωτερότητάς της, που υπόσχεται τη βέβαιη ανόρθωση μέσα από την κατάπτωση και την τυραννία. Σχολεία κτισμένα ως προσφορές μέσα στον περίβολο εκκλησίας. Ταπεινοί δάσκαλοι της παιδείας και του ήθους, που βρίσκονται πάνω από την ανάγκη και την επιτυχία.
Γύρω-γύρω βλέπω τούς μαχαλάδες των μουσουλ­μάνων, που ζουν κι αυτοί τη δική τους ζωή στην πόλη. Είναι φερμένοι από μακριά ή είναι κι αυτοί ντόπιοι, ζηλωτές, νεοφώτιστοι της καινούργιας τους πίστης. Ποιοί είναι αυτοί που με κοιτάζουν μέσα από τα κατάκλειστα περιμαντρωμένα σπί­τια; Ελάχιστα τούς ξέρω και δεν μπορώ να τούς γνωρίσω. Στα τζαμιά τους υψώνονται κατάλευκοι μιναρέδες, που λογχίζουν τα σύννεφα, γυρεύον­τας τη θέση τους στην πολιτεία.
Κοιτάζω τις σκουριασμένες πέτρες, περιεργάζο­μαι τα ξεβαμμένα, ξεφτισμένα ντουβάρια, εξετά­ζω τα κάγκελα και τις σιδεριές, ξαναδιαβάζω τις μισοσβυσμένες επιγραφές, κρυφοκοιτάζω μέσα από τις πόρτες και τα μεγάλα παράθυρα, στέκο­μαι κάτω από τα σαχνισιά, περπατώ άσκοπα στους στενούς δρόμους... Είναι οι τρόποι μιας πολιτείας που πρόκοψε κι ακούστηκε με τον μόχθο της, την παραγωγή της και το εμπόριό της κι έγινε η ίδια μια εικόνα τους, καθώς καθρέφτης του εαυτού της.
Ερήμωσαν, γκρεμίζονται και χάνονται τα παζά­ρια, τα χάνια και τα καπνομάγαζα, που ένα καιρό τα γέμιζαν ζωή οι Ρωμηοί της Ελληνικής Ανατο­λής, που κατανοούσε ως ίση τη Δύση και την αφομοίωνε, χωρίς να θέλει να τη μιμηθεί. Της Ρωμηοσύνης, πού συνέχιζε να είναι, που ήταν, και πού θα έπρεπε να είναι πάντα ο οδηγός και ο πόλος της μεγάλης, ακατάλυτης Ανατολής.
Κι εμείς, σήμερα, τί;
Γύρισε ο τροχός του χρόνου κι άλλαξαν οι καιροί και τα πράγματα του κόσμου. Χρειάζεται κι εμείς πάλι σήμερα, όπως χρειαζόταν και θα χρειάζεται πάντα, να επινοήσουμε τούς τρόπους και να ανοί­ξουμε τούς δρόμους τούς δικούς μας για να τούς κάνουμε πραγματικότητα, δηλαδή έκφραση και συνέχεια αυτού που μας ορίζει και μας χαρακτη­ρίζει. Όπως το κατόρθωσαν οι Έλληνες της Ανα­τολής κι όπως αυτό φαίνεται σ’ ό,τι απομένει από την πολιτεία της Ξάνθης. Σπουδαία και επίκαιρα επιτεύγματα, που εμείς φερόμαστε σήμερα σα να τα αγνοούμε…
Κάθομαι στην ευλογημένη γωνιά μου, στο σπίτι μου, κουρνιάζω κι επιμένω να τα αναλογίζομαι όλ’ αυτά… Τελειώνει η μέρα, πέφτει το δειλινό κι εγώ δεν ανάβω το φως. Αφουγκράζομαι τους ειρηνικούς θορύβους κι όλα είναι γαλήνια και φιλικά. Μια γνώριμη, ευχάριστη θλίψη με κυρι­εύει. Ένα συναίσθημα, που σήμερα με τη συνεχή κίνηση, τον θόρυβο των αυτοκινήτων και τη μόνιμη παρουσία της τηλεόρασης, δυστυχώς γεννιέται σπάνια. Τα ψηλοτάβανα αυτά κτήρια με τα πολύχρωμα τζάμια στο υπέρθυρο της εισόδου, τον φωτισμό με τη λάμπα πετρελαίου, με κεριά η με αχνούς γλόμπους, ταιριάζουν στην αίσθηση αυτής της ευχάριστης θλίψης, που συνήθως απλώνεται το σούρουπο μετά τον καφέ και μέσα στο ημίφως και τη σιωπή ή τις ψιθυριστές ομι­λίες. Θυμάμαι τέτοια δειλινά στις προσφυγικές γειτονιές, όταν αργά το απόγευμα, μετά τη δουλειά, η θλίψη των σκληρών βιωμάτων και η άφα­τη νοσταλγία για τον χαμένο κόσμο της νιότης και της πατρίδας, ξετυλίγονταν μαζί με μία ανέκ­φραστη ελπίδα. Αυτή η παράδοξη χαροποιός ελπίδα μέσα στη θλίψη της υπαρξιακής απογοή­τευσης, αυτή η χάρη που μας επιτρέπει να "ἀνυ­ψούμεθα ταπεινούμενοι", δεν είναι μόνο ένα από τα πολύτιμα στολίδια της ιδιόμορφης παρά­δοσής μας. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά που μοιάζουν αυταπάτες, αλλά βρίσκονται πάντα μαζί μας.
"Λάμπει μέσα μου κεῖνο πού ἀγνοῶ.
Μά, ὡστόσο, λάμπει."

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το πολυώνυμο των Ελλήνων


Το ελληνικό έθνος καλείται με πολλές ονομασίες. Αυτό είναι αποτέλεσμα μακραίωνης ιστορίας και μεγάλου πολιτισμικού δυναμισμού.
     Σήμερα ονομαζόμαστε « Έλληνες» , αλλά και «Ρωμηοί», και «Γραικοί», και « Ίωνες». Η ονομασία «Έλληνες» είναι, βέβαια, η αρχαία και ένδοξη ονομασία μας, η οποία περιέπεσε σε αχρηστία για αιώνες και αναβίωσε την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και, κυρίως, με τον Διαφωτισμό και με την Ελληνική Επανάσταση και τη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους.  Η ονομασία «Γραικοί» είναι η ονομασία την οποία χρησιμοποιούν για μας τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης, δεν είναι όμως ονομασία με ξενική προέλευση, όπως πολλοί εσφαλμένα υποθέτουν. Η ονομασία «Γραικοί» οφείλεται σε περιοχή της Ηπείρου, όπου πριν κατοικούσαν αυτοί που αργότερα αποκλήθηκαν «Έλληνες». Η ονομασία «Γραικοί», λοιπόν, είναι αρχαιότατη και είχε υιοθετηθεί από τους Λατίνους, οι οποίοι τη μετάδωσαν και στον υπόλοιπο κόσμο. Η ονομασία «Ρωμαίοι» ή «Ρωμηοί» έχει καταγωγή πολιτική. Χαρακτηρίζει τους πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή της «Ρωμανίας», όπως είναι το όνομα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που γνωρίζουμε σήμερα. Οι Ρωμαίοι αυτοί, πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή της Αυτοκρατορίας της «Νέας Ρώμης», –όπως ονομάσθηκε αρχικά η μετέπειτα «Κωνσταντινούπολη» –, είναι οι υπήκοοι της κατακτητικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τέλος είναι οι Ανατολικοί Έλληνες, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κατά την τρομερή Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Η ονομασία «Ίωνες» («Γιουνάν») είναι αυτή που χρησιμοποιούν για μας οι μουσουλμανικοί λαοί και οι λαοί της Άπω Ανατολής. Την ονομασία «Ίωνες» παρέλαβαν οι λαοί της Ανατολής από τους αρχαίους ανατολικούς λαούς, τους Αιγύπτιους, τους Εβραίους, τους Πέρσες και τους Άραβες, όπως αυτοί μας είχαν ονομάσει μετά την επαφή και γνωριμία τους με τους  Ίωνες Έλληνες της αρχαίας Μικράς Ασίας.
     Αλλά εκτός από τις τέσσερις αυτές ονομασίες που χρησιμοποιούνται σήμερα υπάρχουν και άλλες ονομασίες που κατά τη μακραίωνη ιστορική μας πορεία μας έχουν χαρακτηρίσει. Από τους «Πελασγούς», τους «Αχαιούς», τους «Σελλούς», τους «Ίωνες», τους «Δωριείς» και τους «Αιολείς» της προϊστορικής μυθικής εποχής, περνάμε στους « Έλληνες» της κλασσικής εποχής και στους «Γραικύλους» της ρωμαϊκής κατάκτησης για να αποκληθούμε μετά «Ρωμαίοι» ή «Ρωμηοί», δηλαδή «Βυζαντινοί». Αλλά το όνομα «Βυζαντινοί» δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ κατά την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το όνομα «Βυζαντινοί» είναι μια κατασκευή του σύγχρονου ευρωπαϊκού κόσμου, όπως είναι κατασκευή και η ονομασία της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Οι κατασκευές αυτές έχουν και πολιτικές σκοπιμότητες.
     Σήμερα οι ισχύουσες ονομασίες «Έλληνες», «Γραικοί» και «Ρωμηοί» υποκρύπτουν την πνευματική πορεία μας ως έθνους κατά τους τελευταίους αιώνες και δηλώνουν τα προβλήματα που ταλανίζουν τον Νέο Ελληνισμό. Υποστηρίζεται τελευταία ότι η ονομασία «Γραικοί» πρέπει να αλλάξει και ότι η Ελλάδα θα πρέπει να γίνει γνωστή με το όνομά της. Να πάψει δηλαδή να χρησιμοποιείται από τους ξένους η ονομασία «Γραικία», όπως γίνεται σήμερα. Η απαίτηση αυτή βασίζεται στην άγνοια της προέλευσης του ονόματος «Γραικία», το οποίο προέρχεται και παραπέμπει σε μία αρχαιότατη κοιτίδα μας την προ-ομηρική Γραία και είναι ελληνικότατη. Παράλληλα, η ονομασία «Ρωμηοί» βρίσκεται υπό κατηγορία, αφού μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους και την καθιέρωση και αναβίωση του ονόματος «Έλληνες», απέκτησε σημασία μειωτική και σχεδόν προσβλητική. Η ονομασία «Ρωμηός» έχει σήμερα στην Ελλάδα σαφή αρνητική σημασία, υπονοεί κάποια δουλοπρέπεια, υποδηλώνει υποκριτική ταπεινοφροσύνη, κατεργαριά και κακομοιριά και κυρίως θυμίζει τις εποχές της γλυκόπικρης και θλιβερής ελληνοτουρκικής συνύπαρξης. Είναι μία ονομασία που μάλλον θέλουμε να ξεχάσουμε, αφού μας θυμίζει πραγματικότητες που ευτυχώς ξεπεράσαμε. Ωστόσο, η ονομασία «Ρωμηός» μας συνδέει με την ανατολική μας διάσταση και το μέγεθος της ανατολικής χριστιανικής αυτοκρατορίας και έχει μεγάλο ιστορικό βάθος. Η αμφισβήτηση της ονομασίας «Ρωμηός» είναι αποτέλεσμα κρίσης ταυτότητας και η κατάργησή της φτωχαίνει την ιστορία μας και μας στερεί από ένα πολύτιμο στοιχείο.
     Το ερώτημα «Έλληνες» ή «Ρωμηοί» είναι καίριο, αφού κρύβει το πρόβλημα της εθνικής και της πολιτισμικής μας ταυτότητας μέσα από μία πολύμορφη πραγματικότητα. Πολλοί έχουν δώσει απαντήσεις. Ωστόσο οι απαντήσεις ποτέ δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Πάντα θα υπάρχει ένας χώρος αμφιβολίας και απροσδιοριστίας, όπου θα συγκρούονται ασυμβίβαστα δόγματα. Και όχι μόνο αυτό, κάθε απάντηση θα οδηγεί σε κρίση ταυτότητας. Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα ο Παλαμάς είχε τοποθετήσει το πρόβλημα: «Έλληνες για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου. Πραγματικά Ρωμηοί». Από τους Έλληνες το ερώτημα αυτό αν τεθεί εξακολουθεί να έχει, εσφαλμένα, εκσυγχρονιστική έννοια. Από τους Τούρκους ένα τέτοιο ερώτημα έχει τελείως άλλη μορφή, ενώ από τους Δυτικούς δεν είναι δυνατό να τεθεί.
     Για τους Δυτικούς το πολυώνυμο του ελληνικού έθνους είναι άγνωστο και ακατανόητο. Το Βυζάντιο δεν είναι γι’ αυτούς τίποτε πέραν από ένα νεκρό πολιτειακό σχηματισμό. Οι ίδιοι θέλουν τους Έλληνες να ταιριάζουν στη φαντασιακή αντίληψη που δημιούργησαν γι' αυτούς με την Αναγέννηση, τον Κλασικισμό, τον Ρομαντισμό και τον Νεοκλασικισμό, ή τους θέλουν μέσα στο φολκλόρ που οι ίδιοι οι Δυτικοί επιμένουν να τοποθετείται η Ελλάδα. Οι Έλληνες έφτασαν σήμερα να επιθυμούν διακαώς να μοιάσουν όπως τους φαντάζονται οι Δυτικοί, πλην μονίμως αποτυγχάνουν. Οι Δυτικοί πάντα θα απογοητεύονται από τους Έλληνες, όπως αυτοί είναι πραγματικά.
     Για τους Τούρκους, ο πολιτισμικός μας δυναμισμός, που αποτυπώνεται σε ποικιλία ονομάτων, δεν είναι κατανοητός. Αναφέρονται στους Έλληνες του Νέου Ελληνικού Κράτους ως «Ίωνες» («Γιουνάν») και χωριστά στους Ρωμηούς του ευρύτερου Ελληνισμού της Ανατολής ως «Ρουμ». Ο διαχωρισμός αυτός ίσως έχει πολιτικές σκοπιμότητες. Για τους Τούρκους, ο «Ρωμηός» είναι ονομασία που συνδέεται με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας θέλουν να είναι συνέχεια. «Ρουμ»  είναι για τους Τούρκους όλοι οι χριστιανοί ορθόδοξοι που κατοικούν στα όρια της σημερινής Τουρκικής Δημοκρατίας, όχι όμως και οι Αρμένιοι. Ο «Ρωμηός» είναι ο ραγιάς τον οποίο οι ίδιοι οι Τούρκοι επέτρεψαν να επιβιώσει και έτσι τους οφείλει κάποια χάρη, ενώ ο «Ίωνας» είναι ο κάτοικος μιας ξένης μικρής δυτικής χώρας.

     Οι Έλληνες της σήμερον καταφεύγουν για τους εαυτούς τους στη φαντασιακή αντίληψη που κατασκεύασαν οι Δυτικοί για το ποιός είναι ο «Έλληνας». Το Βυζάντιο αγνοείται και η σύνδεση του παρόντος με την κλασική αρχαιότητα γίνεται με ένα άλμα. Ωστόσο, για την πραγματικότητα της Ανατολής, τα ονόματα «Ρωμηός» και «Έλληνας» είναι συνώνυμα και η διάκρισή τους μας αποκόπτει από το άμεσο βυζαντινό παρελθόν μας και διασπά την ενότητα της ελληνικής ιστορίας.
     Στην ουσία πρόκειται για το πρόβλημα της κρίσης ταυτότητας που μας τυραννά. Η κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού συνοψίζεται στο ερώτημα αν η Ελλάδα είναι Δύση ή όχι, όπως και στην προφανή αμηχανία για το τί είναι το Βυζάντιο και τί θα κάνουμε με αυτό. Όμως, ο μύθος της Ρωμανίας και της Ρωμηοσύνης, αγνοημένος, ξεχασμένος και απωθημένος στο συλλογικό μας υποσυνείδητο παραδόξως επιβιώνει. Η ονομασία «Έλληνας»  αποτελεί την επανεμφάνιση της αρχαίας και ένδοξης ονομασίας ως επακόλουθο της αναγέννησης της Αρχαίας Ελλάδας μέσα από την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Πρόκειται για την πραγμάτωση της ρομαντικής φαντασίωσης των Δυτικών Ευρωπαίων για την αναβίωση της Αρχαίας Ελλάδας. Η ονομασία «Ρωμηός» παραμένει ως συνδετικό στοιχείο με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, ή Ρωμανία, ή αν θέλετε, με τον Ελληνισμό των Μέσων Χρόνων και στην πραγματικότητα ονοματίζει τους Χριστιανούς αυτούς που κατοικούν στην καθ’ ημάς Ανατολή. Πρόκειται για  παράλληλες ονομασίες που αφορούν διαφορετικές μορφές της ίδιας πραγματικότητας.
     Υπάρχει βέβαια μια σαφής ιδεολογική και μορφολογική διαφοροποίηση των δύο ονομάτων. Ο Ρωμηός μπορεί να γίνει Έλληνας, το αντίστροφο δεν φαίνεται να ισχύει. Μετά την καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού οι Ρωμηοί άρχισαν να σπανίζουν. Ο Ρωμηός θα παραμένει όμως μια σαφής υπόμνηση του τί θα έπρεπε ή τί θα μπορούσε να ήταν η σημερινή Ελλάδα, όπως και μία αποκάλυψη για το τί πραγματικά είναι.


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Διαστημικές φιλοδοξίες και τεχνολογικές φαντασίες

Με τη συμπλήρωση εργασιών που κράτησαν 10 χρόνια πλησιάζει και η ολοκλήρωση της κατασκευής του «Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού», ενός επανδρωμένου δορυφόρου που περιστρέφεται γύρω από τη Γη με την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 16 περιστροφών τη μέρα. Πρόκειται για κατασκευή μεγάλων διαστάσεων, που συναρμολογήθηκε σταδιακά στο διάστημα. Στον διαστημικό αυτό σταθμό εργάζονται συνήθως έξι άτομα σε εναλλασσόμενες βάρδιες, οι κοσμοναύτες όπως ονομάζονται. Το σύνολο των κοσμοναυτών, που κατά καιρούς έχουν εργασθεί στον δορυφόρο αυτόν, ανέρχεται μέχρι  στιγμής σε 200 άτομα, μερικά των οποίων έχουν παραμείνει εκεί πάνω από έξι μήνες. Το αντικείμενο αυτό, που ζυγίζει περίπου 450 τόννους βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία πτώσης από το ύψος των 350 χιλιομέτρων  που καταλήγει σε περιστροφή σε χαμηλή τροχιά με ταχύτητα 28.000 χιλιομέτρων την ώρα. Όλα τα αντικείμενα στο εσωτερικό του στερούνται βάρους, αφού πέφτουν με ομοιόμορφη ταχύτητα. Όσο μένει κανείς εκεί, τόσο προσαρμόζεται στις συνθήκες έλλειψης βαρύτητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατό να παραμένει μόνιμα ο άνθρωπος σε παρόμοιο περιβάλλον. Για να φθάσει κανείς στον διαστημικό σταθμό χρειάζονται δύο ημέρες με το διαστημικό λεωφορείο, το οποίο θα καταναλώσει 900 τόννους ξηρού καυσίμου και 2,3 εκατομμύρια λίτρων υγρού οξυγόνου και υδρογόνου. Η προσαρμογή του διαστημικού λεωφορείου προς τον διαστημικό σταθμό είναι χρονοβόρα και χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Εκτός από τις ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν και τα μηχανήματα: το διαστημικό λεωφορείο κοστίζει 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το κόστος του σταθμού υπερβαίνει τα 100 δισεκατομμύρια. Αυτό κάνει τον διαστημικό σταθμό να διεκδικεί τον τίτλο της ακριβότερης ανθρώπινης κατασκευής.

Εκείνοι που φθάνουν εκεί βρίσκονται σε ένα κυλινδρικό χώρο μήκους 74 μέτρων. Τμήματά του έχουν κατασκευασθεί από Ρώσους, Αμερικανούς και Ευρωπαίους. Δεκαπέντε χώρες συμμετέχουν στα προγράμματα αυτά. Τα εργαστήρια και οι αποθήκες βρίσκονται σε παρακείμενο χώρο. Ηλιακό φωτοβολταϊκό σύστημα μεγάλης επιφάνειας εξασφαλίζει την ενέργεια. Θάλαμος με μεγάλα παράθυρα επιτρέπει την άνετη παρατήρηση, η οποία κατά γενική ομολογία είναι εντυπωσιακή. Οι επιστημονικές εργασίες και παρατηρήσεις που γίνονται εκεί βασίζονται στον άνθρωπο, στη νόησή του και στις ικανότητές του. Τελευταία κατασκευάζεται κάποιο ρομπότ, για βοηθητικές όμως και υποστηρικτικές δραστηριότητες μόνο.

Όποιος επισκέπτης του «Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού»  στερείται ανάλογης εμπειρίας μπορεί να προκαλέσει και να γίνει αιτία χάους στο εσωτερικό του. Για να μετακινηθεί κανείς εκεί μέσα πρέπει να είναι τόσο εξοικειωμένος ώστε να πετά κυριολεκτικά χωρίς βάρος και να αποφεύγει να χτυπά στα περίπλοκα και ευαίσθητα όργανα και στους υπολογιστές. Όσοι δουλεύουν σε πληκτρολόγια  αιωρούνται μετέωροι με τα χέρια πάνω στα πλήκτρα. Το να πηγαίνεις από το ένα σημείο στο άλλο απαιτεί τη μεγαλύτερη εξάσκηση, αφού το πάνω και το κάτω δεν έχουν σημασία. Η έλλειψη βάρους κάνει απλές και αναγκαίες πράξεις πολύ δύσκολες. Το να πλυθεί κανείς, για παράδειγμα, γίνεται μια εκλεπτυσμένη διαδικασία. Ιδιαίτερη φροντίδα απαιτεί η συλλογή των σταγονιδίων από το σώμα. Αυτά μπορεί να βραχυκυκλώσουν ευαίσθητα και κρίσιμα ηλεκτρονικά κυκλώματα αν αφεθούν ελεύθερα. Αλλά εκείνα που δεν φαίνονται είναι τα πραγματικά προβλήματα: το να ζει κανείς σε ένα περιβάλλον χωρίς βαρύτητα προξενεί οργανικές διαταραχές: η κυκλοφορία του αίματος διαταράσσεται, η οσμή χάνεται, η γεύση αλλοιώνεται, η μάσηση δυσκολεύεται και η κατάποση απαιτεί προσπάθεια, οι μύες και τα οστά αδυνατούν. Δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες. Όπως δεν είναι γνωστές οι συνέπειες από τις ακτινοβολίες και οι ψυχολογικές επιπτώσεις.

Ο «Διεθνής Διαστημικός Σταθμός» αναμένεται να περιστρέφεται γύρω από την Γη για περισσότερο από πέντε χρόνια. Συζητείται σήμερα η σκοπιμότητα παράτασης της ζωής του. Εκείνο που δεν συζητείται είναι η σκοπιμότητα των ερευνών και των παρατηρήσεων που γίνονται, καθώς και η χρησιμότητα της εμπειρίας που αποκτάται. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι οι επιστημονικές παρατηρήσεις και η εμπειρία, στη σχετικά ασφαλή τροχιά σε χαμηλό ύψος από τη Γη, αποβλέπουν σε μελλοντικές επανδρωμένες πτήσεις προς τη Σελήνη και τον Άρη ή οπουδήποτε αλλού θα είναι δυνατό να στραφεί η επιθυμία των ευφάνταστων ιθυνόντων της ΝΑΣΑ.

Παρά τις οικονομικές αβεβαιότητες, σχέδια για καινούργιες επισκέψεις του ανθρώπου στη Σελήνη βρίσκονται σε εξέλιξη. Έτσι, η ΝΑΣΑ σχεδιάζει να συνεχίσει το 2020 ό,τι διακόπηκε το 1972 με την τελευταία αποστολή του προγράμματος «Απόλλων». Γίνεται μάλιστα και λόγος και για μελλοντική επανδρωμένη αποστολή στον Άρη, εγχείρημα εξαιρετικά δαπανηρό, περίπλοκο και κυριολεκτικά τολμηρό. Η ΝΑΣΑ αποτελεί κληρονομιά του ανταγωνισμού στο διάστημα, στον οποίο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο είχαν εμπλακεί οι ΗΠΑ και η τότε Σοβιετική Ένωση. Η ΝΑΣΑ αποτελεί αιχμή του στρατιωτικού-βιομηχανικού κατεστημένου των ΗΠΑ. Σήμερα η ΝΑΣΑ αποτελεί ομάδα πίεσης. Δηλωμένη και διακηρυγμένη σκοπιμότητα της ΝΑΣΑ είναι, εκτός από την επιστημονική έρευνα, η εξερεύνηση του Διαστήματος με απώτερο σκοπό τον εποικισμό της Σελήνης και των πλανητών (!). Οι σκοπιμότητες αυτές είναι αποδεκτές από το αμερικανικό κοινό δεδομένης της αίγλης που κατέχει η επιστημονική έρευνα και της γοητείας που ασκεί η επιστημονική φαντασία.

Σήμερα δεν ανταγωνίζεται βέβαια τη ΝΑΣΑ η Σοβιετική Ένωση, ούτε καν η Ρωσία, αλλά η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και, τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κίνα έχει ήδη ένα δορυφόρο γύρω από την Σελήνη και φιλοδοξεί να αποστείλει εκεί τους πρώτους Κινέζους μετά το 2017. Η Ινδία, χώρα που κατέχει προηγμένη τεχνολογία, αλλά και χώρα με εκατομμύρια αστέγους, σχεδιάζει την αποστολή σεληνιακού οχήματος. Η Ιαπωνία διαθέτει ήδη σεληνιακό δορυφόρο και ο Ευρωπαϊκός Διαστημικός Οργανισμός (ΕΣΑ) μελετά μια ρομποτική εγκατάσταση στη Σελήνη για το 2016 και τους πρώτους Ευρωπαίους να αφήνουν αποτυπώματα εκεί το 2024.

Σε τί αποβλέπουν αυτά τα εγχειρήματα ;  Καμία χώρα βέβαια δεν δέχεται να υστερήσει σε κάτι που θα έχει μεγάλη σημασία στην κατασκευή ενός γοήτρου ή θα επηρεάσει αποφασιστικά τις τεχνολογικές και στρατηγικές ικανότητές της. Όμως ο χαρακτήρας των φιλοδοξιών αυτών είναι μάλλον προπαγανδιστικός και το ζητούμενο είναι αίγλη και κύρος. Τα κέρδη της επιστήμης δεν φαίνεται να δικαιολογούν το μέγεθος της προσπάθειας και της δαπάνης. Οι έρευνες και η συλλογή στοιχείων δεν απαιτούν την ανθρώπινη παρουσία στην επιφάνεια της Σελήνης και των πλανητών, πράγμα τεχνολογικά περίπλοκο, επικίνδυνο και δαπανηρό. Αυτοί που εισηγούνται και υποστηρίζουν τέτοια σχέδια είναι ομάδες πίεσης με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Τα ουτοπικά όνειρα και οι φαντασίες, που κατά καιρούς ακούγονται, ικανοποιούν την τάση για λατρεία της τεχνολογίας, τροφοδοτούν εθνικισμούς και αποκοιμίζουν την συνείδηση των πολιτών. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα έχουν ανθρωπιστικό αντάλλαγμα. Η επίσκεψη αφιλόξενων κόσμων δεν εξυπηρετεί τίποτε. Η υπέρβαση των ορίων του ανθρώπου δεν αποτελεί πρόοδο, αλλά είναι ύβρις. Είναι, άλλωστε, βέβαιο ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν επιβιώνει μακροπρόθεσμα στο διαστημικό περιβάλλον, ενώ δεν φαίνεται δυνατή η ανάπτυξη τεχνολογίας για την παραμονή του ανθρώπου στη Σελήνη ή τα άλλα πλανητικά σώματα. Ακόμη, φαίνεται ότι η παρουσία του ανθρώπου δεν είναι αναγκαία κατά τις έρευνες που θα διεξαχθούν, αφού αυτές μπορούν να γίνουν, και γίνονται, από ρομποτικά συστήματα.

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης στο διάστημα έγινε αφορμή παράλογης και τερατώδους σπατάλης και ίσως να αποτελεί συντελεστή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Η εμπειρία του προγράμματος «Απόλλων» δεν λαμβάνεται υπ’ όψη. Σήμερα, περισσότερο από σαράντα χρόνια μετά την επιτυχή επίσκεψη του ανθρώπου στη Σελήνη, δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι που την δικαιολογούν. Το τεχνολογικό εκείνο επίτευγμα δεν ήταν παρά ένα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου. Με εκείνο το φαραωνικού χαρακτήρα εγχείρημα οι ΗΠΑ απέδειξαν το άδικο της περιθωριοποίησης του Τρίτου Κόσμου, σπαταλώντας άσκοπα τεράστιους πόρους. Οι λόγοι για τους οποίους οι Αμερικανοί βρέθηκαν πάνω στη νεκρή επιφάνεια της Σελήνης δεν είχαν να κάνουν με την επιστήμη και τη γνώση, ούτε καν υπηρετούσαν στρατηγικές σκοπιμότητες. Τον πρόεδρο Κέννεντυ απασχολούσε το γόητρο των ΗΠΑ. Ο υπουργός άμυνας Μάκ Ναμάρα ήθελε να βοηθήσει την αεροδιαστημική βιομηχανία. Ο πρόεδρος Τζόνσον και το Κογκρέσο ανησυχούσαν για την εικόνα των ΗΠΑ στον Τρίτο Κόσμο. Η ΝΑΣΑ προσπαθούσε να διατηρήσει και να πολλαπλασιάσει τα παχυλά κονδύλια της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι γερουσιαστές πάσχιζαν να εξασφαλίσουν εργολαβίες για τους ψηφοφόρους και τις πολιτείες τους και όλοι οι Αμερικανοί μαζί επιθυμούσαν να προλάβουν τους Ρώσους και τους Κομμουνιστές. Την ίδια εποχή και ενώ κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Ρώσοι σχεδίαζαν να αποστείλουν πύραυλο που θα διασκόρπιζε κάποιου είδους βαφή σε όλη την επιφάνεια της Σελήνης, ώστε να φαίνεται κόκκινη από τη Γη(!), κανείς δεν άκουγε τις λίγες λογικές φωνές που επισήμαναν ότι με το τρίτο του κόστους μπορούσαν όλοι οι φτωχοί Αμερικανοί να βρεθούν πάνω από το όριο φτώχειας. Ευτυχώς, η αμερικανική επιτυχία απέτρεψε το διαστημικό κιτς της κόκκινης Σελήνης και μας έδωσε ωραίες φωτογραφίες του πλανήτη Γη... Τελικά, η επιστημονική πλευρά του εγχειρήματος περιορίσθηκε σε μερικές πέτρες, που πλούτισαν τα ανά τον κόσμο Μουσεία Φυσικής Ιστορίας, και σε λίγες επιστημονικές εργασίες χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 οι ΗΠΑ βρέθηκαν στο χείλος της χρεοκοπίας και με πλήθη μεταπτυχιακών και δοκτόρων που μπορούσαν να επιλύσουν περίπλοκες διαφορικές εξισώσεις, αλλά δεν ήταν κατάλληλοι για να χρησιμοποιηθούν στην παρακμάζουσα παραγωγική διαδικασία.

Αυτό που τελικά πέτυχε η φαραωνική εκείνη περιπέτεια των ΗΠΑ δεν ήταν η επέκταση των δυνατοτήτων του ανθρώπου, αλλά η πιστοποίηση των ορίων και της αδυναμίας του. Σήμερα, με τις ΗΠΑ σε δεινή οικονομική θέση και τον κόσμο σε φάση ανάδυσης πολλών πόλων, αλλά και με την οικολογική ισορροπία του πλανήτη στα πρόθυμα ανατροπής, σχεδιάζονται ανάλογης έκτασης και μεγέθους προσπάθειες. Αυτό που ωθεί σε τέτοια εγχειρήματα ίσως είναι η ασίγαστη δυναμική του δυτικού πολιτισμού προς την απεριόριστη επέκταση και κυριαρχία. Το διάστημα φαίνεται να αποτελεί για το φαντασιακό των ΗΠΑ ένα σύνορο προς κατάκτηση. Ο πλανήτης έχει εξαντλήσει τα όριά του. Ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση-εξήγηση των φαραωνικών τάσεων στον σύγχρονο κόσμο από τον Τζώρτζ Όργουελ. Στο προφητικό μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας «1984» ο Όργουελ περιγράφει τις παράλογες προσπάθειες των σύγχρονων κρατών ως μεθοδεύσεις πολιτικής κυριαρχίας. Η πολιτική κυριαρχία του συστήματος επιβάλλεται και διαιωνίζεται με την κατασπατάληση των πόρων και την απασχόληση σε έργα χωρίς νόημα.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Αναγκαίος ο εσωτερικός τουρισμός για τη Θράκη



Παρά τη δεινή οικονομική μας κατάσταση και παρά την ανάγκη εξεύρεσης τρόπων και μεθόδων αντιμετώπισης της δημοσιονομικής μας κρίσης, ελάχιστα έχει γίνει συνειδητό το πόσο σημαντικό ήταν, και είναι, το να προτιμούμε τα προϊόντα των δικών μας χεριών. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να γίνει επίσημη κρατική πολιτική, δεδομένης της παγκοσμιοποίησης και της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί, όμως, να γίνει κάποιο είδος συνείδησης το ότι προτιμώντας τα δικά μας προϊόντα δημιουργούμε θέσεις εργασίας για μας τους ίδιους. Άλλωστε, ο αχαλίνωτος δανεισμός και ο κυρίαρχος παρασιτικός καταναλωτισμός μπορούν μόνο με την παραγωγή πλούτου να αντιμετωπισθούν και παραγωγή πλούτου είναι κατά βάση ό,τι αγαθό και όποια υπηρεσία παράγονται και προσφέρονται μέσα στην ίδια τη χώρα μας.

Ο τουρισμός, που βέβαια έχει κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό κόστος, παραμένει ένα από τα λίγα προϊόντα για τα οποία διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός παρέχει υπηρεσίες που αποτελούν πηγή πλούτου για τη χώρα μας. Ειδικά, ο εσωτερικός τουρισμός, στο μέτρο που προτιμάται από τους Έλληνες, που αν δεν τον προτιμούσαν θα ταξίδευαν σε ξένους προορισμούς, είναι διπλά επωφελής.

Ειδικότερα ακόμη, όσον αφορά τη Θράκη, ο εσωτερικός τουρισμός προσφέρει εκτός από πλούτο και τη δυνατότητα να έρθει η Θράκη πιο κοντά στον εθνικό κορμό και να γίνει προσπελάσιμη, ώστε να μη θεωρείται πια μία εξωτική χώρα, που φαίνεται να βρίσκεται πολύ μακριά. Αλλά και ο εσωτερικός τουρισμός προς τη Θράκη βοηθά ώστε να παύσει επιτέλους η αδικαιολόγητη προικοδότηση της τουρκικής οικονομίας από τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ελλήνων, που επιμένουν κάθε χρόνο να πληρώνουν το ακριβό εισιτήριο του Τοπ Καπί και να αγοράζουν τα αμφίβολης ποιότητας δερμάτινα είδη και φολκλορικά παραφερνάλια, όπως αυτά προσφέρονται στη σκεπαστή αγορά της Κωνσταντινούπολης. Αν οι Έλληνες επισκέπτες αναζητούν στην Κωνσταντινούπολη την ανάμνηση της ατμόσφαιρας της καθ’ ημάς Ανατολής, αν θέλουν να βρεθούν και πάλι στην Αγιά Σοφιά, τότε καλώς, –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογούνται να κατασπαταλούν τεράστια ποσά σε ξέφρενες αγορές. Αν όμως αναζητούν τον εξωτισμό και το διαφορετικό, τότε αυτό μπορεί και η ίδια η πατρίδα μας με κάποιες μορφές να το προσφέρει. Και μπορεί να το προσφέρει με τρόπους αληθινούς και ουσιαστικούς, τέτοιους που οδηγούν στην αυτογνωσία και στη συνείδηση της ταυτότητας.

Η ανάπτυξη μορφών εσωτερικού τουρισμού στη Θράκη προσφέρει, εκτός από τα προφανή οικονομικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας, και την ενίσχυση των τοπικών οικονομιών με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως και τα ηθικά και  ιδεολογικά πλεονεκτήματα της παρουσίας μεγάλου αριθμού Ελλήνων πολιτών σε μια περιοχή που τους έχει ανάγκη.

Πολύμορφη και ποικιλόμορφη, κατοικούμενη από διαφορετικούς λαούς είναι η Ελληνική Θρά­κη. Πάνω από δασωμένα, γεμάτα μυστή­ριο βουνά ξεκινούν ποτάμια, πού περνών­τας από εύφορες πεδιάδες με μαύρο λιπαρό χώμα, καταλήγουν στο Θρακικό Πέλαγος. Εκεί, το βλέμμα ελεύθερο, δεν συναντά τα βουνά και τη θάλασσα της Νότιας Ελλά­δας, αλ­λά χάνεται μέσα στις θαμπές, γεμάτες θλί­ψη και απροσδιόριστη γοητεία, πεδιάδες. Η διαυγής σκέψη των Ελλήνων παίρ­νει στη Θράκη δρόμους διαφορετικούς. Δρόμους, πού οδηγούν στις ιδιόμορφες αντιλήψεις και τα βαθιά αισθήματα του βυζαντινού ελληνικού κόσμου. Τον ιδιόμορφο κόσμο της Θράκης ελάχιστα γνωρίζουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Οι επισκέψεις των Ελλήνων πέραν του Στρυμώνος και του Νέστου παραμένουν ακόμη και σήμερα πολύ περιορισμένες. Η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα στο συλλογικό εθνικό υποσυνείδητο ως χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Ωστόσο, η πρόσφατη κατασκευή της Εγνατίας Οδού έφερε τη Θράκη πολύ πιο κοντά προς τον κορμό του ελληνικού χώρου. Η αναζήτηση του εξωτικού και του διαφορετικού έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου τοποθετεί στο κέντρο των ταξιδιωτικών του προτιμήσεων. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής Ελλάδας παραμένει ένα από τα κύρια αιτήματα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη αποτελεί σήμερα ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε από τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και άλλους πολιτισμούς. Είναι όμως χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’  ημάς Ανατολής και οι εμπειρίες της βαλκανικής ενδοχώρας, στοιχεία στενά δεμένα με την ιστορία και την ταυτότητά μας. Η χώρα της Θράκης με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που την χαρακτηρίζουν παρουσιάζει μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.

Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της Ελληνικής Θράκης παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Η συνεχής αμμώδης παραλία του Θρακικού Πελάγους, που εκτείνεται από τον Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο,  τα δάση της  ορεινής περιοχής της Ροδόπης, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η λεκάνη και το Δέλτα του Έβρου, η λίμνη Βιστωνίδα, οι λιμνοθάλασσες και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, το Διδυμότειχο, το Σουφλί, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα μεγαλιθικά μνημεία και τα πέτρινα γεφύρια της Ροδόπης, τα φρούρια του Νέστου, τα αρχαία Άβδηρα, οι αρχαίες πόλεις της θρακικής ακτής, το μοναστικό Παπίκιο όρος, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεότερος οικισμός των Αβδήρων, μαζί με την αρχαία και σύγχρονη Μαρώνεια και οικισμούς όπως οι Μεταξάδες του Έβρου, συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στον κλασικό κόσμο, στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής. Εδώ ο φυγάδας της σύγχρονης αστικής ζωής ανακα­λύπτει μία Ελλάδα που την φαντάζεται και που την αποζητά.

Η συνύπαρξη φυσικού κάλλους, ανθρώπινης ποικιλομορφίας και ιστορικού περιβάλλοντος συναντάται συμπαγής και παραμένει πάντα στη διάθεση του ταξιδιώτη στην Ελληνική Θράκη. Για παράδειγμα, ο Νομός Ξάνθης μόνος του διαθέτει πλήθος από ενδιαφέροντα στοιχεία, που μπορούν να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του Νομού. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της γειτονικής Γενισέας, αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας  αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό αποι­κισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκον­ται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου έχουν αποτυπωθεί τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμε­νο­ποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα.

Ανάλογο ιστορικό περιβάλλον συναντά κανείς στην κοιλάδα του Έβρου, όπου στις Φέρρες η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Κοσμοσώτηρας δίνει την εντύπωση του προαύλιου της Κωνσταντινού­πολης, ενώ το βυζαντινό Διδυμότειχο και το βυζαντινό κάστρο του Πύθιου βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής. 

Αν θεωρήσουμε το απομακρυσμένο νησί της Σαμοθράκης ως τμήμα της Θράκης, τότε έχουμε έναν ακόμη πόλο έλξης που προσφέρει τα ερείπια της κλασικής αρχαιότητας μέσα σε ένα περιβάλλον μοναδικής φυσικής γοητείας.

Η ξενοδοχειακή υποδομή της Θράκης, παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Εκτός από τα δύο αρχαιολογικά, τα τρία εκκλησιαστικά και τα τρία λαογραφικά μουσεία της περιοχής, νέα μουσεία μπορούν να ιδρυθούν και να αναπτυχθούν, ώστε να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της καθ’ ημάς Ανατολής. Υπάρχει ήδη κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει και να ικανοποιήσει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα ήδη αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Πολιτιστικές εκδηλώσεις και πνευματική ζωή στην Ελληνική Θράκη



Ο παραμερισμός και ο περιορισμός της αγροτικής Ελλάδας κατοπτρίζονται και στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Παρά τα κονδύλια των Δήμων, τα λαϊκά δρώμενα, τα πανηγύρια και οι συλλογικές εκδηλώσεις περιορίζονται χρόνο με τον χρόνο. Με την κατάρρευση του λαϊκού πολιτισμού, την εξαφάνιση της λαϊκής τέχνης και τη διάδοση διεθνοποιημένων μορφών μαζικής επικοινωνίας οι πολιτιστικές εκδηλώσεις στην ελληνική περιφέρεια επικεντρώθηκαν σε ό,τι σχετίζεται με την ανάδυση της τοπικότητας, την ιστορικότητα και την αναζήτηση της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει και στην Ελληνική Θράκη, όπου οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και η πνευματική ζωή δεν μπορούν παρά να παρουσιασθούν τμηματικά, ως μέρος μόνο της όλης συλλογικής δραστηριότητας. Αυτό γιατί η κατάτμηση της κοινωνίας της Θράκης σε κοινωνία «πλειονοτική» και σε κοινωνίες «μειονοτικές», πρόβλημα που το ίδιο είναι πολιτισμικής, αλλά και πολιτικής μορφής, δεν επιτρέπει μία γενική ανάλυση που θα περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες τις σχετικές με τον πολιτισμό που λαμβάνουν χώρα στην Ελληνική Θράκη. 

Ζούμε σε μία χώρα, η οποία μετά από μεγάλες ανακατατάξεις, προσπαθεί να ενσωματώσει συγγενικές, αλλά διαφορετικές τοπικές παραδόσεις. Η πρόσφατη συγκέντρωση των Ελλήνων στο εθνικό τους κράτος δεν πρέπει να σημαίνει μόνο μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ελληνική Θράκη, όπου συγκεντρώνονται πάνω στο ιστορικό, ανθρωπολογικό και παραδοσιακό υπόστρωμα πληθυσμοί προερχόμενοι από τις εστίες και τους χώρους του πάλαι ποτέ Ανατολικού Ελληνισμού. Η Ελληνική Θράκη αποτελεί σήμερα ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων από την Ελληνική Ανατολή.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η οριστική ενσωμάτωση της Ελληνικής Θράκης στο ελληνικό κράτος μετά το 1920 είναι στοιχεία καθοριστικά για τον προβληματισμό και την οργάνωση των πολιτιστικών συλλόγων και οργανώσεων που αναπτύχθηκαν μετά, αλλά και για την κινητοποίηση και δράση των ανήσυχων ατόμων που αισθάνθηκαν την ανάγκη να μελετήσουν και να περιγράψουν τις πραγματικότητες της Θράκης. Καθοριστική προϋπόθεση αποτέλεσαν τα πρότυπα των φιλεκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών συλλόγων της Ανατολικής Θράκης και της Κωνσταντινούπολης κατά τον 19ο αιώνα. Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή τον κύριο πληθυσμιακό, οικονομικό και πολιτισμικό πόλο του Θρακικού Ελληνισμού και μάλιστα το κέντρο της λεγόμενης καθ’ ημάς Ανατολής. Εκεί οι ελληνικές κοινότητες είχαν επιτύχει βαθμούς εκσυγχρονισμού και εθνικής αυτοσυνειδησίας και είχαν αναπτύξει μορφές πολιτικού φιλελευθερισμού που συνόδευε την ανάπτυξη μιας εκσυγχρονιστικής εθνικής αστικής τάξης[i].

Η ελληνική παρουσία στη σημερινή Ελληνική Θράκη περιοριζόταν, κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις πόλεις Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς), Σουφλί και Διδυμότειχο, όπως και στην παράλια περιοχή του Θρακικού Πελάγους. Η συγκρότηση των ρωμαίικων κοινοτήτων περιελάμβανε πολιτιστικούς συλλόγους[ii]. Οι εκπαιδευτικοί σύλλογοι της Θράκης υποστηριζόταν από τον «Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως» που ιδρύθηκε το 1861 και αποτέλεσε μία μορφή υπουργείου παιδείας για τον Ανατολικό Ελληνισμό.

Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922[iii] αρχίζει από τους πρόσφυγες λόγιους και επιστήμονες της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης η προσπάθεια για την εξασφάλιση της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη. Προσπάθεια, η οποία είναι τεράστια, συνεχίζεται, και η σημασία της δεν μπορεί ακόμα να γίνει αντιληπτή. Η ιστορία, η γεωγραφία, η λαογραφία, ο πολιτισμός της ευρύτερης Θράκης αποθησαυρίζονται μετά το 1922 σε επιστημονικές εκδόσεις, όπως τα "Θρακικά", που αρχίζουν να εκδίδονται το 1928 και φτάνουν τους 56 τόμους με πάνω από 16.000 σελίδες τη δεκαετία του 1950˙ το "Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού", έπειτα "Αρχείον Θράκης", που από το 1934 εξέδωσε μέχρι το 1976, 39 τόμους με 15.000 σελίδες˙ τα "Θρακικά" ως συνέχεια των δύο προηγούμενων περιοδικών, που εξέδωσαν από το 1978, 12 τόμους με 2.500 σελίδες˙ τα "Θρακικά Χρονικά", που εκδόθηκαν στην Ξάνθη το 1960 και μέχρι το 1992 και κυκλοφόρησαν 46 τεύχη και τόμους με 5.000 σελίδες˙ τη "Θρακική Επετηρίδα", που εκδίδεται στην Κομοτηνή από το 1960 και αριθμεί 11 τόμους με 5.000 σελίδες. και τέλος, το επιστημονικό περιοδικό «Περί Θράκης», που εκδίδεται στην Ξάνθη από το 2001 και αριθμεί έξι τόμους με 2.000 σελίδες.

Παράλληλα, στην Ελληνική Θράκη, όπως αυτή συγκροτήθηκε μετά την κατάτμηση και διαμοιρασμό της ευρύτερης Θράκης ανάμεσα σε τρία κράτη, δημιουργήθηκαν πολιτιστικοί σύλλογοι με πρωταγωνιστές τα μέλη γνωστών συλλόγων της Ανατολικής κυρίως Θράκης  που εγκαταστάθηκαν στην Ελληνική Θράκη ως πρόσφυγες. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το 1924 ο «Σύλλογος Αδριανουπολιτών» και στην Αθήνα το 1928 το «Θρακικό Κέντρο». Ακολούθησε η δημιουργία και η δραστηριοποίηση συλλόγων στην Αλεξανδρούπολη, η οποία κυριολεκτικά αποτελούσε μια προσφυγούπολη. Οπωσδήποτε η εκδοτική δραστηριότητα στη Θράκη παρέμεινε κατά τον Μεσοπόλεμο σχεδόν μηδενική και η γνώση της τοπικής ιστορίας ήταν ανύπαρκτη. Την ίδια περίοδο, η κεμαλική εθνικιστική προπαγάνδα γοήτευσε νέους διανοούμενους της μουσουλμανικής μειονότητας και οδήγησε στην ίδρυση εθνικιστικών συλλόγων που δραστηριοποιήθηκαν στους κύκλους της μειονότητας.[iv]

Αμέσως μετά τον πόλεμο σημειώνεται στην Ελληνική Θράκη σημαντική δραστηριότητα στη δημιουργία νέων συλλόγων που απέβλεπαν σε κοινωνικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση της «Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης» το 1952 και του «Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής» το 1959. Παράλληλα, αναδύονται άτομα που ανακαλύπτουν το ιστορικό βάθος του τόπου και αναλαμβάνουν να αναπτύξουν  και να περιγράψουν τη φυσιογνωμία του με εκδόσεις τοπικότητας. Το πρόβλημα όμως των περιορισμένων μέσων της περιφέρειας παραμένει: όπως και πριν την απελευθέρωση, πολλοί πνευματικοί άνθρωποι αναγκάζονταν να μετοικήσουν στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου οι συνθήκες σταδιοδρομίας και έκφρασης ήταν πολύ πιο ευνοϊκές[v].

Με την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών και τη λαϊκοποίηση της πολιτιστικής δράσης μετά τη μεταπολίτευση ιδρύονται στη Θράκη νέοι πολιτιστικοί οργανισμοί και δραστηριοποιούνται μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ένα νέο εκσυγχρονιστικό πνεύμα θα δημιουργήσει και θα αναδείξει τάσεις για συγκρότηση της τοπικότητας, μελέτη της τοπικής ιστορίας και αυτοσυνειδησία. Ως αποτέλεσμα θα εμφανισθεί στη Θράκη μία έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Κυριολεκτικά εκατοντάδες εκδόσεις που συναθροίζονται τα τελευταία χρόνια και βλέπουν το φως όχι μόνο στις τρεις μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, αλλά και σε μικρότερα και άγνωστα στον ευρύτερο ελληνικό χώρο πολίσματα[vi]. Ο τόπος και η ιστορία του μελετώνται και αποτυπώνονται σε ποικιλία εκδόσεων[vii]. Παράλληλα εκδίδονται σε διεθνές επίπεδο επιστημονικές μελέτες που πλουτίζουν τη βιβλιογραφία της Θράκης ως βιβλία αναφοράς[viii].

Στη Θράκη συνέβη κάτι μοναδικό για τα πολεοδομικά μας πράγματα: ολόκληρος ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης ανακηρύχθηκε το 1976 διατηρητέος[ix], πράγμα που πλούτισε τη Βόρεια Ελλάδα με ένα ανοικτό μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών και με τη διατήρηση μιας πόλης της καθ’ ημάς Ανατολής. Ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος διατηρούμενος οικισμός στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά αποτελεί και το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού κατά την ύστερη φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[x] που βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο.

Η ύπαρξη ενός εκτεταμένου παραδοσιακού οικισμού επιτρέπει στο Δήμο Ξάνθης την  άσκηση μίας αναπτυξιακής πολιτικής με κέντρο τον παραδοσιακό οικισμό και μοχλό τις πολιτιστικές διαστάσεις του. Εορταστικοί θεσμοί έχουν καθιερωθεί και λαμβάνουν χώρα συστηματικά. Αναφέρουμε το «Ξανθιώτικο Καρναβάλι - Θρακικές Λαογραφικές Γιορτές» που αριθμεί ζωή 45 ετών, ενώ αδιάλειπτα από το 1991 λαμβάνουν χώρα το φθινόπωρο «Οι Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης». Η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετέχει στις «Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης» με φωτογραφικές εκθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την εθνική και πολιτιστική ιστορία[xi].

Οι διαθέσεις της Άγκυρας και ο χειρισμός από μέρους της μουσουλμανικής μειονότητας της Ελληνικής Θράκης  ως στρατηγικής μειονότητας έδωσαν αφορμή στην έκδοση αριθμού βιβλίων που μελετούν και παρουσιάζουν τις πραγματικότητες της μουσουλμανικής μειονότητας και των εθνοτικών στοιχείων που τη συγκροτούν[xii]. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη μελέτη της προέλευσης και του πολιτισμού των Πομάκων[xiii], ορεινού αυτόχθονος φύλου της Ροδόπης, οι οποίοι, εκτός του ότι είναι μουσουλμάνοι, δεν έχουν καμία σχέση με την Τουρκία.

Με αφετηρία πάλι τη Μεταπολίτευση και με την πίεση της ανάγκης που επέβαλε η τουρκική απειλή ιδρύθηκαν στην Ελληνική Θράκη συλλογικοί φορείς. Η σκοπιμότητα των φορέων αυτών βασίσθηκε στην πολιτιστική καλλιέργεια ως στοιχείο ανάπτυξης. Τέτοιοι συλλογικοί φορείς είναι το «Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης»[xiv] που εδρεύει στην Ξάνθη και διαθέτει παράρτημα στην Κομοτηνή και το «Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης» ΠΑΚΕΘΡΑ[xv] που εδρεύει και αυτό στην Ξάνθη.

Το γενικότερο ενδιαφέρον για την Θράκη και η ανησυχία του ελληνικού κοινού επιβάλλουν την έκδοση βιβλίων για την Θράκη που τυπώνονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.  Πολλά από αυτά αναφέρονται στον απολεσθέντα Ελληνισμό της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης.[xvi]

Τα τελευταία χρόνια με την ωρίμανση της δεύτερης γενιάς των προσφύγων του 1922 αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την ευρύτερη Θράκη και κυρίως για την Ανατολική Θράκη. Αλλά και η ύπαρξη και λειτουργία συλλογικών οργανώσεων τοπικής κλίμακας στη Θράκη, αλλά και σε κύρια αστικά κέντρα της χώρας συγκροτεί μια μεγάλη προσπάθεια περισυλλογής και διατήρησης εθίμων και συνηθειών[xvii].

Στη Θράκη υπάρχουν σήμερα δύο αρχαιολογικά μουσεία, τρία λαογραφικά μουσεία, όπως και τρία εκκλησιαστικά μουσεία με θρησκευτικά κειμήλια.

Στη Θράκη, παρά τη σημερινή της περιθωριακή θέση, η μακραίωνη λόγια παράδοση είναι ζωντανή.



[i] Κ. Μαμώνη:  Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας 1861-1922. Ιστορία και δράση, Θεσσαλονίκη 1995.
[ii] Λήδα Ιστικοπούλου: Η σωματειακή κίνηση της Ξάνθης στο Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια):  Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008
[iii] Δ. Μαυρίδης: Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.
[iv] Δ. Γκιντίδης:  Κοινωνίες πολιτών. Μετασχηματισμοί της συλλογικότητας στη δημόσια σφαίρα της Θράκης, Περί Θράκης, τόμος 6ος, Ξάνθη 2007-2009.
[v] Η Ξάνθη είχε την τύχη να κρατήσει έναν αξιόλογο διανοούμενο, τον Στέφανο Ιωαννίδη (1923-2001), ο οποίος είναι ο πρώτος που επιχείρησε να συγγράψει και να εκδόσει βιβλία με αντικείμενο την τοπική ιστορία. Εκτός από τα βιβλία λογοτεχνίας εξέδωσε δύο φωτογραφικά λευκώματα και τη συλλογή άρθρων για την Ξάνθη Βαρταλαμίδι. Διηύθυνε και εξέδιδε για 30 χρόνια το περιοδικό Θρακικά Χρονικά.
[vi] Όπως π.χ. το βιβλίο των Δ. Μαυρίδη και Γ. Τσιγάρα :  Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου – τόπος συνάντησης πολιτισμών, που εκδόθηκε από τον Δήμο Βιστωνίδος στη Γενισέα το 2010.
[vii] Βιβλία γενικής τοπικής ιστορίας είναι για την Ξάνθη:  Π.Α. Γεωργαντζής: Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης Ξάνθη 1976 , Δ. Μαυρίδης:  Αγγελοφύλακτος Ξάνθη, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2007, Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια):  Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008, Φ. Κοτζαγεώργης: Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: η Ξάνθη (15ος-17ος αι., Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2009.
                Για την Κομοτηνή είναι: Σάββας Κουκλογεωργίου: Η Κομοτηνή του παρελθόντος, Δήμος Κομοτηνής 2006
Για την Αλεξανδρούπολη είναι: Σαράντης Καργάκος: Αλεξανδρούπολη, Αθήνα 2006.
Για το Σουφλί είναι: Μ. Πατέλης: Σουφλίου εγκώμιον , ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2001.
                Για το Διδυμότειχο είναι:  Φίλιππος Γιαννόπουλος: Διδυμότειχο. Ιστορία ενός βυζαντινού οχυρού, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1989, Αθανάσιος Γουρίδης: Το ιστορικό Διδυμότειχο, Δήμος Διδυμοτείχου 1999.
Για το σύνολο της Θράκης: Κυριακή Μαμώνη: Θρακικά μελετήματα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων  βιβλίων, Αθήνα 2004,  Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος: Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990, Νίκος Σοϊλεντάκης: Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού Πιτσιλός, Αθήνα 1996, Γ. Βογιατζής: Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικές συνέπειες, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1998, Θράκη, Ιστορικές και Γεωγραφικές Προσεγγίσεις Επιστήμη και Κοινωνία, Ειδικές Μορφωτικές Εκδηλώσεις, Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000
[viii] Benjamin Isaac: The Greek settlements in Thrace until the Roman conquest, Ε.J. Brill, Leiden 1986, Joelle Dalegre: La Thrace Grecque. L’ Hormattan, Paris 1995, Ivan Marazov, The Rogozen Treasure, Secor Publishers, Sofia, 1996,  Catherine Asdracha: Inscriptions protobyzantines et byzanines de la Thrace orientale et de l’île d’ Imbros (IIIe – XVe siècles). Présentation et commentaire historique, Ministère de la Culture, Caisse des Recettes Archéologiques, Athènes 2003, Peter Soustal: Thrakien (Thrake, Rodopi und Haimimontοs), TIB Band 6, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 1991, Andreas Kueltzer: Ostthrakien, ΤΙΒ Band 12, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 2008.
[ix] Κ. Θανόπουλος: Πορεία Αντίθετα. Η σύγκρουση για την προστασία της Παλιάς Ξάνθης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2005.
[x] Γ. Τσιγάρας: Οι εκκλησίες της Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2005, Δ. Μαυρίδης:  Σπίτια της Ξάνθης, ΔΕΑΞ, Ξάνθη 2009.
[xi] Αναφέρουμε μερικά από τα θέματα των εκθέσεων:  Μνεία της καθ’ ημάς Ανατολής, Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Αγγελοφύλακτος Ξάνθη , Τα σπίτια της Ξάνθης, Τα μοναστήρια  της Ξάνθης
                Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Παντελεήμων έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η τοπική Εκκλησία αισθάνεται την ανάγκη να συμβάλει στην ανάδειξη της ιστορικότητας και της ταυτότητας της Θράκης. Ο ίδιος έχει πραγματοποιήσει μνημειώδη έκδοση του σημαντικού αρχείου των πρακτικών της Δημογεροντίας Ξάνθης (Παντελεήμων Καλαφάτης, Μητροπολίτης Ξάνθης: Πρακτικά της Δημογεροντίας Ξάνθης 1892-1926 Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.), ενώ η Ιερά  Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου έχει εκδόσει αριθμό τίτλων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δίγλωσση έκδοση που καλύπτει όλα τα θρησκευτικά μνημεία, όλων των δογμάτων που βρίσκονται στο Νομό Ξάνθης. [Γ. Τσιγάρας (επιμέλεια): Θρησκευτικά μνημεία στο Νομό Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου – Μουφτεία Ξάνθης, Ξάνθη 2005].
[xii] Ε.Χ. Ζεγκίνης: Ο Μπεκτασισμός  στη Δυτική Θράκη, Συμβολή στην ιστορία της διαδόσεως του Μουσουλμανισμού στον ελλαδικό χώρο, ΙΜΧΑ,  Θεσσαλονίκη 1996 ,  Π.Γ. Παπαδημητρίου : Οι Πομάκοι της Ροδόπης, Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870-1990), Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003, Κ.Α. Τσιούμης:  Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960), Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006.
[xiii] Μ.Γ. Βαρβούνης: Λαογραφικά των Πομάκων της Θράκης, Πορεία, Αθήνα 1996,  Π. Θεοχαρίδης: Πομάκοι, οι μουσουλμάνοι της Ροδόπης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 1996. 
[xiv] Διαθέτει σχολές μαθητείας σε θέματα συντήρησης και διαχείρισης παραδοσιακού υλικού, εργαστήριο λογοτεχνίας και σχολές ζωγραφικής. Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και εκθέσεις. Έχει εκδώσει βιβλία τοπικότητας, όπως την ανάλυση της λαϊκής τέχνης της ορεινής περιοχής της Ροδόπης με τίτλο: «Το όμορον της Ροδόπης (Ξάνθη-Σμόλυαν)». Στεγάζεται σε αναστηλωμένα συγκροτήματα καπνεργοστασίων της παλιάς βιομηχανικής περιοχής του καπνού της Ξάνθης.
[xv] Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάζει βιβλία και, κυρίως, εκδίδει βιβλία τα οποία αθροίζουν δεκάδες. Οι τίτλοι των βιβλίων του ΠΑΚΕΘΡΑ καλύπτουν την τοπική ιστορία, αλλά και ολόκληρη την Ελληνική Ανατολή. Εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό Περί Θράκης. Στεγάζεται σε αναστηλωμένο οίκημα της Παλιάς Ξάνθης.
[xvi] Ι.Σ. Γιαννακόπουλος: Εν Σαράντα Εκκλησίαις της Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη, 1994,  Π. Λέκκου:  Οι μονές της Βόρειας και της Ανατολικής Θράκης, Εκδόσεις Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1999, Ακ. Μήλλας, Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2000, Ευδ. Σταυροκούκα: Στράντζα, Γιαννιτσά 2000, Δ. Μαυρίδης:  Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό. Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2003, Σ. Αν. Κζούνια: Μητρόπολη Γάνου και Χώρας της Ανατολικής Θράκης, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005, Χρ. Ζαφείρης: Μνήμης οδοιπορία, Ανατολική Θράκη, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008.
[xvii] Οπωσδήποτε στη σημερινή Θράκη υπάρχει αριθμός ατόμων που πέρα από τη συλλογική δράση συγγράφουν και εκδίδουν βιβλία. Στο περιβάλλον του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης δραστηριοποιούνται ο ιστορικός καθηγητής Γιώργος Παπάζογλου (εκδίδει τη σειρά Θρακική Βιβλιοθήκη), ο λαογράφος καθηγητής Μανώλης Βαρβούνης, ο ιστορικός καθηγητής Κώστας Χατζόπουλος, ο βυζαντινολόγος καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας, ο Φάνης Μαλκίδης και άλλοι. Στην Ξάνθη εκδίδουν βιβλία και μελέτες ο ποιητής Θανάσης Μουσόπουλος, ο δοκιμιογράφος Δημήτρης Βλάχος, ο τουρκολόγος Γιάννης Μπακιρτζής, ο λαογράφος Νίκος Κόκκας και ο δοκιμιογράφος Νίκος Κωνσταντινίδης, ο ιστορικός Πέτρος Γεωργαντζής, η αρχιτέκτων Χρύσα Μελκίδη, ο ιστοριοδίφης και λαογράφος Βασίλης Αϊβαλιώτης, ο ιστορικός Γιώργος Βογιατζής, ο ιστοριοδίφης Θωμάς Εξάρχου, ο ασχολούμενος με την οικολογική εκπαίδευση Νίκος Γερμαντζίδης,  ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μουτάφης και ο ιστοριοδίφης Χρήστος Μιχαλόπουλος. Στην Κομοτηνή η δημοσιογράφος Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη και ο ιστοριοδίφης Φ. Κωνσταντινίδης. Στην Αλεξανδρούπολη ο ιστοριοδίφης Μιχάλης Πατέλης. Στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα πολλοί είναι αυτοί που έχουν ασχοληθεί με τα ζητήματα της Θράκης, όπως ο λαογράφος Ευάγγελος Αυδίκος, η ιστορικός Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, η ιστορικός Ελένη Μπελιά, ο ιστορικός καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, η λαογράφος Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη, ο τουρκολόγος καθηγητής Φωκίων Κοτζαγεώργης και άλλοι.