Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Πολιτιστικό αδιέξοδο και μίμηση πολιτισμού



Το νέο κτήριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Βρίσκεται σε ανέγερση νέο μεγάλο λυρικό θέατρο στο Φάληρο. Το υπό ανέγερση κτήριο θα στεγάσει την Εθνική Λυρική Σκηνή και, με άλλα λόγια, θα αποτελέσει την όπερα των Αθηνών. Έτσι η Αθήνα θα αποκτήσει ένα επιβλητικό κτήριο όπερας, όπως κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα[1] και δεν θα υστερεί στην τέχνη του μελοδράματος ως προς τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν από γνωστό ξένο αρχιτέκτονα[2]. Το υπό ανέγερση κτήριο αναμένεται να πλουτίσει το αισθητικό περιβάλλον ολόκληρης της πόλης και να δώσει μία αισθητική ποιότητα ως πυξίδα σε ένα περιβάλλον συνεχώς και βαθμιαίως αποστερούμενο από αισθητικές αξίες. Ο χώρος ανέγερσης παραχωρήθηκε από το ελληνικό κράτος. Η δαπάνη ανέγερσης θα καταβληθεί από το Ίδρυμα Νιάρχου[3]. Το Ίδρυμα αυτό φιλοδοξεί να δώσει ένα σύγχρονο διαρκές παράδειγμα ευεργετισμού[4] σύμφωνα με δοκιμασμένα ιστορικά πρότυπα. Υποθέτουμε ότι οι λειτουργικές δαπάνες της μελλοντικής Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα καλύπτονται από το ελληνικό κράτος και δεν θα είναι αμελητέες, αφού θα πρόκειται για μεγάλο, πολυσύνθετο και προφανώς πολυδάπανο οργανισμό και αφού το νέο λυρικό θέατρο υποθέτουμε ότι θα προχωρήσει και σε παραγωγές και σκηνοθεσίες έργων. Το γεγονός χαιρετίζεται ως ένα βήμα προόδου στα πολιτιστικά μας πράγματα.

Η Όπερα

Το λυρικό θέατρο, το μελόδραμα, η λεγόμενη Όπερα, αποτελεί, βέβαια, τη θεατρική όψη της Μουσικής των Δυτικών Ευρωπαίων, αφού είναι θεατρική παράσταση που τραγουδιέται με συνοδεία συμφωνικής ορχήστρας. Η συμφωνική ορχήστρα είναι και αυτή ένα θαυμαστό επίτευγμα συλλογικής πράξης[5] για το οποίο ο δυτικός κόσμος δικαιούται να είναι περήφανος. Η όπερα εμφανίσθηκε στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα[6] και διαμορφώθηκε κατά τον 18ο αιώνα[7]. Ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας της λογικής, αλλά και, κατά παράδοξο τρόπο, η εποχή που θριαμβεύει η μεγάλη ευρωπαϊκή μουσική. Μουσική αφηρημένη και αντιπεριγραφική, που τείνει μόνιμα στο άπειρο και που αποτελεί χαρακτηριστικό δημιούργημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η μεγάλη εποχή της όπερας φθάνει τον 19ο αιώνα με την κυριαρχία του ρομαντισμού, τον οποίο η αφηρημένη ευρωπαϊκή μουσική εκφράζει με απόλυτο τρόπο[8]. Η σημασία της Μουσικής στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα φαίνεται από τον ρόλο που της απέδωσε ο Αρθούρος Σοπενχάουερ[9] στο φιλοσοφικό του σύστημα, όπως και από τη βαρύτητα που της επιφύλαξε ο Φρειδερίκος Νίτσε[10]. Η ευρωπαϊκή μουσική είναι τέχνη ατομοκεντρική και η ανάδειξή της συνδέεται με την εμφάνιση μεγάλων μουσικών δημιουργών. Πρόκειται για την ευρωπαϊκή τέχνη κατ΄ εξοχήν, αυτή που ταιριάζει στη ρομαντική διάθεση και την ασίγαστη ανησυχία της ευρωπαϊκής ψυχής. Το ύφος της μουσικής της Ευρώπης είναι αξεπέραστο και εκφράζει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ψυχής, που συνοψίζονται στη ρομαντική τάση προς το άπειρο και την ορθολογική δράση. Η γοητεία της μουσικής αυτής είναι ακατανίκητη.
Η όπερα απόκτησε κοινωνικές διαστάσεις με την πατρωνία αρχικά των βασιλέων και των ευγενών και την υιοθέτησή της από την ανερχόμενη αστική τάξη τον 19ο αιώνα. Τα λυρικά θέατρα έγιναν τόπος συνάντησης και κοινωνικής προβολής για σημαντικές και εξέχουσες προσωπικότητες. Γι’ αυτό οι αρχιτέκτονες των θεάτρων για όπερα έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στους χώρους συνάντησης των θεατών[11].
Παρά την παραγωγή πολλών οπερατικών έργων κατά τον 20ό αιώνα, η όπερα παίρνει σήμερα τη μορφή μιας μουσειακής τέχνης, αφού η κύρια μορφή της είναι πλέον η αναπαραγωγή των μεγάλων έργων του 18ου και 19ου αιώνα. Στις μέρες μας η οικονομική αριστοκρατία αρέσκεται σε χορηγίες προς τις οπερατικές παραγωγές, οι οποίες συνήθως έχουν υπέρογκο κόστος. Η όπερα αποτελούσε την πραγμάτωση του μεγάλου θεάματος πριν την εμφάνιση και την κυριαρχία του κινηματογράφου.


Η Όπερα στην Ελλάδα

Αν εξαιρέσουμε τα νησιά του Ιονίου, η πρώτη παράσταση όπερας στη χώρα μας δόθηκε στην Αθήνα μόλις το 1840, όταν ιταλικός θίασος παρουσίασε την κωμική όπερα του Τζιοακκίνο Ροσσίνι «Ο Κουρέας της Σεβίλλης»[12]. Παραδίδεται ότι ο ενθουσιασμός για την παράσταση ήταν τόσο μεγάλος, ώστε δημιουργήθηκε αμέσως μαύρη αγορά για τα εισιτήρια. Η σύνθεση του πρώτου ελληνικού μελοδράματος έγινε το 1867, ενώ ο πρώτος ελληνικός μουσικός θίασος συγκροτήθηκε το 1888[13]. Το 1898 ο Διονύσιος Λαυράγκας[14] με βάση ομάδα ερασιτεχνών ίδρυσε το «Ελληνικό Μελόδραμα». Το 1933 ο Μανώλης Καλομοίρης[15] πρωτοστάτησε στη δημιουργία του βραχύβιου «Εθνικού Μελοδραματικού Ομίλου». Μόλις το 1939 δημιουρ­γήθηκε η γνωστή «Εθνική Λυρική Σκηνή», η οποία απέκτησε το θέατρό της μετά τον πόλεμο. Η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέπτυξε αξιόλογο ρεπερτόριο και δημιούργησε παράδοση. Υπήρξε μάλιστα λίκνο ανάδυσης σπουδαίων καλλιτεχνών όπως η Μαρία Κάλλας[16], ο Κώστας Πασχάλης[17], η Αγνή Μπάλτσα[18] και άλλοι.
Όμως μπορούμε να πούμε ότι παρά την ανάδειξη μεγάλων ελλήνων ερμηνευτών, το λυρικό θέατρο και η μουσική του παραμένουν ξένα προς το ελληνικό κοινό. Ποιός γνωρίζει σήμερα τον Διονύση Λαυράγκα, τον Μανώλη Καλομοίρη ή τον Σπύρο Σαμαρά[19]; και ποιός θα ήταν πρόθυμος να παρακολουθήσει μια από τις όπερές τους; Μάλιστα, η ακρόαση μουσικής πάνω στα βαγκνερικά πρότυπα, που τραγουδιέται ελληνικά, εξακολουθεί να φαίνεται σε όλους μας κάτι το παράδοξο. Η όπερα διαθέτει στην Ελλάδα ένα αφοσιωμένο, αλλά πολύ περιορισμένο κοινό. Όμως, ο μέσος Έλληνας σπάνια παρακολουθεί παραστάσεις όπερας και πηγαίνει εκεί αν είναι υποχρεωμένος να το κάνει και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Ωστόσο, η τηλεόραση προβάλλει κατά καιρούς παραγωγές από ένα διεθνές ρεπερτόριο. Αυτό γίνεται μόνο για να εκπληρωθεί κάποιο αόριστο χρέος προς τον πολιτισμό και η ακροαματικότητα τέτοιων προγραμμάτων πρέπει να είναι χαμηλή.
Η όπερα αποτελεί καλλιτεχνική έκφραση του αστικού πολιτισμού των Δυτικών και χαρακτηρίζει τη μεγάλη αστική παράδοσή τους, την οποία εμείς βλέπουμε με δέος και διακαώς επιθυμούμε να μιμηθούμε. Το λυρικό θέατρο είναι καθαρά δυτικοευρωπαϊκή επινόηση και εντάσσεται στη μεγάλη μουσική παράδοση των Δυτικών Ευρωπαίων, η οποία είναι απολύτως διαφορετική από τις δικές μας μουσικές παραδόσεις. Οι μουσικές κλίμακες της κατά παράδοση ελληνικής μουσικής είναι ριζικά διαφορετικές από αυτές της πολυφωνικής ευρωπαϊκής μουσικής. Η ελληνική μουσική βασίζεται και εκδηλώνεται μέσα από τη συλλογικότητα, η μουσική της Ευρώπης εκφράζει το ελεύθερο άτομο και απευθύνεται σε αυτό. Μέσα στον μουσικό πολιτισμό μας διακρίνεται εναργώς η αγαπητική και παραμυθητική διάθεση του ελληνικού κόσμου. Στη Μουσική φαίνεται καθαρά η κρίσιμη και θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον δυτικό και τον ελληνικό ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Η νέα Εθνική Λυρική Σκηνή αποτελεί εγχείρημα ανάλογο με αυτό που επιχειρήθηκε το 1991 με την έναρξη της λειτουργίας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών[20].
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες με την ανέγερση και τη λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών παρουσιάσθηκαν στην Αθήνα εξαιρετικά μουσικά συγκροτήματα και διάσημοι καλλιτέχνες από τον ευρωπαϊκό και τον διεθνή μουσικό χώρο. Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών διαθέτει αίθουσα συναυλιών από τις καλύτερες του κόσμου[21] και σκηνή λυρικού θεάτρου υψηλού τεχνικού επιπέδου. Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έφερε πραγματικά την Αθήνα σε στενή επαφή με τα διεθνή μουσικά πράγματα και την ενέταξε στην παγκόσμια μουσική ζωή.
Ωστόσο, παρά τη συνάφεια με τα μουσικά δρώμενα της Δυτικής Ευρώπης και την ανάδειξη Ελλήνων ερμηνευτών παγκόσμιας εμβέλειας και μοναδικής ευαισθησίας, το ελληνικό κοινό παραμένει ξένο προς τη μουσική αυτή. Είναι χαρακτηριστική η αμηχανία του κοινού που ακροάται με ευλάβεια στο Μέγαρο Μουσικής συμφωνική μουσική˙ αμηχανία, που εκδηλώνεται με ξεροβηξήματα και στριφογυρίσματα στα καθίσματα που τρίζουν, ενώ το ίδιο κοινό αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί ότι οι συμφωνίες έχουν συνήθως τέσσερα μέρη, σπεύδοντας να χειροκροτήσει, άκαιρα, στις παύσεις τους. Η ίδια η αισθητική του κτηρίου του Μεγάρου Μουσικής δεν θυμίζει ελληνικό περιβάλλον, ενώ η αρχιτεκτονική του είναι διεθνιστική, με τους χώρους να ομοιάζουν με χώρους υποδοχής κάποιου αεροδρομίου σε οποιοδήποτε σημείο της υδρογείου[22].
 Οι παραστάσεις και τα μουσικά γεγονότα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών φαίνεται να προϋποθέτουν τεράστιο κόστος και να απευθύνονται σε λίγους. Οι δύο συναυλίες που συνήθως δίνει μια ορχήστρα του εξωτερικού που μετακαλείται στην Αθήνα κοστίζουν ένα μεγάλο ποσό, που αντιστοιχεί στις αμοιβές και τα έξοδα ταξιδίου και παραμονής των μουσικών και του προσωπικού της ορχήστρας, που συνήθως ανέρχεται σε πάνω από 200 άτομα. Αντίστοιχα, οι συναυλίες αυτές παρακολουθούνται από λίγες εκατοντάδες άτομα. Κάθε τέτοιο μουσικό γεγονός προϋποθέτει και χορηγίες ώστε να είναι δυνατό να καλυφθούν τα έξοδα. Το Μέγαρο Μουσικής απορροφά έτσι μεγάλο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων.
Το Μέγαρο Μουσικής κατηγορείται ότι απομονώνει τον πολιτισμό αποκλειστικά στη σφαίρα του υψηλού και τον παραδίδει έτσι στις ελίτ. Είναι μία μορφή ηγεμονισμού με την οποία οι ελίτ επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους ως καθολικές προτιμήσεις. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση του Μάνου Χατζηδάκι κατά τα εγκαίνια του Μεγάρου Μουσικής το 1991, όταν το κατηγόρησε ότι απευθύνεται στην αυταρέσκεια μιας άξεστης και απαίδευτης μεγαλοαστικής τάξης[23].
Οπωσδήποτε, η μορφή της τέχνης που καλλιεργεί το Μέγαρο Μουσικής και το κοινωνικό περιβάλλον του αποκλείουν τη δυνατότητα το να γίνει η μουσική της Δυτικής Ευρώπης τέχνη λαϊκή στην Ελλάδα. Βρισκόμαστε μπροστά σε ανυπέρβλητα ταξικά και ιστορικά εμπόδια προσπαθώντας να ενσωματώσουμε τη δυτική μουσική παράδοση στις ελληνικές παραδόσεις.
Πάνω στα πρότυπα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ανεγέρθηκε πριν δέκα χρόνια και το αντίστοιχο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Γίνεται μάλιστα συζήτηση για παρόμοια εγχειρήματα σε άλλες επαρχιακές πόλεις.
Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει το επιχείρημα ότι το Μέγαρο Μουσικής όπως και η Νέα Λυρική Σκηνή δικαιολογούνται ως στοιχεία σημειολογίας και κύρους απαραίτητα για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή μεγάλη πόλη. Ένα τέτοιο επιχείρημα όμως παραβλέπει την ουσία του θέματος και ξεκινά από την αποδοχή όλων των αρνητικών χαρακτηριστικών που ήδη περιγράψαμε.

Μίμηση και αποδοχή

Προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε ότι οι πολιτιστικές επιλογές που περιγράψαμε δεν είναι οι μόνες, αλλά ούτε είναι οι καλύτερες που μπορούμε να αναπτύξουμε. Διαθέτουμε μεγάλο παρελθόν πολιτιστικής πρακτικής που μάλιστα έχει δοκιμαστεί σε οικουμενική κλίμακα. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να περιοριζόμαστε σε πολιτιστικές δράσεις οι οποίες είναι τουλάχιστον μιμητικές και δάνεια από ξένες πολιτιστικές παραδόσεις. Παίρνοντας τον δρόμο του δανείου περιορίζουμε τους ορίζοντές μας, ενώ αυτό που θα αναπτύξουμε μετά το δάνειο δύσκολα θα μπορεί να προσεγγίσει το πρωτότυπο. Πάντα θα υπάρχει η πραγματικότητα της ταυτότητάς μας που δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί με την ταυτότητα που θα προσπαθήσουμε να μιμηθούμε. Αν όμως επιλέξουμε κάτι δικό μας ή αν υπερβούμε τη μίμηση, πάντα θα υπάρχει η δυνατότητα να επεξεργαστούμε ακόμη και τα πολιτισμικά δάνεια και να δημιουργήσουμε πολιτισμό. Αυτό, για παράδειγμα, συνέβη με την υιοθέτηση τού από την Ανατολή προερχόμενου Καραγκιόζη[24].
Στο κάτω-κάτω πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που θέλει να μιμηθεί ό,τι είναι καταξιωμένο, ούτε είναι η απαστράπτουσα εικόνα που απαιτεί ο συρμός. Ο πολιτισμός έχει χαρακτήρα λαϊκό και είναι στενά δεμένος, συνυφασμένος με τον τόπο. Ο πολιτισμός συνθέτει το παραδοσιακό με το σύγχρονο και παράγεται καθημερινά εδώ και τώρα, μέσα από τον τόπο και όχι αλλού.
Η μίμηση του πολιτισμού είναι αιτία και αποτέλεσμα βαθιάς αλλοτρίωσης και δεν σημαίνει παραγωγή πολιτισμού. Οπωσδήποτε, η παραγωγή πολιτισμού απαιτεί μακροχρόνιες διαδικασίες στο λαϊκό επίπεδο, γιατί η παραγωγή πολιτισμού σίγουρα βασίζεται σε ενσυνείδητες λαϊκές μάζες και σε ζωντανή λαϊκή παράδοση και αυτογνωσία. Για ποιά αυτογνωσία και λαϊκή παράδοση όμως να μιλήσουμε, όταν οι τεχνικοί και οι έμποροι της επικοινωνίας θρονιάζονται κάθε απόγευμα μέσα σε κάθε ελληνικό σπίτι χάρη στην οργουελλιανή ελληνική τηλεόραση; Εκεί απαλλοτριώνονται οι υποθήκες της παράδοσης και δημιουργείται η ανάγκη για μίμηση, αλλά και δίνονται τα πρότυπα της μίμησης. Θα ήταν ίσως χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι οι ΗΠΑ, με πληθυσμό που ανέρχεται στο 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, ελέγχουν το 75% των τηλεοπτικών προγραμμάτων.
Ο πολιτισμός σήμερα αφορά στην υψηλή μορφή του αστικά περιβάλλοντα. Σε ανάλογα περιβάλλοντα αναπτύσσεται και ο σημερινός λαϊκός πολιτισμός που είναι η πολιτιστική παραγωγή του μοντερνισμού. Ο κατά παράδοση λαϊκός ελληνικός πολιτισμός συναντάται ακόμη σε περιβάλλοντα της συρρικνούμενης σύγχρονης αγροτικής Ελλάδας. Ο σημερινός λαϊκός πολιτισμός είναι αντικείμενο χειραγώγησης και εκμετάλλευσης από τη βιομηχανία της μαζικής διασκέδασης που αναπτύσσεται σε αστικά περιβάλλοντα και διαδίδεται κυρίως μέσω της τηλεόρασης. Η λεγόμενη βιομηχανία του πολιτισμού παράγει αγαθά τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης μαζικής κατανάλωσης, η οποία βέβαια απαξιώνει τις αξίες της τέχνης και την κριτική ικανότητα των καταναλωτών. Πρόκειται για τον μαζικό πολιτισμό όπου ο καταναλωτής υποτίθεται ότι είναι κυρίαρχος, αλλά στην πραγματικότητα οι προτιμήσεις του έχουν διαμορφωθεί από τις σκοπιμότητες της αγοράς της οποίας δημιούργημα είναι η βιομηχανία του πολιτισμού. Αν για τον Καντ (1790) η τέχνη αποτελούσε μια «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό», σήμερα για τη βιομηχανία του πολιτισμού η τέχνη αποτελεί «σκοπιμότητα για τους σκοπούς που επιδιώκουν οι αγορές»[25].
Οπωσδήποτε, οι επιλογές που έχουμε, αν εμπιστευθούμε τις δικές μας δυνάμεις, βασίζονται πάνω στον συσσωρευμένο πολιτιστικό πλούτο που διαθέτουμε και τον οποίο μπορούμε να εκμεταλλευθούμε και να αναπτύξουμε με πολύ ευνοϊκότερους όρους και δυνατότητες επιτυχίας από τα οποιαδήποτε πολιτιστικά δάνεια. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναλύσουμε ποιές δυνατότητες μας προσφέρουν η καλλιέργεια και η μελέτη του αρχαίου δράματος ή η στήριξη του κατά παράδοση λαϊκού πολιτισμού μας.

H αρχαία τραγωδία και η σχέση μας με τον ελληνικό κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας

Ένα από τα μεγάλα ζητήματα τα οποία βρίσκονται μπροστά στη σύγχρονη Ελλάδα είναι η σχέση της με τον κλασσικό κόσμο και τον πολιτισμό του. Πρόκειται με άλλα λόγια για το πρόβλημα της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και για πρόβλημα θεμελιώδες στη συγκρότηση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Αλλά και με όρους διεθνούς προβολής της χώρας και συγκεκριμένης εικόνας και συνολικής πολιτισμικής ταυτότητας των πολιτών της είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε μια επανασύνδεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Ο ευεργετισμός και η διάθεση προσφοράς του Ιδρύματος Νιάρχου ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός ιδρύματος έρευνας του αρχαίου κόσμου και επανασύνδεσής του με τον σύγχρονο Ελληνισμό. Η ερμηνεία του αρχαίου δράματος και η παραγωγή παραστάσεων της αρχαίας τραγωδίας είναι ένα πολιτιστικό πεδίο που παρά τις προσπάθειες και τις επιτυχίες των προηγούμενων δεκαετιών παρουσιάζει έλλειμμα. Έχουμε όμως τις βάσεις και την εμπειρία για ένα τέτοιο εγχείρημα. Πρόσθετα, οι ξένοι μας αναγνωρίζουν τα πρωτεία και την ικανότητα να είμαστε εμείς αυτοί που θα ερμηνεύσουν και θα παρουσιάσουν το αρχαίο δράμα στον σύγχρονο κόσμο. Αλλά και ο τεράστιος αρχαιολογικός πλούτος και τα αναρίθμητα αρχαία θέατρα του ελληνικού χώρου αποτελούν μοναδικά πλεονεκτήματα για παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Μία πολιτιστική δράση στην κλίμακα που φιλοδοξεί να επιχειρήσει το Ίδρυμα Νιάρχου θα μπορούσε λοιπόν να είναι η δημιουργία ενός κέντρου κλασσικών σπουδών με κύριο αντικείμενο τη διδασκαλία και την οργάνωση παραστάσεων αρχαίου δράματος. Τέτοιες εκδηλώσεις, εκτός από την βελτίωση της εικόνας της χώρας, αναβαθμίζουν το τουριστικό περιβάλλον και εμπλουτίζουν τις τουριστικές δραστηριότητες με καταξιωμένα πολιτιστικά στοιχεία.

Η κατάρρευση του παραδοσιακού μας πολιτισμού

Υπάρχουν ποικίλες πολιτιστικές επιλογές, όταν ξεφύγουμε από την αντίληψη που παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία σε αυτό που είναι ξενόφερτο και αγνοεί παντελώς πράγματα δικά μας, που χάνονται και διαλύονται μέσα στη γενική αδιαφορία και απαξίωση. Αναφερόμαστε στον λαϊκό πολιτισμό που αναπτύξαμε τον 16ο μέχρι τον 20ό αιώνα και ο οποίος χαρακτηρίζει την αναγέννηση του Ελληνισμού. Με λίγες εξαιρέσεις τα ελληνικά κέντρα στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και το Αιγαίο διαλύονται και γίνονται σκόνη. Δεν θέλουμε να πούμε ότι μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή την καλλιτεχνική και την ιστορική παρουσία του κατά παράδοση ελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός διαμορφώνεται μετά την αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα. Ωστόσο, και η αντίληψη ότι ο κατά παράδοση ελληνικός πολιτισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος, φαίνεται ότι συνετέλεσε στην καταστροφή του[26]. Έτσι, τα ίχνη και τα επιτεύγματα του λαϊκού μας πολιτισμού καταστρέφονται και εξαφανίζονται, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει σήμερα με τα κορυφαία δείγματα της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής: το σπίτι του Ροδάκη[27] στον Μεσαγρό της Αίγινας και το σπίτι του Κισκήρα[28] στο χωριό Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης. Αμφότερα τα σπίτια αυτά βρίσκονται υπό κατάρρευση και η σωτηρία τους απαιτεί χρήματα που συγκρίνονται με αυτά που χρειάζονται για μια συνηθισμένη συναυλία συμφωνικής ορχήστρας, αλλά και πολύ λιγότερα απ΄ όσα απαιτεί το ανέβασμα μιας όπερας.
Η ενίσχυση και η στήριξη του παραδοσιακού μας λαϊκού πολιτισμού μπορεί να επιτύχει και υπολογίσιμα οικονομικά αποτελέσματα.

Πολιτιστικό αδιέξοδο

Ας μας επιτραπεί να συγκρίνουμε τις πολιτιστικές μας επιλογές με τις αντίστοιχες δραστηριότητες μιας άλλης χώρας. Θα επιλέξουμε γι΄ αυτό μία ευρωπαϊκή χώρα, την Αυστρία και θα αναφερθούμε στον ρόλο που παίζει η μουσική Βιέννη και πως αυτός προβάλλεται στο παγκόσμιο κοινό. Η Βιέννη διαθέτει βέβαια τον πολιτισμικό πλούτο που κέρδισε παραμένοντας για μακρύ διάστημα το κέντρο της ευρωπαϊκής μουσικής. Η προβολή που γίνεται αποβλέπει σε άμεσα πολιτιστικά και οικονομικά αποτελέσματα και στην παρουσίαση της Αυστρίας στο παγκόσμιο κοινό, πράγμα που αποτελεί και επιλογή τουριστικής πολιτικής.
Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, εκτός από τις περιοδείες που πραγματοποιεί, εμφανίζεται κάθε Πρωτοχρονιά σε παγκόσμιο κοινό μέσω της τηλεόρασης. Την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης πλαισιώνουν και άλλοι καλλιτεχνικοί φορείς από αυτούς που διαθέτει η Αυστρία. Φέτος για παράδειγμα, η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης πλαισιώθηκε από την Παιδική Χορωδία της Βιέννης. Αυτή η χώρα πολύ σωστά καλλιεργεί και  προβάλλει αυτά που διαθέτει και που είναι καταξιωμένα. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο που μπορεί να προβάλει και να εκμεταλλευθεί ανάλογα η χώρα μας; Όπως αναλύσαμε προηγουμένως  διαθέτουμε πολλά που θα άξιζαν να εμφανίζονται ανάλογα και όπως γίνεται με την μουσική της Βιέννης. Ωστόσο, αδιαφορούμε και προσπαθούμε να τα υποκαταστήσουμε με πολιτιστικά δάνεια τα οποία δεν μπορούμε να αναπτύξουμε.
Οι πολιτιστικές μας επιλογές κατοπτρίζουν το πολιτιστικό αδιέξοδο που μας κυνηγά από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η επιλογή του πολιτιστικού χώρου που θα τύχει κυβερνητικής μέριμνας και ανάλογης οικονομικής στήριξης χαρακτηρίζεται από άγνοια, αμηχανία, έλλειψη φαντασίας και τελικά πολιτιστική ένδεια που οδηγεί στη μίμηση. Επιλογές, όπως αυτή που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, μαρτυρούν το αδιέξοδο και την αδυναμία συναίνεσης πάνω σε ουσιαστικά θέματα.


[1]     Σε κεντρική θέση κάθε ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, αλλά και κάθε μεγάλης και γνωστής πόλης υπάρχει χαρακτηριστικό θέατρο όπερας, με κορυφαίο παράδειγμα αυτό των Παρισίων, κτισμένο το 1875 από τον αρχιτέκτονα Charles Garnier (1835 – 1898). Ανάλογα κτήρια υπάρχουν και σε χώρες εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί με βάση τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όπως π.χ. οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Αλλά και σε χώρες, όπου η ευρωπαϊκή επίδραση ήταν ή είναι ακόμη ισχυρή, υπάρχουν ανάλογα λυρικά θέατρα, όπως π.χ. στην Αίγυπτο και τη Βραζιλία.
[2]     Είναι ο Renzo Piano, δημιουργός μεταξύ άλλων και του κτηρίου του Πολιτιστικού Κέντρου George Pombidou στο Παρίσι.
[3]     Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ιδρύματος Νιάρχου το όραμα του στοχεύει στη γνωριμία ενός ευρύτερου, σύγχρονου, κοινού με την όπερα και τη λυρική τέχνη εν γένει λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές ανάγκες για ολοκληρωμένες καλλιτεχνικές εμπειρίες μέσω παραστάσεων που ανταποκρίνονται στα διεθνή πρότυπα αρτιότητας.
[4]     Μαζί με το νέο λυρικό θέατρο ανεγείρεται και μία εθνική βιβλιοθήκη που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες ανάγκες, αφού οι εγκαταστάσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο κέντρο των Αθηνών είναι πια ανεπαρκείς.
[5]     Paul Bernner: Η ορχήστρα. ‘Eνα χρονικό της ανθρώπινης συλλογικότητας. Νεφέλη 1989.
[6]      Οι απαρχές της όπερας βρίσκονται στην Ιταλία απ΄ όπου διαδόθηκε στη Γαλλική Αυλή, όπου σε επίσημες περιστάσεις και επετείους δημιουργούσε ατμόσφαιρα μεγαλείου και υποστήριζε τις εκδηλώσεις.
[7]     Με κορύφωση τα περίλαμπρα έργα του Μότσαρτ.
[8]     Όπως πραγματώνεται με το μουσικό δράμα του Ριχάρδου Βάγκνερ.
[9]     Στο φιλοσοφικό του σύστημα ο Αρθούρος Σοπενχάουερ αντιλαμβάνεται τη Μουσική σαν κάτι ανεξάρ­τητο από τον κόσμο των παραστάσεων και των φαινομένων. Κατά τον Σοπενχάουερ το όντως ον είναι η παγκόσμια Βούληση, της οποίας αντικειμενοποίηση αποτελεί η Μουσική. Οι τέχνες αντικειμε­νοποιούν τη Βούληση μόνο έμμεσα. Η Μουσική είναι αυτή που αντικειμενοποιεί ολόκληρη τη Βούληση άμεσα. Η Μουσική είναι ανεξάρτητη από τον κόσμο των φαινομένων και, κατά παράδοξο τρόπο, θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, να υπάρχει και αν ακόμη δεν υπήρχε ο κόσμος, πράγμα που δεν συμβαίνει με τις άλλες τέχνες.
[10]       Προσήλωση και η εμμονή του Νίτσε στη Μουσική είναι χαρακτηριστικές και υπογραμμίζουν την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδουν στη Μουσική οι Δυτικοί Ευρωπαίοι.
[11]    Συχνά αυτό γίνεται σε βάρος της λειτουργικότητας του θεάτρου. Οι χώροι υποδοχής και οι κοινόχρηστοι χώροι αποκτούν διαστάσεις οι οποίες αποστερούν τα αμφιθέατρα και τους εξώστες από ζωτικό χώρο. Συμβαίνει συχνά ο θεατής, αφού διέλθει από μεγαλειώδεις άνετες πύλες, εισόδους και κλιμακοστάσια να βρεθεί σε ένα στριμωγμένο, μίζερο κάθισμα χωρίς ορατότητα.
[12]    Διάσημο έργο του 1816, το οποίο παίζεται συχνά και σήμερα.
[13]    Επιχείρησε μάλιστα μεγάλη καλλιτεχνική περιοδεία στην Αίγυπτο, στην Εγγύς Ανατολή, στη Γαλλία και στη Ρουμανία.
[14]    Διονύσης Λαυράγκας (1864-1941). Γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά και έκανε καριέρα στο εξωτερικό προτού εγκατασταθεί στην Αθήνα και να συνθέσει τις όπερές του, που για κάποιο διάστημα ανέβαζε η Λυρική Σκηνή.
[15]    Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962). Γεννήθηκε στη Σμύρνη και σπούδασε στη Βιέννη σε βαγκνερικό περιβάλλον, το οποίο επηρέασε τις όπερές του.
[16]    Μαρία Κάλλας (1923-1977). Διάσημη και πολύ σημαντική υψίφωνος η οποία ανανέωσε στην ρομαντική όπερα του 19ου αιώνα και έφερε πολλά έργα ξανά στην επικαιρότητα. Ο δραματικός τόνος της φωνητικής και της σκηνικής παρουσίας της παραμένει αξεπέραστος.
[17]    Κώστας Πασχάλης (1929-2007). Στιβαρός βαρύτονος με εξαιρετική σκηνική παρουσία.
[18]    Αγνή Μπάλτσα (1944). Μεσόφωνος με διεθνή καριέρα.
[19]    Σπύρος Σαμαράς (1861-1917). Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και υπήρξε ο διασημότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης Επτανησιακής Σχολής. Συνέθεσε όπερες που παρουσιάσθηκαν σε λυρικά θέατρα της Ευρώπης.
[20]       Δημιουργήθηκε από τον σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής» και σύμφωνα με τους ιδρυτές του αποτελεί ένα ολοκληρωμένο πολυδύναμο πολιτιστικό κέντρο υψηλών προδιαγραφών και πυρήνα πολιτισμού με βασικούς άξονες προγραμματισμού την τέχνη και την εκπαίδευση.
[21]    Την αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» που εγκαινιάσθηκε το 1991.
[22]    Τέτοια περιβάλλοντα περιγράφονται από τον ανθρωπολόγο Marc Augé ως «μη-τόποι» και ως περιβάλλοντα απλής διαδικαστικής λειτουργικότητας, που δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν ιδιαίτερο αισθητικό χαρακτήρα. (Marc Augé: Non places. An introduction to an anthropology of super modernity, Verso, London 2000).
[23]    Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής.
[24]    Γιάννης Κιουρτσάκης: Καρναβάλι και Καραγκιόζης, Κέδρος, Αθήνα 1999
[25]    Σύμφωνα με τις αναλύσεις των Horkheimer και Adorno (David Macey: The Penguin Dictionary of Critical Theory, Penguin, London 2003, σελ.79).
[26]    Αλλά και η παραγωγή πολιτισμού που μας διακρίνει, όπως η ποίηση και η ζωγραφική, αφήνονται στην τύχη τους και οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται αλλού.
[27]    Κτίσθηκε το 1880 από τον ίδιο τον οικοδόμο και μάστορα Αλέκο Ροδάκη και αποτελείται από αριθμό κτισμάτων. Πλουσιότατη είναι η διακόσμησή του με λαϊκά λιθανάγλυφα. Βλέπε:  Klaus Vrieslander - Τζούλιο Καΐμη: Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ακρίτας, Αθήνα.
[28]     Κτίσθηκε το 1876 από τον μάστορα Νίκο Κισκήρα και είναι τριώροφο κτίσμα με εξαιρετική κατεργασία της ισοδομικής τοπικής πέτρας. Γεμάτο είναι και το σπίτι αυτό με εξαιρετική λιθανάγλυφη διακόσμηση. Βλέπε και Π. Βρούχα: Η οικία Κισκήρα στη Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης, στο Επώνυμα αρχοντικά των χρόνων της Τουρκοκρατίας, ΕΜΠ, Αθήνα 1986.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η Κίνα ως στρατιωτική απειλή


Η επικοινωνιακή εικόνα που οι Κινέζοι προπαγανδιστές προσπαθούν να εδραιώσουν είναι αυτή της ήρεμης, ειρηνικής μεγάλης δύναμης. Δίνεται έμφαση στις ιστορικά φιλειρηνικές διαθέσεις, που επέδειξε η Κίνα κατά τους προηγούμενους αιώνες, αρνούμενη να ακολουθήσει κατακτητικές πρακτικές. Ωστόσο, τη στιγμή που οι ΗΠΑ είναι υποχρεωμένες και προσπαθούν να περιορίσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, η Κίνα σταθερά αυξάνει τον στρατιωτικό της προϋπολογισμό κατά 12% περίπου το χρόνο, πράγμα που είναι δυνατό να καταστήσει, στα επόμενο 20 χρόνια, τον κινέζικο στρατό ως το στρατό με τον υψηλότερο στον κόσμο στρατιωτικό προϋπολογισμό.

Σε έρευνα του περιοδικού The Economist διαπιστώνεται ότι ο κύριος στόχος των κινέζικων εξοπλισμών είναι το να αποθαρρύνουν τις ΗΠΑ από ανάμειξη σε μια μελλοντική κρίση με αντικείμενο την Ταϊβάν. Η Κίνα προσπαθεί να αναπτύξει ασύμμετρες  δυνατότητες απαραίτητες για την εξουδετέρωση της συντριπτικής αμερικανικής υπεροχής στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η προσπάθεια για την αποθάρρυνση των ΗΠΑ περιλαμβάνει την εγκατάσταση χιλιάδων βαλλιστικών πυραύλων, την ανάπτυξη αεροπορικής δύναμης, την ανάπτυξη στόλου υποβρυχίων, την εγκατάσταση συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και συστημάτων προσβολής  αεροπλανοφόρων. Επιδιώκεται η απώθηση της αμερικανικής δύναμης αεροπλανοφόρων πέραν ενός τόξου που αρχίζει από το στρατηγικό αρχιπέλαγος των Αλεούτων Νήσων στο Βορρά  και καταλήγει στη Νήσο Βόρνεο στο Νότο.

Οι επιδιώξεις αυτές είναι για πολλούς ξεκάθαρες, τόσο ώστε να έχουν υποχρεώσει χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα, η Ινδία και η Αυστραλία να ακολουθήσουν αυξάνοντας τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Η προοπτική ενός ανταγωνισμού εξοπλισμών είναι ορατή στην Ασία. Πολλοί, ωστόσο, προσπαθούν να ηρεμήσουν τα πράγματα για να αποφευχθούν οι βιαστικές αποφάσεις. Γενικά αμφισβητείται το μέγεθος της κινέζικης απειλής: Ο κινέζικος στρατός  δεν έχει πολεμική εμπειρία, αλλά και η χρήση αεροπλανοφόρων, που ενδέχεται να αποκτήσει, απαιτεί μακροχρόνια πολεμική εμπειρία. Γενικά, πρέπει να αποδεχθούμε ότι κάθε ανερχόμενη δύναμη απαιτεί και συνεπάγεται τη συγκρότηση στρατού σύμφωνα με τις δυνατότητές της. Στο κάτω-κάτω η Κίνα δαπανά μόνο το 2% του εθνικού της προϊόντος για εξοπλισμούς ίσο δηλαδή με αυτό που δαπανά το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και το μισό από αυτό που δαπανούν οι ΗΠΑ. Άλλωστε πέρα από τις διακηρύξεις η Κίνα δεν είναι επεκτατική και δεν έχει συμπεριφερθεί επεκτατικά.

Όπως και να έχει το πράγμα, η στρατιωτική ανάπτυξη της Κίνας έχει θορυβήσει πολλούς. Ήδη στις ΗΠΑ ζητείται αλλαγή των στρατηγικών προτεραιοτήτων στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού. Λέγεται ότι απορροφημένες από τις εκστρατείες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ οι ΗΠΑ έχουν παραμελήσει την πιο δυναμική οικονομικά περιοχή του κόσμου, τόσο ώστε να κινδυνεύουν να επιτρέψουν στην Κίνα να γίνει περιφερειακή ηγεμονική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα τείνει να αποκτήσει τη δυνατότητα να αποκλείσει τις ΗΠΑ από μια περιοχή που είναι γι΄ αυτές  ζωτικής σημασίας.

Παρ’  όλη την προσπάθεια και τη φροντίδα των ΗΠΑ για να αποφευχθεί η ανάδειξη μιας νέας υπερδύναμης, το ενδεχόμενο αυτό είναι σήμερα κοντά στην πραγματικότητα και μάλιστα αποτελεί επιλογή των ίδιων των ΗΠΑ: Η απόφαση της διακυβέρνησης Νίξον-Κίσινγκερ για την εδραίωση νέων αγορών οδήγησε στο σχήμα στο οποίο: η Κίνα παράγει - οι ΗΠΑ καταναλώνουν - οι ΗΠΑ τυπώνουν δολάρια - η Κίνα συσσωρεύει αποθέματα σε δολάρια - η Κίνα επενδύει και αναπτύσσεται - οι ΗΠΑ περιορίζουν την μεταποιητική τους δραστηριότητα και οδηγούνται σε οικονομική παρακμή. Που μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια διευθέτηση; Είναι γεγονός ότι κάθε ανισορροπία παραγωγής-κατανάλωσης οδηγεί σε οικονομική κρίση. Αυτή είναι ήδη ενδημική. Η οικονομική κρίση οδηγεί σε στροφή προς ακραίες ριζοσπαστικές πολιτικές. Που θα μας οδηγήσει η μεταφορά της παραγωγής, αλλά και του πλούτου στην Ασία και πόσο ακόμη θα υπάρχει ισορροπία ισχύος που δεν θα βασίζεται σε πραγματικά παραγωγικά και οικονομικά δεδομένα;

Εθελοντική φυλάκιση μέσα σε φράχτες


«Γίναμε ένα έθνος που φυλακίζει τον εαυτό του μέσα σε φράχτες», γράφει σε κύριο άρθρο της εφημερίδα του Τελ Αβιβ και συμπληρώνει: «είμαστε ένα έθνος που πάσχει πνευματικά». «Το Ισραήλ οδεύει σε πλήρη απομόνωση από την υπόλοιπη Μέση Ανατολή», γράφει άλλη εφημερίδα. Πρόκειται για το μεγάλο σύστημα από φράκτες που κατασκευάζει και συμπληρώνει το Ισραήλ κατά μήκος των χερσαίων συνόρων του με τις αραβικές χώρες. Οι φράκτες αυτοί επιδιώκουν να εμποδίσουν τη διείσδυση στο Ισραήλ οικονομικών προσφύγων που προέρχονται κυρίως από χώρες του Σαχέλ, της υποσαχάριας δηλαδή Αφρικής. Τον περασμένο χρόνο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας, οι παράνομοι οικονομικοί μετανάστες που εισήλθαν στο Ισραήλ ανήλθαν σε 16.000.

Κατά μήκος των ισραηλινών συνόρων και πάνω σε αμμώδεις εκτάσεις και γυμνούς λόφους ο φράκτης λίγο απέχει από το να συμπληρωθεί σχεδόν παντού. Πρόκειται για ένα φράγμα από προκατασκευασμένες πλάκες μπετόν ύψους περί τα πέντε μέτρα που ενισχύεται με συρματοπλέγματα. Σήμερα συμπληρώνεται η κάλυψη των 240 χιλιομέτρων των συνόρων ανάμεσα στις ερήμους Νεγκέβ και Σινά. Απομένει το τμήμα των συνόρων με την Ιορδανία μεταξύ της Νεκράς και της Ερυθράς Θάλασσας. Η κυβέρνηση του Ισραήλ υποστηρίζει ότι ο φράκτης είναι αναγκαίος όχι μόνο λόγω της δραστηριότητας των λεγομένων τρομοκρατών, αλλά και για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.

Ειδικά σε αυτό που αποκαλείται θερμό σύνορο με την Αίγυπτο η κατασκευή είναι πιο ισχυρή και μάλιστα διαθέτει χαλύβδινες κοφτερές πλάκες που εκτείνονται τουλάχιστον δύο μέτρα υπόγεια στο έδαφος, ώστε να αποκλείεται η εκσκαφή κάποιου τούνελ. Σε ορισμένα σημεία ο φράκτης φτάνει στο ύψος των επτά μέτρων. Σταθμοί παρατήρησης με κάμερες βρίσκονται σε μεγάλη πυκνότητα κατά μήκος του φράκτη. Συμπληρωματικά, ηλεκτρονικό σήμα που διατρέχει τον φράκτη μεταδίδει συναγερμό και επιτρέπει στην ισραηλινή φρουρά να εντοπίσει το σημείο παραβίασης και να επέμβει χωρίς καθυστέρηση. Μέσα στην ισραηλινή πλευρά λωρίδα με άμμο μαρτυρά τη διάβαση από τρομοκράτες ή μετανάστες και ασφαλτοστρωμένος δρόμος επιτρέπει στους φρουρούς γρήγορη επέμβαση. Το κόστος κατασκευής υπερβαίνει σκανδαλωδώς τον προϋπολογισμό, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει την ταχεία κατασκευή του που προχωρά με ρυθμό 500 μέτρων την ημέρα. Η κατασκευή γίνεται από εργολάβους οι οποίοι προσλαμβάνουν εντόπιους εργάτες μεταξύ των οποίων και πολλοί οικονομικοί μετανάστες. Γύρω από τη Λωρίδα της Γάζας ο φράκτης ενώνεται με τα οχυρωματικά έργα που αποκλείουν την επικοινωνία με τη Γάζα χωρίς να εμποδίζουν τα βλήματα που εξαπολύουν οι Παλαιστίνιοι κατά του Ισραήλ. Στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ οι φράκτες καλύπτουν τις διεισδύσεις από τον Λίβανο. Οι φράκτες που κατασκευάστηκαν το 2000 ενισχύονται ώστε να  εξομοιωθούν με τα υπόλοιπα τμήματα. Πιο ανατολικά συνεχίζονται στα υψώματα Γκολάν και στα σύνορα με τη Συρία. Ακολουθώντας ναρκοπέδια και λόφους τρέπονται νότια μέσα από πεδία μάχης γεμάτα από σκουριασμένα τανκς και συναντώνται με τον φράκτη που το Ισραήλ ανήγειρε το 1960 από τη Γαλιλαία μέχρι τη Νεκρά Θάλασσα. Εδώ ενώνεται με το φράγμα της Δυτικής Όχθης. Ο φράκτης έχει μήκος 748 χιλιομέτρων και είναι συμπληρωμένος κατά τα 2/3.

Όταν το έργο συμπληρωθεί τότε το Ισραήλ θα είναι εξασφαλισμένο από τους εμπόρους ναρκωτικών, διακινητές των μεταναστών και τους τρομοκράτες. Βέβαια, οι παράνομοι παραβιαστές του φράχτη θα αναγκασθούν να ακολουθήσουν το δρόμο από το Σινά στην Ιορδανία, από όπου και θα προσπαθήσουν να διεισδύσουν στο Ισραήλ. Γι΄ αυτό οι Ισραηλινοί σχεδιάζουν συμπλήρωση των φρακτών τους. Δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί στις ακτές του Ισραήλ. Υποθέτουμε ότι οι συνεχείς περιπολίες σε θάλασσα και έδαφος αποτρέπουν τις διεισδύσεις. Δεν είναι γνωστό τι γίνεται αν εμφανισθούν βάρκες με μετανάστες.

Εμείς δυσκολευόμαστε να κατασκευάσουμε ένα απλό φράκτη λίγων χιλιομέτρων στο Κάραγατς της Αδριανούπολης. Σίγουρα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη μας τί γίνεται αλλού, αφού είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ανάλογα μέτρα. 

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ανάπτυξη και γιγαντισμός της Τουρκίας.


Κατά την διάρκεια του προηγούμενου χρόνου το Γραφείο του Πρωθυπουργού της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο υπάγεται και η Υπηρεσία για την Υποστήριξη των Επενδύσεων, δημοσίευε θριαμβευτική ολοσέλιδη πληρωμένη καταχώρηση στο εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό “The Economist”. Ο τίτλος της καταχώρησης ήταν εύλογος: «Οι επενδυτές αγαπούν την Τουρκία και η Τουρκία αγαπά τους επενδυτές». Το κύριο μήνυμα τόνιζε: «Πάνω από 27.000 επενδυτές έχουν ήδη επενδύσει στην Τουρκία. Εσείς τι θα κάνετε;» Ακολουθούσε πίνακας με στοιχεία σχετικά με την Τουρκία και την οικονομία της. Αναλυτικά δινόταν τα ακόλουθα στοιχεία: 
·    Πληθυσμός 74 εκατομμύρια[1] από τους οποίους οι μισοί είναι ηλικίας κάτω των 29 ετών[2].
·    Περίπου 500 χιλιάδες απόφοιτοι κάθε χρόνο από 150 πανεπιστήμια.
·    Περίπου 26 εκατομμύρια νεανικού, καλά μορφωμένου εργατικού δυναμικού.
·    Ευνοϊκές  επενδυτικές συνθήκες.
·    Η χώρα προσφέρει μοναδικά κίνητρα έρευνας και ανάπτυξης όπως και φορολογικές ελαφρύνσεις.
·    Πρόσβαση προς την Ευρώπη, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
·    17η σε σειρά μεγέθους οικονομία στον κόσμο (IMF-WEO,2010).
·    15ος πιο ελκυστικός προορισμός FDI για το 2008-2010 (UNCTAD Έρευνα για τις προοπτικές επενδύσεων).
·    Η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία του κόσμου με εντυπωσιακή αύξηση ακαθάριστου προϊόντος 11% για το πρώτο τέταρτο του 2011.
Δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε τα στοιχεία αυτά, ο γιγαντισμός και η ανάπτυξη της Τουρκίας είναι γεγονότα, όσο γεγονότα είναι και η ελληνική οξεία κρίση και κάμψη.

Παραθέτουμε και μερικά ακόμη στοιχεία για την Τουρκία και για το 2011, που συμπληρώνουν την εικόνα που παρουσιάσαμε:
·    Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν: $ 1.033 δισεκατομμύρια
·    Κατά κεφαλήν εισόδημα: $ 14.600
·    Κατανομή εθνικού προϊόντος: Γεωργία 8,6% , βιομηχανία 26,1% , υπηρεσίες 62,1%
·    Εξαγωγές:  $ 133 δισεκατομμύρια
·    Ανεργία:  10,3%
·    Ανάπτυξη:  8,9%
·    Αύξηση βιομηχανικής παραγωγής:  8,2%
·    Πληθωρισμός:  7,8%
·    Θέση στο δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης (ΟΗΕ):  92 [3]

 Διθυραμβικές εντυπώσεις διαβάζουμε και στο έγκυρο «The New York Review of Books» το καλοκαίρι του 2011, όπου μεταξύ άλλων περιγράφεται μία επίσκεψη στο Εσκί-Σεχήρ: «Πήραμε ένα καινούργιο τραίνο από την Άγκυρα προς το Εσκί-Σεχήρ που απέχει 250 χιλιόμετρα. Το τραίνο αυτό ήταν ταχύτερο από οποιοδήποτε τραίνο των ΗΠΑ. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια το Εσκί-Σεχήρ δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα μεγάλο πολυπληθές χωριό. Ένα λασπώδες ρέμα που διέσχιζε την πόλη μύριζε εμετικά και μετά από βροχή πλημμύριζε παρασύροντας τα σπίτια στις όχθες του. Σήμερα το Εσκί-Σεχήρ είναι η έδρα δύο πανεπιστημίων και δεκάδων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που παράγουν μηχανές αεροπλάνων, μηχανές τραίνων, αγροτικά μηχανήματα, τσιμέντο, χημικά, ζάχαρη και πολλά άλλα. Οι όχθες του ποταμού περιβάλλονται από πάρκα, ενώ τα τραμ κινούνται μαλακά κατά μήκος των κυρίων δρόμων. Χιλιάδες τουρίστες καταφθάνουν από την Άγκυρα και την Ιστανμπούλ το σαββατοκύριακο, ανυπόμονοι για τις βόλτες στο ποτάμι με τουριστικά σκάφη όπως αυτά του Άμστερνταμ ή με γόνδολες όμοιες με αυτές της Βενετίας. Λειτουργούν 5-6 θέατρα, όπως και μια όπερα που παρουσιάζει τον Βέρντι και τον Ντονιτσέτι σε ένα ολοένα και πιο εκλεπτυσμένο κοινό. Οι φοιτητές γεμίζουν τα μπαρ και τους κήπους μόλις νυχτώσει...». Η περιγραφή αυτή είναι χαρακτηριστική για το πώς αίρονται τα αρνητικά στερεότυπα που οι Δυτικοί συντηρούσαν σχετικά με την εικόνα της Τουρκίας.
H διεθνής θέση της Τουρκίας βελτιώνεται θεαματικά. Εκτός από την ελκυστική οικονομική της επιτυχία, το μοντέλο της ισλαμικής χώρας, που υιοθετεί τη δυτική τεχνολογία και τη δυτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, γοητεύει την κοινή γνώμη των δυτικών χωρών. Σε πολλούς, οι εκλογές του προηγούμενου Ιουνίου φάνηκαν σαν ένας θρίαμβος της Δημοκρατίας. Σε μία εποχή μάλιστα που η Αραβική Άνοιξη κατέστησε τη δυτική δημοκρατία εξαιρετικά δημοφιλή σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή. Παρά τα γραφόμενα από τον Αχμέτ Νταβούτογλου, που θεωρητικά και πρακτικά θεμελιώνουν αυτό που στην Ελλάδα αποκαλέσαμε Νεο-οθωμανισμό, η Τουρκία θεωρείται ως χώρα πρότυπο που μπορεί να βρει μιμητές στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία.
 Μόνο το Ισραήλ και ορισμένοι δυτικοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Τουρκία μπορεί να πραγματοποιήσει μία ισλαμική συσπείρωση και να καταλήξει εχθρική προς τη Δύση, αν και το φοβούνται. Οπωσδήποτε, η άρνηση της τουρκικής βουλής να επιτρέψει στον αμερικανικό στρατό να εισβάλλει το 2003 στο Ιράκ με ορμητήριο την Ανατολική Τουρκία, δεν μπορεί να ξεχαστεί. Αλλά και η ευνοϊκή στάση προς το Ιράν και η πίεση προς το Ισραήλ που έσπευσε να εξασκήσει η Τουρκία, τροφοδοτούν τη δυσπιστία των Δυτικών.

 Από πολιτική άποψη η Τουρκία έχει αλλάξει στα τελευταία δέκα χρόνια σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι άλλαξε ολόκληρο το διάστημα μετά το 1922. Οι ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις του Ρατζέπ Ταγίπ Ερντογάν[4] φαίνεται ότι  περιόρισαν την πολιτική δύναμη του στρατού και επέτρεψαν τη δημιουργία του οικονομικού θαύματος που περιγράψαμε. Με εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης η Τουρκία μεταμορφώθηκε σε αυτό που πάντα ονειρευόταν μετά το 1922: Σε μια περιφερειακή δύναμη που δύσκολα κανείς μπορεί να την αγνοήσει. Η βαθμιαία ανάδυση ενός πολυπολικού συστήματος δυνάμεων συμπίπτει με την άνοδο και ανάδειξη της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης.
Το όνειρο-υποθήκη του Κεμάλ για εκδυτικισμό της Τουρκίας, που μεταφράστηκε σε έντονη επιθυμία συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξασθενεί μέρα με τη μέρα. Για τους Ευρωπαίους, η πλούσια Τουρκία των 80 εκατομμυρίων είναι ακόμη λιγότερο επιθυμητή από τη φτωχή Τουρκία του 1980. Για τους Τούρκους, οι μεταρρυθμίσεις που απαιτεί απ΄ αυτούς η Ευρωπαϊκή Ένωση και η απειλή προς τη σημερινή ευημερία τους, που εκπροσωπεί ο μελλοντικός ανταγωνισμός με τις ευρωπαϊκές οικονομίες, γίνονται ολοένα και πιο απωθητικές.
Ωστόσο, οι θριαμβευτικές περιγραφές σταματούν στην Ανατολική Τουρκία, όπου οι παλαιότατες πόλεις της αρχέγονης Τουρκικής Ανατολής αναπλάθονται και εκσυγχρονίζονται και όπου το τεράστιο σύστημα φραγμάτων και άρδευσης GAP, που διαχειρίζεται τα νερά του ποταμού Ευφράτη, δημιουργεί μια κοσμογονία και αρδεύει τεράστιες εκτάσεις που θα δεχθούν εκατομμύρια νέων κατοίκων. Όμως, εδώ φαίνονται, έστω και μεταμφιεσμένα, ορισμένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του τουρκικού θαύματος: Οι πόλεις που αναπλάθονται χάνουν το παραδοσιακό κέντρο τους, όπου ήταν εμφανής η ιστορική παρουσία των Κούρδων και των Ασσύριων, και γίνονται απλά τουρκικές πόλεις. Ο αυτόχθων πληθυσμός απωθείται στο περιθώριο και δεν φαίνεται. Τα Νεστοριανά Μοναστήρια της περιοχής έχουν ανακαινισθεί και έχουν επανδρωθεί με νέους μοναχούς, που όμως αποφεύγουν να δηλώσουν ότι ανήκουν στην Ασσυριακή Εκκλησία. Ανάλογα η περιοχή των έργων του GAP αλλοτριώνεται και τα κουρδικά χωριά βυθίζονται κάτω από τα νερά και εξαφανίζονται. Πρόκειται για εθνοκαθάρσεις αντάξιες του τουρκικού παρελθόντος. Μετά τη μεταφορά και την ανάμειξη ή την απομάκρυνση των πληθυσμών αλλοτριώνεται και ο φυσικός και ιστορικός χώρος, ώστε να μη θυμίζει και να μη παραπέμπει σε ιστορικά πολιτισμικά σύνολα που είναι διαφορετικά από το τουρκικό. Στην Ανατολική Τουρκία συμβαίνει σήμερα αυτό που συνέβαινε για δεκαετίες και μετά το 1922 στη Δυτική Τουρκία, η «Τρίτη Άλωση»,  όπως την αποκαλέσαμε[5]: ο μη τουρκικός πληθυσμός εξαφανίζεται ή απομακρύνεται και στη συνέχεια ο χώρος αλλοτριώνεται και χάνει την ιστορική του διάσταση.
Η συνεννόηση με τους Κούρδους και η συναινετική λύση του προβλήματος φαίνεται να βρίσκονται ακόμη μακριά. Λίγα έχουν γίνει, παρά τα λεγόμενα. Η κουρδική γλώσσα εξακολουθεί, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό, να βρίσκεται υπό απαγόρευση. Ένα κέντρο κουρδικών μελετών λειτουργεί στο πανεπιστήμιο του Μαρντίν. Αυτά όμως είναι ελάχιστα. Η δυσπιστία και η απόρριψη συνεχίζουν να κυριαρχούν.[6] Ένας από τους εφιάλτες των ιθυνόντων του τουρκικού στρατιωτικοπολιτικού κατεστημένου στην Τουρκία είναι και η ενδεχόμενη ίδρυση κουρδικού κράτους στα ανατολικά σύνορα της χώρας, που μάλιστα θα έχει τις ευλογίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ. 
Η ευημερία επίσης δεν αγγίζει τα 15 εκατομμύρια αυτών που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχιας και που συγκροτούν το τεράστιο σώμα του λούμπεν πληθυσμού, που ανέκαθεν υπήρχε στην Τουρκία. Οι κοινωνικές αντιθέσεις εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη. Η τουρκική ευημερία δεν αγγίζει όλο τον πληθυσμό.
Παρά τη νίκη του κόμματος Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης πάνω στο στρατιωτικό διευθυντήριο, νίκη που είναι και προσωπική νίκη του Ρατζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το σώμα της Στρατοχωροφυλακής εξακολουθεί να είναι παντοδύναμο και πανταχού παρόν στην τουρκική επικράτεια. Η ύπαρξη και η δύναμη της Στρατοχωροφυλακής  αγγίζουν το κύριο πρόβλημα της τουρκικής κοινωνίας σήμερα: την αντιπαράθεση του κοσμικού κεμαλικού κράτους με το αναδυόμενο πολιτικοποιημένο Ισλάμ. Στις αναπτυγμένες σήμερα πόλεις των τουρκικών παραλίων και του τουρκικού οροπέδιου στην Ανατολία ο επισκέπτης δύσκολα θα υποπτευθεί τη δύναμη και τη διάδοση των θρησκευτικών οργανώσεων, με πιο χαρακτηριστική αυτή του Fethullah Gulen. Ο Gulen, που ζει στις ΗΠΑ, ελέγχει μια τεράστια διεθνή οργάνωση  που απλώνεται σε όλο το Ισλάμ με εκατομμύρια οπαδούς, τηλεοπτικούς σταθμούς και εφημερίδες, αλλά και χίλια σχολεία σε εκατό χώρες.
 Η οικονομική επιτυχία της Τουρκικής Δημοκρατίας αντικατοπτρίζεται και στις ένοπλες δυνάμεις, που παρά τα λεγόμενα εξακολουθούν να απολαμβάνουν προνομιακής χρηματοδότησης. Συμπληρώνοντας τους τερατώδεις εξοπλισμούς των τελευταίων χρόνων και παρά τη θρυλούμενη αποδυνάμωση των στρατιωτικών, η Τουρκία αγόρασε, με το εξωφρενικό ποσό των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ένα αεροπορικό στόλο από 150 αεροσκάφη. Τα αεροσκάφη αυτά ανήκουν σε νέα γενεά και διαθέτουν την τεχνολογία stealth, ώστε να είναι αόρατα από ραντάρ, ενώ οι επιχειρησιακές δυνατότητές τους είναι ανώτερες από αυτές των σε χρήση σήμερα αεροσκαφών. Εκτός από πολιτικούς λόγους, δηλαδή τη διακαή επιθυμία και το άγχος των ΗΠΑ να καλύψουν το ιλιγγιώδες κόστος ανάπτυξης των αεροπλάνων F35, δεν φαίνεται να υπάρχει ανάγκη εκσυγχρονισμού των τουρκικών αεροπορικών δυνάμεων.



Η γιγάντωση της Τουρκίας μαζί με την ελληνική οικονομική και πολιτική κρίση συμπληρώνουν την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το 1922. Η εγγενής επεκτατικότητα της Τουρκίας εξακολουθεί να αποτελεί δομικό στοιχείο του σύγχρονου τουρκικού μορφώματος. Ήδη η Τουρκία έχει από ετών και έμπρακτα θέσει τους στόχους που επιδιώκει σε βάρος μας: διαμοιρασμό του Αιγαίου, δορυφοροποίηση της Ελλάδας, κοσοβοποίηση της Θράκης, ολοκληρωτική κατοχή της Κύπρου. Πρόκειται για ισορροπίες ισχύος. Εμείς από την πλευρά μας δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μόνοι μας ανάσχεση της Τουρκίας. Χρειαζόμαστε ερείσματα και συμμάχους για τους οποίους η ασφάλειά μας θα έχει ζωτική σημασία. Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Ρωσία εξαρτώνται από την ακεραιότητα της Ελλάδας, ούτε βέβαια από τους πόρους της. Ποιά είναι η μαχόμενη περιφερειακή υπερδύναμη για την οποία η ασφάλεια της Ελλάδας θα μπορούσε να έχει ζωτική σημασία;







[1]   Προβλέπεται ότι στα μέσα του 2012 ο πληθυσμός της Τουρκικής Δημοκρατίας θα ξεπεράσει τα 80 εκατομμύρια. Πριν λίγα χρόνια, η αύξηση του πληθυσμού της Τουρκίας σε απόλυτους αριθμούς ήταν αντικείμενο αμφισβήτησης. Σήμερα συζητείται η μορφή που έχει η αύξηση αυτή. Γενικά θεωρείται ότι προέρχεται από τις ανατολικές επαρχίες της. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι ο αριθμός των Κούρδων αυξάνεται ταχύτερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό της Τουρκίας. Δεν είναι γνωστές σχετικές στατιστικές και μάλιστα κανείς δεν γνωρίζει πόσοι είναι οι Κούρδοι.

[2]   Η νεανική σύσταση του πληθυσμού τροφοδοτεί το κλίμα αισιοδοξίας που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη. Ανάλογα προξενεί ευνοϊκά  αποτελέσματα στην εργασιακή ισορροπία και την παραγωγικότητα.

[3]   Αντίστοιχη ελληνική θέση: 29.  Η πολύ υψηλή κατάταξη της Ελλάδας στον πίνακα ανθρώπινης ανάπτυξης του ΟΗΕ αποτυπώνει το ελληνικό παράδοξο. Η Ελλάδα αναμένεται να καταταχθεί σε χαμηλότερη θέση τα επόμενα χρόνια.


[4]     Πρόκειται για πραγματικό λαϊκό ηγέτη. Κατάγεται από τη Μαύρη Θάλασσα, όπου ιστορικά επιβιώνει ένας έντονος εθνικισμός. Μεγάλωσε στο Κασιμπασά της Κωνσταντινούπολης, γειτονιά που φημίζεται για τις μαχητικές της παραδόσεις. Δεν έχει ανώτατη μόρφωση, δεν είναι κοσμοπολίτης, ούτε γνωρίζει ξένες γλώσσες. Προσεύχεται καθημερινά και η σύζυγός του φορά την πολυσυζητημένη μαντίλα. Αντιμετώπισε επιτυχώς τις προκλήσεις της Δημαρχίας της Κωνσταντινούπολης και αργότερα το στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο. Το πολιτικό του παρελθόν είναι δεμένο με το κόμμα των Ισλαμιστών. Πολλοί, και ειδικά οι Κεμαλιστές, τον θεωρούν ως όχημα κυριαρχίας του Ισλάμ στην Τουρκία και ευρύτερα, αν και αυτό δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Οπωσδήποτε, είναι ο ισχυρότερος Τούρκος ηγέτης του τελευταίου μισού αιώνα.

[5]     Βλέπε άρθρο με αυτό τον τίτλο στο www.mavridisdim.blogspot.com.

[6]     Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία από ένα γάμο σε κάποια κωμόπολη της Μερσίνας, όπως τη διηγείται το κουρδικό πρακτορείο Φιράτ και τη δημοσιεύει η εφημερίδα της Κομοτηνής «Αντιφωνητής»: [Κάποιοι Κούρδοι είχαν προσκληθεί σε γάμο. Με την άφιξή τους δέχθηκαν επίθεση από άτομα οπλισμένα με σιδερόβεργες που φώναζαν: "Κούρδοι είναι, σκοτώστε τους!". Τραυματίστηκαν αρκετά άτομα. Η Στρατοχωροφυλακή, που επενέβη με καθυστέρηση, θέλησε να συλλάβει  όχι αυτούς που έκαναν την επίθεση, αλλά τους Κούρδους που την υπέστησαν. Ένας Κούρδος, περιέγραψε πώς άρχισαν τα γεγονότα: "Τη στιγμή που η μάνα μου είπε στα κουρδικά μου δίνεις το παλτό μου;", οι χωρικοί που ήταν εκεί φώναξαν: "Εδώ, δεν μπορείτε να μιλάτε κουρδικά!" και άρχισαν να μας δέρνουν με κλωτσιές και γροθιές. Όλοι άρχισαν να μας προπηλακίζουν. Ακουγόταν φωνές: "Χτυπάτε! χτυπάτε!". Μου έσπασαν το κεφάλι, το πηγούνι και τα δόντια μου. Στην έξοδο του χωριού, άτομο που ήταν ο μουχτάρης φώναζε: "Ήρθαν στο χωριό μας Κούρδοι, δεν θα φύγουν ζωντανοί!". Εμείς τους είπαμε: "Μα καλά, δεν φοβάστε τον Αλλάχ; Mας καλέσατε στο γάμο σας και είμαστε μουσαφίρηδές σας!", ενώ εκείνοι απάντησαν: "Σήμερα δεν θα βγείτε ζωντανοί από εδώ!"...]


Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Ποιός θα πειθαρχήσει τις αγορές;




Αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό, δεν είναι προβλέψιμα και εξελίσσονται με τέτοιους ρυθμούς και σε τέτοια κλίμακα, ώστε δύσκολα μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε και πολύ περισσότερο να τα αξιολογήσουμε. Στην αρχή, πριν λίγα μόλις χρόνια, η απελευθέρωση του εμπορίου και η περιβόητη παγκοσμιοποίηση ανέτρεψαν το παγκόσμιο σύστημα, που συντηρούσε τη διαίρεση Ανατολής-Δύσης και τη διαφοροποίηση Βορρά-Νότου. Το αποτέλεσμα είναι η μεταφορά του κέντρου βάρους της μεταποίησης και της παραγωγής πλούτου προς την Ανατολή και η ανάδειξη νέων οικονομικών γιγάντων, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Συμβαίνει έτσι το αδιανόητο για τις προηγούμενες δεκαετίες γεγονός, ότι δηλαδή οι πολυπληθέστερες και μεγαλύτερες χώρες, που μέχρι σήμερα ανήκουν σε αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε, όχι χωρίς κάποια περιφρόνηση, «Τρίτο Κόσμο», καθίστανται ρυθμιστές και πρωτοπόροι του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της διαταραχής της ισορροπίας της εργασίας και της παραγωγής προς το επίπεδο κατανάλωσης στις παλιές βιομηχανικές χώρες, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ανταγωνιστούν τις νέες βιομηχανικές χώρες, αλλιώς κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε οικονομική κρίση. Φαίνεται τώρα ειρωνικό το ότι οι πλούσιες χώρες του Βορρά και της Δύσης είναι αναγκασμένες να προσαρμοστούν σε ένα ανταγωνιστικό κόσμο τον οποίο οι ίδιες δημιούργησαν. Αλλά βέβαια υπάρχει και ένας ακόμη συντελεστής του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και αυτός είναι οι απρόσωπες και άτεγκτες «αγορές», η σύγχρονη μορφή που ονομάζουμε κεφάλαιο. Οι αγορές είναι αυτές που απαιτούν ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα και επιβάλλουν σκληρά περιοριστικά μέτρα. Οι αγορές στηρίζουν και τροφοδοτούν μία κερδοσκοπική πιστωτική πρακτική που είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανατροπή της κοινωνικής πραγματικότητας στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Γιατί, οι αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες στηρίζουν το ζηλευτό οικονομικό επίπεδο που τις διακρίνει, όχι μόνο στην υψηλή παραγωγικότητα, αλλά και στην πιστωτική ευχέρεια που εξασφαλίζουν οι αγορές και η πιστωτική στήριξή τους. Η αναταραχή της ισορροπίας στην πιστωτική διαδικασία σημαίνει οικονομική κρίση, κατάσταση κατά την οποία οι αγορές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μέτρα. Σύμφωνα με την μέχρι σήμερα εμπειρία τα μέτρα, που οι αγορές επιβάλλουν, δεν είναι πάντα η καλύτερη λύση για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον φαινόμενο είναι ότι οι οικονομικές επιδόσεις των χωρών που εφαρμόζουν το δυτικό πολιτικό σύστημα της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι πολύ κατώτερες από τις οικονομικές επιδόσεις των νέων πλούσιων χωρών, των οποίων τα πολιτικά συστήματα είναι αυταρχικά και μη δημοκρατικά. Πολύ τελευταία μάλιστα, μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κατ’ εξοχήν προπύργιο της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, εμφανίζεται το φαινόμενο να παραμερίζονται οι εκλεγμένοι δημοκρατικοί ηγέτες προς χάρη τεχνοκρατών. Οι τεχνοκράτες είναι κατάλληλοι για να χειριστούν τα έκτακτα περιοριστικά μέτρα που απαιτούν οι αγορές. Μέτρα που είναι αντιλαϊκά και διόλου δημοφιλή, αλλά και που η εμπειρία αποδεικνύει ότι είναι και ελάχιστα αποδοτικά. Οι πολιτικοί, που έχουν να αντιμετωπίσουν τους ψηφοφόρους, δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτούς στους οποίους θα επιβάλουν τις απαιτήσεις των αγορών για λιτότητα. Πώς θα πείσουν τον πληθυσμό να αντιμετωπίσει συλλογικά μία κατάσταση ανάγκης, που οδηγεί στην ανέχεια και που μάλιστα επιβάλλεται από αυτούς που έχουν μόνο οικονομικό συμφέρον; Έχουμε λοιπόν μια αντιφατική κατάσταση όπου οι απρόθυμοι πολιτικοί και το απρόθυμο εκλογικό σώμα υποχρεώνονται να εφαρμόσουν και να υποστούν σκληρά μέτρα με αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Και, μάλιστα, μέσα σε ένα κόσμο όπου η δημοκρατία είναι γενική απαίτηση, τη στιγμή που η ίδια κινδυνεύει να τεθεί στο περιθώριο μπροστά στην οικονομική κρίση. Τέτοιες αντιφάσεις δεν υπάρχουν στις νέες οικονομικές δυνάμεις της Ανατολής. Οι ηγέτες της Κίνας ή της Ρωσίας μπορούν να επιβάλουν πολιτικές χωρίς συναίνεση και από τη μία μέρα στην άλλη. Στην πραγματικότητα, λοιπόν,  είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία αυτή που αντιπαρατάσσεται στις αγορές, αφού είναι το πολιτικό σύστημα μέσα στο οποίο είναι δυνατόν να αποφασίζει ο λαός και όχι οι αγορές.
Η κρίση στην Ευρωζώνη δεν είναι απλώς μία οικονομική κρίση, αλλά είναι και μία κρίση του πολιτικού συστήματος, δηλαδή της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ήδη οι λαοί της Ευρώπης έχουν απολέσει τη δυνατότητα να καθορίζουν ένα μέλλον, το οποίο για δεκαετίες υποσχόταν και πραγματοποιούσε όλο και καλύτερες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Αποδεικνύεται έτσι στην Ευρώπη ότι χωρίς το ιδανικό της πολιτικής ένωσης, οι εμπορικές συμφωνίες και το ελεύθερο εμπόριο καταλήγουν σε απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Αλλά και το ελεύθερο εμπόριο οδηγεί στην ανάπτυξη της ανισότητας μεταξύ των εθνών. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης διακίνησης της οικονομικής δραστηριότητας, της ελεύθερης μεταφοράς χρήματος και της δυνατότητας επιλογής του τόπου παραγωγής, αλλά και απόδειξη του τι μπορεί να συμβεί όταν η μόνη προτεραιότητα είναι η οικονομική μεγέθυνση.
Σε ανάλογη αναταραχή κατά τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, το χάος και η αβεβαιότητα οδήγησαν στον απολυταρχισμό. Αυτό μπορεί να συμβεί και πάλι, αν η κυριαρχία του ελεύθερου εμπορίου συνεχισθεί όπως σήμερα. Εκείνο που φαίνεται βέβαιο είναι ότι μορφές δασμολογικών φραγμάτων και ελέγχου της διακίνησης των κεφαλαίων πρέπει να εφαρμοσθούν. Η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα πρέπει να ορθολογιστεί και η χρηματοπιστωτική ασυδοσία να τεθεί κάτω από έλεγχο. Ο μόνος φορέας που μπορεί να πραγματοποιήσει ένα τέτοιο έργο παραμένει η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Όσο για μας τους Έλληνες, βρισκόμαστε στο μάτι του κυκλώνα, αν και τον δρόμο έχουν προλάβει να μας τον δείξουν άλλοι. Σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «New York Times» το περασμένο καλοκαίρι, ο Mark Mazower υποστήριξε με πάθος ότι η Ελλάδα βρίσκεται πάντα στην πρωτοπορία και στην εμπροσθοφυλακή των αγώνων που καθορίζουν την πορεία των ιστορικών εξελίξεων. Σήμερα, πάντα κατά τον Mark Mazower, έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση οι δημοκρατικές βάσεις της Ευρωπαϊκής Ηπείρου και η δυνατότητά της να παραμείνει ως ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Ο Mazower αναφέρεται στα τελευταία 200 χρόνια της παγκόσμιας ιστορίας και αναδεικνύει τη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Πόλεμο του 1940-1941, την εμφύλια σύγκρουση του 1946-1949 και την πτώση της ελληνικής δικτατορίας το 1974, ως σημεία σταθμούς για το μέλλον της Ευρώπης και του κόσμου. Για τη σημερινή θλιβερή κατάσταση ο Mazower θεωρεί την Ελλάδα ως εμπροσθοφυλακή και πρώτη γραμμή για τη δημοσιονομική εξυγίανση της παγκόσμιας οικονομίας και ως καταλύτη της διεργασίας που θα ελέγξει τις σημερινές ανισορροπίες και θα υποχρεώσει τις κυβερνήσεις να αναλάβουν ρυθμιστικούς ρόλους. Πρόκειται για τα κύρια σημεία που θα καθορίσουν το μέλλον. 

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Η Κίνα σε αγοραστικό παροξυσμό



Ενώ ο κόσμος ολόκληρος βυθίζεται κάθε μέρα περισσότερο μέσα στις περιοριστικές προσπάθειες για να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση και να επανέλθει η περιπόθητη ανάπτυξη, η Κίνα πραγματοποιεί το πανηγύρι των αγορών που της επιτρέπει το τεράστιο απόθεμα κεφαλαίου που έχει συσσωρεύσει. Αυτό υπολογίζεται σε περίπου 3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Παρατηρούμε λοιπόν όχι μόνο την μεταφορά της μεταποιητικής δραστηριότητας από τις μέχρι σήμερα αναπτυγμένες οικονομίες του δυτικού κόσμου στην Ανατολική Ασία, αλλά ταυτόχρονα και την αποδυνάμωση των δυτικών οικονομιών με την πτώση των τιμών που ευνοεί την ασιατική χώρα να αποκτήσει πρώτες ύλες και προηγμένες  βιομηχανικές εταιρείες με παγκόσμια προβολή. 
Εκτός από τον άνθρακα, τον χαλκό και τα σιδηρούχα μεταλλεύματα που κυριολεκτικά στραγγίζει η Κίνα από τις παραγωγικές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής φαίνεται ότι και η αγορά ακινήτων θα κατακλυστεί από κινέζικα συμφέροντα σε τόπους όπως η Αυστραλία, η Σινγκαπούρη και ο Καναδάς. Πρόσθετα, η ελκυστική αμερικανική αγορά ακινήτων αναμένεται ότι θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των Κινέζων. Φυσικά, ό,τι έχει σχέση με ενέργεια ενδιαφέρει τη χώρα που έχει προαγοράσει την παραγωγή του υπεδάφους (65% από τα σιδηρούχα μεταλλεύματα και 40% του χαλκού και του αλουμινίου σε παγκόσμια κλίμακα). Νέα μεταλλεία  εμφανίζονται παντού από τη Ζάμπια μέχρι το Περού, ενώ οι γεωτρήσεις για πετρέλαιο γίνονται σε χώρες όπως η Αιθιοπία, το Καζακστάν και το Σουδάν. Παρά τα πολιτικά προβλήματα και τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως νέα αποικιακή δύναμη, η Κίνα πρωτοστατεί στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών σε πολλές αφρικανικές και ασιατικές χώρες.
Μακριά φαίνεται να είναι οι αναμνήσεις από τους λιμούς που τυραννούσαν τον κινέζικο πληθυσμό κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες. Ωστόσο, παρά την προσπάθεια για εθνική παραγωγή και αποφυγή της εξάρτησης της χώρας από την ξένη παραγωγή τροφίμων, η κινέζικη ανάπτυξη έχει γιγαντώσει τις ανάγκες της χώρας σε διατροφή. Αγροτικά προϊόντα εισάγονται από τις ΗΠΑ, ενώ τεράστιες ποσότητες κρεάτων αναζητούνται σε όλο τον κόσμο.
Οπωσδήποτε, η εικόνα για την Κίνα που κυριαρχεί στον αναπτυγμένο κόσμο δεν ικανοποιεί την κινέζικη κυβέρνηση. Έτσι, οι λίστες αγορών των Κινέζων αρχίζουν να περιλαμβάνουν εταιρείες και δραστηριότητες από τον χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Παράλληλα, αναπτύσσονται οι τεχνικές δυνατότητες των κινέζικων μέσων, ώστε να υποστηριχθεί κατάλληλα το παγκόσμιο σύστημα πληροφόρησης που φιλοδοξεί να αποκτήσει η Κίνα. Χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη του κινέζικου κινηματογράφου με παραγωγές που βασίζονται στην κινεζική πολιτισμική παράδοση και την κινέζικη ιστορία. Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι προσπάθειες των Κινέζων για μια θέση στον οργανωμένο μαζικό αθλητισμό με την αγορά διάσημων παικτών και αθλητών.
Το τεράστιο απόθεμα της Κίνας σε σκληρό νόμισμα της επιτρέπει να πραγματοποιεί και εκτεταμένα επενδυτικά προγράμματα κυρίως με την αγορά επιχειρήσεων και βιομηχανιών σε όλο τον κόσμο. Ειδικά, η Ευρώπη και κυρίως η Ευρωπαϊκή Ένωση δέχονται κινέζικες επενδύσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από περιορισμένα ποσά, αλλά αυξάνονται ραγδαία και παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη εκατοστιαία αύξηση από όλα τα κονδύλια που διαθέτουν οι Κινέζοι για επενδύσεις σε όλο τον κόσμο. Βέβαια, το 2009 από τα 12,5 περίπου τρισεκατομμύρια δολαρίων που αντιπροσωπεύουν τις συνολικές ξένες επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο το 3% αντιπροσώπευε επενδύσεις της Κίνας. Η παρακμάζουσα, λόγω της οικονομικής κρίσης, υποδομή πολλών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί με τη βοήθεια του κινέζικου αποθεματικού. Αλλά και οι ιδιωτικές επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσαν να αυξηθούν ραγδαία. Ήδη στην Κίνα αναπτύσσεται μία τάξη πλουσίων η οποία αριθμητικά συγκρίνεται με αυτή των Ευρωπαίων. Τα άτομα αυτά αναζητούν καταναλωτικές διεξόδους τις οποίες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να τους βοηθήσουν να επιλέξουν. Εκτός από επώνυμα πολυτελή προϊόντα κύρους οι Κινέζοι καταναλωτές ενδιαφέρονται βέβαια για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Ήδη η προβληματική βιομηχανία αυτοκινήτων Saab έχει αγορασθεί από κινέζικα συμφέροντα, όπως και η πασίγνωστη  Volvo που αποτελούσε τμήμα της Ford.
Υπάρχει χωρίς αμφιβολία στροφή των Κινέζων στις επενδυτικές δραστηριότητές τους και η στροφή αυτή παρατηρείται κυρίως στις επιλογές που καταλήγουν σε ό,τι προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό σηματοδοτεί μία μετάβαση από τις επενδύσεις σε βασικούς κλάδους, όπως η μεταποίηση και η υποδομή σε εκλεπτυσμένες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και προϊόντων που απευθύνονται στον σύγχρονο τεχνολογικό και καταναλωτικό κόσμο. Προβλέπεται ως συνέπεια η δραματική αύξηση των κινέζικων επενδύσεων στην Ευρώπη. Οι τάσεις αυτές συμπίπτουν με την κρίση της ευρωζώνης και την απόλυτη ανάγκη χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επενδύσεις και χρηματοδότηση και επιβεβαιώνουν τους Ευρωπαίους καταναλωτές ως τους ιδανικούς αγοραστές των κινέζικων προϊόντων. Η Κίνα έχει ανταποκριθεί στις ευκαιρίες αυτές και έχει φροντίσει να διατηρεί σε ευρώ το ένα τέταρτο περίπου από το συνολικό της απόθεμα σε σκληρό νόμισμα 
Η μεγάλη αγοραστική δύναμη της Κίνας έχει αρχίσει να ανησυχεί χώρες που φοβούνται ότι θα απειληθεί η εθνική τους ανεξαρτησία. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της χρεοκοπημένης Ισλανδίας, στην οποία η Κίνα σχεδίαζε την αγορά 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων γης (περίπου το 3‰ του εθνικού εδάφους), ώστε να εγκαταστήσει τεράστιες τουριστικές εγκαταστάσεις. Το σχέδιο ματαιώθηκε μετά από ανησυχίες της ισλανδικής κυβέρνησης ότι η γη αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δραστηριότητες που θα εκμεταλλευθούν την Αρκτική, τώρα που γίνεται προσπελάσιμη λόγω της κλιματικής αλλαγής. Ανάλογες ανησυχίες εκφράζονται από χώρες της κινέζικης περιφέρειας, οι οποίες ανησυχούν για την ενδεχόμενη ανάπτυξη του κινέζικου στρατιωτικού δυναμικού. Οι παρατηρητές στις ΗΠΑ όμως, είναι καθησυχαστικοί: δεν επιβεβαιώνονται φιλοδοξίες της Κίνας που θα αναλογούν στην οικονομική της ισχύ και βαρύτητα. Οι στρατιωτικές προετοιμασίες της Κίνας δεν ανησυχούν. Άλλωστε, παρά την έξοδο του κινέζικου στόλου σε ευρύτερες θάλασσες, το δυναμικό του είναι περιορισμένο. Ανάλογα αξιολογείται και η κινέζικη αεροπορία που παραμένει σε χαμηλό επιχειρησιακό επίπεδο, ενώ η κινέζικη τεχνολογία αδυνατεί να εφοδιάσει τη χώρα με αεροπορικά συστήματα προηγμένης τεχνολογίας.
Παρακολουθούμε την ιστορική ανατροπή του παγκόσμιου συστήματος και την υπέρβαση του διαχωρισμού Ανατολής και Δύσης. Η μεταποίηση και η συμβατική βιομηχανία συγκεντρώνονται στην Ασία. Αυτό σημαίνει την μετακίνηση του πλούτου προς Ανατολάς. Η υπερχρεωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, το έλλειμμα κατασκευαστικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ και το τεράστιο απόθεμα κεφαλαίου της Κίνας, που σπεύδει να συμπληρώσει το κενό, είναι τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη στοιχεία που μας δείχνουν πως θα διαμορφωθεί το μέλλον.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Το Ισραήλ αδυνατεί να σταματήσει το Ιράν.




To κρίσιμο της κατάστασης περιγράφει η δήλωση του Πρωθυπουργού του Ιράν ότι: «θα εξαφανίσει το Ισραήλ με μία ατομική βόμβα» και η αντίστοιχη δήλωση του Πρωθυπουργού του Ισραήλ ότι: «απειλείται η ύπαρξη της χώρας του».
Από το έτος 2002, όταν δορυφορικές φωτογραφίες αποκάλυψαν την κατασκευή εργοστασίου εμπλουτισμού ουρανίου στην πόλη Natanz του Ιράν, το Ισραήλ αφήνει να εννοηθεί ότι δεν θα επιτρέψει την είσοδο του Ιράν στη λέσχη των πυρηνικών δυνάμεων. Την εποχή εκείνη μάλιστα, η αεροπορική αρμάδα του Ισραήλ είχε εμπλουτισθεί με τα προηγμένα μαχητικά F15I τα οποία κατασκευάζονται στις ΗΠΑ και διαθέτουν δεξαμενές καυσίμου ικανές για ένα βεληνεκές δράσης 3000 χιλιομέτρων, πράγμα που σημαίνει ότι το Ιράν βρισκόταν ήδη τότε στην ακτίνα δράσης της ισραηλινής αεροπορίας. Στο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα η ισραηλινή αεροπορία φρόντισε να βελτιώσει δεκάδες από τα καταδιωκτικά F16 τα οποία διαθέτει, έτσι ώστε να είναι συμβατά με τη δράση των βομβαρδιστικών μακράς δράσης F15I και να μπορούν να τα συνοδεύσουν σε επιχειρήσεις μακράς ακτίνας δράσης. Παράλληλα, η ισραηλινή αεροπορία διαθέτει προηγμένους κατασκοπευτικούς δορυφόρους και ικανό αριθμό από ελαφρά μη επανδρωμένα αεροπλάνα κατάλληλα για μεταφορά βομβών όπως και για ηλεκτρονικό πόλεμο. Το Ισραήλ πρωτοπορεί στην ανάπτυξη συστημάτων άμυνας που βασίζονται σε μη επανδρωμένα ελαφρά αεροπλάνα, όπως και στην κατασκευή κατασκοπευτικών δορυφορικών συστημάτων. Το Ισραήλ διαθέτει αξιόλογη πυρηνική δύναμη που δεν φαίνεται ότι θα διστάσει να την χρησιμοποιήσει αν απειληθεί η ύπαρξή του.
Ωστόσο σήμερα, η καταστροφή του εργοστασίου εμπλουτισμού του ουρανίου της Natanz δεν αρκεί για να εμποδιστεί το Ιράν να αποκτήσει ατομικά όπλα, πράγμα που φαίνεται πιθανό να συμβεί στους επόμενους μήνες. Το Ιράν έχει φροντίσει ώστε να κατανείμει τις δραστηριότητές του που έχουν σχέση με την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων σε πολλά σημεία της αχανούς επικράτειάς του. Οι στόχοι τους οποίους είναι υποχρεωμένο το Ισραήλ να καταστρέψει βρίσκονται κατανεμημένοι σε μια τεράστια επιφάνεια. Πρόκειται για το μεταλλείο ουρανίου στο μέσο της χώρας, για τον αντιδραστήρα στην περιφέρεια της Τεχεράνης, για το κέντρο πυρηνικών ερευνών στα βορειοδυτικά, για το εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου της Natanz στο κέντρο της περσικής ερήμου και για το ανάλογο υπόγειο εργοστάσιο κοντά στην ιερή πόλη Qum, όπως και για το εργοστάσιο κατασκευής συστημάτων φυγοκεντρισμού στην πόλη Mashhad στα σύνορα με το Τουρκμενιστάν. Πρόκειται συνολικά για δώδεκα στόχους από τους οποίους πιο σημαντικοί είναι τα δύο εργοστάσια εμπλουτισμού του ουρανίου.
Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του περιοδικού Time το Ισραήλ έχει απωλέσει τη δυνατότητα να καταστρέψει τις εγκαταστάσεις κατασκευής πυρηνικών όπλων του Ιράν με ένα αποφασιστικό πλήγμα, όπως είχε κατορθώσει για να εμποδίσει το Ιράκ το 1981 και τη Συρία το 2007 από το να γίνουν πυρηνικές δυνάμεις. Το πιθανότερο αποτέλεσμα φαίνεται ότι θα είναι κάτι ανάλογο με τον βομβαρδισμό της γερμανικής παραγωγικής μηχανής κατά τα δύο τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η γιγαντιαία αεροπορία των Συμμάχων απέτυχε να προξενήσει σημαντικές ζημίες στη γερμανική βιομηχανία και να τερματίσει έτσι τον πόλεμο. Ακόμη και αν το Ισραήλ περιοριστεί στο να καθυστερήσει την κατασκευή των πυρηνικών όπλων, και τότε είναι αμφίβολο το αν θα κατορθώσει να προξενήσει ζημία ικανή να εμποδίσει την Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα για ένα ή δύο χρόνια. Η αεροπορική δύναμη που θα επιχειρήσει θα πρέπει να πραγματοποιήσει εκατοντάδες εξόδους σε μια απόσταση πάνω από 1000 χιλιόμετρα από τις βάσεις της και πάνω σε μια επιφάνεια 1,3 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, δηλαδή κοντά δέκα φορές της επιφάνειας του Αιγαίου. Αυτό απαιτεί μεγάλο αριθμό αεροσκαφών ανεφοδιασμού της δύναμης κρούσης με καύσιμα. Η μόνη αεροπορία που διαθέτει τον απαιτούμενο αυτό αριθμό είναι η αεροπορία των ΗΠΑ. Επιπλέον, το Ισραήλ δεν διαθέτει αεροπλανοφόρα τα οποία θα μπορούσαν να προσφέρουν βάση κοντά στους στόχους. Ένα πρόσθετο σοβαρό πρόβλημα φαίνεται να αποτελεί η ανάγκη για ειδικής μορφής εκρηκτικό εξοπλισμό. Το εργοστάσιο της Natanz βρίσκεται στα υπόγεια ενός εξαόροφου κτηρίου, αυτό δε της Qum κάτω από βράχους πάχους 80 μέτρων. Ακόμη και ο εξοπλισμός που διαθέτουν οι ΗΠΑ δεν φαίνεται ικανός να διαπεράσει τέτοια εμπόδια. Αναφερόμαστε στο αόρατο στα ραντάρ προηγμένο βομβαρδιστικό Β-2 που διαθέτει οπλισμό κατάλληλο για διάτρηση πολλών μέτρων σκυροδέματος ή βράχων.
Η απειλή που επιμένει να πραγματοποιήσει το Ιράν δεν είναι δυνατό να αφήσει αδιάφορο το Ισραήλ, αλλά και τις ΗΠΑ. Καθυστέρηση δυναμικής αντιμετώπισης σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον Ισραήλ, ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο δύσκολη συγκυρία με το Ιράν πυρηνικά οπλισμένο. Είναι πολύ πιθανό ότι οι ΗΠΑ θα αναγκασθούν αυτές πια να επέμβουν χωρίς καθυστερήσεις.