Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Χάνονται τα πλεονεκτήματα της Δύσης.



Πέρα από την αντιμετώπιση της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ θα πρέπει να μελετήσουν την αναδιάταξη των πολιτικών τους των σχετικών με την εκπαίδευση και το ρόλο του κράτους στην οικονομία.

Σ’ ένα πιο  προχωρημένο στάδιο, θα πρέπει να μελετηθούν και να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις της κατάργησης του προστατευτισμού  και της παγκοσμιοποίησης. Ακόμη θα πρέπει να εξεταστεί η έννοια της ανάπτυξης και να συνδεθεί με τα ισχύοντα δεδομένα.

Σήμερα, ενώ συμπληρώνονται  40 χρόνια από  την επίσκεψη των Νίξον-Κίσσιγκερ στο Πεκίνο  το 1972, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση στην οποία η παγκόσμια μεταποιητική δραστηριότητα φαίνεται να συγκεντρώνεται στην Ασία. Παράλληλα, πλούτος και τεράστιοι πόροι μεταφέρονται στην ασιατική ακτή του Ειρηνικού με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να περιορίζεται μόνο σε ορισμένες χώρες εκτός της Δύσης. Αυτό σημαίνει την ενδεχόμενη ανατροπή των οικολογικών δεδομένων, αλλά και την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων, τουλάχιστον όσο αυτή περιορίζεται στην οικονομική σφαίρα.

Το κύριο διακύβευμα  όμως βρίσκεται στο μέλλον. Η Ασία σήμερα εκπαιδεύει περισσότερους επιστήμονες και μηχανικούς από όσους εκπαιδεύουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ μαζί. Ήδη, φέτος λέγεται ότι θα χορηγηθούν περισσότερες ευρεσιτεχνίες στη Κίνα, παρά σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Δεν είναι απίθανο σε λίγα χρόνια η Δύση να απολέσει συνολικά το πλεονέκτημά της  για πρωτοποριακή επινόηση και έλεγχο σε κρίσιμους κλάδους.

Οι δυτικοί Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί εργαζόμενοι θα βρεθούν μπροστά σε εκπλήξεις. Κατά  τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε η βεβαιότητα ότι οι δυτικές κοινωνίες και οι κυβερνήσεις τους θα μπορούσαν να εξασφαλίζουν εσαεί σταθερή εργασία και να εγγυώνται  βελτίωση της καταναλωτικής δύναμης των εργαζομένων χρόνο με το χρόνο. Υπήρχε επίσης η σιγουριά των επιδοτήσεων και της δυνατότητας που παρείχαν οι δυτικές κυβερνήσεις  για μόρφωση και εκπαίδευση, που θα βελτίωναν συνεχώς τις αποδοχές των εργαζομένων. Είχε εδραιωθεί έτσι η ασυναίσθητη πεποίθηση του συνεχώς βελτιούμενου επιπέδου ζωής.

Δυστυχώς, η μεγάλη κρίση που άρχισε το 2008 αποκάλυψε πλέον μια πραγματικότητα που φαίνεται ζοφερή. Όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, η πλειονότητα των εργαζομένων διαθέτει πλέον μία παρακμάζουσα αγοραστική δύναμη. Σε πολλές χώρες της Δύσης τα εισοδήματα των εργαζομένων είναι καθηλωμένα για αρκετά χρόνια. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, τα εισοδήματα του μέσου εργαζόμενου με πανεπιστημιακό δίπλωμα έχουν καθηλωθεί εδώ και 30 χρόνια. Παρά τη σχετική επιτυχία της χώρας μας, σε πολλές χώρες της Δύσης  η εκπαίδευση και η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δεν οδήγησαν σε κοινωνική ισότητα και κινητικότητα, ώστε να δικαιολογηθούν οι υποσχέσεις για καθολική και ίση ευκαιρία βελτίωσης.

Η εμπιστοσύνη στην εκπαιδευμένη και ειδικευμένη εργατική δύναμη, η οποία είναι αρκετή  για να δημιουργήσει ανάπτυξη και να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό, κλονίζεται. Η εργατική δύναμη μπορεί να μεταναστεύσει όπως συμβαίνει συστηματικά εδώ και χρόνια με τους ανειδίκευτους εργάτες. Όπως  οι ανειδίκευτοι εργάτες έγιναν ανταλλάξιμοι μεταφερόμενοι από χώρα σε χώρα,  έτσι και οι ειδικευμένοι θα γίνουν μεταφερόμενοι εργαζόμενοι  στον κόσμο των νέων τεχνολογιών.

Η Δύση θα στερηθεί τα εργοστάσιά της μαζί με τους ειδικευμένους εργαζόμενους που είναι μοναδικοί στον κόσμο. ΄Εχει λοιπόν μέλλον η παγκοσμιοποίηση, τώρα που γυρνά σαν μπούμερανκ και χτυπά τους επινοητές της;

Μπροστά στη βεβαιότητα της μόνιμης παρακμής του επιπέδου ζωής, ανάλογου περιορισμού της κατανάλωσης και την απαξίωση του πλεονεκτήματος της εκπαίδευσης και της ειδίκευσης, οι εργαζόμενοι της Δύσης θα αντιδράσουν. Με ποια πολιτικά μέσα και με ποιες μορφές θα γίνει αυτό  δεν φαίνεται ακόμη  να έχει μορφοποιηθεί. Ίσως η παγκοσμιοποίηση σταματά εδώ.






Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

" Κατάκτηση 1453 "



Αυτός είναι ο τίτλος κινηματογραφικής υπερπαραγωγής που προβάλλεται στους κινηματογράφους της Τουρκίας με τεράστια επιτυχία. Όλοι οι συντελεστές της υπερπαραγωγής είναι τουρκικοί, όπως και η χρηματοδότηση.

Φαίνεται ότι τίποτε δεν είναι τόσο δημοφιλές στην Τουρκία όσο είναι ο εθνικισμός, παρατηρεί η Guardian Weekly. Πράγματι, το φιλμ συγκεντρώνει τεράστιες ουρές επίδοξων θεατών και έχει ήδη μετά από λίγους μήνες προβολής πραγματοποιήσει κέρδη που ανέρχονται στο τριπλάσιο της δαπάνης που καταβλήθηκε.  Η γοητεία που ασκεί το θέμα γεμίζει πατριωτική υπερηφάνεια, όχι μόνο τους ίδιους τους Τούρκους, αλλά και άλλους, όπως αυτοί που γεμίζουν τα πούλμαν που από την Ελληνική Θράκη ξεκινούν για την Αδριανούπολη, όπου θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν την προβολή της «Κατάκτησης 1453».

Το ίδιο το φιλμ αφορά βέβαια την εξιστόρηση της πολιορκίας και της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο και το Μάιο του αποκαλυπτικού έτους 1453. Η παρουσίαση και η εξιστόρηση γίνονται με τη γνωστή από δεκαετίες χολλυγουντιανή συνταγή, όπως την ανέπτυξαν οι αμερικανοί σκηνοθέτες Griffith και DeMille: Μεγάλα ντεκόρ, πολυπληθείς σκηνές, έντονος συναισθηματισμός, ανάδειξη και στήριξη σε στερεότυπα. Στην περίπτωση της «Κατάκτησης 1453» έχουμε και άφθονη δράση με πολλή βία. Εκείνο όμως που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η ιδεολογική κατεύθυνση του φιλμ που θέλει να βεβαιώσει το  μεγαλείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και το ότι η αναδυόμενη και γιγαντούμενη Τουρκία έχει ακόμη φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας. Παράλληλα δίνεται μια μάλλον αυθαίρετη εικόνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εμφανίζεται ως ηδονιστής παρακμίας, ο Πάπας ως ένθερμος υποστηρικτής των Βυζαντινών, η ίδια η Κωνσταντινούπολη ως πλούσια και ευημερούσα, τα βυζαντινά στρατεύματα ως πολυπληθή και κατάφρακτα.

Σύμφωνα με την μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα Zaman, που εκφράζει τις απόψεις του θρησκευτικού ακτιβιστή Fatullah Gullen, «οι Τούρκοι αισθάνονται και πάλι την αυτοκρατορική πνοή». Πράγματι, μετά από μία δεκαετία ασυγκράτητης οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και επιτυχούς ισλαμικής διακυβέρνησης, οι Τούρκοι στρέφονται προς τους Οθωμανούς προγόνους τους και αναβιώνουν τις συνήθειες και την αισθητική τους. Στο φιλμ καταδεικνύεται σαφώς η οθωμανική αντίληψη για την «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης, που δεν συναντάται μόνο στην τουρκική και την παντουρκική εθνικιστική ιδεολογία, αλλά και αποτελεί παλαιά ισλαμική δοξασία. Ακόμη και σήμερα διαβάζουμε γνώμες όπως : «Η Κωνσταντινούπολη που βρίσκεται αλαζονικά στο δρόμο των Μουσουλμάνων για πολλούς αιώνες, απελευθερώθηκε και οι πύλες της Ευρώπης άνοιξαν στο κάλεσμα του Ισλάμ. Την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης θα ακολουθήσει η απελευθέρωση της Ρώμης...».

Εμείς πιστεύουμε ότι η κατακτητική ορμή συνιστά θεμελιώδες πολιτισμικό χαρακτηριστικό στοιχείο των Τούρκων, αλλά και στοιχείο συμφυές με την ισλαμική θρησκεία. Αλλά και το Ισλάμ αντιλαμβάνεται την οικουμένη να διαιρείται σε δύο τμήματα, το νταρ αλ-Ισλάμ που ορίζεται από την ισλαμική σαρία και το νταρ αλ-χάρμπ, που βρίσκεται έξω από το νταρ αλ-Ισλάμ και είναι ο κόσμος των απίστων. Το νταρ αλ-Ισλάμ θα επεκταθεί για να συμπεριλάβει το νταρ αλ-χάρμπ. Η αντίληψη για την «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης είναι τυπική αυτών των ψυχισμών. Οι θεολόγοι του Ισλάμ μάλιστα, φρόντισαν να προσθέσουν μία χαντίθ (γραπτή παράδοση) στο Κοράνι στην οποία ο Προφήτης Μωάμεθ δηλώνει : «η Κωνσταντινούπολη θα κατακτηθεί. Θαυμαστός θα είναι ο ηγέτης που θα την κατακτήσει και ευλογημένοι θα είναι οι πολεμιστές του", (Ibn Hanbal, Musnad, 4, 435). Η τουρκική κατακτητική ορμή συμπληρώνει τις αντιλήψεις αυτές. Οι Τούρκοι είναι υπερήφανοι για την κατάκτηση - «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης. Τα μεγάλα μνημεία της βυζαντινής οικουμενικής πρωτεύουσας θεωρούνται πλέον ως μνημεία της δόξας του Ισλάμ και της τουρκικής ανδρείας. Η Αγία Σοφία θεωρείται ως ιερό μουσουλμανικό τέμενος, ως να μην εκφράζει μία άλλη πολιτισμική και θρησκευτική αντίληψη. Στο σωζόμενο καθολικό της Μονής του Παντοκράτορα υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με την πιο πάνω αναφερόμενη προφητεία του Προφήτη Μωάμεθ. Η ιστορία της μεγάλης Μονής του Παντοκράτορα και η σημασία της για την αντίληψη και την ίδρυση των νοσοκομείων δεν αναφέρονται και είναι άγνωστες.

Βέβαια η ιδεολογία του φιλμ εκφράζει πιστά την ιδεολογία του κυβερνώντος κόμματος. Ο Πρωθυπουργός Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε, προφανώς ικανοποιημένος ,ότι το φιλμ αυτό «διαπαιδαγωγεί μια αφοσιωμένη γενιά που θα αγκαλιάσει τις ιστορικές μας αξίες». Πολλοί μάλιστα από το κόμμα του συνιστούν την προβολή του φιλμ στα σχολεία σαν αντίδοτο στην επιρροή του Χόλλυγουντ, που κατ΄ αυτούς διαδίδει την «αντίληψη των Σταυροφόρων».

Και ενώ τα πλήθη πολιορκούν τα ταμεία των κινηματογράφων, οι δημοσιογράφοι της κεμαλικής ορθοδοξίας έσπευσαν να αντιδράσουν. Ακούστηκαν απόψεις όπως ότι «το φιλμ καλλιεργεί έναν ακραίο εθνικισμό που βασίζεται στα τουρκικά στερεότυπα για τους γειτονικούς χριστιανικούς λαούς» ή ότι «ως Τούρκοι υπενθυμίζουμε στον κόσμο ότι η μεγαλύτερη πόλη μας κάποτε ανήκε σε άλλο έθνος και κατελήφθη από μας με το ξίφος. Θα μπορούσαν να γιορτάζουν οι Εγγλέζοι την κατάκτηση του Λονδίνου και να πανηγυρίζουν οι Γερμανοί την κατάκτηση του Βερολίνου;».   Άλλος κριτικός δεν δίστασε να γράψει ότι το φιλμ «είναι μια δεξαμενή υποκρισίας που αναπληρώνεται με τη  γενική παράνοια του να βλέπουμε τον κόσμο ως αναξιόπιστο και αφιλόξενο... για να ενισχύσουμε τις αυταπάτες μας για ανωτερότητα». Ένας κριτικός που δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του έγραψε:  «έτσι που πάμε θα συνεχίσουμε με φιλμ για την εισβολή στην  Κύπρο και τη γενοκτονία των Αρμενίων;». Αλλά υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς:  «είναι φυσικό να προσβλέπουμε και πάλι προς την οθωμανική κληρονομιά μας, αφού αυτή παραμελήθηκε από τον Ατατούρκ και τους υποστηρικτές του», έγραψε γνωστός κριτικός, για να συμπληρώσει ο ίδιος «είναι καιρός να κοιτάξουμε την Αυτοκρατορία με ένα πιο αντικειμενικό τρόπο. Ήταν ένας μεγάλος πολιτισμός. Γιατί να την κατηγορούμε; Είχε τα καλά της και τα κακά της», «η ιστορία που διδάσκεται στα τουρκικά σχολεία είναι εθνικιστική. Στα σχολεία μας είπαν ότι οι Οθωμανοί κατάκτησαν τον μισό κόσμο, αλλά ξαφνικά χωρίς εξήγηση έγιναν κακοί. Μας είπαν ότι ο Σουλτάνος συνωμοτούσε με τους Άγγλους. Ευτυχώς ο Ατατούρκ μας έσωσε.»

Η τελική σκηνή του φιλμ παρουσιάζει με έντονο συναισθηματισμό την αντίφαση της βίας που κατακτά και καταστρέφει με την υποτιθέμενη καλοσύνη: Ο Μωάμεθ ο Β’  εισέρχεται στην Αγία Σοφία κρατώντας ένα παιδί στην αγκαλιά του και διακηρύσσει: «Μην ανησυχείς λαέ της Κωνσταντινούπολης, μπορείς να λατρεύεις το Θεό σου όπου κι αν βρίσκεσαι...»  

Απ΄ ό,τι φαίνεται η εμπορική επιτυχία του φιλμ θα μας πλουτίσει και με άλλα έπη. Ο παραγωγός του φιλμ σχεδιάζει ήδη ένα φιλμ για την Καλλίπολη, όπου ο Ατατούρκ, ιδρυτής της μοντέρνας Τουρκικής Δημοκρατίας, πολεμά και νικά τους Άγγλους. Υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο κοινό από Κεμαλιστές και έπεται συνέχεια.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Η καθ' ημάς Ανατολή δεν υπήρξε ποτέ.




Οι εορτασμοί, οι εκδηλώσεις και οι εκθέσεις που πρόσφατα διοργανώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με ευκαιρία την ανακήρυξή της ως «πολιτισμικής πρωτεύουσας της Ευρώπης» δίνουν μια καθαρή εικόνα του ιδεολογικού κλίματος και των εθνικών στόχων που κυριαρχούν στη γειτονική χώρα. Το δόγμα, ότι η ασφαλέστερη ανεξαρτησία βασίζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία ενώ η μονιμότερη υποδούλωση ξεκινά από την πολιτισμική αλλοτρίωση, επιβεβαιώνεται ότι ισχύει όχι μόνον για τη σημερινή Τουρκία, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, αλλά δυστυχώς και για τη δική μας χώρα, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του. Δεν θα σταθώ στα ενθουσιώδη φληναφήματα των κ.κ. Παύλου Γερουλάνου, Νικήτα Κακλαμάνη και Αλέκου Φασιανού, ούτε θα επισημάνω την σημειολογική μόνιμη επισήμανση της οθωμανικής «κατάκτησης», η οποία διατυμπανίζεται ως θεμελιώδης «αρετή» του τουρκικού έθνους σε κάθε ευκαιρία. Θα αναφερθώ απλώς πρόχειρα σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις που βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία και συνέχεια με την αντίληψη περί του πολιτισμικού υπόβαθρου που συγκροτεί η τουρκική παρουσία, όπως μας την παρουσίασε πρόσφατα ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.

Η εκδοτική δραστηριότητα, η σχετική με θέματα της τουρκικής ταυτότητας και της τουρκικής παρουσίας, βρίσκεται σήμερα σε έξαρση στην Τουρκία. Και όχι μόνο αυτό. Ποικίλες μελέτες και δραστηριότητες, μέσα σε πλαίσια μίμησης του εργαλειακού χαρακτήρα που κυριαρχεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια, έχουν ως αντικείμενο την ιστορική αλλά και τη σημερινή Τουρκία.

Είναι ενδιαφέρον και μας αφορά άμεσα το ότι η ιστορική και γενικότερη επιστημονική έρευνα στην Τουρκία, όπως και η πιστοποίηση και η αυτογνωσία των ίδιων των Τούρκων, είναι ασύμβατα όχι μόνο με τη δική μας πιστοποίηση και αυτογνωσία, αλλά και με τα ιστορικά δεδομένα και τα συμπεράσματα της σχετικά αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας.

Αυτό επίσης, το οποίο είναι ασύμβατο με τη δική μας ιστοριογραφία και πιστοποίηση, είναι η απόλυτη αντίληψη των Τούρκων για μηδενική βάση στην ιστορική αντίληψη για τον χώρο τον οποίο σήμερα κατέχουν. Εννοούμε την ανεδαφική αντίληψη του ότι η ιστορική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια αρχίζει με την τουρκική κατάκτηση. Έτσι, για παράδειγμα, τα ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αλλά και γενικότερα οι μορφές των παραδοσιακών κατοικιών στη Μικρά Ασία θεωρούνται ως εξέλιξη του γιούρτ, της αρχαίας σκηνής των νομάδων Τούρκων, η οποία συναντάται ακόμη σήμερα στην Κεντρική Ασία. Έτσι, με μια τερατώδη ιστορική προσαρμογή αγνοείται το γεγονός ότι οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι, οι οποίοι κατέκλυσαν μετά τον 11ο αιώνα τη Μικρά Ασία, βρέθηκαν σε ένα χώρο με αστική και οικιστική παράδοση πολλών αιώνων1.

Αυτά όμως είναι κοινότοπο να τα λέμε και να τα επαναλαμβάνουμε. Το παρελθόν δεν έχει στην Τουρκία αντικειμενική υπόσταση. Η μνήμη είναι επιλεκτική ή κατασκευασμένη. Το παρελθόν είναι ό,τι επιβάλλεται και ό,τι διδάσκεται και γράφεται. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επικυρωθεί έμπρακτα από εξέχουσες προσωπικότητες της Τουρκίας, όπως ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Τουργκούτ Οζάλ2 και βρίσκονται πάλι στην επικαιρότητα χάρη στον κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την αντίληψη την οποία καλλιεργούν οι Τούρκοι σχετικά με το ιστορικό βάθος του χώρου, τον οποίο σήμερα κατέχουν, με τη γνωστή ρήση του Όργουελ: «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον : αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν».

Σήμερα, σαρώνονται και εξαφανίζονται τα ίχνη της παρουσίας των Ανατολικών Ελλήνων στους τόπους όπου κατοικούσαν μέχρι πρόσφατα. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με τον χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Τα εκατομμύρια των νεήλυδων από την Ανατολή κατακυριεύουν τους χώρους και δημιουργούν ένα νέο δομημένο χώρο. Η Δυτική Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Βιθυνία και ο Πόντος σαρώνονται από την ανοικοδόμηση. Μόνο η φτωχή και περιφερειακή Καππαδοκία φαίνεται να αποφεύγει προς το παρόν αυτό που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως Τρίτη Άλωση.

Ειδικότερα στην Προποντίδα, που για αιώνες ήταν «θάλασσα της Ρωμηοσύνης», αλλά και στη Θράκη, αρχαία κοιτίδα Ελληνισμού, τα ιστορικά δεδομένα παραποιούνται, αλλά και αγνοούνται με τρόπο τερατώδη.

Ο Δήμος του Τεκίρ Νταγκ στην Προποντίδα εξέδωσε πρόσφατα ένα λεύκωμα για να περιγράψει και να διαφημίσει την πόλη του, που δεν είναι άλλη από την αρχαία πόλη της Ραιδεστού, της οποίας το όνομα, όπως και τα ονόματα Βισάνθη, Ρησιστός ή Ροσιστός ή Ροδόστος ή Ροντόστο, πουθενά δεν αναφέρονται. Το λεύκωμα αρχίζει την ανάπτυξη του θέματός του από την προϊστορία. Στη σελίδα 13, μετά από κείμενο μιας σελίδας, αναφέρεται η τουρκική κατάκτηση, χωρίς να έχει γίνει λόγος για Έλληνες, ελληνικό πολιτισμό, ή Βυζάντιο. Ακολουθούν 190 σελίδες και 400 περίπου φωτογραφίες, όπου παρουσιάζονται ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία και προβάλλεται η πόλη. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο παντελώς απουσιάζουν. Χωρίς να γίνεται αναφορά σε Έλληνες, ή έστω σε Ρωμηούς, εικονίζεται στη σελίδα 22 ένα παραδοσιακό σπίτι που αναφέρεται ως «σπίτι του Κωνσταντίνου». Στη σελίδα 29 εικονίζονται ρωμαϊκά νομίσματα της γειτονικής Περίνθου. Οι συγγραφείς δεν γνωρίζουν, ή θέλουν να αγνοούν, ότι το Τεκίρ Νταγκ ως αποικία των Σαμίων με το όνομα Βισάνθη και ως τόπος εγκατάστασης των Αθηναίων κληρούχων είχε κόψει ήδη νομίσματα από τον 4ο  πΧ αιώνα. Στη σελίδα 40 υπάρχει μεγάλη φωτογραφία του τεμένους του Ρουστέμ Πασά, κτισμένου το 1537, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ότι στον χώρο όπου κτίσθηκε το τέμενος υπήρχε το βυζαντινό κάστρο του Χριστού, έργο του Ιουστινιανού κατά τον 6ο  μΧ αιώνα και, αργότερα, το πάλαι ποτέ πτωχοκομείο του Πανοικτίρμονος, το οποίο ίδρυσε ο Μιχαήλ Ατταλειάτης το 1077. Στις σελίδες 68 έως 74 υπάρχουν παλιές φωτογραφίες των κεντρικών συνοικιών του Τεκίρ Νταγκ με τα παλιά χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αρκετά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για τις μέχρι το 1922 κεντρικές συνοικίες της πόλης της Ραιδεστού, στην οποία οι τουρκικές συνοικίες βρισκόταν στην περιφέρεια μακριά από την θάλασσα. Μόνο στη σελίδα 69 σε παλιά φωτογραφία η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας αναφέρεται ως «προτεσταντική εκκλησία»! Η εκκλησία αυτή έχει σήμερα κατεδαφισθεί, στη θέση της υψώνεται η λέσχη των αξιωματικών της φρουράς του Τεκίρ Νταγκ. Στη σελίδα 75 παρουσιάζονται φωτογραφίες από την απελευθέρωση της Ραιδεστού τον Ιούλιο του 1920. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως Γιουνάν και εμφανίζονται ως κατακτητές, ώστε οι φωτογραφίες αυτές να ακολουθούνται από φωτογραφίες εορτασμών της επανόδου των Τούρκων. Στη σελίδα 82 παρουσιάζεται παλιά φωτογραφία της κεντρικής παραθαλάσσιας συνοικίας της Παναγίας της Φανερωμένης, η οποία ονομάζεται μαχαλάς Ερτουγκρούλ, όνομα που φέρει σήμερα προς τιμήν του ομώνυμου τούρκου κατακτητή. Ακολουθούν φωτογραφίες με ανάλογη ιστορική αντίληψη, με την εξαίρεση μιας φωτογραφίας στη σελίδα 96, όπου γίνεται αόριστη αναφορά σε Ρωμηούς. Περιττό να σημειώσουμε ότι πουθενά δεν φαίνεται να γίνεται λόγος για το μεγάλο πλήθος των Αρμενίων που ζούσαν στην πόλη της Ραιδεστού από τον 16ο  αιώνα. Όσο για τα λαμπρά εκπαιδευτικά ιδρύματα των Ρωμηών, τα νεοκλασικά πέτρινα κτήριά τους διασώζονται και χρησιμοποιούνται ακόμη ως σχολεία, όμως οι παλιές ελληνικές επιγραφές στα υπέρθυρα έχουν σβηστεί με κτυπήματα με καλέμι.

Αλλά, η οργουελλιανή μεταχείριση της ιστορίας από τους Τούρκους διανοούμενους, πολιτικούς και το τουρκικό κράτος δεν περιορίζεται στα εδάφη τα οποία κατέκτησαν οι Τούρκοι και τα οποία βάσει συνθηκών κατέχουν σήμερα, αλλά απλώνεται και στις γειτονικές χώρες, κατακτήσεις κάποτε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελληνική Θράκη είναι βέβαια ένας χώρος όπου τρέφονται επιβουλές και καλλιεργούνται διεκδικήσεις. Έτσι, σε τεύχος του προπαγανδιστικού περιοδικού Cornucopia –που εκδίδεται στην Αγγλία– και σε άρθρο για την παρουσία των Τούρκων στη Θράκη αποκαλύπτεται η σύγχρονη τουρκική αντίληψη για την Ελληνική Θράκη. Σε πληθώρα ωραίων και μεγάλων φωτογραφιών δίδεται μία τουρκική-ισλαμική εικόνα της Ελληνικής Θράκης, όπου οι Έλληνες εμφανίζονται σχεδόν ως κατακτητές. Έτσι, φωτογραφίζεται η συνοικία της Μητροπόλεως στο κέντρο της Παλιάς Ξάνθης ως κατοικούμενη από Τούρκους, πράγμα που ποτέ δεν έγινε, αφού οι κεντρικές συνοικίες της Ξάνθης βρισκόταν πάντα υπό τον έλεγχο της ισχυρής ρωμαίικης κοινότητας. Όπως είναι γνωστό, η Ξάνθη και η Ραιδεστός διατήρησαν καθ’ όλη την Τουρκοκρατία την παρουσία των Ρωμηών στις κεντρικές τους συνοικίες και είναι αμφότερες παλιές βυζαντινές πόλεις, όπου διακρίνονται εισέτι στον πολεοδομικό τους σχεδιασμό οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την οργάνωση και την καθαγίαση του χώρου. Ο πληρωμένος Άγγλος δημοσιογράφος ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι η σύγχρονη Ξάνθη ιδρύθηκε από τους Τούρκους μπέηδες εμπόρους που εγκατέλειψαν την γειτονική Γενισέα μετά την καταστροφή της, το 1870. Ψευδέστατος και αναιδέστατος είναι αυτός ο ισχυρισμός. Όχι μόνο η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η παρουσία των Ρωμηών στην πόλη της Ξάνθης είναι συνεχής, καθοριστική και αδιάσπαστη3, αλλά και η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι η ζώσα, μόνιμη και σταθερή απόδειξη της ελληνικότητάς της.

Δεν είναι μόνο η Ελληνική Θράκη πεδίο για την κακοποίηση της τοπικής ιστορίας από τους Τούρκους. Όπως διαβάζουμε πρόσφατα στην εφημερίδα Αντιφωνητής, που εκδίδεται στην Κομοτηνή, και η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη, κέντρο Ελληνισμού και ελληνικής παιδείας, έχει επιλεγεί ως πεδίο παραχάραξης της ιστορίας. Συνεργάτης της εφημερίδας βρέθηκε στη Φιλιππούπολη, όπου διάβασε κάποιο άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται στην Τουρκία. Στο άρθρο αυτό δίνεται μία εικόνα της Φιλιππούπολης ως αμιγώς τουρκικής πόλης και της αρχιτεκτονικής της ως αμιγώς τουρκικής, παρόμοιας με αυτή των τουρκικών πόλεων όπως η Προύσσα. Δεν αναφέρεται καν η παρουσία της κυρίαρχης κοινότητας των Ρωμηών, ούτε βέβαια το ότι η πόλη ιδρύθηκε από τους Μακεδόνες Έλληνες. Αγνοείται πλήρως η βουλγαρική παρουσία, αν και η Φιλιππούπολη βρίσκεται σήμερα στη βουλγαρική επικράτεια. Αναφέρονται μόνο οι τρεις λόφοι ως ανοικτό μουσείο τουρκικής αρχιτεκτονικής. Τίποτε για τα λαμπρά ελληνικά εκπαιδευτήρια, τα παρακείμενα στους λόφους της ελληνικότατης Φιλιππούπολης.


1. Αναφερόμαστε στο βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Ο εκτουρκισμός της Μικράς Ασίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998.

2. Αναφερόμαστε στο Ινστιτούτο Ιστορικών Μελετών που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ και στο βιβλίο του Τουργκούτ Οζάλ Η Τουρκία στην Ευρώπη. Βλέπε και το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Το τουρκικό κράτος και η Ιστορία, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998.

3. Βλέπε μεταξύ άλλων το πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος – 17ος αι.), Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2008.



Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Πολιτιστικό αδιέξοδο και μίμηση πολιτισμού



Το νέο κτήριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Βρίσκεται σε ανέγερση νέο μεγάλο λυρικό θέατρο στο Φάληρο. Το υπό ανέγερση κτήριο θα στεγάσει την Εθνική Λυρική Σκηνή και, με άλλα λόγια, θα αποτελέσει την όπερα των Αθηνών. Έτσι η Αθήνα θα αποκτήσει ένα επιβλητικό κτήριο όπερας, όπως κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα[1] και δεν θα υστερεί στην τέχνη του μελοδράματος ως προς τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν από γνωστό ξένο αρχιτέκτονα[2]. Το υπό ανέγερση κτήριο αναμένεται να πλουτίσει το αισθητικό περιβάλλον ολόκληρης της πόλης και να δώσει μία αισθητική ποιότητα ως πυξίδα σε ένα περιβάλλον συνεχώς και βαθμιαίως αποστερούμενο από αισθητικές αξίες. Ο χώρος ανέγερσης παραχωρήθηκε από το ελληνικό κράτος. Η δαπάνη ανέγερσης θα καταβληθεί από το Ίδρυμα Νιάρχου[3]. Το Ίδρυμα αυτό φιλοδοξεί να δώσει ένα σύγχρονο διαρκές παράδειγμα ευεργετισμού[4] σύμφωνα με δοκιμασμένα ιστορικά πρότυπα. Υποθέτουμε ότι οι λειτουργικές δαπάνες της μελλοντικής Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα καλύπτονται από το ελληνικό κράτος και δεν θα είναι αμελητέες, αφού θα πρόκειται για μεγάλο, πολυσύνθετο και προφανώς πολυδάπανο οργανισμό και αφού το νέο λυρικό θέατρο υποθέτουμε ότι θα προχωρήσει και σε παραγωγές και σκηνοθεσίες έργων. Το γεγονός χαιρετίζεται ως ένα βήμα προόδου στα πολιτιστικά μας πράγματα.

Η Όπερα

Το λυρικό θέατρο, το μελόδραμα, η λεγόμενη Όπερα, αποτελεί, βέβαια, τη θεατρική όψη της Μουσικής των Δυτικών Ευρωπαίων, αφού είναι θεατρική παράσταση που τραγουδιέται με συνοδεία συμφωνικής ορχήστρας. Η συμφωνική ορχήστρα είναι και αυτή ένα θαυμαστό επίτευγμα συλλογικής πράξης[5] για το οποίο ο δυτικός κόσμος δικαιούται να είναι περήφανος. Η όπερα εμφανίσθηκε στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα[6] και διαμορφώθηκε κατά τον 18ο αιώνα[7]. Ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας της λογικής, αλλά και, κατά παράδοξο τρόπο, η εποχή που θριαμβεύει η μεγάλη ευρωπαϊκή μουσική. Μουσική αφηρημένη και αντιπεριγραφική, που τείνει μόνιμα στο άπειρο και που αποτελεί χαρακτηριστικό δημιούργημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η μεγάλη εποχή της όπερας φθάνει τον 19ο αιώνα με την κυριαρχία του ρομαντισμού, τον οποίο η αφηρημένη ευρωπαϊκή μουσική εκφράζει με απόλυτο τρόπο[8]. Η σημασία της Μουσικής στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα φαίνεται από τον ρόλο που της απέδωσε ο Αρθούρος Σοπενχάουερ[9] στο φιλοσοφικό του σύστημα, όπως και από τη βαρύτητα που της επιφύλαξε ο Φρειδερίκος Νίτσε[10]. Η ευρωπαϊκή μουσική είναι τέχνη ατομοκεντρική και η ανάδειξή της συνδέεται με την εμφάνιση μεγάλων μουσικών δημιουργών. Πρόκειται για την ευρωπαϊκή τέχνη κατ΄ εξοχήν, αυτή που ταιριάζει στη ρομαντική διάθεση και την ασίγαστη ανησυχία της ευρωπαϊκής ψυχής. Το ύφος της μουσικής της Ευρώπης είναι αξεπέραστο και εκφράζει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ψυχής, που συνοψίζονται στη ρομαντική τάση προς το άπειρο και την ορθολογική δράση. Η γοητεία της μουσικής αυτής είναι ακατανίκητη.
Η όπερα απόκτησε κοινωνικές διαστάσεις με την πατρωνία αρχικά των βασιλέων και των ευγενών και την υιοθέτησή της από την ανερχόμενη αστική τάξη τον 19ο αιώνα. Τα λυρικά θέατρα έγιναν τόπος συνάντησης και κοινωνικής προβολής για σημαντικές και εξέχουσες προσωπικότητες. Γι’ αυτό οι αρχιτέκτονες των θεάτρων για όπερα έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στους χώρους συνάντησης των θεατών[11].
Παρά την παραγωγή πολλών οπερατικών έργων κατά τον 20ό αιώνα, η όπερα παίρνει σήμερα τη μορφή μιας μουσειακής τέχνης, αφού η κύρια μορφή της είναι πλέον η αναπαραγωγή των μεγάλων έργων του 18ου και 19ου αιώνα. Στις μέρες μας η οικονομική αριστοκρατία αρέσκεται σε χορηγίες προς τις οπερατικές παραγωγές, οι οποίες συνήθως έχουν υπέρογκο κόστος. Η όπερα αποτελούσε την πραγμάτωση του μεγάλου θεάματος πριν την εμφάνιση και την κυριαρχία του κινηματογράφου.


Η Όπερα στην Ελλάδα

Αν εξαιρέσουμε τα νησιά του Ιονίου, η πρώτη παράσταση όπερας στη χώρα μας δόθηκε στην Αθήνα μόλις το 1840, όταν ιταλικός θίασος παρουσίασε την κωμική όπερα του Τζιοακκίνο Ροσσίνι «Ο Κουρέας της Σεβίλλης»[12]. Παραδίδεται ότι ο ενθουσιασμός για την παράσταση ήταν τόσο μεγάλος, ώστε δημιουργήθηκε αμέσως μαύρη αγορά για τα εισιτήρια. Η σύνθεση του πρώτου ελληνικού μελοδράματος έγινε το 1867, ενώ ο πρώτος ελληνικός μουσικός θίασος συγκροτήθηκε το 1888[13]. Το 1898 ο Διονύσιος Λαυράγκας[14] με βάση ομάδα ερασιτεχνών ίδρυσε το «Ελληνικό Μελόδραμα». Το 1933 ο Μανώλης Καλομοίρης[15] πρωτοστάτησε στη δημιουργία του βραχύβιου «Εθνικού Μελοδραματικού Ομίλου». Μόλις το 1939 δημιουρ­γήθηκε η γνωστή «Εθνική Λυρική Σκηνή», η οποία απέκτησε το θέατρό της μετά τον πόλεμο. Η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέπτυξε αξιόλογο ρεπερτόριο και δημιούργησε παράδοση. Υπήρξε μάλιστα λίκνο ανάδυσης σπουδαίων καλλιτεχνών όπως η Μαρία Κάλλας[16], ο Κώστας Πασχάλης[17], η Αγνή Μπάλτσα[18] και άλλοι.
Όμως μπορούμε να πούμε ότι παρά την ανάδειξη μεγάλων ελλήνων ερμηνευτών, το λυρικό θέατρο και η μουσική του παραμένουν ξένα προς το ελληνικό κοινό. Ποιός γνωρίζει σήμερα τον Διονύση Λαυράγκα, τον Μανώλη Καλομοίρη ή τον Σπύρο Σαμαρά[19]; και ποιός θα ήταν πρόθυμος να παρακολουθήσει μια από τις όπερές τους; Μάλιστα, η ακρόαση μουσικής πάνω στα βαγκνερικά πρότυπα, που τραγουδιέται ελληνικά, εξακολουθεί να φαίνεται σε όλους μας κάτι το παράδοξο. Η όπερα διαθέτει στην Ελλάδα ένα αφοσιωμένο, αλλά πολύ περιορισμένο κοινό. Όμως, ο μέσος Έλληνας σπάνια παρακολουθεί παραστάσεις όπερας και πηγαίνει εκεί αν είναι υποχρεωμένος να το κάνει και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Ωστόσο, η τηλεόραση προβάλλει κατά καιρούς παραγωγές από ένα διεθνές ρεπερτόριο. Αυτό γίνεται μόνο για να εκπληρωθεί κάποιο αόριστο χρέος προς τον πολιτισμό και η ακροαματικότητα τέτοιων προγραμμάτων πρέπει να είναι χαμηλή.
Η όπερα αποτελεί καλλιτεχνική έκφραση του αστικού πολιτισμού των Δυτικών και χαρακτηρίζει τη μεγάλη αστική παράδοσή τους, την οποία εμείς βλέπουμε με δέος και διακαώς επιθυμούμε να μιμηθούμε. Το λυρικό θέατρο είναι καθαρά δυτικοευρωπαϊκή επινόηση και εντάσσεται στη μεγάλη μουσική παράδοση των Δυτικών Ευρωπαίων, η οποία είναι απολύτως διαφορετική από τις δικές μας μουσικές παραδόσεις. Οι μουσικές κλίμακες της κατά παράδοση ελληνικής μουσικής είναι ριζικά διαφορετικές από αυτές της πολυφωνικής ευρωπαϊκής μουσικής. Η ελληνική μουσική βασίζεται και εκδηλώνεται μέσα από τη συλλογικότητα, η μουσική της Ευρώπης εκφράζει το ελεύθερο άτομο και απευθύνεται σε αυτό. Μέσα στον μουσικό πολιτισμό μας διακρίνεται εναργώς η αγαπητική και παραμυθητική διάθεση του ελληνικού κόσμου. Στη Μουσική φαίνεται καθαρά η κρίσιμη και θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον δυτικό και τον ελληνικό ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Η νέα Εθνική Λυρική Σκηνή αποτελεί εγχείρημα ανάλογο με αυτό που επιχειρήθηκε το 1991 με την έναρξη της λειτουργίας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών[20].
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες με την ανέγερση και τη λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών παρουσιάσθηκαν στην Αθήνα εξαιρετικά μουσικά συγκροτήματα και διάσημοι καλλιτέχνες από τον ευρωπαϊκό και τον διεθνή μουσικό χώρο. Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών διαθέτει αίθουσα συναυλιών από τις καλύτερες του κόσμου[21] και σκηνή λυρικού θεάτρου υψηλού τεχνικού επιπέδου. Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έφερε πραγματικά την Αθήνα σε στενή επαφή με τα διεθνή μουσικά πράγματα και την ενέταξε στην παγκόσμια μουσική ζωή.
Ωστόσο, παρά τη συνάφεια με τα μουσικά δρώμενα της Δυτικής Ευρώπης και την ανάδειξη Ελλήνων ερμηνευτών παγκόσμιας εμβέλειας και μοναδικής ευαισθησίας, το ελληνικό κοινό παραμένει ξένο προς τη μουσική αυτή. Είναι χαρακτηριστική η αμηχανία του κοινού που ακροάται με ευλάβεια στο Μέγαρο Μουσικής συμφωνική μουσική˙ αμηχανία, που εκδηλώνεται με ξεροβηξήματα και στριφογυρίσματα στα καθίσματα που τρίζουν, ενώ το ίδιο κοινό αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί ότι οι συμφωνίες έχουν συνήθως τέσσερα μέρη, σπεύδοντας να χειροκροτήσει, άκαιρα, στις παύσεις τους. Η ίδια η αισθητική του κτηρίου του Μεγάρου Μουσικής δεν θυμίζει ελληνικό περιβάλλον, ενώ η αρχιτεκτονική του είναι διεθνιστική, με τους χώρους να ομοιάζουν με χώρους υποδοχής κάποιου αεροδρομίου σε οποιοδήποτε σημείο της υδρογείου[22].
 Οι παραστάσεις και τα μουσικά γεγονότα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών φαίνεται να προϋποθέτουν τεράστιο κόστος και να απευθύνονται σε λίγους. Οι δύο συναυλίες που συνήθως δίνει μια ορχήστρα του εξωτερικού που μετακαλείται στην Αθήνα κοστίζουν ένα μεγάλο ποσό, που αντιστοιχεί στις αμοιβές και τα έξοδα ταξιδίου και παραμονής των μουσικών και του προσωπικού της ορχήστρας, που συνήθως ανέρχεται σε πάνω από 200 άτομα. Αντίστοιχα, οι συναυλίες αυτές παρακολουθούνται από λίγες εκατοντάδες άτομα. Κάθε τέτοιο μουσικό γεγονός προϋποθέτει και χορηγίες ώστε να είναι δυνατό να καλυφθούν τα έξοδα. Το Μέγαρο Μουσικής απορροφά έτσι μεγάλο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων.
Το Μέγαρο Μουσικής κατηγορείται ότι απομονώνει τον πολιτισμό αποκλειστικά στη σφαίρα του υψηλού και τον παραδίδει έτσι στις ελίτ. Είναι μία μορφή ηγεμονισμού με την οποία οι ελίτ επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους ως καθολικές προτιμήσεις. Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση του Μάνου Χατζηδάκι κατά τα εγκαίνια του Μεγάρου Μουσικής το 1991, όταν το κατηγόρησε ότι απευθύνεται στην αυταρέσκεια μιας άξεστης και απαίδευτης μεγαλοαστικής τάξης[23].
Οπωσδήποτε, η μορφή της τέχνης που καλλιεργεί το Μέγαρο Μουσικής και το κοινωνικό περιβάλλον του αποκλείουν τη δυνατότητα το να γίνει η μουσική της Δυτικής Ευρώπης τέχνη λαϊκή στην Ελλάδα. Βρισκόμαστε μπροστά σε ανυπέρβλητα ταξικά και ιστορικά εμπόδια προσπαθώντας να ενσωματώσουμε τη δυτική μουσική παράδοση στις ελληνικές παραδόσεις.
Πάνω στα πρότυπα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ανεγέρθηκε πριν δέκα χρόνια και το αντίστοιχο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Γίνεται μάλιστα συζήτηση για παρόμοια εγχειρήματα σε άλλες επαρχιακές πόλεις.
Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει το επιχείρημα ότι το Μέγαρο Μουσικής όπως και η Νέα Λυρική Σκηνή δικαιολογούνται ως στοιχεία σημειολογίας και κύρους απαραίτητα για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή μεγάλη πόλη. Ένα τέτοιο επιχείρημα όμως παραβλέπει την ουσία του θέματος και ξεκινά από την αποδοχή όλων των αρνητικών χαρακτηριστικών που ήδη περιγράψαμε.

Μίμηση και αποδοχή

Προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε ότι οι πολιτιστικές επιλογές που περιγράψαμε δεν είναι οι μόνες, αλλά ούτε είναι οι καλύτερες που μπορούμε να αναπτύξουμε. Διαθέτουμε μεγάλο παρελθόν πολιτιστικής πρακτικής που μάλιστα έχει δοκιμαστεί σε οικουμενική κλίμακα. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να περιοριζόμαστε σε πολιτιστικές δράσεις οι οποίες είναι τουλάχιστον μιμητικές και δάνεια από ξένες πολιτιστικές παραδόσεις. Παίρνοντας τον δρόμο του δανείου περιορίζουμε τους ορίζοντές μας, ενώ αυτό που θα αναπτύξουμε μετά το δάνειο δύσκολα θα μπορεί να προσεγγίσει το πρωτότυπο. Πάντα θα υπάρχει η πραγματικότητα της ταυτότητάς μας που δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί με την ταυτότητα που θα προσπαθήσουμε να μιμηθούμε. Αν όμως επιλέξουμε κάτι δικό μας ή αν υπερβούμε τη μίμηση, πάντα θα υπάρχει η δυνατότητα να επεξεργαστούμε ακόμη και τα πολιτισμικά δάνεια και να δημιουργήσουμε πολιτισμό. Αυτό, για παράδειγμα, συνέβη με την υιοθέτηση τού από την Ανατολή προερχόμενου Καραγκιόζη[24].
Στο κάτω-κάτω πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που θέλει να μιμηθεί ό,τι είναι καταξιωμένο, ούτε είναι η απαστράπτουσα εικόνα που απαιτεί ο συρμός. Ο πολιτισμός έχει χαρακτήρα λαϊκό και είναι στενά δεμένος, συνυφασμένος με τον τόπο. Ο πολιτισμός συνθέτει το παραδοσιακό με το σύγχρονο και παράγεται καθημερινά εδώ και τώρα, μέσα από τον τόπο και όχι αλλού.
Η μίμηση του πολιτισμού είναι αιτία και αποτέλεσμα βαθιάς αλλοτρίωσης και δεν σημαίνει παραγωγή πολιτισμού. Οπωσδήποτε, η παραγωγή πολιτισμού απαιτεί μακροχρόνιες διαδικασίες στο λαϊκό επίπεδο, γιατί η παραγωγή πολιτισμού σίγουρα βασίζεται σε ενσυνείδητες λαϊκές μάζες και σε ζωντανή λαϊκή παράδοση και αυτογνωσία. Για ποιά αυτογνωσία και λαϊκή παράδοση όμως να μιλήσουμε, όταν οι τεχνικοί και οι έμποροι της επικοινωνίας θρονιάζονται κάθε απόγευμα μέσα σε κάθε ελληνικό σπίτι χάρη στην οργουελλιανή ελληνική τηλεόραση; Εκεί απαλλοτριώνονται οι υποθήκες της παράδοσης και δημιουργείται η ανάγκη για μίμηση, αλλά και δίνονται τα πρότυπα της μίμησης. Θα ήταν ίσως χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι οι ΗΠΑ, με πληθυσμό που ανέρχεται στο 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, ελέγχουν το 75% των τηλεοπτικών προγραμμάτων.
Ο πολιτισμός σήμερα αφορά στην υψηλή μορφή του αστικά περιβάλλοντα. Σε ανάλογα περιβάλλοντα αναπτύσσεται και ο σημερινός λαϊκός πολιτισμός που είναι η πολιτιστική παραγωγή του μοντερνισμού. Ο κατά παράδοση λαϊκός ελληνικός πολιτισμός συναντάται ακόμη σε περιβάλλοντα της συρρικνούμενης σύγχρονης αγροτικής Ελλάδας. Ο σημερινός λαϊκός πολιτισμός είναι αντικείμενο χειραγώγησης και εκμετάλλευσης από τη βιομηχανία της μαζικής διασκέδασης που αναπτύσσεται σε αστικά περιβάλλοντα και διαδίδεται κυρίως μέσω της τηλεόρασης. Η λεγόμενη βιομηχανία του πολιτισμού παράγει αγαθά τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης μαζικής κατανάλωσης, η οποία βέβαια απαξιώνει τις αξίες της τέχνης και την κριτική ικανότητα των καταναλωτών. Πρόκειται για τον μαζικό πολιτισμό όπου ο καταναλωτής υποτίθεται ότι είναι κυρίαρχος, αλλά στην πραγματικότητα οι προτιμήσεις του έχουν διαμορφωθεί από τις σκοπιμότητες της αγοράς της οποίας δημιούργημα είναι η βιομηχανία του πολιτισμού. Αν για τον Καντ (1790) η τέχνη αποτελούσε μια «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό», σήμερα για τη βιομηχανία του πολιτισμού η τέχνη αποτελεί «σκοπιμότητα για τους σκοπούς που επιδιώκουν οι αγορές»[25].
Οπωσδήποτε, οι επιλογές που έχουμε, αν εμπιστευθούμε τις δικές μας δυνάμεις, βασίζονται πάνω στον συσσωρευμένο πολιτιστικό πλούτο που διαθέτουμε και τον οποίο μπορούμε να εκμεταλλευθούμε και να αναπτύξουμε με πολύ ευνοϊκότερους όρους και δυνατότητες επιτυχίας από τα οποιαδήποτε πολιτιστικά δάνεια. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναλύσουμε ποιές δυνατότητες μας προσφέρουν η καλλιέργεια και η μελέτη του αρχαίου δράματος ή η στήριξη του κατά παράδοση λαϊκού πολιτισμού μας.

H αρχαία τραγωδία και η σχέση μας με τον ελληνικό κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας

Ένα από τα μεγάλα ζητήματα τα οποία βρίσκονται μπροστά στη σύγχρονη Ελλάδα είναι η σχέση της με τον κλασσικό κόσμο και τον πολιτισμό του. Πρόκειται με άλλα λόγια για το πρόβλημα της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και για πρόβλημα θεμελιώδες στη συγκρότηση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Αλλά και με όρους διεθνούς προβολής της χώρας και συγκεκριμένης εικόνας και συνολικής πολιτισμικής ταυτότητας των πολιτών της είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε μια επανασύνδεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Ο ευεργετισμός και η διάθεση προσφοράς του Ιδρύματος Νιάρχου ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός ιδρύματος έρευνας του αρχαίου κόσμου και επανασύνδεσής του με τον σύγχρονο Ελληνισμό. Η ερμηνεία του αρχαίου δράματος και η παραγωγή παραστάσεων της αρχαίας τραγωδίας είναι ένα πολιτιστικό πεδίο που παρά τις προσπάθειες και τις επιτυχίες των προηγούμενων δεκαετιών παρουσιάζει έλλειμμα. Έχουμε όμως τις βάσεις και την εμπειρία για ένα τέτοιο εγχείρημα. Πρόσθετα, οι ξένοι μας αναγνωρίζουν τα πρωτεία και την ικανότητα να είμαστε εμείς αυτοί που θα ερμηνεύσουν και θα παρουσιάσουν το αρχαίο δράμα στον σύγχρονο κόσμο. Αλλά και ο τεράστιος αρχαιολογικός πλούτος και τα αναρίθμητα αρχαία θέατρα του ελληνικού χώρου αποτελούν μοναδικά πλεονεκτήματα για παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Μία πολιτιστική δράση στην κλίμακα που φιλοδοξεί να επιχειρήσει το Ίδρυμα Νιάρχου θα μπορούσε λοιπόν να είναι η δημιουργία ενός κέντρου κλασσικών σπουδών με κύριο αντικείμενο τη διδασκαλία και την οργάνωση παραστάσεων αρχαίου δράματος. Τέτοιες εκδηλώσεις, εκτός από την βελτίωση της εικόνας της χώρας, αναβαθμίζουν το τουριστικό περιβάλλον και εμπλουτίζουν τις τουριστικές δραστηριότητες με καταξιωμένα πολιτιστικά στοιχεία.

Η κατάρρευση του παραδοσιακού μας πολιτισμού

Υπάρχουν ποικίλες πολιτιστικές επιλογές, όταν ξεφύγουμε από την αντίληψη που παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία σε αυτό που είναι ξενόφερτο και αγνοεί παντελώς πράγματα δικά μας, που χάνονται και διαλύονται μέσα στη γενική αδιαφορία και απαξίωση. Αναφερόμαστε στον λαϊκό πολιτισμό που αναπτύξαμε τον 16ο μέχρι τον 20ό αιώνα και ο οποίος χαρακτηρίζει την αναγέννηση του Ελληνισμού. Με λίγες εξαιρέσεις τα ελληνικά κέντρα στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και το Αιγαίο διαλύονται και γίνονται σκόνη. Δεν θέλουμε να πούμε ότι μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή την καλλιτεχνική και την ιστορική παρουσία του κατά παράδοση ελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός διαμορφώνεται μετά την αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα. Ωστόσο, και η αντίληψη ότι ο κατά παράδοση ελληνικός πολιτισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος, φαίνεται ότι συνετέλεσε στην καταστροφή του[26]. Έτσι, τα ίχνη και τα επιτεύγματα του λαϊκού μας πολιτισμού καταστρέφονται και εξαφανίζονται, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει σήμερα με τα κορυφαία δείγματα της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής: το σπίτι του Ροδάκη[27] στον Μεσαγρό της Αίγινας και το σπίτι του Κισκήρα[28] στο χωριό Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης. Αμφότερα τα σπίτια αυτά βρίσκονται υπό κατάρρευση και η σωτηρία τους απαιτεί χρήματα που συγκρίνονται με αυτά που χρειάζονται για μια συνηθισμένη συναυλία συμφωνικής ορχήστρας, αλλά και πολύ λιγότερα απ΄ όσα απαιτεί το ανέβασμα μιας όπερας.
Η ενίσχυση και η στήριξη του παραδοσιακού μας λαϊκού πολιτισμού μπορεί να επιτύχει και υπολογίσιμα οικονομικά αποτελέσματα.

Πολιτιστικό αδιέξοδο

Ας μας επιτραπεί να συγκρίνουμε τις πολιτιστικές μας επιλογές με τις αντίστοιχες δραστηριότητες μιας άλλης χώρας. Θα επιλέξουμε γι΄ αυτό μία ευρωπαϊκή χώρα, την Αυστρία και θα αναφερθούμε στον ρόλο που παίζει η μουσική Βιέννη και πως αυτός προβάλλεται στο παγκόσμιο κοινό. Η Βιέννη διαθέτει βέβαια τον πολιτισμικό πλούτο που κέρδισε παραμένοντας για μακρύ διάστημα το κέντρο της ευρωπαϊκής μουσικής. Η προβολή που γίνεται αποβλέπει σε άμεσα πολιτιστικά και οικονομικά αποτελέσματα και στην παρουσίαση της Αυστρίας στο παγκόσμιο κοινό, πράγμα που αποτελεί και επιλογή τουριστικής πολιτικής.
Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, εκτός από τις περιοδείες που πραγματοποιεί, εμφανίζεται κάθε Πρωτοχρονιά σε παγκόσμιο κοινό μέσω της τηλεόρασης. Την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης πλαισιώνουν και άλλοι καλλιτεχνικοί φορείς από αυτούς που διαθέτει η Αυστρία. Φέτος για παράδειγμα, η πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης πλαισιώθηκε από την Παιδική Χορωδία της Βιέννης. Αυτή η χώρα πολύ σωστά καλλιεργεί και  προβάλλει αυτά που διαθέτει και που είναι καταξιωμένα. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο που μπορεί να προβάλει και να εκμεταλλευθεί ανάλογα η χώρα μας; Όπως αναλύσαμε προηγουμένως  διαθέτουμε πολλά που θα άξιζαν να εμφανίζονται ανάλογα και όπως γίνεται με την μουσική της Βιέννης. Ωστόσο, αδιαφορούμε και προσπαθούμε να τα υποκαταστήσουμε με πολιτιστικά δάνεια τα οποία δεν μπορούμε να αναπτύξουμε.
Οι πολιτιστικές μας επιλογές κατοπτρίζουν το πολιτιστικό αδιέξοδο που μας κυνηγά από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η επιλογή του πολιτιστικού χώρου που θα τύχει κυβερνητικής μέριμνας και ανάλογης οικονομικής στήριξης χαρακτηρίζεται από άγνοια, αμηχανία, έλλειψη φαντασίας και τελικά πολιτιστική ένδεια που οδηγεί στη μίμηση. Επιλογές, όπως αυτή που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, μαρτυρούν το αδιέξοδο και την αδυναμία συναίνεσης πάνω σε ουσιαστικά θέματα.


[1]     Σε κεντρική θέση κάθε ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, αλλά και κάθε μεγάλης και γνωστής πόλης υπάρχει χαρακτηριστικό θέατρο όπερας, με κορυφαίο παράδειγμα αυτό των Παρισίων, κτισμένο το 1875 από τον αρχιτέκτονα Charles Garnier (1835 – 1898). Ανάλογα κτήρια υπάρχουν και σε χώρες εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί με βάση τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όπως π.χ. οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Αλλά και σε χώρες, όπου η ευρωπαϊκή επίδραση ήταν ή είναι ακόμη ισχυρή, υπάρχουν ανάλογα λυρικά θέατρα, όπως π.χ. στην Αίγυπτο και τη Βραζιλία.
[2]     Είναι ο Renzo Piano, δημιουργός μεταξύ άλλων και του κτηρίου του Πολιτιστικού Κέντρου George Pombidou στο Παρίσι.
[3]     Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ιδρύματος Νιάρχου το όραμα του στοχεύει στη γνωριμία ενός ευρύτερου, σύγχρονου, κοινού με την όπερα και τη λυρική τέχνη εν γένει λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές ανάγκες για ολοκληρωμένες καλλιτεχνικές εμπειρίες μέσω παραστάσεων που ανταποκρίνονται στα διεθνή πρότυπα αρτιότητας.
[4]     Μαζί με το νέο λυρικό θέατρο ανεγείρεται και μία εθνική βιβλιοθήκη που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες ανάγκες, αφού οι εγκαταστάσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο κέντρο των Αθηνών είναι πια ανεπαρκείς.
[5]     Paul Bernner: Η ορχήστρα. ‘Eνα χρονικό της ανθρώπινης συλλογικότητας. Νεφέλη 1989.
[6]      Οι απαρχές της όπερας βρίσκονται στην Ιταλία απ΄ όπου διαδόθηκε στη Γαλλική Αυλή, όπου σε επίσημες περιστάσεις και επετείους δημιουργούσε ατμόσφαιρα μεγαλείου και υποστήριζε τις εκδηλώσεις.
[7]     Με κορύφωση τα περίλαμπρα έργα του Μότσαρτ.
[8]     Όπως πραγματώνεται με το μουσικό δράμα του Ριχάρδου Βάγκνερ.
[9]     Στο φιλοσοφικό του σύστημα ο Αρθούρος Σοπενχάουερ αντιλαμβάνεται τη Μουσική σαν κάτι ανεξάρ­τητο από τον κόσμο των παραστάσεων και των φαινομένων. Κατά τον Σοπενχάουερ το όντως ον είναι η παγκόσμια Βούληση, της οποίας αντικειμενοποίηση αποτελεί η Μουσική. Οι τέχνες αντικειμε­νοποιούν τη Βούληση μόνο έμμεσα. Η Μουσική είναι αυτή που αντικειμενοποιεί ολόκληρη τη Βούληση άμεσα. Η Μουσική είναι ανεξάρτητη από τον κόσμο των φαινομένων και, κατά παράδοξο τρόπο, θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, να υπάρχει και αν ακόμη δεν υπήρχε ο κόσμος, πράγμα που δεν συμβαίνει με τις άλλες τέχνες.
[10]       Προσήλωση και η εμμονή του Νίτσε στη Μουσική είναι χαρακτηριστικές και υπογραμμίζουν την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδουν στη Μουσική οι Δυτικοί Ευρωπαίοι.
[11]    Συχνά αυτό γίνεται σε βάρος της λειτουργικότητας του θεάτρου. Οι χώροι υποδοχής και οι κοινόχρηστοι χώροι αποκτούν διαστάσεις οι οποίες αποστερούν τα αμφιθέατρα και τους εξώστες από ζωτικό χώρο. Συμβαίνει συχνά ο θεατής, αφού διέλθει από μεγαλειώδεις άνετες πύλες, εισόδους και κλιμακοστάσια να βρεθεί σε ένα στριμωγμένο, μίζερο κάθισμα χωρίς ορατότητα.
[12]    Διάσημο έργο του 1816, το οποίο παίζεται συχνά και σήμερα.
[13]    Επιχείρησε μάλιστα μεγάλη καλλιτεχνική περιοδεία στην Αίγυπτο, στην Εγγύς Ανατολή, στη Γαλλία και στη Ρουμανία.
[14]    Διονύσης Λαυράγκας (1864-1941). Γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά και έκανε καριέρα στο εξωτερικό προτού εγκατασταθεί στην Αθήνα και να συνθέσει τις όπερές του, που για κάποιο διάστημα ανέβαζε η Λυρική Σκηνή.
[15]    Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962). Γεννήθηκε στη Σμύρνη και σπούδασε στη Βιέννη σε βαγκνερικό περιβάλλον, το οποίο επηρέασε τις όπερές του.
[16]    Μαρία Κάλλας (1923-1977). Διάσημη και πολύ σημαντική υψίφωνος η οποία ανανέωσε στην ρομαντική όπερα του 19ου αιώνα και έφερε πολλά έργα ξανά στην επικαιρότητα. Ο δραματικός τόνος της φωνητικής και της σκηνικής παρουσίας της παραμένει αξεπέραστος.
[17]    Κώστας Πασχάλης (1929-2007). Στιβαρός βαρύτονος με εξαιρετική σκηνική παρουσία.
[18]    Αγνή Μπάλτσα (1944). Μεσόφωνος με διεθνή καριέρα.
[19]    Σπύρος Σαμαράς (1861-1917). Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και υπήρξε ο διασημότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης Επτανησιακής Σχολής. Συνέθεσε όπερες που παρουσιάσθηκαν σε λυρικά θέατρα της Ευρώπης.
[20]       Δημιουργήθηκε από τον σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής» και σύμφωνα με τους ιδρυτές του αποτελεί ένα ολοκληρωμένο πολυδύναμο πολιτιστικό κέντρο υψηλών προδιαγραφών και πυρήνα πολιτισμού με βασικούς άξονες προγραμματισμού την τέχνη και την εκπαίδευση.
[21]    Την αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» που εγκαινιάσθηκε το 1991.
[22]    Τέτοια περιβάλλοντα περιγράφονται από τον ανθρωπολόγο Marc Augé ως «μη-τόποι» και ως περιβάλλοντα απλής διαδικαστικής λειτουργικότητας, που δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν ιδιαίτερο αισθητικό χαρακτήρα. (Marc Augé: Non places. An introduction to an anthropology of super modernity, Verso, London 2000).
[23]    Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής.
[24]    Γιάννης Κιουρτσάκης: Καρναβάλι και Καραγκιόζης, Κέδρος, Αθήνα 1999
[25]    Σύμφωνα με τις αναλύσεις των Horkheimer και Adorno (David Macey: The Penguin Dictionary of Critical Theory, Penguin, London 2003, σελ.79).
[26]    Αλλά και η παραγωγή πολιτισμού που μας διακρίνει, όπως η ποίηση και η ζωγραφική, αφήνονται στην τύχη τους και οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται αλλού.
[27]    Κτίσθηκε το 1880 από τον ίδιο τον οικοδόμο και μάστορα Αλέκο Ροδάκη και αποτελείται από αριθμό κτισμάτων. Πλουσιότατη είναι η διακόσμησή του με λαϊκά λιθανάγλυφα. Βλέπε:  Klaus Vrieslander - Τζούλιο Καΐμη: Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ακρίτας, Αθήνα.
[28]     Κτίσθηκε το 1876 από τον μάστορα Νίκο Κισκήρα και είναι τριώροφο κτίσμα με εξαιρετική κατεργασία της ισοδομικής τοπικής πέτρας. Γεμάτο είναι και το σπίτι αυτό με εξαιρετική λιθανάγλυφη διακόσμηση. Βλέπε και Π. Βρούχα: Η οικία Κισκήρα στη Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης, στο Επώνυμα αρχοντικά των χρόνων της Τουρκοκρατίας, ΕΜΠ, Αθήνα 1986.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η Κίνα ως στρατιωτική απειλή


Η επικοινωνιακή εικόνα που οι Κινέζοι προπαγανδιστές προσπαθούν να εδραιώσουν είναι αυτή της ήρεμης, ειρηνικής μεγάλης δύναμης. Δίνεται έμφαση στις ιστορικά φιλειρηνικές διαθέσεις, που επέδειξε η Κίνα κατά τους προηγούμενους αιώνες, αρνούμενη να ακολουθήσει κατακτητικές πρακτικές. Ωστόσο, τη στιγμή που οι ΗΠΑ είναι υποχρεωμένες και προσπαθούν να περιορίσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, η Κίνα σταθερά αυξάνει τον στρατιωτικό της προϋπολογισμό κατά 12% περίπου το χρόνο, πράγμα που είναι δυνατό να καταστήσει, στα επόμενο 20 χρόνια, τον κινέζικο στρατό ως το στρατό με τον υψηλότερο στον κόσμο στρατιωτικό προϋπολογισμό.

Σε έρευνα του περιοδικού The Economist διαπιστώνεται ότι ο κύριος στόχος των κινέζικων εξοπλισμών είναι το να αποθαρρύνουν τις ΗΠΑ από ανάμειξη σε μια μελλοντική κρίση με αντικείμενο την Ταϊβάν. Η Κίνα προσπαθεί να αναπτύξει ασύμμετρες  δυνατότητες απαραίτητες για την εξουδετέρωση της συντριπτικής αμερικανικής υπεροχής στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η προσπάθεια για την αποθάρρυνση των ΗΠΑ περιλαμβάνει την εγκατάσταση χιλιάδων βαλλιστικών πυραύλων, την ανάπτυξη αεροπορικής δύναμης, την ανάπτυξη στόλου υποβρυχίων, την εγκατάσταση συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και συστημάτων προσβολής  αεροπλανοφόρων. Επιδιώκεται η απώθηση της αμερικανικής δύναμης αεροπλανοφόρων πέραν ενός τόξου που αρχίζει από το στρατηγικό αρχιπέλαγος των Αλεούτων Νήσων στο Βορρά  και καταλήγει στη Νήσο Βόρνεο στο Νότο.

Οι επιδιώξεις αυτές είναι για πολλούς ξεκάθαρες, τόσο ώστε να έχουν υποχρεώσει χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα, η Ινδία και η Αυστραλία να ακολουθήσουν αυξάνοντας τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Η προοπτική ενός ανταγωνισμού εξοπλισμών είναι ορατή στην Ασία. Πολλοί, ωστόσο, προσπαθούν να ηρεμήσουν τα πράγματα για να αποφευχθούν οι βιαστικές αποφάσεις. Γενικά αμφισβητείται το μέγεθος της κινέζικης απειλής: Ο κινέζικος στρατός  δεν έχει πολεμική εμπειρία, αλλά και η χρήση αεροπλανοφόρων, που ενδέχεται να αποκτήσει, απαιτεί μακροχρόνια πολεμική εμπειρία. Γενικά, πρέπει να αποδεχθούμε ότι κάθε ανερχόμενη δύναμη απαιτεί και συνεπάγεται τη συγκρότηση στρατού σύμφωνα με τις δυνατότητές της. Στο κάτω-κάτω η Κίνα δαπανά μόνο το 2% του εθνικού της προϊόντος για εξοπλισμούς ίσο δηλαδή με αυτό που δαπανά το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και το μισό από αυτό που δαπανούν οι ΗΠΑ. Άλλωστε πέρα από τις διακηρύξεις η Κίνα δεν είναι επεκτατική και δεν έχει συμπεριφερθεί επεκτατικά.

Όπως και να έχει το πράγμα, η στρατιωτική ανάπτυξη της Κίνας έχει θορυβήσει πολλούς. Ήδη στις ΗΠΑ ζητείται αλλαγή των στρατηγικών προτεραιοτήτων στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού. Λέγεται ότι απορροφημένες από τις εκστρατείες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ οι ΗΠΑ έχουν παραμελήσει την πιο δυναμική οικονομικά περιοχή του κόσμου, τόσο ώστε να κινδυνεύουν να επιτρέψουν στην Κίνα να γίνει περιφερειακή ηγεμονική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα τείνει να αποκτήσει τη δυνατότητα να αποκλείσει τις ΗΠΑ από μια περιοχή που είναι γι΄ αυτές  ζωτικής σημασίας.

Παρ’  όλη την προσπάθεια και τη φροντίδα των ΗΠΑ για να αποφευχθεί η ανάδειξη μιας νέας υπερδύναμης, το ενδεχόμενο αυτό είναι σήμερα κοντά στην πραγματικότητα και μάλιστα αποτελεί επιλογή των ίδιων των ΗΠΑ: Η απόφαση της διακυβέρνησης Νίξον-Κίσινγκερ για την εδραίωση νέων αγορών οδήγησε στο σχήμα στο οποίο: η Κίνα παράγει - οι ΗΠΑ καταναλώνουν - οι ΗΠΑ τυπώνουν δολάρια - η Κίνα συσσωρεύει αποθέματα σε δολάρια - η Κίνα επενδύει και αναπτύσσεται - οι ΗΠΑ περιορίζουν την μεταποιητική τους δραστηριότητα και οδηγούνται σε οικονομική παρακμή. Που μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια διευθέτηση; Είναι γεγονός ότι κάθε ανισορροπία παραγωγής-κατανάλωσης οδηγεί σε οικονομική κρίση. Αυτή είναι ήδη ενδημική. Η οικονομική κρίση οδηγεί σε στροφή προς ακραίες ριζοσπαστικές πολιτικές. Που θα μας οδηγήσει η μεταφορά της παραγωγής, αλλά και του πλούτου στην Ασία και πόσο ακόμη θα υπάρχει ισορροπία ισχύος που δεν θα βασίζεται σε πραγματικά παραγωγικά και οικονομικά δεδομένα;

Εθελοντική φυλάκιση μέσα σε φράχτες


«Γίναμε ένα έθνος που φυλακίζει τον εαυτό του μέσα σε φράχτες», γράφει σε κύριο άρθρο της εφημερίδα του Τελ Αβιβ και συμπληρώνει: «είμαστε ένα έθνος που πάσχει πνευματικά». «Το Ισραήλ οδεύει σε πλήρη απομόνωση από την υπόλοιπη Μέση Ανατολή», γράφει άλλη εφημερίδα. Πρόκειται για το μεγάλο σύστημα από φράκτες που κατασκευάζει και συμπληρώνει το Ισραήλ κατά μήκος των χερσαίων συνόρων του με τις αραβικές χώρες. Οι φράκτες αυτοί επιδιώκουν να εμποδίσουν τη διείσδυση στο Ισραήλ οικονομικών προσφύγων που προέρχονται κυρίως από χώρες του Σαχέλ, της υποσαχάριας δηλαδή Αφρικής. Τον περασμένο χρόνο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας, οι παράνομοι οικονομικοί μετανάστες που εισήλθαν στο Ισραήλ ανήλθαν σε 16.000.

Κατά μήκος των ισραηλινών συνόρων και πάνω σε αμμώδεις εκτάσεις και γυμνούς λόφους ο φράκτης λίγο απέχει από το να συμπληρωθεί σχεδόν παντού. Πρόκειται για ένα φράγμα από προκατασκευασμένες πλάκες μπετόν ύψους περί τα πέντε μέτρα που ενισχύεται με συρματοπλέγματα. Σήμερα συμπληρώνεται η κάλυψη των 240 χιλιομέτρων των συνόρων ανάμεσα στις ερήμους Νεγκέβ και Σινά. Απομένει το τμήμα των συνόρων με την Ιορδανία μεταξύ της Νεκράς και της Ερυθράς Θάλασσας. Η κυβέρνηση του Ισραήλ υποστηρίζει ότι ο φράκτης είναι αναγκαίος όχι μόνο λόγω της δραστηριότητας των λεγομένων τρομοκρατών, αλλά και για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.

Ειδικά σε αυτό που αποκαλείται θερμό σύνορο με την Αίγυπτο η κατασκευή είναι πιο ισχυρή και μάλιστα διαθέτει χαλύβδινες κοφτερές πλάκες που εκτείνονται τουλάχιστον δύο μέτρα υπόγεια στο έδαφος, ώστε να αποκλείεται η εκσκαφή κάποιου τούνελ. Σε ορισμένα σημεία ο φράκτης φτάνει στο ύψος των επτά μέτρων. Σταθμοί παρατήρησης με κάμερες βρίσκονται σε μεγάλη πυκνότητα κατά μήκος του φράκτη. Συμπληρωματικά, ηλεκτρονικό σήμα που διατρέχει τον φράκτη μεταδίδει συναγερμό και επιτρέπει στην ισραηλινή φρουρά να εντοπίσει το σημείο παραβίασης και να επέμβει χωρίς καθυστέρηση. Μέσα στην ισραηλινή πλευρά λωρίδα με άμμο μαρτυρά τη διάβαση από τρομοκράτες ή μετανάστες και ασφαλτοστρωμένος δρόμος επιτρέπει στους φρουρούς γρήγορη επέμβαση. Το κόστος κατασκευής υπερβαίνει σκανδαλωδώς τον προϋπολογισμό, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει την ταχεία κατασκευή του που προχωρά με ρυθμό 500 μέτρων την ημέρα. Η κατασκευή γίνεται από εργολάβους οι οποίοι προσλαμβάνουν εντόπιους εργάτες μεταξύ των οποίων και πολλοί οικονομικοί μετανάστες. Γύρω από τη Λωρίδα της Γάζας ο φράκτης ενώνεται με τα οχυρωματικά έργα που αποκλείουν την επικοινωνία με τη Γάζα χωρίς να εμποδίζουν τα βλήματα που εξαπολύουν οι Παλαιστίνιοι κατά του Ισραήλ. Στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ οι φράκτες καλύπτουν τις διεισδύσεις από τον Λίβανο. Οι φράκτες που κατασκευάστηκαν το 2000 ενισχύονται ώστε να  εξομοιωθούν με τα υπόλοιπα τμήματα. Πιο ανατολικά συνεχίζονται στα υψώματα Γκολάν και στα σύνορα με τη Συρία. Ακολουθώντας ναρκοπέδια και λόφους τρέπονται νότια μέσα από πεδία μάχης γεμάτα από σκουριασμένα τανκς και συναντώνται με τον φράκτη που το Ισραήλ ανήγειρε το 1960 από τη Γαλιλαία μέχρι τη Νεκρά Θάλασσα. Εδώ ενώνεται με το φράγμα της Δυτικής Όχθης. Ο φράκτης έχει μήκος 748 χιλιομέτρων και είναι συμπληρωμένος κατά τα 2/3.

Όταν το έργο συμπληρωθεί τότε το Ισραήλ θα είναι εξασφαλισμένο από τους εμπόρους ναρκωτικών, διακινητές των μεταναστών και τους τρομοκράτες. Βέβαια, οι παράνομοι παραβιαστές του φράχτη θα αναγκασθούν να ακολουθήσουν το δρόμο από το Σινά στην Ιορδανία, από όπου και θα προσπαθήσουν να διεισδύσουν στο Ισραήλ. Γι΄ αυτό οι Ισραηλινοί σχεδιάζουν συμπλήρωση των φρακτών τους. Δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί στις ακτές του Ισραήλ. Υποθέτουμε ότι οι συνεχείς περιπολίες σε θάλασσα και έδαφος αποτρέπουν τις διεισδύσεις. Δεν είναι γνωστό τι γίνεται αν εμφανισθούν βάρκες με μετανάστες.

Εμείς δυσκολευόμαστε να κατασκευάσουμε ένα απλό φράκτη λίγων χιλιομέτρων στο Κάραγατς της Αδριανούπολης. Σίγουρα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη μας τί γίνεται αλλού, αφού είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ανάλογα μέτρα.