Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Το Έθνος βλάπτει σοβαρά την παγκοσμιοποίηση;




Δύο ήταν τα μεγάλα τρίπτυχα του αστικού βίου και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας: το ένα «ησυχία-τάξη-ασφάλεια», το άλλο «θρησκεία-πατρίδα-οικογένεια». Το πρώτο συνδέθηκε στη χώρα μας με την αστυνομική τρομοκρατία και την καταστολή κάθε πρωτοβουλίας που μπορούσε να απειλήσει κατεστημένες συμπεριφορές. Αποτέλεσμα ήταν να φτάσουμε σήμερα στο αντίθετο άκρο «μπάχαλο-ασυδοσία-ανασφάλεια», συνδεδεμένο πλέον με ποικίλης προελεύσεως ανεξέλεγκτη τρομοκρατία.

Στο δεύτερο τρίπτυχο, αφού διαβρώθηκε βαθιά η θρησκεία και η οικογένεια, υποσκάπτονται ήδη συστηματικά οι έννοιες της πατρίδας και του έθνους, εν προκειμένω του ελληνικού έθνους. Το εθνικό μετονομάζεται αυθαίρετα σε εθνικιστικό, ώστε να προκαλέσει απέχθεια. Ξέρω βέβαια ότι έθνος και εθνικό στη χώρα μας συνδέθηκε με την «εθνικοφροσύνη»,  που πολλοί την καπηλεύτηκαν κι άλλοι τόσοι την πλήρωσαν ακριβά. Το σχήμα όμως αυτό δε λειτουργεί πλέον ή έχει περιοριστεί σε κάποια στενόμυαλα απολιθώματα. Ξέρω επίσης ότι η θεωρία της παγκοσμιοποίησης έχει ως πρώτο στόχο της την αποδόμηση των εθνικοτήτων και την εξάλειψη των χαρακτηριστικών τους. Η παγκοσμιοποίηση βέβαια κάνει τη δουλειά της. Το ζήτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Θα θυσιάσουμε την Ελλάδα στην παγκοσμιοποίηση; Πού είναι το όριο;

Είναι άραγε εθνικισμός να μαθαίνουν τα παιδιά ότι έχουν πατρίδα τους την Ελλάδα ή να μαθαίνουν αυτό που υπήρξε η Ελλάδα ή να μαθαίνουν να αγαπούν την πατρίδα τους, τη γλώσσα, τον τόπο, τη χώρα, το λαό της, τη ζωή του; Αυτά είναι τα ριζώματα της ψυχής. Χωρίς αυτά η εκπαίδευση είναι αφυδατωμένη και άγονη, αφήνει τους νέους αβοήθητους, χωρίς στηρίγματα να πελαγοδρομούν στους ανέμους, να παραδίδονται και να ενδίδουν πρόθυμα, αρκεί «να περνάνε καλά». Απορρίπτοντας τον εθνικισμό θα απορρίψουμε και το έθνος; Πού είναι το όριο;

Ωστόσο, και άσχετα από τις αντιμαχόμενες απόψεις, νηπιαγωγοί και δάσκαλοι κάνουν αυτό που ξέρουν. Προ ημερών ο εγγονός μου γυρίζοντας από τον παιδικό σταθμό, που είπε όλο χαρά το τραγούδι που έμαθε: «Δε χορταίνω να βλέπω εσένα, ω πατρίδα, Ελλάδα - Ελλάδα» !

Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση, είπατε; Γιατί όχι; Ενοχλείται η παγκοσμιοποίηση;

Κωστας Μπαλασκασ
(Από το περιοδικό Νεα Πορεια, τεύχος 133/2010)

Όχι άλλες αυταπάτες



Άλλη μια έκθεση ιδεών για την παιδεία διαβάσαμε πρόσφατα, γραμμένη από την αρμόδια Υπουργό κυρία Διαμαντοπούλου πρόκειται πάλι για το «νέο σχολείο» (έχω ένα βιβλιαράκι με τον ίδιο τίτλο από τον καιρό του Τρίτση) που είναι καθ΄ οδόν, και που θα έχει, λέει, για κέντρο το μαθητή. «Πρώτα ο μαθητής» είναι το σύνθημα, εξειδικεύοντας έτσι το σχολείο το γενικό «πρώτο ο πολίτης» που εφαρμόζεται ήδη επιτυχώς σε όλη την επικράτεια και ιδιαίτερα μετά την οικονομική μας χρεοκοπία.

Η χρεοκοπία και πώς θα βγούμε (αν βγούμε) απ’ αυτήν είναι πλέον το μόνο θέμα και δεν πρέπει να καλλιεργούμε αυταπάτες. Μια αυταπάτη θα ήταν να δεχτούμε τη θεωρία που καλλιεργούν ορισμένοι, ότι δηλαδή για τη χρεοκοπία του κράτους φταίμε όλοι. Όχι. Υπάρχουν συγκεκριμένου υπεύθυνοι και «επώνυμοι» ένοχοι αλλά πρωτίστως φταίνε τα πολιτικά κόμματα όλα, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Θα ήταν όμως εσχάτη πλάνη να νομίσουμε ότι θα τιμωρηθούν ή θα λογοδοτήσουν.

Άλλη αυταπάτη θα ήταν να πιστέψουμε πως η χρεοκοπία μας είναι μόνο οικονομική και ότι αν καταφέρουμε να εξοικονομήσουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάποια χρήματα ώστε να μειωθούν τα ελλείμματα, θα ορθοποδήσουμε. Λάθος. Διότι πριν από την κατάρρευση της οικονομίας είχε ήδη προ πολλού καταρρεύσει η παιδεία, η δικαιοσύνη, η ασφάλεια, η κοινωνική συνοχή, η πολιτική ηθική, η ατομική ευθύνη, η δημόσια διοίκηση και γενικά η κρατική αξιοπιστία. Όλοι είχαμε συμβάλει, με τον τρόπο του ο καθένας, σ’ αυτή την κατάρρευση. Για όλ’ αυτά, όμως, που συνοψίζονται στις λέξεις διαφθορά, διάβρωση του κοινωνικού ιστού, αμοραλισμός, μηδενισμός λαϊκισμός δεν μπορεί να προτείνει μέτρα το Δ.Ν.Τ. ή η Ε.Ε. και επομένως όλα θα παραμείνουν ως έχουν ή θα επιδεινωθούν. Εδώ είναι το πρόβλημα.

Από τις σελίδες αυτές έχουμε τονίσει κατ’ επανάληψη ότι πριν από τα ουσιώδη για την παιδεία (ή, ό,τι άλλο) υπάρχουν τα στοιχειώδη, οι προϋποθέσεις, το sine qua non. Και έχουμε τονίσει επίσης ότι στον τόπο μας δεν είναι τα ουσιώδη που λείπουν αλλά τα στοιχειώδη, χωρίς τα οποία κάθε συζήτηση επί της ουσίας δεν έχει νόημα και είναι ανεδαφική. Πρώτο στοιχειώδες είναι η αποδοχή του δημοκρατικού πολιτεύματος και ένα minimum καλής πίστης. Δε γίνεται να μιλήσουμε για τα ουσιώδη όσο η κοινωνική ζωή είναι εκτεθειμένη στον «τσαμπουκά» της κάθε αυτοσχέδιας συμμορίας και των επαγγελματιών αγωνιστών του κρατικοδίαιτου κομματικού συνδικαλισμού που «διεκδικεί» συντεχνιακά προνόμια· ούτε όσο οι βασικές αρχές και αξίες του πολιτεύματος ακυρώνονται ακόμη και από κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα ή όσο οι διάφορες «Επιτροπές», Πρωτοβουλίες και οργανωμένες μειοψηφίες ακυρώνουν αυθαίρετα και με  τη βία τις νόμιμες αρχές, όσο το ποινικό και το ψυχοπαθολογικό αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικό, όσο οι νόμοι απλώς υπάρχουν χωρίς να εφαρμόζονται και χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται για την εφαρμογή τους· ούτε όσο δικαστικές αρχές χειραγωγούνται και οι δικαστικές αποφάσεις δεν εκτελούνται· ούτε όσο φορείς και κόμματα της δικομματικής εξουσίας ανταγωνίζονται και διαφωνούν δήθεν πάντοτε και για όλα, ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλή μετάβαση από την κλεφτουριά (αγώνα) στο αρματωλίκι (εξουσία)· ούτε όσο παραμένουν στα Μ.Μ.Ε. οι γνωστοί λαϊκιστές που διαβουκολούν την κοινή γνώμη στην κακοπιστία και τη «μαγκιά» .

Αν και όταν απαλλαγούμε από αυτά και τα παρόμοια καρκινώματα, αν και όταν δηλαδή καλυφτούν τα στοιχειώδη και τα αυτονόητα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για σχεδιασμό, για οργάνωση, για προγραμματισμό, για ανάπτυξη, για ΑΝΟΡΘΩΣΗ. Τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά και για εκπαίδευση.

Κωστασ Μπαλασκασ
(Από τη Νεα Παιδεια , τεύχος 134/2010)


Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Κωστής Α. Τσιούμης, Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960). Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006, σ.σ. 354



Η δεκαετία του 1950 φαίνεται σήμερα να είναι η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν οι κρίσιμες επιλογές και διαμορφώθηκαν οι συνθήκες, οι οποίες και καθόρισαν τη σημερινή πραγματικότητα της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη.
Η δεκαετία του 1950 ακολούθησε τον καταστρεπτικό ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Κατά τη διάρκειά της άρχισε μία μακρά περίοδος διακυβέρνησης της Ελλάδας από κυβερνήσεις του συντηρητικού πολιτικού χώρου, νικητή της εμφύλιας διαμάχης  της περιόδου 1946-1949. Την ίδια εποχή σχηματοποιήθηκε η παγκόσμια αναμέτρηση μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών και της χώρας που θέλησε να επιβάλει τον μαρξιστικό σοσιαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Τη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα συνέχισε να βρίσκεται στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου. Αποτέλεσε μάλιστα μια χώρα στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με εκτεταμένα σύνορα προς τις βαλκανικές σλαβικές χώρες, που έλεγχε η ΕΣΣΔ. Αμυντική επιλογή της χώρας υπήρξε η ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο και η προσέγγιση προς την Τουρκία. Την ίδια εποχή, και καθυστερημένα λόγω του εμφυλίου πολέμου, η Ελλάδα έθεσε την αυτοδιάθεση και Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ως δίκαια απαίτηση μετά τη στάση της κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ως ανάγκη που επέβαλε η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την αποικιακή της αυτοκρατορία. Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ (1952) υποχρέωσε τη χώρα να υιοθέτηση το ιδεολόγημα της ελληνοτουρκικής φιλίας, προς χάρη του οποίου έγιναν σημαντικές παραχωρήσεις προς την σύμμαχο και φίλη τότε Τουρκία. Ωστόσο, η ελληνοτουρκική φιλία και η επιδίωξη της Ένωσης αποτελούσαν στόχους αντιφατικούς. Η έναρξη του ένοπλου αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου την 1η Απριλίου 1955 και η εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για τον αφανισμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου το 1955 επηρέασαν άμεσα την ασκούμενη από την Ελλάδα μειονοτική πολιτική. Αλλά, η ανατροπή της ισορροπίας στο επίπεδο των μειονοτήτων μεταξύ Ελλάδας–Τουρκίας δεν εμπόδισε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο να επιχειρήσει ένα τρίτο πείραμα ελληνοτουρκικής φιλίας που οδήγησε, λίγο μετά το 1960, στην υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου και την ίδρυση του κυπριακού κράτους.
Το βιβλίο του Κωστή Α. Τσιούμη εξιστορεί και αναλύει τις εξελίξεις στο πολιτικό και το διπλωματικό πεδίο κατά την περίοδο αυτή όπως και τις ρυθμίσεις που έγιναν τις σχετικές με την εκπαιδευτική πολιτική προς τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Ή, με άλλα λόγια, το πώς η Τουρκία πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τον εκτουρκισμό μιας μειονότητας που βρισκόταν έξω από τα σύνορά της.
Η εξιστόρηση αρχίζει με τη διάκριση παλαιομουσουλμάνων και νεωτεριστών στους κύκλους της Μουσουλμανικής Μειονότητας και την αναφορά του πώς το 1931 η παλαιομουσουλμανική ηγεσία της μειονότητας απομακρύνθηκε από την Ελληνική Θράκη χωρίς οποιαδήποτε ανταλλάγματα. Κύριος λόγος για την αποκοπή της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας από τη Μουσουλμανική Μειονότητα ήταν η σημασία που αποδόθηκε στην ελληνοτουρκική φιλία. Από την εποχή εκείνη αρχίζουν οι διαδικασίες, οι οποίες καταλήγουν στην εμφάνιση της ετερογενούς Μουσουλμανικής Μειονότητας ως ενιαίου σύνολου, ώστε να φθάσουμε το 1952 στην παράδοση του εκπαιδευτικού συστήματος σε διαδικασίες εναρμονισμού προς την τουρκική πραγματικότητα. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου προχώρησε σε πλήρη εφαρμογή της αντίληψης ότι η Μουσουλμανική Μειονότητα είναι τουρκική και στην εφαρμογή της διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία. Στη συνέχεια αναλύεται η μορφωτική συμφωνία του 1954, η ουσία της οποίας βασίστηκε στην ελληνική αποδοχή της τουρκοποίησης της μειονότητας και την ανοχή της ελληνικής διοίκησης προς τις δραστηριότητες του τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής. Η επιβολή της τουρκικής εθνικής συνείδησης έγινε λοιπόν μέσω της εκπαίδευσης για χάρη του ιδεολογήματος της ελληνοτουρκικής φιλίας, όπως υπαγορεύονταν από τις γεωπολιτικές ανάγκες της εποχής εκείνης.
Εξιστορείται κατόπιν η εξέλιξη του Κυπριακού με την ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ το 1954, την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ και την εκδήλωση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την Κύπρο. Οι επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών γίνονται αμέσως αισθητές στη Θράκη, όπου παρατηρείται κύμα φυγής των μουσουλμανικού πληθυσμού, το οποίο μάλιστα θα ενταθεί μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα μάλλον της αβεβαιότητας που αισθάνονταν οι μουσουλμάνοι της μειονότητας, παρά ως αποτέλεσμα διοικητικών μέτρων. Παράλληλα, η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την μειονότητας τίθεται σε αμφισβήτηση. Είχαν δικαιωθεί οι επιφυλάξεις των καχύποπτων και έγινε κατανοητό ότι η ελληνική πλευρά είχε προχωρήσει σε αδικαιολόγητες υποχωρήσεις στη Θράκη. Η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε σε μια πολιτική υποστήριξης των παλαιοτουρκικών τάσεων της μειονότητας, χωρίς όμως να επιδιώξει την ένταξή της στην ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, το 1958 σηματοδοτεί τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για επαναπροσέγγιση προς την Τουρκία. Το νέο πρόγραμμα των μουσουλμανικών σχολείων δίνει έμφαση στις θρησκευτικές αρχές, αλλά δεν αμφισβητεί την τουρκική ως μόνη γλώσσα των τριών τμημάτων της μειονότητας. Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία το 1959 οδήγησε στη συγκρότηση επιτροπής για τη μελέτη της κατάστασης των δύο μειονοτήτων εκατέρωθεν του Έβρου. Στις συζητήσεις μεταξύ των μελών της επιτροπής διατυπώθηκαν από τουρκικής πλευράς αξιώσεις, όπως: η αναγνώριση της Μουσουλμανικής Μειονότητας της Θράκης ως τουρκικής με τροποποίηση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης, η στενή επικοινωνία με τη μητέρα–πατρίδα Τουρκία, οργάνωση της μειονότητας σε σωματεία, αναγνώριση των Πομάκων ως Τούρκων.
Η όλη μελέτη δίνει καθαρά την εικόνα του αμήχανου ελληνικού κράτους, το οποίο διαχειρίζεται τη Θράκη ως μία χώρα των συνόρων και του οποίου τα υπεύθυνα όργανα αγνοούν τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και διαπράττουν σωρεία σφαλμάτων. Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης αντιμετωπίζεται με άγνοια και θεωρείται ξένο σώμα. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια προσεταιρισμού της, παρά το γεγονός ότι η στάση των ελληνικών αρχών δεν απέχει πολύ από το να είναι άψογη. Ωστόσο, η ελληνική στάση ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα αδυναμίας και φόβου. Επετράπη έτσι, στην Τουρκία να ασκήσει μία πολιτική με στόχο τη γλωσσική και πολιτισμική ενοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Ελληνικής Θράκης. Οι διαθέσεις και οι τακτικές της τουρκικής πολιτικής διατυπώνονται και αναλύονται με σαφήνεια. Πρόθεσή της, εκτός από τη δημιουργία κλίματος έντασης για να αποτραπεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, είναι η εθνική ομογενοποίηση της μειονότητας και η χειραγώγησή της. Η ελληνοτουρκική φιλία δεν είναι ικανή να απομακρύνει την προσήλωση της Τουρκίας στο Εθνικό Συμβόλαιο του Κεμαλισμού, το οποίο περιλαμβάνει στις τουρκικές διεκδικήσεις και τη Θράκη. Πάγια είναι η διεκδικητική πολιτική του τουρκικού κράτους, που λειτουργεί παράλληλα με την άσκηση κάθε μορφής πιέσεων σε βάρος των μουσουλμάνων μέσα στην ελληνική επικράτεια.
Εν τέλει, η όλη στάση της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής πολιτείας δεν άφησαν την Ελλάδα να ακολουθήσει την κλιμακούμενη τουρκική διεκδικητική στάση, που κορυφώθηκε με τον αφανισμό των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο. Παρά τη δυσμενή επίδραση των γεγονότων του 1955, δεν δόθηκε από την ελληνική πλευρά ανάλογη απάντηση και δεν εφαρμόσθηκαν μορφές αμοιβαιότητας. Το γεγονός αυτό, που τιμά την ελληνική κοινωνία και την ελληνική πολιτεία, δεν είναι ευρύτερα κατανοητό και κυρίως δεν προβάλλεται. 
Κατά τη γνώμη μας, όσοι θα διαβάσουν το βιβλίο αυτό θα αντιληφθούν την επεκτατική φύση της τουρκικής πολιτικής, πράγμα που δεν διευκρινίζεται σε ανάλογες μελέτες, όπου συνήθως στο όνομα της επιστημονικής αντικειμενικότητας και μέσα στην αντίληψη του πολιτικώς ορθού τα πράγματα παρουσιάζονται έτσι, ώστε να εξισώνεται το θύμα με τον θύτη.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι υποδειγματική όσον αφορά τη χρήση των πηγών και την απόσταση που παίρνει ο μελετητής από τα γεγονότα. Η έκθεση και η παράθεση των γεγονότων γίνονται αντικειμενικά και χωρίς πάθος. Το ύφος είναι μετριοπαθές και το όλο κείμενο διαβάζεται με ευκολία. Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει πάνω από 300 τίτλους και είναι πολύ ικανοποιητική. Τα ευρετήρια είναι πλήρη και χρηστικά.
Η μελέτη του κυρίου Τσιούμη είναι πολλαπλώς χρήσιμη για όσους ενδιαφέρονται για τα μειονοτικά θέματα της Θράκης, αλλά και για τον αναγνώστη και τον υπεύθυνο πολίτη που επιθυμεί να γνωρίσει την προβληματική που διαμορφώθηκε στη Θράκη. Θα ήταν σκόπιμο το βιβλίο αυτό να διαβαστεί από κάθε πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση στη Θράκη ή διαχειρίζεται θέματα σχετικά με τη Μουσουλμανική Μειονότητα. Μάλιστα, θα βοηθούσε πολύ η μετάφρασή του στα αγγλικά, όπως πιθανόν φιλοδοξεί να κάνει ο συγγραφέας, αν κρίνουμε από τον ψευδότιτλο, ο οποίος είναι τυπωμένος στην αγγλική.

Παναγιώτης Γ. Παπαδημητρίου, Οι Πομάκοι της Ροδόπης. Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870–1990). Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, 232 σσ



Αρκετές μελέτες, ελληνικές και ξένες, πλούτισαν πρόσφατα τη βιβλιο­γραφία, τη σχετική με τους Πομάκους της Ροδόπης. Το βιβλίο του κυρίου Π. Παπαδημη­τρίου είναι μια από τις πιο τεκμηριωμένες και επιστημονικά πλούσιες απ' αυτές. Το βιβλίο επιχειρεί μια συνολική έκθεση της πραγματικότητας που αποτελεί η εθνοτική ομάδα των Πομάκων, με έμφαση στις επιρροές που δέχθηκαν και στους χειρισμούς που έγιναν από τα τρία κράτη στα οποία οι Πομάκοι σήμερα κατοικούν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην επίδραση της εθνικής ιδεολογίας και των εθνικισμών που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία πάνω στις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν σε κάθε ένα από αυτά τα κράτη, που αφορούν τη ζωή στην επικράτειά τους της πομακικής μειονότητας.
Δίνεται κατ' αρχήν μία εισαγωγή (σ. 13-28) και αναλύονται οι βασικές έννοιες της ανά­λυσης και οι θεωρητικές προσεγγίσεις, οι σχετικές με το φαινόμενο του έθνους και κατ' επέκταση του εθνικισμού. Έτσι, ο συγγραφέας καθορίζει τον πόλο και τον κεντρικό πυρήνα της ανάλυσης και του προβληματισμού του.
Στο πρώτο μέρος (σ. 29-68) παρουσιάζονται περιεκτικά οι Πομάκοι όλης της Ροδόπης, ο τόπος και η εθνοτικότητά τους. Οι Πομάκοι κατοικούν στην ορεινή ζώνη της Ροδόπης που έχει μήκος 240 χιλιόμετρα, πλάτος 96 χιλιόμετρα και επιφάνεια περίπου 15.000 τ.χ. Το 80% της μικρής αυτής έκτασης ανήκει στη Βουλγαρία και το 20% στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι που βρίσκονται στη Βουλγαρία αριθμούν περί τα 270.000 άτομα, ενώ στην Ελλάδα ζουν, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, γύρω στα 36.000 άτομα (αποτελούν δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της μουσουλμανικής μειονότητας που βρίσκεται στην Ελλάδα). Στην Τουρκία κατοικεί σήμερα αριθμός Πομάκων που προέρχεται από πολλές μεταναστεύσεις. Ο συγγραφέας συνοψίζει την ανάλυσή του στο ότι η οθωμανική διοίκηση κληροδότησε στους Πομάκους μία θρησκευτική (ισλαμική) εθνοτική ταυτότητα.
Το δεύτερο μέρος (σ. 69-158) φέρει τον εύλογο τίτλο: "Η επέλαση του εθνικισμού". Γίνεται μία διεξοδική έκθεση της βουλγαρικής εθνικής αφύπνισης και της διαμόρφωσης των εθνικών συνόρων στην περιοχή της Ροδόπης κατά τις περιόδους των Βαλκανικών και των Παγκοσμίων Πολέμων. Το συμπέρασμα μπορεί να συνοψισθεί στη γενική υπο­βάθμιση της περιοχής, στην οποία οδήγησε το αυταρχικό εθνικιστικό βουλγαρικό πρό­γραμμα αναγκαστικής αφομοίωσης των Πομάκων και η αδυναμία του Ελληνικού Κρά­τους να εξασφαλίσει την κοινωνική και οικονομική ανύψωση του δικού του πομακικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του. Ωστόσο, με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1946 έληξε ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των εδαφών της Θράκης και τα σύνορα παγιώθηκαν.
Στο τρίτο μέρος (σ. 159-209) που επιγράφεται: "Εθνικισμός και εθνικές κοινότητες", περιγράφονται οι πρακτικές των τριών κρατικών σχηματισμών οι οποίοι περιλαμβάνουν μειονότητες Πομάκων και η στάση τους απέναντι στις μειονότητες. Όσον αφορά την αμηχανία της Ελλάδας, τεκμηριώνεται ο επαναπροσδιορισμός της εθνοθρησκευτικής ταυτότητας των Πομάκων της Ελλάδας προς όφελος της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Γίνεται επίσης μία έκθεση της πολιτικής της Βουλγαρίας παράλληλα προς δύο άξονες: ένα φιλελεύθερο κι έναν αυταρχικό. Όσον αφορά την πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας η ανάλυση είναι αδύνατη και δεν τεκμηριώνεται η προσπάθεια του τουρκικού εθνικισμού για ένταξη των Πομάκων συλλήβδην στην τουρκική εθνική ταυτότητα και τη χρήση της θρησκευτικής ταυτότητας για τον σκοπό αυτό.
Ο συγγραφέας είναι γνώστης του θέματος και οι παρατηρήσεις του καίριες και διεισδυτικές. Ο πλούτος των στοιχείων και η τεκμηρίωση των απόψεων είναι πάνω από τα συνηθισμένα.
Η βιβλιογραφία είναι εκτενής, πλούσια και διαβασμένη.  Ωστόσο, η έλλειψη ενός ευρε­τηρίου αδικεί το βιβλίο.
Όπως σωστά ο συγγραφέας δηλώνει, η ένταξη των Πομάκων στις εθνικές χριστιανικές πλειοψηφίες των τριών κρατών, όπου ζουν, έγινε με όρους θρησκευτικής και πολιτισμι­κής ετερότητας, η οποία επιβάλλει να κτίζονται συνεχώς γέφυρες επικοινωνίας, κατα­νόησης και συνεργασίας και από τις δύο πλευρές. Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό συμβαίνει σε μικρή κλίμακα. Ωστόσο, η γνώμη μας είναι ότι ο σεβασμός της ετερότητας, –ή ο μη σεβασμός της–, στα τρία αναφερόμενα κρατικά μορφώματα, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, δεν μπορούν να παραλληλισθούν[1]. Κατά την αντίληψή μας η ελληνική κοινω­νία και, –γιατί όχι;–, το ελληνικό κράτος έχουν επιδείξει μια συμπεριφορά η οποία διαχρονικά είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή μέτρων εθνικής κάθαρσης και τη συμβίωση διαφόρων εθνοτικών ομάδων στην ελληνική επικράτεια χωρίς σοβαρούς αποκλεισμούς και προβλήματα, – στο μέτρο πάντα της σύγκρισης με αυτά που συνέβησαν και συμβαίνουν στις γειτονικές χώρες, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ.
Κατά την αντίληψή μας επίσης, η ανάλυση με βάση τη θεώρηση των Πομάκων ως ενιαίο σύνολο δεν συμβιβάζεται με τη μεθοδολογική θέση του συγγραφέα ότι τα πολιτισμικά γνωρίσματα της ομάδας μεταβάλλονται (σελ. 37). Κατά την αντίληψή μας πιστεύουμε ότι υπάρχουν πια Βούλγαροι, Τούρκοι και Έλληνες Πομάκοι. Τί εξυπηρετεί η ενιαία αντιμετώπισή τους; Όσον αφορά τους Έλληνες Πομάκους, αυτοί αποτελούν μια μικρή μειονότητα η οποία ζει στα όρια του Ελληνικού Κράτους και αυτή είναι η πραγματικό­τητα. Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι το κύριο και ουσιώδες πρόταγμα. Τμήμα του ελληνικού πομακικού πληθυσμού πρέπει να αστικοποιηθεί και να κατανεμηθεί στα αστικά κέντρα της χώρας, εκεί όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, πράγμα που έγινε ήδη από χρόνια για το σύνολο σχεδόν του υπόλοιπου ελληνικού ορεινού πληθυσμού. Στο κάτω κάτω, οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας εγκατέλειψαν τις ορεινές περιοχές και βρίσκονται σήμερα στις πόλεις. Γιατί οι Έλληνες Πομάκοι θα αποτελέσουν εξαίρεση; Οι Έλληνες Πομάκοι πρέπει να ενταχθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και να μάθουν Ελληνικά. Χωρίς βέβαια, να απεμπολήσουν τις ιδιαιτερότητές τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει σταθερά η ελληνική κοινωνία.
Οι αναλύσεις του συγγραφέα εδράζονται στην αντίληψη του έθνους ως φορέα αμείλι­κτου εθνικισμού. Διακρίναμε στις αναλύσεις του την παρουσία της αντίληψης του πολι­τικώς ορθού[2], σύμφωνα με την οποία η αναφορά σε ο,τιδήποτε εθνικό σημαίνει εθνικι­σμό.
Πίσω από την αντίληψη του πολιτικώς ορθού εμείς διακρίνουμε τις εργαλειακές κατευ­θύνσεις των σπουδών στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα των ΗΠΑ. Κατευθύνσεις οι οποίες εξυπηρετούν σκοπιμότητες με οικουμενική εμβέλεια. Εντέλει είναι ένας εθνικισμός αυτό που κινεί την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού[3]. Ιδεολογία, η οποία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην διαχείριση των μειονοτήτων ως εργαλειακού μέσου αποδυνάμωσης και κατακερματισμού των εθνικών κρατικών μορφωμάτων και των εθνικών ιδεολογιών.
Η Ελλάδα ως χώρα με ιδιαίτερα ισχυρή εθνική και κοινωνική συνοχή και πολυδιάστατη ιστορική ταυτότητα, διαμορφωμένες μετά από μακραίωνη ιστορία και εθνικούς και απε­λευθερωτικούς αγώνες, δεν είναι προφανώς χώρα η οποία εύκολα προσαρμόζεται σε τέτοιες αντιλήψεις και σχέδια.
Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητες οι συχνές καταγγελτικές εκθέσεις για την κατάσταση των μειονοτήτων στην Ελλάδα, στις οποίες πάντα η κατάσταση στη χώρα μας εμφανίζεται και περιγράφεται με μελανά χρώματα, – παρά  το γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες συντάκτες των εκθέσεων ζουν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από καταστάσεις αποκλεισμού, αλλοτρίωσης και στέρησης άγνωστες στην Ελλάδα.
Στα πλαίσια αυτά πιστεύουμε ότι επιβάλλεται η ενίσχυση και η υποστήριξη των πολιτι­κών και των δράσεων  της χώρας μας, –ή τουλάχιστον, η αποφυγή αποδυνάμωσής τους.






[1] Αν και στη σελ. 189 αναγνωρίζεται ότι: "Από το 1990 εγκαινιάστηκε (από το Ελληνικό Κράτος) μία νέα αναθεωρημένη πολιτική 'ισότιμης ένταξης' του συνόλου του μειονοτικού πληθυσμού, που θα συμβάλει μακρυπρόθεσμα στην οικονομική και κοινωνική άνοδό του". Οπωσδήποτε όμως, δεν γίνεται συζήτηση της πολιτισμικής αλλοτρίωσης του πομακικού πληθυσμού και της απειλούμενης απώλειας της γλώσσας του, στοιχείων που ιδιαίτερα συναντώνται στις πολιτικές των γειτονικών προς την Ελλάδα κρατών. Άλλωστε η πολιτισμική αλλοτρίωση και η απώλεια της γλώσσας των Ελλήνων Πομάκων φαίνεται ότι εντάσσεται στις γνωστές επιδιώξεις γειτονικής χώρας.
[2]  Ως πολιτικώς ορθό ορίζεται αυτό που θεωρητικά ή έμπρακτα φροντίζει ώστε να βρίσκεται σε συμφωνία προς τις φιλελεύθερες αντιλήψεις σε κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Στην πράξη συνήθως το πολιτικώς ορθό σημαίνει την αποφυγή γλώσσας και συμπεριφοράς που συνδέονται με ο,τιδήποτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι διακρίνει κοινωνικά, πολιτισμικά ή φυλετικά.
[3] Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980  βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία την οποία αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης εντάσσεται και το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα που ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου, πολιτικού και οικονομικού συστήματος με τρόπο απόλυτα οικονομιστικό και ορθολογικό, που αποβλέπει σε αυτό το οποίο η αγορά αποκαλεί ευελιξία. Η οικονομική ευελιξία αντιλαμβάνεται τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ίδια τα έθνη ως εμπόδια. Μεταξύ άλλων, σημαντικά στοιχεία για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών είναι η ενίσχυση των κάθε είδους μειονοτήτων και η ανάπτυξη του πολυπολιτισμού ως εργαλείων αποδυνάμωσης των εθνικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι φανερό ότι οι πολυδιασπασμένες κοινωνίες και τα πολυτεμαχισμένα έθνη είναι οικονομιστικά, ορθολογιστικά, αλλά και πολιτικά, πλέον ευέλικτα και διαχειρίσιμα. Εκείνο που ευαγγελίζονται οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης είναι ένας πλανητικός χώρος χωρίς σύνορα και χωρίς ιδιαιτερότητες, παραδομένος στην κυριαρχία της αγοράς. Ένας πλανητικός χώρος ασφυκτικά κυριαρχούμενος από τη βιομηχανία του πολιτισμού και τα κέντρα αποφάσεων τα οποία την ελέγχουν. Ένας πλανητικός χώρος απελπιστικά ενδεής από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. 


Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Το Τσερνομπίλ σε ρόδες.

Πρόκειται για τον συρμό που τον προηγούμενο Νοέμβριο μετέφερε 123 τόννους ραδιενεργών κατάλοιπων από τη Γαλλία στη Βόρεια Γερμανία. Ο ειδικά σχεδιασμένος συρμός χρειάσθηκε τρεις μέρες για να πραγματοποιήσει τη μεταφορά, όχι μόνο λόγω της χαμηλής ταχύτητάς του, αλλά και λόγω των καθυστερήσεων που προξένησαν οι 3.000 διαδηλωτές που είχαν ξαπλώσει στις ράγες του σιδηροδρόμου. Τα μεταφερόμενα κατάλοιπα εξέπεμπαν τουλάχιστον διπλάσια ραδιενεργό ακτινοβολία από αυτήν της καταστροφής του Τσερνομπίλ και οι πληθυσμοί κατά μήκος της διαδρομής του τρένου δεν είχαν ειδοποιηθεί γι’ αυτό. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσότητα ραδιενεργών καταλοίπων που μεταφέρθηκε με τον τρόπο αυτό.

Η μεταφορά ραδιενεργών καταλοίπων γίνεται από το 1996 από τη Γαλλία στη Γερμανία και αντιστρόφως, μετά από κατεργασίες που τα πυρηνικά ραδιενεργά κατάλοιπα υφίστανται στη Γαλλία. Οι κατεργασίες αυτές εξασφαλίζουν το 95% του πυρηνικού υλικού για επαναχρησιμοποίηση και περιορίζουν τον όγκο των καταλοίπων κατά 90%. Παρόμοιες μεταφορές από και προς τη Γαλλία γίνονται από την Ιαπωνία, την Ελβετία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Τα κατάλοιπα αυτά είναι υποπροϊόντα των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας, που λειτουργούν στις χώρες αυτές. Η αποθήκευση των γερμανικών καταλοίπων γίνεται στη Γερμανία σε παλιό ορυχείο άλατος, όπου θα παραμείνουν στεγανά εγκιβωτισμένα σε γυαλί μέσα σε χαλύβδινα κιβώτια με πάχος τοιχωμάτων 40 εκατοστά για αόριστο διάστημα. Τα κιβώτια αυτά κατά τους κατασκευαστές τους μπορούν να αντέξουν σε πτώση από 50 μέτρα και σε θερμοκρασία 800oC για 30 λεπτά.

Η μεταφορά αυτή αναζωπύρωσε τις συζητήσεις τις σχετικές με την απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να επεκτείνει τη διάρκεια ζωής των 17 εργοστασίων παραγωγής ενέργειας με πυρηνική σχάση της Γερμανίας κατά 12 περίπου χρόνια. Η παράταση αυτή δόθηκε για οικονομικούς βέβαια λόγους, για να βοηθήσει να παραμείνει η ενέργεια σε χαμηλά επίπεδα κόστους και να μη δημιουργηθεί ανάγκη για κατεπείγουσες νέες κατασκευές.

Η ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου έκανε ελκυστική την παραγωγή ενέργειας μέσω πυρηνικής σχάσης, η οποία είναι η μόνη τεχνολογία που υπάρχει για την ειρηνική εκμετάλλευση της πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, η υπάρχουσα τεχνολογία δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των καταλοίπων, τα οποία θα είναι ραδιενεργά εκπέμποντας θανατηφόρες ακτινοβολίες για χιλιάδες χρόνια. Μάλιστα δε, ούτε φαίνεται στο μέλλον η πιθανότητα ανάπτυξης τεχνολογίας ελέγχου των καταλοίπων αυτών. Επιπλέον της έντονης ακτινοβολίας των καταλοίπων της σχάσης στα πυρηνικά εργοστάσια και στους πυρηνικούς κινητήρες, ολόκληρο το εργοστασιακό περιβάλλον εκπέμπει με την πάροδο του χρόνου ακτινοβολίες επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Τα οικοδομικά υλικά, οι σωληνώσεις, τα βοηθητικά μηχανήματα, τα εργαλεία, τα αντικείμενα που υπάρχουν στον χώρο, όλα μολύνονται ώστε να αποτελούν κίνδυνο για τα ζώντα όντα που τα πλησιάζουν. Αυτός είναι ο λόγος της χαμηλής διάρκειας ζωής των κατασκευών αυτών και γι’ αυτό η απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να επεκτείνει τη διάρκεια ζωής των γερμανικών πυρηνικών εργοστασίων συνάντησε αντιδράσεις. 

Η σημερινή τεχνολογία, η οποία επιτρέπει την παραγωγή ενέργειας από την ελεγχόμενη σχάση πυρηνικών υλικών δεν μπορεί να  αντιμετωπίσει το πρόβλημα της παραγωγής και της αποθήκευσης των ραδιενεργών πυρηνικών καταλοίπων. Ωστόσο, λέγεται ότι το  ίδιο συμβαίνει και με τα τοξικά βιομηχανικά απόβλητα, τα οποία μάλιστα είναι 100 φορές περισσότερα σε όγκο.  Η ελεγχόμενη σχάση βασίζεται στη βαθμιαία έκθεση πυρηνικού υλικού, όπως το ουράνιο, σε βομβαρδισμό νετρονίων με αποτέλεσμα την ελεγχόμενη διάσπαση, η οποία επιταχυνόμενη αλυσιδωτά μπορεί να οδηγήσει σε έκρηξη, δηλαδή σε ατομική βόμβα. Η πυρηνική διάσπαση μπορεί να διακοπεί όταν υπάρχει κίνδυνος επιτάχυνσής της. Αυτό δεν συνέβει στο εργοστάσιο Τσερνομπίλ όπου ο κινητήρας υπερθερμάνθηκε και έλιωσε γιατί η πυρηνική διάσπαση επιταχύνθηκε ανεξέλεγκτα. Το σχάσιμο πυρηνικό υλικό είναι το ουράνιο 235 ή το πλουτώνιο 239, τα οποία αποτελούν προϊόντα κατεργασίας του φυσικού ουρανίου που εξάγεται ως ορυκτό. Το όνειρο παραγωγής ενέργειας με πυρηνική σύντηξη υδρογόνου σε μορφή δευτέριου και τρίτιου, ώστε να προκύψει ήλιο χωρίς ραδιενεργά κατάλοιπα, φαίνεται άπιαστο δεδομένων των ακραίων φυσικών συνθηκών που πρέπει να επιτευχθούν και που πρέπει να ελέγχονται κατά τη διάρκεια της παραγωγής ενέργειας. Η πυρηνική ενέργεια που διατίθεται με τους τρόπους αυτούς θερμαίνει και ατμοποιεί νερό, το οποίο όπως και στα συμβατικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας με άνθρακα ή πετρέλαιο, κινεί στροβίλους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η παραγωγή ενέργειας με πυρηνικά μέσα παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι δεν παράγει διοξείδιο του άνθρακα, αφού δεν γίνεται καύση κάποιου φυσικού υλικού.

Σήμερα, το 14% της κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας στην υφήλιο προέρχεται από πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας. Υπάρχουν σήμερα σε λειτουργία και σε όλο τον κόσμο 436 πυρηνικά εργοστάσια. Από το συνολικό ποσό ενέργειας που απαιτείται στον πλανήτη το 6% προέρχεται από τα πυρηνικά εργοστάσια. Χωρίς αυτά η τιμή του πετρελαίου θα βρισκόταν στα ύψη. Στις ΗΠΑ η ηλεκτρική ενέργεια από πυρηνικά εργοστάσια ανέρχεται στο 19% της συνολικής κατανάλωσης, ενώ στον ευρωπαϊκό χώρο ανέρχεται περίπου στο 30%. Το υψηλό ποσοστό στην Ευρώπη οφείλεται κυρίως στη Γαλλία, η οποία καλύπτει το 80% των αναγκών της σε ηλεκτρικό ρεύμα από πυρηνικά εργοστάσια.

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Ψηφιακοί πόλεμοι.

Με το άκομψο όνομα “Stuxnet” διακρίνεται τελευταία ο ιός που εντοπίσθηκε σε συστήματα υπολογιστών σε όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως στο Ιράν. Ο ιός αυτός βρέθηκε να αποτελεί ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα κατασκευάσματα της σχετικής ψηφιακής τεχνολογίας. Ο ιός “Stuxnet” εντοπίζει άγνωστα μέχρι σήμερα αδύνατα πεδία των προγραμμάτων windows και προσβάλλει συστήματα που ελέγχουν κρίσιμες παραγωγικές διαδικασίες. Συγκεκριμένα, ο ιός “Stuxnet” ακινητοποιεί τους κεντρικούς υπολογιστές παραγωγικών συστημάτων επαναληπτικά και για διάστημα 1/10 του δευτερολέπτου. Η ακινητοποίηση αυτή είναι μοιραία για συστήματα υψηλής ταχύτητας, όπως αυτά που κινούν τους φυγοκεντριστές που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σχάσιμου πυρηνικού υλικού. Οι ειδικοί των ψηφιακών τεχνολογιών χαρακτήρισαν τον ιό αυτόν σαν προϊόν κάποιος κρατικής υπηρεσίας, αφού η κατασκευή του εικάζεται ότι είναι αποτέλεσμα συνεργασίας επιστημονικών ομάδων και οργανωμένων εργαστηρίων και ότι κόστισε κάποιο υπολογίσιμο ποσό και σίγουρα δεν αποτελεί κατασκευή κάποιου ιδιοφυούς hacker.

Το 60% των υπολογιστών που προσβλήθηκαν από τον ιό “Stuxnet” βρίσκεται στο Ιράν. Πολλοί είναι βέβαιοι ότι ο ιός αυτός κατασκευάσθηκε με στόχο τα συστήματα φυγοκεντρισμού με τα οποία το Ιράν προσπαθεί να εμπλουτίσει το ρωσικό ορυκτό ουράνιο και να παραγάγει ουράνιο-235, απαραίτητο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Είναι γνωστό ότι η παραγωγή ουρανίου-235 στο Ιράν έχει περιορισθεί τους τελευταίους μήνες, αν και λέγεται ότι ήδη έχει παραχθεί ποσότητα αρκετή για δύο πυρηνικά όπλα. Ο ιός “Stuxnet” φαίνεται να έχει μολύνει τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις μέσω των laptop και των συνδέσεών τους, που χρησιμοποίησαν τεχνικοί των εγκαταστάσεων. Πρόκειται πιθανόν για επίθεση μέσω των ψηφιακών μέσων. Είναι επίσης πιθανό ότι πίσω από την κατασκευή του ιού “Stuxnet” βρίσκονται υπηρεσίες του Ισραήλ. Εδώ θα πρέπει να αξιολογήσουμε ως αξιοσημείωτο και ενδιάφερον παράδειγμα την αποφασιστικότητα του πολιορκημένου Ισραήλ, το οποίο χρησιμοποιεί με επιτυχία τα πιο προηγμένα και αποτελεσματικά τεχνολογικά μέσα και αποκτά κρίσιμη υπεροχή σε πολλά στρατηγικά πεδία.

Είναι γεγονός ότι τα αποκαλυπτικά σενάρια ψηφιακών επιθέσεων και καταστροφών που συναντώνται συνήθως σε διηγήσεις και ταινίες επιστημονικής φαντασίας δεν είναι τεχνικά αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Κατά το πιο καταστρεπτικό σενάριο μια μαζική ψηφιακή επίθεση εναντίον ενός οργανωμένου σύγχρονου κράτους είναι δυνατό να παραλύσει την οικονομία του, αλλά και να το καταστρέψει ολοκληρωτικά. Τα συστήματα τηλεπικοινωνιών μιας χώρας είναι δυνατόν να προσβληθούν με αποτέλεσμα τηλέφωνα, διαδίκτυο και κινητή τηλεφωνία να καταρρεύσουν. Παράλληλα, τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα βρεθούν εκτός ελέγχου, με τους σιδηροδρόμους να ακινητοποιούνται, τα αεροπλάνα να μην είναι δυνατόν να πετάξουν και τα οδικά σήματα να νεκρώσουν. Το αναπόφευκτο χάος θα ακολουθήσει πανικός και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα σιγήσουν. Ανάλογα θα προσβληθούν τα συστήματα παραγωγής και διανομής ενέργειας, ώστε η χώρα να παραλύσει καθολικά και με το χειρότερο ενδεχόμενο τα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας να υπερθερμανθούν μετατρεπόμενα σε βόμβες. Ανάλογα ενδεχομένως θα συμβούν και στα στρατιωτικά δίκτυα. Πρόκειται για στρατηγική που θυμίζει τον μαζικό βομβαρδισμό που επιχείρησαν οι Σύμμαχοι στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να παραλύσουν τις οικονομίες και την παραγωγή των δυνάμεων του άξονα. Σήμερα βέβαια αυτό δεν συνοδεύεται με τις εκατόμβες των αμάχων και τις τερατώδεις καταστροφές του υλικού περιβάλλοντος και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Οπωσδήποτε, δεν πρόκειται πλέον για επιστημονική φαντασία, αλλά για δυνατότητα και πιθανότητα που η σύγχρονη τεχνολογία είναι σε θέση να δημιουργήσει. Και βέβαια η ραγδαία επέκταση των ψηφιακών μέσων τα έχει καταστήσει ευάλωτα σε ψηφιακές επιθέσεις, όπως αυτές που περιγράψαμε.

Από το 1990 το ενδεχόμενο ψηφιακού πολέμου έγινε αντικείμενο μελέτης από αρμόδιες υπηρεσίες μεγάλων χωρών. Ερευνητές όπως η Rand Corporation, δεξαμενή σκέψης που συνεργάζεται με το Πεντάγωνο, έχει καθιερώσει τον όρο «κυβερνοπόλεμος». Το Κογκρέσσο των ΗΠΑ σχεδιάζει νομοθεσίες που θα επιτρέψουν τη χώρα να δημιουργήσει αμυντικά συστήματα για την περίπτωση ψηφιακού πολέμου. Οι σχετικές μελέτες έχουν εντοπίσει τα αδύνατα σημεία του συνολικού συστήματος που περιλαμβάνουν στόχους αποκλειστικά οικονομικού βάρους, τηλεπικοινωνίες, το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, τα αεροδρόμια, όπως και στρατιωτικά συστήματα και επικοινωνίες. Πώς απαντά ένα σύγχρονο κράτος σε μία τέτοια απειλή; Με ένα καταστρεπτικό δεύτερο πλήγμα φυσικά! Είμαστε πάλι μπροστά στο γνώριμο από τον Ψυχρό Πόλεμο δόγμα της αμοιβαίας βέβαιας καταστροφής. Κάθε κράτος που αισθάνεται ότι απειλείται πρέπει να δημιουργήσει την τεχνολογική υποδομή, ώστε να μπορεί να απαντήσει τα ίσα σε μια ψηφιακή επίθεση. Αυτό πιστεύεται ότι θα αποκλείσει τον πειρασμό της εξαπόλυσης ενός πρώτου καταστρεπτικού ψηφιακού πλήγματος.

Η ψηφιακή άμυνα του ΝΑΤΟ ελέγχεται από βάση στην Εσθονία, όπου δεξαμενές σκέψης και ειδικοί παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών συνεργάζονται στενά, ώστε να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενες απειλές. Είναι γενική η εντύπωση ότι η ραγδαία εξάπλωση του διαδικτύου έχει υπερκεράσει την ανάγκη για ασφάλεια και άμυνα.

Οι ψηφιακοί πόλεμοι μπορούν και να αποτελέσουν ειδικότερο γεγονός στα πλαίσια ενός θερμού πολέμου και να δώσουν σε έναν από τους δύο αντιπάλους αποφασιστικά πλεονεκτήματα. Είναι γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί πραγματικά στις ένοπλες συγκρούσεις, οι οποίες θα ακολουθήσουν και πού θα καταλήξει η πολεμική χρήση των ψηφιακών μέσων. Όπως και να έχει το πράγμα όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά. Το βέβαιο είναι ότι τα τεχνολογικά μέσα όχι μόνο εξακολουθούν να αποτελούν ουσιαστικούς συντελεστές των πολέμων, αλλά και δημιουργούν νέες αφορμές και προκλήσεις.

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αποδημία των φιλοσόφων.


Η συμβατική χρονολογία του τέλους του αρχαίου κόσμου είναι το έτος 529, όταν ο Ιουστινιανός υποχρέωσε τη νεοπλατωνική Ακαδημία της Αθήνας να διακόψει τη λειτουργία της.  Η νεοπλατωνική Ακαδημία της Αθήνας που ιδρύθηκε στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. θεωρείται κοινώς ως συνέχεια της Ακαδημίας της Αθήνας, η οποία ιδρύθηκε το 387 π.Χ και λειτούργησε στον Κολωνό μέχρι περίπου τον πρώτο μ.Χ. Οπωσδήποτε δεν υπάρχει σαφής συνέχεια της Ακαδημίας για πέντε αιώνες μέχρι την ίδρυση της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας στους πρόποδες της Ακρόπολης, αν και στο μεγάλο αυτό διάστημα η Αθήνα παρέμεινε το κέντρο της διανόησης και της μόρφωσης, στο οποίο ο πλατωνισμός συνέχιζε να διδάσκεται ως η φιλοσοφία κατ΄ εξοχήν. Το βέβαιο είναι ότι για εννέα αιώνες διατηρήθηκε στην Αθήνα μια σαφής και συνεπής πλατωνική παράδοση. Οι φιλόσοφοι που δίδασκαν στην Αθήνα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως διαδόχους και συνεχιστές του Πλάτωνα και μελετούσαν τους διαλόγους του. Είναι φανερό ότι η υποτιθέμενη Ακαδημία της Αθήνας δεν ήταν δυνατό να διατηρεί σταθερή μορφή για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι οι διδάσκοντες φιλόσοφοι κολακεύονταν από μια συναίσθηση συνέχειας. Παράλληλα, ο Πλατωνισμός είχε διαδοθεί και διδασκόταν σε διάφορες φιλοσοφικές κοινότητες σε όλο τον ελληνικό κόσμο.
Η διακοπή της λειτουργίας της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας[i] φαίνεται ότι ήταν αποτέλεσμα διοικητικών μέτρων και απαγορεύσεων που δημιούργησαν συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ακαδημία δεν μπορούσε πια να συνεχίσει το έργο της. Η σημαντική περιουσία της Ακαδημίας[ii] φαίνεται ότι δημεύθηκε, ενώ απαγορεύθηκε η διδασκαλία του δικαίου και της φιλοσοφίας στην Αθήνα. Τα χρόνια εκείνα οι πλατωνικές σπουδές είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε ένα μόρφωμα νεοπλατωνισμού, αποκρυφισμού και ανατολικών δοξασιών με θρησκευτικό χαρακτήρα, πράγμα που βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι δύσκολα μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις χριστιανικές αρχές[iii]. Οπωσδήποτε η βίαιη ή η μη βίαιη διακοπή της λειτουργίας της νεοπλατωνικής Ακαδημίας δεν έχει μεγάλη σημασία. Το ουσιώδες είναι η ανάδυση του νέου χριστιανικού κόσμου και η ανάγκη για θρησκευτική και ιδεολογική ομοιογένεια μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Αυτοκρατορία.
Η διακοπή της λειτουργίας της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας αποτελεί το επιστέγασμα της προσπάθειας του Ιουστίνου και του Ιουστινιανού για θρησκευτική ενότητα. Εκτός από τον διωγμό των εθνικών διώχθηκαν και οι γνωστικιστές και οι μανιχαϊστές, οπαδοί του δυϊσμού, της ιδεολογίας του περσικού εχθρού, τους οποίους μάλιστα η Σασσανιδική Περσία ήταν πρόθυμη να υποδεχθεί ως πρόσφυγες.
Παρά τη διακοπή της λειτουργίας της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας φαίνεται ότι οι αντίστοιχες φιλοσοφικές σχολές σε άλλες πόλεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνέχισαν να λειτουργούν για αρκετές δεκαετίες. Η φιλοσοφική σχολή της Αλεξάνδρειας την οποία διηύθυνε ο εθνικός φιλόσοφος Ολυμπιόδωρος και η οποία ήταν αφοσιωμένη στη διδασκαλία του Αριστοτέλη, δεν θίχθηκε, όπως δεν θίχθηκαν  και οι σχολές φιλολογίας στη Γάζα και νομικής στη Βηρυτό.
Εκείνο που είναι γνωστό είναι η μοίρα του τελευταίου σχολάρχη της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας Δαμάσκιου και των άλλων φιλοσόφων που δίδασκαν εκεί. Οι πληροφορίες που έχουμε οφείλονται στον ιστοριογράφο Αγαθία τον Σχολαστικό[iv].
Ο Αγαθίας επαινεί το σώμα των φιλοσόφων δασκάλων της Ακαδημίας, τους οποίους χαρακτηρίζει ως «άκρον άωτον»[v] της διανόησης της εποχής τους. Εκτός από τον Δαμάσκιο από τη Συρία, ηγέτη και σχολάρχη της νεοπλατωνικής Σχολής, οι υπόλοιποι έξη φιλόσοφοι ήταν οι: Σιμπλίκιος από την Κιλικία, σχολιαστής του Αριστοτέλη, Ευλάμπιος από τη Φρυγία, Πρισκιανός από τη Λυδία, που συνέγραψε αργότερα ένα φιλοσοφικό εγχειρίδιο για τον βασιλέα Χοσρόη, Ερμείας, Διογένης από τη Φοινίκη και Ισίδωρος από τη Γάζα. Αν εξαιρέσουμε τον Δαμάσκιο, τον Πρισκιανό και τον Σιμπλίκιο, λίγα είναι γνωστά για τους υπόλοιπους φιλοσόφους και δεν έχουν διασωθεί γραπτά τους.
Ο Αγαθίας διηγείται πως οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας είχαν εξιδανικεύσει τον διάδοχο του περσικού θρόνου Χοσρόη[vi], για τον οποίο κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή φήμες που τον ανέβαζαν σε πρότυπο αρετής και σοφίας. Οι κύκλοι της Ακαδημίας σχημάτισαν την εικόνα ενός ιδανικού κόσμου στην αυλή της Περσίας στην Κτησιφώντα, όπου είχε πραγματοποιηθεί το πλατωνικό ιδεώδες του φιλοσόφου βασιλέα και όπου θα μπορούσαν να βρουν ένα περιβάλλον ιδανικό για φιλοσόφους. Η εξιδανίκευση της ζωροαστρικής Περσίας εξηγείται από την παλιά αντίληψη ότι το πνεύμα του Ζωροάστρη αναδυόταν μέσα στην πλατωνική σοφία. Οι πλατωνιστές εκτιμούσαν τον Ζωροάστρη ως έναν από τους μεγαλύτερους φωτοδότες του κόσμου. Άλλωστε η ζωροαστρική επανάσταση, ως απελευθέρωση της θρησκευτικής σκέψης από την ύλη προς την κατεύθυνση μιας ανώτερης ηθικής και μιας υψηλής σοφίας, συγκίνησε τους στοχαστές από την αρχαιότητα μέχρι τον Φρειδερίκο Νίτσε. Επίσης η ζωροαστρική Περσία εθεωρείτο ανέκαθεν ως η πηγή της Χαλδαϊκής Μαγείας και της Αστρολογίας, ανορθολογικές δοξασίες οι οποίες γοήτευαν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους του 6ου μ.Χ. αιώνα.
Την ίδια εποχή, η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν σε πόλεμο με την Σασσανιδική Περσία, πράγμα που δεν εμπόδισε τους φιλοσόφους της Ακαδημίας να επιχειρήσουν αποδημία στην περσική αυλή. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι η αυτοκρατορική διοίκηση συμπεριφέρθηκε με επιείκεια προς τους φιλοσόφους, τους έδωσε τα μέσα και τους επέτρεψε να καταφύγουν στην Κτησιφώντα, παρά τις πολιτικές διαστάσεις του θέματος, αφού το επεισόδιο αυτό αποτελούσε πρόκληση για τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η αποδημία των φιλοσόφων φαίνεται να έγινε μετά το 529, αφού ο Χοσρόης, στον οποίο προσωπικά κατέφυγαν, ανέβηκε στον περσικό θρόνο το 531. Δεν είναι επίσης κατανοητό πώς η ομάδα των φιλοσόφων πραγματοποίησε το μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι προς την Περσία, περνώντας μάλιστα από το μέτωπο των εμπολέμων.
Ωστόσο, τα όνειρα και οι επιθυμίες των φιλοσόφων διαψεύσθηκαν οικτρά αμέσως μετά την άφιξή τους στην περσική αυλή της Κτησιφώντος, όπου πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ζήσουν όπως επιθυμούσαν. Πρώτα-πρώτα, παρά την ευνοϊκή υποδοχή τους από τον Χοσρόη και τη γενναιοδωρία του, διαπίστωσαν ότι οι κορυφαίοι Πέρσες ήταν αλαζόνες και ανυπόφορα υπερφίαλοι. Αντί να συναντήσουν το ιδεατό περιβάλλον που με τη φαντασία τους είχαν κατασκευάσει, βρέθηκαν μέσα σε έναν κόσμο ανηθικότητας, βουλιμίας, αποθηρίωσης, ωμότητας, απανθρωπιάς και καταπίεσης, δηλαδή με άλλα λόγια σε έναν κόσμο βάρβαρο. Πολύ γρήγορα και η τελευταία τους ελπίδα διαψεύσθηκε, αφού μιλώντας με τον ίδιο τον Χοσρόη ανακάλυψαν ένα αμαθές άτομο που καυχιόταν ότι φιλοσοφούσε, χωρίς να κατέχει τις βασικές πνευματικές και ηθικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ο Αγαθίας, μάλιστα, φροντίζει να περιγράψει με λεπτομέρειες το ποιόν του Χοσρόη διηγούμενος πώς ο βασιλιάς υπέκυψε στη γοητεία του Ουράνιου, ενός τυχάρπαστου τυχοδιώκτη, απατεώνα από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος πρόβαλλε και αυτός ως φιλόσοφος. «Αποφεύγουμε και απορρίπτουμε ό,τι μας ξεπερνά», παρατηρεί ο Αγαθίας[vii], σχολιάζοντας την προτίμηση του Χοσρόη προς τον Ουράνιο, παρά το ότι γνώρισε τους πολύ ανώτερους του Ουράνιου επτά φιλοσόφους. Φροντίζει μάλιστα να προσθέσει και τον αφορισμό του Σωκράτη από τον «Γοργία»: «ανάμεσα στους αδαείς, ο αδαής νικά τον ειδήμονα»[viii]. Μάλιστα η πεποίθηση των Ρωμαίων ότι ο Χοσρόης ήταν άτομο βαθύτατα καλλιεργημένο, ήταν κατά τον Αγαθία αποτέλεσμα των κομπασμών και της φλυαρίας του Ουράνιου, που επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη γεμάτος πλούτη, θράσος και υπεροψία.
Πολύ σύντομα οι επτά φιλόσοφοι αποφάσισαν να επιστρέψουν το ταχύτερο στην Ελλάδα, παρά να κερδίσουν τα μεγάλα πλούτη που ο Χοσρόης, γοητευμένος από την αίγλη της φιλοσοφίας, τους πρόσφερε. Προτιμούσαν, όπως διηγείται ο Αγαθίας, να φτάσουν στο ρωμαϊκό έδαφος και να πεθάνουν, παρά να μείνουν έστω και λίγο ακόμη στην Περσία.
Εκείνον τον καιρό, το 532, οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες συνομολόγησαν ειρήνη, η οποία μάλιστα είχε αποκληθεί «αιώνια»[ix], αφού δεν είχε χρονικά όρια. Παραδόξως ένας από τους όρους της συνθήκης που υπογράφηκε αφορούσε τους ίδιους τους φιλόσοφους πρόσφυγες. Σύμφωνα με τον όρο αυτό τους επιτρεπόταν να γυρίσουν στον τόπο τους και να ζήσουν ελεύθερα «κατά την πατρώαν δόξαν»[x], χωρίς να αλλάξουν τις αντιλήψεις τους. Είναι πολύ πιθανό ότι ο παράδοξος, για μια συνθήκη ειρήνης, αυτός όρος τέθηκε από τον ίδιο τον Χοσρόη. Ο Αγαθίας μάλιστα αναφέρει ότι ο Χοσρόης εξάρτησε την έναρξη και την εφαρμογή της εκεχειρίας από την εφαρμογή αυτού του όρου[xi]. Είναι φανερό ότι η εικόνα που μας παραδίδει ο Αγαθίας αποσιωπά την γενναιοφροσύνη και το μεγαλείο του Χοσρόη του Α’, του οποίου η βασιλεία είναι ένδοξη και σύμφωνη με τη ζωροαστρική πρόθεση της μεταμόρφωσης του κόσμου μέσω μιας βασιλικής ηθικής. Χαρακτηριστική είναι η σχολή του Σαπούρ, λαμπρό πνευματικό κέντρο της εποχής εκείνης, όπου μεταφράστηκαν στα πεχλεβικά ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης.
Ο Αγαθίας αφηγείται το ταξίδι της επιστροφής των φιλοσόφων στα ρωμαϊκά εδάφη. Ο Σιμπλίκιος δίδαξε κατόπιν στη σχολή της Αλεξάνδρειας, ενώ οι υπόλοιποι, έχει υποστηριχθεί ότι κατέληξαν ως δάσκαλοι στις Κάρρες[xii] της Μεσοποταμίας. Στην πόλη αυτή επιβίωνε μια ισχυρή παγανιστική κοινότητα με σημαντική επιρροή, τέτοια που η πόλη εθεωρείτο σαν ένα παγανιστικό προπύργιο. Άλλωστε, αριθμός παγανιστικών κέντρων εξακολουθούσε κατά τον έκτο αιώνα να υφίσταται σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή. Όπως και να έχει το πράγμα, είναι ενδιαφέρουσα η παράδοση ότι στις Κάρρες αναπτύχθηκαν τον 6ο και τον 7ο αιώνα μΧ οι κλασικές σπουδές. Σχετικά υπάρχει και η μεταγενέστερη παράδοση ότι το αραβικό πλέον Χαρράν εξακολούθησε να αποτελεί κέντρο μάθησης, τόσο ώστε η γνωριμία της Βαγδάτης κατά τον 10 αιώνα με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ξεκινά από τους φιλοσόφους της Αλεξάνδρειας, που κατέληξαν στη Βαγδάτη μέσω της Χαρράν.[xiii]
Οπωσδήποτε, η συγκινητική ιστορία των φιλοσόφων μέσα σε ένα κόσμο που τους είχε ξεπεράσει επισφραγίζει το τέλος του αρχαίου κόσμου. Την ίδια χρονιά της επιστροφής των φιλοσόφων, το 532, ο Ιουστινιανός επέλεξε δύο ιδιοφυείς επιστήμονες, εκπροσώπους των ελληνικών παραδόσεων στη Μικρά Ασία και συνεχιστές των ελληνικών μαθηματικών, ως αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας. Μια νέα εποχή αρχίζει.


[i]      Μαλάλας 18.47, Alan Cameron: «The Last Days of the Academy at Athens» PCPS 195 (1969)
[ii]     Κατά τον Δαμάσκιο «η περιουσία που κατείχαν οι διάδοχου του Πλάτωνα δεν προερχόταν από κληροδότημα του ίδιου, όπως πολλοί πιστεύουν, αφού ο Πλάτων ήταν φτωχός και διέθετε μόνο τον κήπο της Ακαδημίας», «προέρχονταν από πολλούς αφοσιωμένους και ευσεβείς άνδρες, οι οποίοι  μετά τον θάνατό του κληροδοτούσαν τις περιουσίες τους στους φιλοσόφους».
[iii]     Επρόκειτο για ένα κλάδο του Νεοπλατωνισμού που έμοιαζε με θρησκεία για ειδωλολάτρες διανοούμενων. Ο Ιουλιανός είχε γοητευθεί. Glen W. Bowersock: Ο Ελληνισμός στην ύστερη αρχαιότητα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σ. 34.
[iv]    Αγαθίου Σχολαστικού : Ιστορίαι, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2008.
[v]     Αγαθίας, Β’ 30.
[vi]    Βασίλευσε ως Χοσρόης Α’ (532-578).
[vii]    Αγαθίας, Β’ 32.
[viii]    Αγαθίας, Β’ 32, Γοργίας 459. 6.3-4.
[ix]    Η ειρήνη έληξε το 540.
[x]     Αγαθίας, Β’ 31,4.
[xi]    Αγαθίας, Β’ 31,4.
[xii]    Πόλη της Μεσοποταμίας, η Χαρράν των Μουσουλμάνων, σήμερα ένα ασήμαντο χωριό στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας.
[xiii]   O Edward Watts αναφέρει στο άρθρο του «Where to Live the Philosophical Life in the Sixth Century? Damascius, Simplicius, and the Return from Persia» [Greek, Roman, and Byzantine Studies 45 (2005) 285-315] τη μαρτυρία του Άραβα ιστορικού Al-Masudi κατά τον 10ο αιώνα, για την ύπαρξη μιας φιλοσοφικής σχολής στη Χαρράν, η οποία μάλιστα έφθασε εκεί από την Αθήνα περνώντας από την Περσία. Στο ίδιο κλίμα ο M.Tardieu στο άρθρο του «Sabiens coraniques et “sabiens” de Haran», Journal asiatique 274 (1986), παραθέτει τη διήγηση του Al-Masudi για την επίσκεψή του σε κάποιο παλαιό κτήριο της Χαρράν, το οποίο διέθετε μια μεγάλη αίθουσα όπου κατά την τοπική παράδοση δίδασκαν φιλόσοφοι. Πάνω από την είσοδο της αίθουσας αυτής υπήρχε κατά τον Al-Masudi η συριακή επιγραφή  «αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του θα προσεγγίσει τον Θεό» η οποία αντιστοιχεί στο συμπέρασμα της συζήτησης του Σωκράτη με την Αλκιβιάδη από το διάλογο του Πλάτωνα «Αλκιβιάδης Μείζων» (133c), πράγμα που οι παρόντες Άραβες λόγιοι το επιβεβαίωσαν (Bowersock σ.81). Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο διάλογος «Αλκιβιάδης Μείζων» ήταν εξαιρετικά αγαπητός και χρησίμευε ως διδακτικό ανάγνωσμα για τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους.