Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Μάχη στο Οχυρό Νυμφαία, Απρίλιος 1941




Η Ελλάδα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Η φιλειρηνική Ελλάδα βρίσκεται πάντα, κατά την μακρά ιστορική πορεία της, ανάμεσα σε εχθρικούς λαούς και πάνω στο δρόμο τον οποίο οι στρατιές και τα  στίφη των κατακτητών είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν.
Κατά τον καταστρεπτικό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα έγινε στόχος της δαιμονικής δύναμης που εξαπέλυσαν οι δύο αυτοκρατορίες του κακού επιδιώκοντας την υποδούλωση της χώρας μας. Πρώτη η υπερφίαλη, κατακτητική και επεκτατική Ιταλία της εποχής εκείνης επιχείρησε την κατάληψη της χώρας με απρόκλητη επίθεση. Η απροσδόκητη αντίσταση του Ελληνικού Λαού και του Ελληνικού Στρατού έδωσαν την πρώτη νίκη κατά των επεκτατικών σχεδίων της Ιταλίας και της συμμάχου της αλαζονικής και αδίστακτης Γερμανίας, η οποία μετά την ήττα των Ιταλών το 1940 πραγματοποίησε μια τεράστια επιχείρηση καθυπόταξης των Βαλκανίων και της Ελλάδας. Παράλληλα, η σύμμαχος των Γερμανών Βουλγαρία ήταν έτοιμη να επωφεληθεί από την νίκη των Γερμανών, που οι Βούλγαροι θεωρούσαν βέβαιη.
Την Άνοιξη του 1941 ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν νικητής στη Βόρειο Ήπειρο, μεγάλο τμήμα της οποίας είχε ήδη απελευθερώσει. Τότε επενέβη προς υποστήριξη των συμμάχων της Ιταλών και Αλβανών, η Γερμανία.

Η γραμμή των Οχυρών Μεταξά

Καθ΄ όλη την εποχή του Μεσοπόλεμου (1919-1939) η Βουλγαρία ακολουθούσε σταθερά μία αναθεωρητική πολιτική. Σκοπός της ήταν να εξέλθει στο Αιγαίο και να ακυρώσει τα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων. Μόνιμη διεκδίκησή της ήταν η Ελληνική Θράκη και τα λιμάνια της.
Με αυτές τις συνθήκες η Ελληνική Κυβέρνηση θεώρησε απαραίτητη την κατασκευή τεράστιων αμυντικών έργων. Ολόκληρη η μακρά μεθόριος των συνόρων Μακεδονίας και της Ελληνικής Θράκης με τη Βουλγαρία οχυρώθηκαν με μία γραμμή 21 γιγαντιαίων οχυρών κατασκευασμένων από σκυρόδεμα αρίστης ποιότητος και χάλυβα. Η αμυντική αυτή γραμμή άρχιζε από την κοιλάδα του Αξιού και κατέληγε στο Νέστο ποταμό, κάλυπτε δηλαδή, όλο σχεδόν το μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Ολόκληρη η αμυντική αυτή γραμμή των οχυρών που ονομάστηκε "Γραμμή Μεταξά" περιελάμβανε κατασκευές σε πολλά επίπεδα, υπόγειες στοές και μακρείς σήραγγες που κατέληγαν σε παρατηρητήρια, πολυβολεία και θέσεις άμυνας. Ο συνολικός αριθμός των ανδρών αυτών που επάνδρωναν τα οχυρά ήταν μόλις 10.000 και λειτουργούσε ως πολλαπλασιαστής των αμυνομένων δυνάμεων, πράγμα που δείχνει την αποτελεσματικότητα και τη δυναμικότητα των αμυντικών έργων. Μεταξύ των οχυρών υπήρχε συνεχής γραμμή οχυρωματικών έργων που υποστηριζόταν και κάλυπταν συνεχώς το ένα το άλλο. Στην περιφέρεια των οχυρών είχαν κατασκευαστεί διάφορα αμυντικά έργα που θα εμπόδιζαν την προσέγγιση του εχθρού. Από το υστέρημα και τον μόχθο του Ελληνικού Λαού το τεράστιο αυτό έργο συμπληρωνόταν από βοηθητικά αμυντικά συστήματα, ώστε κάθε οχυρό να υποστηρίζει το επόμενο σε συνεχές μακρό μέτωπο. Η γραμμή των οχυρών αποτελούσε έτσι ένα πάνοπλο αμυντικό σύστημα που έφραζε όλες τις προσβάσεις και τους δρόμους προς την Ανατολική Μακεδονία και τη θάλασσα. Στη Θράκη η κατασκευή της γραμμής οχυρών, που άρχισε το 1937, δεν είχε προλάβει να ολοκληρωθεί και είχαν κατασκευαστεί μόνο δύο ισχυρά οχυρά τα οποία κάλυπταν την Ξάνθη (Εχίνος) και την Κομοτηνή (Νυμφαία). Τα δύο αυτά οχυρά ήταν απομονωμένα από την υπόλοιπη συνεχή γραμμή των οχυρών.
Γενικά οι κατασκευές αυτές δεν είχαν ολοκληρωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά και η επάνδρωσή τους ήταν προβληματική, αφού ένας μεγάλος αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού είχε αποσπαστεί στο μέτωπο της Αλβανίας. Αυτό έγινε και για μεγάλο ποσοστό του αμυντικού εξοπλισμού, ο οποίος επαρκούσε για αντίσταση μόνο λίγων ημερών. Στη Νυμφαία, τα μικρότερα οχυρά που προβλεπόταν με το σχέδιο της συνεχούς γραμμής αμύνης, δεν είχαν κατασκευασθεί στους διπλανούς λόφους. Η δύναμη πυρός, λοιπόν, των οχυρών τον Απρίλιο του 1941 ήταν σοβαρά μειωμένη, ενώ απέναντί τους είχε παραταχθεί σε θέσεις μάχης ο ισχυρότερος και πιο εμπειροπόλεμος στρατός του κόσμου την εποχή εκείνη.
Οι Άγγλοι σύμμαχοι της Ελλάδας έλεγχαν τους ωκεανούς με το ισχυρό ναυτικό τους και ετοιμαζόταν να αποβιβάσουν ένα στρατιωτικό σώμα στη Μακεδονία προς υποστήριξη του αμυνόμενου Ελληνικού Στρατού. Σε σύσκεψη μεταξύ των Ελλήνων και Άγγλων στρατιωτικών αρχηγών στην Αθήνα, η αγγλική πλευρά ζήτησε την εγκατάλειψη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ώστε ο Ελληνικός και Αγγλικός Στρατός, δεδομένης της συντριπτικής υπεροχής της γερμανικής στρατιάς, να αμυνθεί σε στενότερο μέτωπο στη Θεσσαλία ή τη Θεσσαλονίκη. Η απαίτηση αυτή των Άγγλων απορρίφθηκε από το Ελληνικό Στρατηγείο, το οποίο αποφάσισε να δώσει μια χωρίς ελπίδα μάχη στη γραμμή των οχυρών. Η απόφαση αυτή είναι σύμφωνη με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις που δεν αφήνουν περιθώρια υποχώρησης ή εγκατάλειψης, όσο ισχυρός και να είναι ο κατακτητής αντίπαλος.

Ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν

Ἡ Μάχη τοῦ Οχυρού Νυμφαίας ἐντάσσεται στή γενικότερη μάχη τῶν ὀχυρῶν πού δόθηκε ἀπό τίς 6.4.1941 ἕως τίς 10.4.1941.
Γιά τήν προσβολή καί κατάληψη τῆς Ἐλλάδας τό γερμανικό στρατηγεῖο συγκρότησε μία ἐπιβλητική στρατιά ἀπό τέσσερα σώματα στρατοῦ μέ 18 μεραρχίες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τέσσερις τεθωρακισμένες, πού πλαισίωναν χιλιάδες αὐτοκίνητα, πυροβόλα καί μηχανικά πολεμικά μέσα καί συμπλήρωνε μία σύγχρονη ἀεροπορική δύναμη ἀπό 1200 ἀεροσκάφη.
Στίς 6 Ἀπριλίου 1941 ἡ γερμανική στρατιά προσέβαλε τήν συμπαγή γραμμή τῶν ὀχυρῶν καί ἡ Ἑλλάδα βρέθηκε νά πολεμᾶ καί μέ τήν Γερμανία. Σέ μερικές ὧρες τά ἐμπειροπόλεμα πληρώματα τῶν γερμανικῶν τεθωρακισμένων καί οἱ γερμανοί πιλότοι τῶν ἀεροπλάνων διεπίστωσαν ὅτι τά κτυπήματά τους ἀναποδίδονταν στά ἴσα καί ὅτι οἱ δρόμοι πρός τό Αἰγαῖο ἦταν κλειστοί. Ἡ χρήση μοντέρνων ὅπλων καί ἰσχυρῶν ἀεροπορικῶν μέσων ἀπεδείχθη ἀτελέσφορη, τόσο ὥστε τό βράδυ τῆς πρώτης μέρας τοῦ πολέμου ἐπεκράτησε ἀμηχανία στό γερμανικό στρατηγεῖο καί τό γερμανικό πολεμικό ἀνακοινωθέν γιά πρώτη φορά, μετά ἀπό πολλούς μῆνες, δέν ἀναφέρθηκε σέ σαρωτική νίκη τῶν Γερμανῶν, ἀλλά στήν "πείσμονα ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων".
Παρά τήν κινητοποίηση μεγάλων μέσων ἀπό τήν πλευρά τῶν Γερμανῶν καί τόν σκληρό ἀγώνα τῶν ὑπερασπιστῶν τους ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν συνεχίστηκε γιά δύο ἀκόμη ἡμέρες μέ τήν γραμμή τῶν ὀχυρῶν ἀραγή καί ἀκλόνητη. Ὡστόσο, στίς 8.4.1941 ἡ ἑλληνική στρατιά τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας και Θράκης βρισκόταν σέ θανάσιμο κίνδυνο: τεθωρακισμένες γερμανικές μονάδες εἶχαν ἤδη πλαγιοκοπήσει τήν γραμμή τῶν ὀχυρῶν εἰσβάλοντας στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ, ἀφοῦ ἡ Γιουγκοσλαβία εἶχε καταρρεύσει. Τά ἑλληνικά ὀχυρά εἶχαν περικυκλωθεῖ. Τό ἀπόγευμα τῆς 10.4.1941 ἡ ἑλληνική στρατιωτική διοίκηση τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί Θράκης συνθηκολόγησε μέ τούς Γερμανούς καί παρέδωσε τά ὀχυρά. Ο γερμανικός αστραπιαίος πόλεμος στα Βαλκάνια θα κατέληγε σε μια νέα γερμανική νίκη.

Το Οχυρό Νυμφαίας

Το Οχυρό Νυμφαίας είναι το τελευταίο προς Ανατολάς από τα 21 οχυρά της "Γραμμής Μεταξά". Βρίσκεται στις υπώροιες της Ανατολικής Ροδόπης σε δασώδη και λοφώφη περιοχή σε απόσταση 20 χιλιομέτρων περίπου από την πόλη της Κομοτηνής, την οποία κάλυπτε. Το οχυρό δεν έχει οπτική ή άλλη επαφή με τα υπόλοιπα οχυρά της γραμμής, των οποίων το πλησιέστερο βρίσκεται στον Εχίνο της Ξάνθης.
Το Οχυρό Νυμφαίας αποτελείται από τρεις υπόγειους ορόφους στους οποίους υπάρχουν όλες οι βοηθητικές εγκαταστάσεις, αλλά και οι θέσεις μάχης. Διαθέτει υπόγειες στοές με συνολικό μήκος περίπου δύο χιλιόμετρα. Ο πρώτος όροφος ήταν πάνοπλος και διέθετε την ισχυρότερη δύναμη πυρός του συγκροτήματος. Ο δεύτερος όροφος, στην ουσία το πρώτο υπόγειο, 99 σκαλοπάτια κάτω από τον πρώτο και ο τρίτος όροφος 66 σκαλοπάτια κάτω από τον δεύτερο διέθεταν πολυβόλα και τηλεβόλα μόνο προς την βόρεια πλευρά, ενώ στην πίσω πλευρά τους υπήρχαν οι θάλαμοι των οπλιτών. Η φρουρά του οχυρού ανερχόταν σε 464 οπλίτες και 14 αξιωματικούς, αλλά είχε πολλές ελλείψεις. Η φρουρά υπαγόταν στη νεοσύστατη Ταξιαρχία Έβρου.

Η Ταξιαρχία Έβρου

Η Ταξιαρχία Έβρου, που μόλις είχε συγκροτηθεί, διέθετε τρία τάγματα πεζικού, πέντε λόχους προκαλήψεως, δύο ελαφρές πυροβολαρχίες και αριθμούσε περί τους 2.000 άνδρες. Καθήκον της ήταν να προστατεύσει την εκτεταμένη περιοχή από τις όχθες της Λίμνης Βιστωνίδας ανατολικά μέχρι τον Έβρο. Οι δυνάμεις αυτές ήταν μηδαμινές μπροστά στο τμήμα μεραρχιών του γερμανικού στρατού που είχαν την ευθύνη της κατάλληψης της Ελληνικής Θράκης. Αυτό αποτελείτο από ένα ολόκληρο σώμα στρατού και τμήματα μιας τεθωρακισμένης μεραρχίας. Η Ταξιαρχία Έβρου είχε Διοικητή τον Ιωάννη Ζήση, έφεδρο υποστράτηγο. Το αμυντικό σχέδιο του ελληνικού επιτελείου χαρακτήριζε μια αμηχανία μπροστά στη συντριπτική υπεροχή των γερμανικών δυνάμεων.
Το γερμανικό στρατηγείο είχε δύο στόχους: Πρώτος στόχος ήταν να καταλάβει, αφού εξουδετερώσει τα Οχυρά Εχίνος και Νυμφαία και απωθήσει την Ταξιαρχία Έβρου, τις πόλεις της Θράκης και τα πλησιέστερα νησιά του Αιγαίου. Δεύτερος στόχος ήταν να αποθαρρύνει την Τουρκία από οποιαδήποτε ενέργεια.

Η Μάχη στο Οχυρό Νυμφαία

Το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 άρχισε η εισβολή των Γερμανών καθ΄ όλο το μήκος της "Γραμμής Μεταξά". Στον ανατολικό τομέα οι Γερμανοί απώθησαν τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως, τα οποία υποχώρησαν προς την Κομοτηνή. Το μεσημέρι οι Γερμανοί, υπό την προστασία του βαρέως πυροβολικού τους και της αεροπορίας τους, κατόρθωσαν να περικυκλώσουν το οχυρό. Ήδη από τις 8.30 το πρωί είχαν καταφθάσει τεθωρακισμένα τμήματα, τα οποία βοήθησαν στην περικύκλωση του οχυρού.  Ταυτοχρόνως, τμήματα του γερμανικού πεζικού προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν μέρος του υψώματος που ήταν κτισμένο το οχυρό. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ και όλη τη νύχτα. Παρά τον καταιγισμό των βομβαρδισμών των Γερμανών οι υπερασπιστές του οχυρού αντιστέκονταν με σθένος στην προσπάθεια των Γερμανών να επισκευάσουν τον δρόμο και τη γέφυρα που είχαν καταστρέψει οι Έλληνες. Η διάβαση βαρέων όπλων και πυρομαχικών προς Νότο ήταν κλειστή.
Τη νύχτα της 6ης Απριλίου 1941 τα γερμανικά πεζοπόρα τμήματα παρέκαμψαν το πολιορκημένο οχυρό και κατέλαβαν την Κομοτηνή. Το Οχυρό Νυμφαία είχε ωστόσο φράξει το δρόμο, ώστε τα τεθωρακισμένα των Γερμανών να μην μπορούν να ξεχυθούν στην πεδιάδα της Κομοτηνής. Το οχυρό όμως ήταν τελείως απομονωμένο και δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με την Ταξιαρχία Έβρου.
Καθ΄ όλη την ημέρα της 7ης Απριλίου το οχυρό βαλλόταν από το σύνολο του πυροβολικού των παρατεταγμένων Γερμανών, ενώ παράλληλα δεχόταν αεροπορικές επιθέσεις πιεζόμενο από το γερμανικό πεζικό. Στις 21.00 το βράδυ της 7ης Απριλίου οι Γερμανοί επικάθησαν στο οχυρό με τμήματα πεζικού και μονάδες μηχανικού. Οι Γερμανοί χρησιμοποιώντας χημικά αέρια, καπνογόνα και φλογοβόλα κατέπνιξαν την τελευταία αντίσταση των αμυνομένων που είχαν περιοριστεί σε ένα απομονωμένο πολυβολείο. Οι καπνοί δημιούργησαν αποπνικτική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των στοών του οχυρού. Η κατάσταση αυτή και η έλλειψη πυρομαχικών ανάγκασαν τον Διοικητή του οχυρού Ταγματάρχη Αλέξανδρο Αναγνωστό να ζητήσει την παράδοση. Το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό παραδώθηκε στους Γερμανούς.
Οι υπόλοιπες δυνάμεις της Ταξιαρχίας Έβρου απωθήθηκαν από τα γερμανικά τεθωρακισμένα και αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε τουρκικό έδαφος, εκτός από ένα τμήμα τους που διέφυγε από τη θάλασσα στη Νότιο Ελλάδα. Στα Κύψελα, τουρκικό χωριό του Έβρου, κατέφυγε η πλειονότητα των οπλιτών και των αξιωματικών. Εκεί, αφοπλίστηκαν από τους Τούρκους, ενώ ο Διοικητής Υποστράτηγος Ιωάννης Ζήσης αυτοκτόνησε. Αργότερα οι υπερασπιστές της Θράκης διέφυγαν στη Μέση Ανατολή.

Ἡ σημασία τῆς Μάχης τῶν Ὀχυρῶν

Ο πόλεμος στην Αλβανία και η Μάχη των Οχυρών είναι οι πρώτοι αγώνες που έδωσε ο Νέος Ελληνισμός για την προστασία των νέων ελληνικών χωρών, που με τον εθνοαπελευθερωτικό πόλεμο του 1912-1913 είχε ενσωματώσει στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Σε αυτούς τους πολέμους πολέμησαν με αυταπάρνηση και γεναιότητα οι νεοεγκατασταθέντες στη Μακεδονία και τη Θράκη και οι Ανατολικοί Ελληνικοί πληθυσμοί, οι οποίοι κατέφυγαν στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ἡ χωρίς ἐλπίδα νίκης Μάχη τῶν Ὀχυρῶν, δόθηκε ἐναντίον συντριπτικά ἰσχυροτέρων ἐχθρικῶν δυνάμεων καί ἐπαναλαμβάνει τή γνωστή ἀπό τήν ἀρχαία, μέση καί νεότερη ἑλληνική ἱστορία στάση τῶν Ἑλλήνων νά πολεμοῦν ἀνυποχώρητα καί μέ ὁποιεσδήποτε ἀντικειμενικές συνθῆκες. Ἤδη στήν κλασσική ἀρχαιότητα, οἱ μάχες τῶν Περσικῶν Πολέμων γέννησαν στούς ἱστορικούς, τούς ποιητές καί τούς φιλοσόφους τήν ἀπορία γιά τό τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἐμψυχώνει ἕναν ἀσθενέστερο ἀντίπαλο νά ἀντισταθεῖ ἀπέναντι σέ ἕναν ἰσχυρό εἰσβολέα καί νά νικήσει. Πέρα ἀπό τίς ἑρμηνεῖες πού ἀποδίδουν τήν ὑπεροχή τῶν Ἑλλήνων σέ ὅρους πολιτικῆς διακυβέρνησης, ὁ Πλάτων ἔδωσε μία φιλοσοφική ἑρμηνεία κατά τήν ὁποία νομοτελειακά ὁ πολιτισμός θά κατανικήσει τόν βαρβαρισμό καί θά ἐπιβάλει τήν κοσμική τάξη. Ἡ ιδέα τῆς κατίσχυσης τοῦ πολιτισμοῦ πρός τόν βαρβαρισμό συνεχίζει ἔκτοτε νά συνοδεύει τούς ἀγώνες τοῦ Γένους καί νά τροφοδοτεῖ τό φρόνημά του. Ἡ χιλιόχρονη Βυζαντινή Αὐτοκρατορία θά ἀγωνισθεῖ μέ ἀνάλογο φρόνημα κατά του βαρβαρισμού πού προέρχεται ἀπό Ἀνατολή καί Δύση.
Ἀλλά καί ἡ ἀντικειμενική ἱστοριογραφία ἀποδέχεται ὅτι ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν ὑπῆρξε μοιραία γιά τίς τύχες τοῦ Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἐπαναλειμμένα καί συζητεῖται συχνά ὅτι ἡ Ἰταλία δέν μποροῦσε νά κάνει τή σύμμαχό της Γερμανία νά κερδίσει τόν πόλεμο, μπόρεσε ὅμως νά κάνει νά τόν χάσει. Αὐτό, γιατί  ἡ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων στά βουνά τῆς Ἀλβανίας καί στή γραμμή τῶν Ὀχυρῶν στήν Ἀνατολική Μακεδονία ὑποχρέωσε τούς Γερμανούς νά καθυστερήσουν τά σχέδια τῆς ἐκστρατείας τους πρός Ἀνατολάς κατά πέντε ἑβδομάδες, καθυστέρηση μοιραία γιά τήν ἐπιτυχία τῆς ἐκστρατείας τους καί τήν τελική ἔκβαση τοῦ πολέμου.






Πεσόντες κατά τη Μάχη του Οχυρού Νυμφαία

Δεκανεύς Κορώνης Γεώργιος του Δημητρίου, 23 χρονών από Ελληνόπυργο Καρδίτσης
Στρατιώτης Κιουλμπαξιώτης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου, 23 χρονών από Σκόπελο Μυτιλήνης
Στρατιώτης Μαλλιαράκης Ιωάννης του Γεωργίου, 24 χρονών από Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης
Στρατιώτης Τσικνάκης Γεώργιος του Θεοδώρου, 24 χρονών από Κουμάσα Ηρακλείου Κρήτης
Στρατιώτης Μπάφας Γεώργιος του Ιωάννου, 24 χρονών από Βαθύπεδο Ιωαννίνων
Στρατιώτης Πατίρης Ευστράτιος του Νικολάου, 23 χρονών από Πλακάτου Λέσβου
Στρατιώτης Καραγεωργίου Γεώργιος του Ιγνατίου, 24 χρονών από Σκαλοχώρι Λέσβου

















































































Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Σύγχυση και ιδεολογία στην ελληνική γεωπολιτική σκέψη



 Ω Σόλων, Σόλων οι Έλληνες "αεί παίδες είναι" και "γέρος Έλληνας δεν υπάρχει"!, αδύνατον να σκεφθούν την Ιστορία! Είναι παιδιά και κανείς στην Ελλάδα δεν σκέφτεται ιστορικά. Ίσα-ίσα ξεχνούν ποιοι είναι, όπως και τα κατορθώματα των προγόνων τους.  Έτσι, προσφώνησε ο γέρος Αιγύπτιος ιερέας τον Σόλωνα, παππού του Σόλωνα που γνωρίζουμε, που επισκέπτονταν την Αίγυπτο για να θαυμάσει και να μάθει από τα αρχαία μνημεία της.

Δεν γνωρίζετε, συνέχισε ο ιερέας, τις τιμές που οφείλουμε στην Αθήνα για τα κατορθώματα της Παλιάς Αθήνας, στην οποία "επετέθησαν οι βάρβαροι Άτλαντες βασιλείς με σκοπό να την υποδουλώσουν. Η πόλη σας δεν έχασε το θάρρος της και  παρά την αδυναμία της κατόρθωσε να νικήσει τις στρατιές των δέκα βασιλέων και με τη βοήθεια των Θεών να απωθήσει τους Άτλαντες και να σώσει την Ευρώπη. Όλα αυτά έχουν ξεχαστεί σήμερα" και κανείς δεν ασχολείται με την παλιά δόξα όταν η Αθήνα ήταν ο θεματοφύλακας της κοσμικής τάξης.

Οι παραινέσεις και τα λόγια του σοφού Αιγύπτιου διατρέχουν τους αιώνες και είναι από μόνα τους αποδείξεις μιας μονιμότητας αισθημάτων και διαθέσεων που ταλανίζει τους Έλληνες όλο αυτό το διάστημα. Η αλαζονική συμπεριφορά και η άγνοια και η περιφρόνηση της Ιστορίας χαρακτηρίζει κάθε μεγάλη στιγμή των Ελλήνων που μεταφέρουν τις κατηγορίες του Αιγύπτιου ιερέα μέσα στο χρόνο.  

Ακόμη και στις πιο κρίσιμες στιγμές όταν κρίνεται η ύπαρξη του έθνους οι Έλληνες δεν χάνουν την τάση τους να ονειροπολούν και να φαντάζονται πράγματα και να ακολουθούν χιμαιρικά όνειρα που τους οδηγούν στην καταστροφή.

Για να επανέλθουμε στα καθ' ημάς δεν έχουμε παρά να σκεφθούμε  τί σημαίνει η αναγνώριση της καινοφανούς ομάδας των Σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας και τί επιπτώσεις μπορεί να έχει η αποδοχή του ονόματος "Βόρεια Μακεδονία". Το πρόβλημα με τους Σλαβομακεδόνες του νέου κρατικού μορφώματος ξεκινά από την απόσπαση της Εκκλησίας των Σκοπίων από το σώμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε, ο πανσλαβισμός και η αλυτρωτική διάθεση των Σλαβομακεδόνων δίνει στο πρόβλημα μια μονιμότητα που το καθιστά επικίνδυνο για την Ελλάδα. Το πρόβλημα παραμένει και εντείνεται με τον Μακεδονικό Αγώνα του 1903-1907 και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε τη λήξη του στα Βαλκάνια. Στον Μεσοπόλεμο η Κομιντέρν, μετά την αποχώρηση και κατάργηση της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, υποστηρίζει την καινοφανή αντίληψη της κατάργησης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια και ενοποίησης του χώρου σε ένα κρατικό μόρφωμα που θα ελεγχόταν από την Ρωσία μέσω της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ενισχύθηκε ιδίως από την Γιουγκοσλαβία του Τίτο για τη δημιουργία μιας ακόμη μεγαλύτερης Γιουγκοσλαβίας που θα κυβερνούσε ο ίδιος.

Τέλος, μετά τον πόλεμο κατά την μετατροπή του και συνέχεια σε ψυχρό η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας θυμήθηκε πάλι το αλυτρωτικό όνειρο της μιάς Μακεδονίας, η οποία θα περιελάμβανε τεράστιες εκτάσεις υπό την καθοδήγηση βέβαια του Τίτο. Σε μια τέτοια κατάσταση η Ελλάδα θα περιοριζόταν σε μια καινούργια Ελλάδα της Μελούνας και θα έχανε το Αιγαίο μετά την απόσχιση της Μακεδονίας και χωρίς το Αιγαίο, η επιβίωση της χώρας θα ήταν προβληματική.  

Σήμερα, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την κατάτμησή της σε μικρά κράτη-έθνη, η Ελλάδα δέχεται την απαίτηση του νέου κρατικού μορφώματος, που αποτελεί συνονθύλευμα Βουλγάρων, Αλβανών και Ρομά να χρησιμοποιήσει στην ονομασία του, που δεν έχει, το όνομα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα για την ενέργεια αυτή. Η λεγόμενη μέχρι σήμερα FYROM απαιτεί το όνομα της Μακεδονίας στο οποίο δεν έχει κανένα ιστορικό δικαίωμα, πλην των διεκδικήσεών της και της παραβίασης των ελληνικών συνόρων κατά τους πρόσφατους πολέμους. Είναι, λοιπόν, ένδειξη του ελληνικού ψευδοϊδεαλισμού και της ελληνικής δουλοπρέπειας η συμφωνία για την ονομασία του νέου κράτους σε "Βόρεια Μακεδονία". Τι έχουμε να κερδίσουμε παραχωρώντας το όνομα της Μακεδονίας χωρίς κανένα αντάλλαγμα; Οι φρούδες ελπίδες για μετριοπάθεια από μέρος των ιθυνόντων των Σκοπίων δεν είναι παρά όνειρα και ελπίδες να γίνουν τα πράγματα όπως τα επιθυμούμε. Δεν πιστεύουμε ότι τα Σκόπια θα πάψουν να διατυπώνουν τις ληστρικές αντιλήψεις τους και δεν πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα λειτουργήσουν όπως μας τα παρουσιάζουν οι Έλληνες πολιτικοί. Δικαιολογούμε τις επιθυμίες μας και τις συγχέουμε με την πραγματικότητα. Κανείς από τους ανιστόρητους υπερασπιστές της Μακεδονίας των Σλάβων δεν γνωρίζει τα δεδομένα του σχίσματος της Βουλγαρικής Εκκλησίας και τα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα.

Πορευόμενοι έτσι, χωρίς πυξίδα που είναι η γεωπολιτική σκέψη και χωρίς κατανόηση που είναι η ιστορική μνήμη βλέπουμε τη χώρα μας να οδηγείται από αποτυχία σε αποτυχία.




Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Η μελέτη του πολιτισμού στη Θράκη


Κατά την τελετή της αναγόρευσης του κ. Δημήτρη Α. Μαυρίδη, σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογία, της Σχολικής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, τον Μάρτιο του 2017, ο κ. Δημήτρης Α. Μαυρίδης εκφώνησε τον συνημμένο λόγο: 

Προσφωνήσεις :
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτη Κομοτηνής και Μαρώνειας,
Κύριε Πρύτανη
Κύριε Κοσμήτορα
Κύριε Πρόεδρε
Κύριοι Καθηγητές,  Κυρίες Καθηγήτριες
Αγαπητοί Σπουδαστές και Αγαπητές Σπουδάστριες


Κυρίες και Κύριοι,

 Η Θράκη βρίσκεται στο κέντρο περίπου ενός πολύ σημαντικού γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο τμήμα της ανθρώπινης ιστορίας και όπου υπάρχουν μερικές από τις διασημότερες τοποθεσίες της υφηλίου.

Από τη Θράκη ακόμη περνούν οι δρόμοι που συνδέουν ηπείρους και θάλασσες, τη Δύση με την Ανατολή και τον Βορρά με τον Νότο.

Οι ακτές της Θράκης βρέχονται από τις τρεις θάλασσες της Ρωμηοσύνης: Το Αιγαίο, την Προποντίδα και τον Εύξεινο. Η Θράκη είναι κομβικό σημείο για το λεγόμενο "Ανατολικό Ζήτημα", ένα ιστορικό φαινόμενο, το οποίο δημιουργείται στο μέτωπο της συνάντησης τριών ηπείρων και τριών τουλάχιστον πολιτισμών. Γεωπολιτική κομβική εστία του Ανατολικού Ζητήματος είναι η Κωνσταντινούπολη. Σημεία τριβής είναι ο Βόσπορος, ο Ελλήσποντος, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος. Το Ανατολικό Ζήτημα είναι διαχρονικό και κύρια παράμετρός του είναι η αντιπαράθεση της Ευρώπης με την Ασία.

Είμαι από τα γεννοφάσκια μου Θρακιώτης! Κατά την ταραγμένη περίοδο των Βενετοτουρκικών Πολέμων τον 17ο και 18ο αιώνα αριθμός Μανιατών αναγκάστηκε να εκπατριστεί, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Κύριες περιοχές όπου έπλευσαν οι φυγάδες Μανιάτες ήταν η Δυτική Μικρά Ασία, η Θράκη και η Κορσική.  Ένας από τους φυγάδες ήταν και προπάππους μου.

Στη Θράκη, μια περιοχή που υποδέχθηκε Μανιάτες φυγάδες ήταν η εκτεταμένη λοφώδης και εύφορη έκταση που απλώνεται γύρω από το αρχαίο Ιερό Όρος, το όρος Γάνος των Βυζαντινών, το οποίο ήταν γνωστό ως μοναστική πολιτεία, παρόμοια οργανωμένη με το Άγιον Όρος. Πλησιέστερο αστικό κέντρο προς τον Γάνο είναι η αρχαία εμπορική πόλη της Ραιδεστού, ενώ γύρω από το όρος Γάνος υπάρχουν 28 χωριά στα οποία ζούσαν κυρίως Έλληνες  φυγάδες από το Αιγαίο.

Οι Μανιάτες πρόγονοί μου εγκαταστάθηκαν στο πλούσιο κεφαλοχώρι Σχολάριο. Μεταξύ άλλων πιστοποίησα οικογενειακές διηγήσεις οι οποίες μιλούν για δύο παππούδες μου, που την Άνοιξη του 1821 κρεμάστηκαν στην πύλη της Συλήβριας στα τείχη της Κωνσταντινούπολης για εκφοβισμό.

Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες από την εμπορική δραστηριότητα των μελών της οικογένειας, η οποία επεκτάθηκε μέχρι τις Ινδίες. Εκεί η πλούσια αγροτική παραγωγή της Ανατολικής Θράκης ήταν περιζήτητη. Αυτό άλλωστε χαρακτηρίζει την εξωστρεφή και τολμηρή διάθεση των ομοεθνών μας της "Καθ’ ημάς -Ανατολής". Ούτε θα αναφερθώ στα πάθη των ιδίων, όταν επιχειρήθηκε το 1913-1915 εθνική εκκαθάριση εις βάρος των Ρωμηών της Θράκης, του Πόντου και της Δυτικής Μικράς Ασίας.

Όλη αυτή την περίοδο ανεγέρθησαν δύο σπίτια: Ένα κατάγραφο ξύλινο κονάκι στο Σχολάριο, το οποίο δεν σώζεται σήμερα και ένα ξύλινο αστικό σπίτι στο Φραγκομαχαλά της Ραιδεστού, το οποίο ανήκει στο Δήμο του Τεκίρνταγκ, όπως ονομάζεται η Ραιδεστός σήμερα και προορίζεται για μουσείο του Δήμου.

Ένας καρπός της ενασχόλησής μου με τη Ραιδεστό, τα ξύλινα σπίτια της οποίας έχω φωτογραφήσει εξ ολοκλήρου,  είναι το βιβλίο "Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό - Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας". Με την πείρα που απέκτησα φωτογραφίζοντας την παλαιά Ραιδεστό συνέχισα αποτυπώνοντας την ελληνική παρουσία στον πολιτιστικό χώρο της πάλαι ποτέ "Καθ’ ημάς Ανατολής". Ο επόμενος στόχος ήταν η Τρίγλια  της Βιθυνίας. Θα συνέχιζα με την Κομοτηνή, της οποίας όμως το ιστορικό βάθος κατά την βυζαντινή εποχή ήταν δύσκολο να  διαχειριστώ.
 Η προσπάθειά μου για την Κωνσταντινούπολη υπερέβαινε τις δυνάμεις μου. Ασχολήθηκα, λοιπόν, με την Ξάνθη.

Θα φανεί ίσως παράξενο αν σας πω ότι τα πέντε βιβλία που έχω γράψει για την Ξάνθη δεν στοχεύουν αποκλειστικά στην τοπική ιστορία. Εκείνο που κυρίως με απασχολεί είναι γενικές αρχές που μεταφέρουν και διατηρούν σημασίες. Και οι σημασίες αυτές είναι συγκεκριμένες. Σημαίνουν την ταυτότητα και οδηγούν στην ελευθερία, αφού η θρησκευτική μας πίστη, η παράδοση, η ιστορία, η γλώσσα και η τοπικότητα είναι τα στοιχεία και οι βάσεις της ελευθερίας μας, και αφού η ασφαλέστερη ανεξαρτησία βασίζεται στην πολιτισμική ταυτότητα, ενώ η πιο απόλυτη υποδούλωση βασίζεται στην πολιτισμική υποταγή.

Στη χωροταξική διάταξη της Ξάνθης διακρίνονται ακόμη οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για καθαγίαση του χώρου. Έπειτα, η πόλη, όπως διατηρείται κτισμένη γύρω από τις εκκλησίες, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα οικισμού της "Καθ’ ημάς Ανατολής". Αλλά είναι και το πληρέστερα διατηρούμενο στον ελλαδικό χώρο δομημένο παράδειγμα της κοινοτικής οργάνωσης του νεότερου Ελληνισμού κατά την ύστερη Τουρκοκρατία. Κτίτορας της Ξάνθης είναι η ρωμαίικη κοινότητα με την καθοδήγηση της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πόροι για την ανέγερση της πόλης προέρχονται από την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα της κοινότητας. Η Ξάνθη είναι δημιούργημα του ελληνικού κοινοτισμού.

Η εκ βάθρων ανέγερση της κατεστραμμένης από σεισμούς πόλης το 1829, γίνεται από μπουλούκια οικοδόμων από τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Αυτοί μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στην Ξάνθη και τη Θράκη.

Οι επαφές με την Κεντρική Ευρώπη, λόγω της έντονης εμπορικής δραστηριότητας σχετικά με τον καπνό, αποτυπώνονται στο χαρακτήρα της πόλης. Η πόλη αποκτά κοσμοπολίτικο αέρα και αναδεικνύεται σε ελληνικό οικονομικό κέντρο, υπό Οθωμανική Διοίκηση.  Μεγάλη είναι η κινητικότητα των πληθυσμών της πόλης, η οποία αποτελεί ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων.

Στη διατηρούμενη Παλιά Πόλη της Ξάνθης απαντώνται στοιχεία της λαϊκής, της "αρχοντικής" και της εκκλησιαστικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία συνυπάρχουν με στοιχεία της κεντροευρωπαϊκής μπελ επόκ, της αρχιτεκτονικής του εκλεκτικισμού των αστικών κέντρων της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του νεοκλασικισμού του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο, καθρέπτης της εξωστρέφειας του Ελληνισμού και του κοσμοπολιτισμού των Ρωμηών της "Καθ’ ημάς Ανατολής", αλλά και τόπος αρμονικής συμβίωσης πληθυσμών με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.

Έχουμε, δηλαδή, εδώ τη ζώσα και ορατή παρουσία όσων συνιστούν την εθνική και πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία: Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός, "Καθ’ ημάς Ανατολή",  Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Κοινότητες των Ρωμηών κατά την Τουρκοκρατία, Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως οι σημασίες που μεταφέρει η Παλιά Πόλη της Ξάνθης δεν αφορούν μόνο το ιστορικό περιβάλλον, αλλά απλώνονται και στη σύγχρονη προβληματική, όπως συνειδητά ή ασυνείδητα τη βιώνουμε.

 Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμη του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό κενό από σημασίες. Γίνεται χώρος που δεν είναι μόνιμος, που χρησιμεύει μόνο για να μας μεταφέρει εκεί που είναι ανάγκη να πάμε. Ο τόπος γίνεται μη τόπος. Ουσιαστική είναι η διαπίστωση ενός μεγάλου σύγχρονου διανοητή ότι "η έλλειψη πατρίδας είναι σήμερα ένα παγκόσμιο πεπρωμένο". Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ιδεολογική και έχει την εξήγησή της,  πάντα κατά τον ίδιο διανοητή, "στην αποχώρηση του ιστορικού στοιχείου μέσα από το Είναι". Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μέσα σε ένα "διαρκές παρόν".

Μετά το 1922, με την καταστροφή του ευρύτερου Ελληνισμού, η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μια χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας όμως δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, στο Αιγαίο ή στην Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας. Τα σύνορα παύουν να είναι γραμμικά και απλώνονται και διακλαδώνονται παντού στον εμπειρικό και στον νοητικό χώρο. Φαίνεται πια καθαρά ότι είναι απολύτως αναγκαίο να επανασυνδεθούμε σταθερά με αυτό που μας καθορίζει.

Ιδού λοιπόν σήμερα εδώ οι πόλεις της Θράκης ως σύνορα και ως τόποι, απ’ όπου μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό που μας φαίνεται μακρινό, να συνδέσουμε το πρόσκαιρο με το διαρκές και να αντικαταστήσουμε το άξενο με το οικείο.

Ευχαριστώ εκ βαθέων τη Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης και ειδικότερα το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας ,για την τιμή που μου επιφύλαξαν.

Αυτό με ικανοποιεί, γιατί το ερμηνεύω ως αποτέλεσμα συλλογικής συναίνεσης και αποδοχής. Πράγμα που αξιολογώ ιδιαίτερα, γιατί πιστεύω ότι χωρίς τη συλλογικότητα η κοινωνική πραγματικότητα προκύπτει μόνο προσθετικά, ως άθροισμα ατομικών ιδιοτήτων και όχι ως ενιαία παράδοση και ζωντανός πολιτισμός. Αυτή την ενιαία παράδοση και τον ζωντανό πολιτισμό είναι αναγκαίο να παρουσιάσουμε και να αναδείξουμε.

Κυρίες και κύριοι σας ευχαριστώ.



Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Τα Σκόπια θα σώσουν την Ελλάδα ;


Παρακολούθησα τις ογκώδεις διαδηλώσεις για το θέμα της ονομασίας της FYROM και έμεινα κατάπληκτος με αυτό που διάκρινα μέσα από τις εικόνες και τα λεγόμενα των συμμετεχόντων.

Κατ΄ αρχήν η, συνηθισμένη σήμερα σε μερικούς κύκλους των Αθηνών  απογοήτευση και άρνηση στα εθνικά προβλήματα, η τάση για εθνομηδενισμό, η περιφρόνηση προς τα εθνικά σύμβολα, η επιθυμία για εθνοαποδόμηση και η αμφισβήτηση του ιστορικού στοιχείου και της συνέχειας του ελληνικού έθνους, δεν ήταν φανερές πουθενά. Οι συμμετέχοντες και οι ομιλητές δεν δίστασαν να μιλήσουν για πατριωτισμό, μια λέξη εξόριστη από την ελληνική γλώσσα για αρκετά χρόνια. Εντύπωση μου προξένησε το φρόνημα των συμμετεχόντων, φρόνημα που δεν συναντά κανείς εύκολα στην Αθήνα. Αυτό είναι καινοφανές φαινόμενο και όχι ελιγμός της Δεξιάς ή της Αριστεράς, όπως θέλουν να μας πείσουν ότι είναι. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί αυτή την αλήθεια. Επιπλέον, διατηρείται σταθερά η πολιτική αντίθεση μεταξύ των Ελλήνων, αντίθεση που ξεκινά από τη δεκαετία του 1930, συνεχίζεται με τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949 που όμως δεν τελειώνει το 1949, αλλά κρατά μέχρι σήμερα το έθνος δέσμιο ιδεολογικών φαντασιακών οραμάτων. Η αδυναμία μας να χειριστούμε αποδοτικά την ελληνική ανάπτυξη των δεκαετιών 1960-1970 και να αφήσουμε μισή την πραγματοποίηση του άλματος της ανάπτυξης και της ένταξης της χώρας σε μία ισχυρή ομάδα κρατών οφείλεται ίσως στην διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, παρατάξεις που δεν έχουν πλέον νόημα. Το οικονομικό μας πρόβλημα, όπως και το στρατηγικό έλλειμμά μας, έχουν πολιτική διάσταση.

Όσον αφορά το Μακεδονικό ψευδοπρόβλημα, αυτό έχει ιστορία που μας διαφεύγει. Αρχίζει από τα μέσα του 19ου αιώνα με την πανσλαβιστική ιδεολογία την οποία διατύπωσε η Ρωσία και εφάρμοσε η Βουλγαρία. Σταθμοί είναι η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1880, η προσάρτηση από τη Βουλγαρία της Ανατολικής Ρουμελίας το 1881 και ο Μακεδονικός Αγώνας το 1903-1907. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν θα αλλάξει τα δεδομένα. Στον Μεσοπόλεμο, το πρόβλημα παίρνει πάλι τη μορφή που είχε κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Η Κομιντέρν διατυπώνει τη θεωρία των ανεξαρτήτων κρατών μέσα στα πλαίσια ενός κομμουνιστικού κόσμου. Έτσι, η Βουλγαρία και η Θράκη θα αποτελούσαν ένα κράτος-έθνος με σύντροφο μια ανεξάρτητη ενιαία Μακεδονία, που, φυσικά, θα έλεγχε ο σλαβικός πληθυσμός κάτω από ένα κομμουνιστικό καθεστώς. Ο σλαβικός  πληθυσμός της Μακεδονίας ήταν εκείνη την εποχή υπολογίσιμος, παρά τα μέτρα που είχε λάβει η ελληνική κυβέρνηση.

Με την Μικρασιατική Καταστροφή τα δεδομένα αλλάζουν. Χιλιάδες πρόσφυγες της Ελληνικής Ανατολής καταφθάνουν και εγκαθίστανται στις πόλεις και στα χωριά της Μακεδονίας. Με τις ανταλλαγές πληθυσμών η ελληνική υπεροχή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Βουλγαρία καταλαμβάνει τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία, για να τις κρατήσει τέσσερα χρόνια.

Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος που ακολουθεί ξαναφέρνει στην επιφάνεια το Μακεδονικό Πρόβλημα. Οι φιλοδοξίες του Τίτο για προσάρτηση της Μακεδονίας στη Γιουγκοσλαβία και ακρωτηριασμό της Ελλάδας σε μια Ελλάδα της Μελούνας, οι φιλοδοξίες της Βουλγαρίας για μια έξοδο στο Αιγαίο στηρίζουν τον λεγόμενο Δημοκρατικό Στρατό στην προσπάθειά του να καταλάβει την εξουσία στην Ελλάδα.

Κατά την κρίσιμη αναμέτρηση του Εθνικού Στρατού με τον Δημοκρατικό Στρατό, μεγάλο ποσοστό των πολεμιστών του Δημοκρατικού Στρατού ήταν Σλαβομακεδόνες. Με τη νίκη του Εθνικού Στρατού στο Βίτσι και στον Γράμμο χιλιάδες Σλαβομακεδόνες ακολουθούν την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού και εγκαταλείπουν τις εστίες τους στην ελληνική μεθόριο.  Το Σλαβικό στοιχείο σχεδόν εξαφανίζεται από τη Μακεδονία. Οι σημερινοί ηγέτες του FYROM προέρχονται από τους πληθυσμούς αυτούς και από το θλιβερό παιδομάζωμα. Έχουν, λοιπόν, από τη γέννησή τους, μία τάση και ένα φανατισμό που τους εμποδίζει να σκεφθούν λογικά και να επιδιώξουν μία συνεννόηση με την Ελλάδα.  

Θα κατασκευάσουν, λοιπόν, ένα έθνος φάντασμα, το οποίο δανείζεται αυθαίρετα το ιστορικό βάθος της Ελλάδας για να δημιουργήσει μια ενωτική ταυτότητα και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του με δάνεια. Ταυτόχρονα, διατυπώνει συνταγματικά καλυμμένες, πλην ολοφάνερες, διεκδικήσεις όχι μόνο στο όνομα που δεν του ανήκει, αλλά και σε περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Πρόκειται για μια αλυτρωτική απειλή.

Δεν με ενδιαφέρει η προσπάθεια των Σκοπίων να υποκλέψει το όνομα της Μακεδονίας και να καταργήσει την Ιστορία μας. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η κατανόηση και η ιδεολογική αντιμετώπιση της απειλής. Σε αυτό το ελληνικό πολιτικό σύστημα απέτυχε θλιβερά με τρόπο που συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια να διαπιστώνουμε σε ό,τι αφορά την εξωτερική μας πολιτική και τη διεθνή θέση της χώρας. Η αποτυχία οφείλεται στην αδυναμία μας, αλλά και στις ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος. Πιστεύω ότι οι αποτυχίες μας οφείλονται στη γενική υποβάθμιση του γεωστρατηγικού και οικονομικού δυναμικού μας, πράγμα που έχει ως κύριο αποτέλεσμα την ανατροπή της οικονομικής και στρατιωτικής ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας και του κύριου γεωπολιτικού αντιπάλου της.  Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την γεωπολιτική κάμψη της χώρας; Την αδυναμία της να προσαρμοστεί με την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Το φρόνημα, λοιπόν, που διέκρινα σε αυτά τα συλλαλητήρια μου δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι σε ένα υποδόριο επίπεδο η αίσθηση της ελληνικότητας και το φρόνημα του ελληνικού λαού παραμένουν άθικτα. Ίσως, η διένεξή μας με τα Σκόπια αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για ελληνική κινητοποίηση για εκκαθάριση του πολιτικού συστήματος και καταλαγή των πολιτικών διαφορών με τερματισμό επιτέλους του εμφυλίου πολέμου. Τα Σκόπια μπορούν να σώσουν την Ελλάδα. 

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

Τουρκικός εκσυγχρονισμός των βυζαντινών μνημείων στη Μικρά Ασία.














Η φωτογραφία που μου παραχώρησε ευγενικά ο κ. Δημήτρης Δανιηλίδης με γέμισε απορίες.  Περί τίνος πρόκειται; Για ένα μοντέρνο ξενοδοχείο που λείπει από την χωρίς ξενοδοχεία Τραπεζούντα; Πρόκειται για ένα καζίνο, ή για ένα κέντρο διασκέδασης που λείπει από τη συντηρητική Τραπεζούντα;

Κι όμως, η Τουρκία εκσυγχρονίζεται και αναστηλώνεται για να γίνει μοντέρνα. Κατά παράδοξο τρόπο αυτό την οδηγεί σε ένα εκσυγχρονισμό προς τα πίσω. Αρκεί να παρατηρήσουμε το τι συνέβη στο ωραιότατο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου στις Βλαχέρνες της Κωνσταντινούπολης, το οποίο εκσυγχρονίστηκε και αναστηλώθηκε με, μεταξύ των άλλων,  εγκατάσταση πολυτελούς εισόδου από αλουμίνιο και φύλλα "πλεξιγκλάς" , ενώ τα παράθυρα κατασκευάστηκαν από γνήσιο μοντέρνο αλουμίνιο, ώστε να είναι σε συμφωνία με τις πιο σύγχρονες κατασκευές που συναντά κανείς στην διεθνοποιημένη και μοντέρνα  Ισταμπούλ, που κοιτάζει στο μέλλον.  Ο διατυμπα­νιζό­μενος παγκόσμιος πολιτισμός επιβάλλει την υιοθέτηση διεθνοποιημένων μορφών έκφρασης και συγκρότησης της ζωής, των συμπεριφορών και του περιβάλλοντος. Αυτή η μορφή πολιτισμού γοητεύει και τους Τούρκους που φτάνουν να την εφαρμόζουν με ένα παράλογο πρωθύστερο τρόπο.

Στο τερατούργημα που βλέπουμε στη φωτογραφία του κ. Δανιηλίδη, εικονίζεται η είσοδος της βυζαντινής εκκλησίας της Αγίας Σοφίας της Τραπεζούντας. Το πράσινο φως ίσως συμβολίζει το Ισλάμ, το οποίο κατέχει τώρα την εκκλησία που πριν προστάτευαν οι υπηρεσίες της UNESCO  και του ΟΗΕ, ως μνημείο ιδιαίτερης πολιτιστικής σημασίας.   

Η τεράστια εκκλησία της Αγίας Σοφίας ανεγέρθη από τους Κομνηνούς της Τραπεζούντας κατά τον 13ο αιώνα, σε μία προσπάθεια να δημιουργηθεί μία αυτοκρατορική παράδοση στην πόλη. Αναστηλώθηκε με μεγάλη επιτυχία στη δεκαετία του 1960 από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και έκτοτε παρέμενε ως μουσείο. Πρόσφατα επανήλθε στη χρήση του Ισλάμ, όπως συμβαίνει με αρκετές εκκλησίες της επικράτειας της Τουρκίας.

Το πάθος του εκσυγχρονισμού και της προσέγγισης ή συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, παρά τα λεγόμενα, ζωντανό στην Τουρκία. Με την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία θα πραγματοποιήσει τη μυθική επιταγή της πορείας προς τη Δύση. Πρόκειται για ένα αταβιστικό πλέγμα που τυραννά την Τουρκία και τις χώρες που γειτονεύουν. Η άγνοια και η απόρριψη του βυζαντινού πολιτισμού είναι τα βλαβερά αποτελέσματα της άλογης τάσης των Τούρκων προς τη Δύση.  Σε αυτό διακρίνεται και η διάκριση κυρίου και δούλου που υποφώσκει  στις συμπεριφορές της Τουρκίας προς τους γείτονές της και τις μειονότητες που απέμειναν στην επικράτειά της. Μέσα σε αυτό το πλέγμα ίσως μπορούμε να διακρίνουμε την κρίση ταυτότητας που ταλανίζει τη δύσκολη γειτονική μας χώρα, αλλά μαζί και τη δύσμοιρη πατρίδα μας.




Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Νεκρολογία του Δημήτρη Σταθόπουλου (1946-2017)

Ο Δημήτρης Σταθόπουλος δεν γεννήθηκε στην Ξάνθη, στην οποία εγκαταστάθηκε σε προχωρημένη ηλικία, μετά το 1970. Αγάπησε, όμως, την πόλη και αναδείχθηκε ως  αυτός  που αποτύπωσε το πνεύμα και την ψυχή της πόλης στο δοκιμαζόμενο δομημένο ιστορικό περιβάλλον. Η Ξάνθη που αποτύπωσε ο Σταθόπουλος, είναι η Ξάνθη της μεγάλης εποχής του εμπορίου του καπνού από το 1860 μέχρι το 1910, καθώς και η λαϊκή Ξάνθη των δεκαετιών του 1950 και του 1960.

Ο Δημήτρης Σταθόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946 και δεν σπούδασε ζωγραφική, αλλά περιορίστηκε σε μια υπαλληλική καριέρα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Εργαζόμενος σε μια βιομηχανία της Ξάνθης συναντήθηκε με την Παλιά Πόλη, συνάντηση που σημάδεψε έκτοτε τη ζωή του. Έχοντας καλλιτεχνικές ανησυχίες άρχισε να ζωγραφίζει και πέτυχε σε λίγα χρόνια να είναι ικανός όχι μόνο να αποτυπώσει τα κτίσματα που τον εντυπωσίαζαν, αλλά να δώσει και την ουσία που βρίσκεται κρυμμένη πίσω από τις πινελιές. Ζωγράφιζε, εκτός της Ξάνθης, τη Σαμοθράκη, τη Δράμα και εξοχές που συναντούσε σε ταξίδια διακοπών. Τα έργα του  που είναι κυρίως ακουαρέλες με νερομπογιά έχουν μια παλαιική πατίνα που ενισχύει την εντύπωση του θεατή για ένα χαμένο ιδανικό κόσμο. Πρόκειται για έργα ρεαλιστικά που οδηγούν όμως πέραν της πραγματικότητας. Η αντιμετώπιση είναι περιγραφική και η μέθοδος συντηρητική. Κατάλαβε βαθιά την πολυμορφία της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής της Ξάνθης και ήταν ο πρώτος που την απέδωσε. Έγινε μόνιμος κάτοικος της Ξάνθης, εγκατέλειψε τη δουλειά του στο εργοστάσιο και άνοιξε ένα μικρό ατελιέ στην οδό Ορφέως στην καρδιά σχεδόν της Παλιάς Πόλης. Για χρόνια οι διαβάτες τον έβλεπαν να εργάζεται ακούραστος δημιουργώντας εκατοντάδες έργα. Έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και παρουσίασε 18 ατομικές εκθέσεις.

Ο Δημήτρης Σταθόπουλος ήταν ένας γνήσιος διανοούμενος που είχε την ικανότητα να εκφράζεται με σαφήνεια πάνω σε αισθητικά θέματα με βάση μία γνώση την οποία απέκτησε χωρίς να φοιτήσει σε ανάλογη σχολή. Ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που μιλούσε ψιθυριστά και απόφευγε τις επιδείξεις και τις φιλοδοξίες.

Η Ξάνθη και όχι μόνο αυτή, θα τον θυμάται  μέσα από τα χιλιάδες έργα του.










Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Αναμνήσεις από τη Βόρειο Ελλάδα κατά την εποχή του Εμφυλίου, 1946-1949

Ο πατέρας μου Αλέκος ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Καβάλα. Δεν ήταν Καβαλιώτης, στην Καβάλα βρέθηκε ως πρόσφυγας από τη Ραιδεστό μετά την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό τον Οκτώβριο του 1922. Ήταν θρακιώτης με απώτερη καταγωγή από τη Μάνη.

Το 1940, ο πατέρας μου μετατέθηκε ως Διευθυντής στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη Φλώρινα. Εκεί τον ακολούθησε και η μητέρα μου, με την οποία παντρεύτηκε το 1941. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Τον ακολούθησαν επίσης τα δύο αδέλφια του Δωροθέα και Νίκος, αφού η Καβάλα καταλήφθηκε τον Απρίλιο του 1941 από τους Βούλγαρους και μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Εγώ γεννήθηκα στη Φλώρινα το 1942. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε η αδελφή μου. Απορώ ακόμη πως μέσα στις αβεβαιότητες και τους κινδύνους της εποχής εκείνης ο πατέρας μου δύο φορές ξεριζωμένος και η μητέρα μου, είχαν το κουράγιο να κάνουν παιδιά. 

Τον Απρίλιο του 1941 με την εισβολή των Γερμανών, ο Διευθυντής και το προσωπικό του Υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος της Φλώρινας διετάχθησαν να παραλάβουν μέρος των αρχείων της Τράπεζας καθώς και όλο το ταμείο και να το μεταφέρουν με τη φροντίδα τους στην Αθήνα. Ο πατέρας μου νοίκιασε αυτοκίνητα και προλαβαίνοντας να περάσει το Μέτσοβο, πριν το καταλάβουν οι Γερμανοί, βρέθηκε στην Νότιο Ελλάδα. Εκεί, στο δρόμο Μάνδρας – Ελευσίνας ένα γερμανικό αεροπλάνο πολυβόλησε, χωρίς να προξενήσει μεγάλες ζημιές, την πομπή των αυτοκινήτων που κατέβαινε προς την Αθήνα. Το αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν ο πατέρας μου έπεσε σε ένα χαντάκι και ο πατέρας μου τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε σε αγγλικό πρόχειρο νοσοκομείο στην Ελευσίνα. Τα τραύματά του δεν ήταν σοβαρά, έχασε όμως πολλά από τα δόντια του που δεν τα αναπλήρωσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Γρήγορα έφτασε στην Αθήνα. Οι υπάλληλοι της Φλώρινας εντάχθηκαν στο προσωπικό του αθηναϊκού κεντρικού καταστήματος για λίγο χρόνο όσο τα πράγματα πάρουν μια μορφή. Ο πατέρας μου αρνήθηκε να παρακολουθήσει στις 3 Μαΐου 1941 τη μεγάλη γερμανική παρέλαση της Στρατιάς του Λίστ παρά τις συστάσεις που έγιναν προς όλους τους υπαλλήλους.

Στη Φλώρινα μέναμε στον πρώτο όροφο ενός κτηρίου στο κέντρο της πόλης. Το ισόγειο ήταν το υποκατάστημα της Τράπεζας. Για ένα διάστημα το κτήριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και εμείς μεταφερθήκαμε στο αρχοντικό Σαπουντζή στις όχθες του ποταμού Σακουλέβα, που νομίζω σήμερα είναι μουσείο.  Η πόλη είναι κτισμένη σε μια στενή κοιλάδα που τη διασχίζει ο ποταμός Σακουλέβας. Δεν θυμάμαι και πολλά. Έχω αμυδρές αναμνήσεις από την αγορά και την πλατεία. Θυμάμαι τα κόκκινα γαλλικά κεραμίδια που βλέπαμε από το παράθυρό μας. Από το ίδιο παράθυρο κοιτάζαμε τα απέναντι βουνά και τον βαθύ μπλε ουρανό με τα άσπρα πυκνά σύννεφα, που αργά το απόγευμα γινόταν κόκκινα και χρυσά. Θα πρέπει να καθόμουν ώρες σε κείνο το παράθυρο. Θυμάμαι επίσης τα άλογα στην πλατεία και τη γέφυρα στον ποταμό Σακουλέβα που πάνω της συνάντησα έναν Άγγλο που μού έδωσε μια σοκολάτα. Θυμάμαι επίσης να σκαρφαλώνω με τη μητέρα μου πάνω σε σωρούς από ρούχα που αμέσως μετά την απελευθέρωση τα είχαν στείλει από την Αμερική για να βοηθήσουν τους εξαθλιωμένους Έλληνες.

Πολλά από κείνα που θυμάμαι είναι διάφορες μεταγενέστερες διηγήσεις που τις ανέπλαθα με τη φαντασία μου και τις έκανα πραγματικότητα. Μια συνηθισμένη διήγηση ήταν το πως ειδοποιήθηκε η μαμή τις πρωινές ώρες μιας μέρας του Δεκέμβριου του 1942, όταν πιάσαν τη μητέρα μου οι πρώτοι πόνοι της γέννησής μου. Ο πατέρας μου πανικόβλητος βγήκε έξω για να πάει στο σπίτι της μαμής μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έπεσε όμως πάνω σε μια περίπολο Γερμανών με τους οποίους δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και συνελήφθη. Υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας.  Κοντά στην πλατεία ήταν ανοικτό ακόμη ένα κέντρο διασκέδασης και ο πατέρας μου ζήτησε βοήθεια. Βγήκε τότε κάποια κοπέλα, που με τα γερμανικά που γνώριζε εξήγησε στους στρατιώτες τί συνέβαινε. Όλα εξελίχθηκαν κατ΄ ευχήν. Τρία χρόνια μετά η κοπέλα εκείνη δικάστηκε για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου, που γνώριζε τους στρατοδίκες, φρόντισε για την επιείκειά τους.

Άλλες διηγήσεις συνδέονται με τον μεγάλο βομβαρδισμό της Φλώρινας. Αυτό συνέβη στις 27.4.1944 και έγινε από 24 αμερικανικά liberators που απογειώθηκαν από το Ριμίνι της Ιταλίας. Βομβαρδίστηκε κυρίως ο σιδηροδρομικός σταθμός, αλλά οι βόμβες έπληξαν και τμήμα της πόλης και μετρήθηκαν αρκετοί νεκροί. Διηγούνταν πώς οι Γερμανοί και τα άλογά τους διαμελίστηκαν και διασκορπίστηκαν στους δρόμους της πόλης. Θυμάμαι κάτι σπηλιές στις όχθες μάλλον του ποταμού, στις οποίες τρέχαμε να κρυφτούμε. Θυμάμαι επίσης τη μεγάλη τσιμεντένια σκάλα της τράπεζας, κάτω από την οποία προφυλαχθήκαμε. Ο θείος μου που βρισκόταν στο δρόμο έτρεξε και σκαρφάλωσε ξυπόλητος, αφού τα παπούτσια του είχαν χαθεί από τα κύματα των εκρήξεων, στο διπλανό λόφο απ΄ όπου μέσα στους καπνούς και στις σκόνες διέκρινε το κτήριο της τράπεζας να στέκεται χωρίς να έχει πληγεί.

Οι διηγήσεις του πατέρα μου μετά ήταν χαρακτηριστικές για το τί τράβηξε στη Φλώρινα. Σαν διευθυντής της Τράπεζας, απορούσε πώς επέζησε από τις πιέσεις και τις απαιτήσεις των τριών αντιμαχόμενων κατά την Κατοχή : των Γερμανών, των Ελλήνων ανταρτών και των Σλαβομακεδόνων ανταρτών. Φυλάγω ακόμη ένα γράμμα του σε φίλο, όπου διατραγωδεί την κατάσταση και την ατμόσφαιρα τρόμου γράφοντας ότι: το κεφάλι του δεν στέκεται καλά στους ώμους του.  Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που συνέβη στην πλατεία της Φλώρινας. Ένα κυριακάτικο πρωινό μετά την αποχώρηση των Γερμανών ο πατέρας μου καθόταν μαζί με φίλους του σε καφενείο της πλατείας της Φλώρινας. Τότε πέρασε ένας οπλισμένος αντάρτης ο οποίος χαιρέτησε τον πατέρα μου και μάλιστα του έπιασε κουβέντα. Οι φίλοι του πάγωσαν. Που τον ξέρεις αυτόν, Αλέκο; , ρώτησαν οι έντρομοι φίλοι του μόλις ο αντάρτης έφυγε. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος σφαγέας των Ελλήνων. , είπαν οι φίλοι του. Ήταν όμως ο κουρέας μου, απάντησε ο πατέρας μου και τον ξέρω χρόνια.

Και πράγματι. Το κεφάλι του δεν στεκόταν καλά στους ώμους του. Με την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των ανταρτών στη Φλώρινα άρχισαν προγραφές και εκτελέσεις προσώπων που είτε κατείχαν υψηλές κοινωνικές θέσεις, είτε δεν ήταν αρεστά στους αντάρτες. Μεταξύ αυτών που βρίσκονταν στη λίστα της προγραφής υπήρχε και το όνομα του πατέρα μου. Ο φίλος του κουρέας βρισκόταν ψηλά στην ιεραρχία των ανταρτών και φρόντισε να σβηστεί το όνομα του πατέρα μου. Αυτό συνέβη δυο φορές και η αγωνία του πατέρα μου όλο και μεγάλωνε. Η κατάσταση αυτή τον οδήγησε σε νευρική κατάπτωση, ανησυχούσε μόνιμα για μας και ήθελε να φύγει από τη Φλώρινα. Θυμάμαι για χρόνια μετά τον πατέρα μου να ταλαιπωρείται σαν μάρτυρας σε δίκες, στις οποίες διάφοροι δικάζονταν είτε γιατί είχαν εκδηλωθεί ως Σλαβομακεδόνες, είτε γιατί είχαν λάβει μέρος στη λεηλασία της Τράπεζας μετά την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου. Έτσι, προσπαθούσε για χρόνια χωρίς επιτυχία να μετατεθεί και να φύγει νοτιότερα. 

Χαρακτηριστικά άκουγα κάποια ιστορία για ένα γνωστό μας νέο που θεώρησε χρέος του να καταφύγει στο βουνό με τους αντάρτες. Εκεί, τις πρώτες μέρες της άφιξής του πρόβαλε αντιρρήσεις στον διαφωτιστή σχετικά με τη μελλοντική διακυβέρνηση της Μακεδονίας, η οποία κατά τον διαφωτιστή θα ήταν χώρα Σλάβων και Ελλήνων. Οι αντιρρήσεις αυτές ήταν αιτία για να κατακρεουργηθεί χωρίς καθυστέρηση. 

Στις αρχές του 1947 φύγαμε επιτέλους από τη Φλώρινα. Ο πατέρας μου μετατέθηκε στην Ξάνθη. Πήραμε όλοι το τρένο τη δεύτερη μέρα του Πάσχα και φορτώσαμε 18 βαλίτσες και μερικά δέματα, όπως φαίνεται στη φορτωτική που φύλαξε ο πατέρας μου. Απορώ σήμερα πώς μαζεύτηκαν τόσα πράγματα. Θα πρέπει να ήταν ρούχα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα που διαθέταμε τότε ήταν πολύ λίγα. Από τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαμε μετά στο σπίτι μας, λίγα ανήκαν σε αυτή την παλιά εποχή. Μπορώ να εντοπίσω σήμερα μόνο λίγα σκεπάσματα, μερικά ταψιά και κυρίως κάποια ασημικά, που είχαν διασωθεί από τη Θράκη και τις προηγούμενες μετακινήσεις, όπως και μερικά βιβλία που σώζονται μέχρι σήμερα. Δεν είχαμε καθόλου έπιπλα, ούτε και κρεβάτια, αυτά τα βρίσκαμε στα σπίτια στα οποία μετακομίζαμε. Απορώ επίσης, πως σε εκείνο το ταξίδι διακίνησαν οι τέσσερις μεγάλοι τα δύο μικρά παιδιά και το πλήθος από τις βαλίτσες και τα δέματα. Το ταξίδι μας διακόπηκε πρώτα στην Έδεσσα, μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταλείψαμε το τρένο για να πάρουμε λεωφορείο και τέλος στην Καβάλα, για να παραμείνουμε εκεί μια-δυό νύχτες. Το ταξίδι μας για την Ξάνθη έγινε πάλι με λεωφορείο.

Το ταξίδι αυτό κράτησε δύο εβδομάδες. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Απλώς ακολουθούσα τους άλλους και πήγαινα μαζί τους, όταν δεν με κρατούσαν από το χέρι. Ωστόσο, μόλις εγκαταλείψαμε τον σιδηροδρομικό σταθμό της Φλώρινας έμεινα κατάπληκτος με αυτά που έβλεπα. Ο σταθμός, πέρα από τον οποίο δεν είχα απομακρυνθεί ποτέ, βρισκόταν στην είσοδο της κοιλάδας που είναι κτισμένη η Φλώρινα. Νότια του σταθμού η σιδηροδρομική γραμμή διασχίζει μια πεδιάδα και πιο κάτω περνά κατά μήκος της λίμνης Βεγορίτιδας. Η κατάπληξή μου άρχισε με τον ορίζοντα, που για πρώτη φορά έβλεπα και δεν μπορούσα να καταλάβω τι πραγματικά ήταν. Είχα συνηθίσει να βλέπω γύρω μου τα υψώματα που περιβάλλουν τη Φλώρινα. Η κατάπληξή μου κορυφώθηκε όταν αντίκρισα τη λίμνη και τον ορίζοντα που σχημάτιζε το νερό με τον ουρανό. Είχα την εντύπωση ότι ο ουρανός έπεφτε μέσα στη λίμνη και δεν μπορούσα να εξηγήσω πως αυτό συνέβαινε. Μου ήταν αδιανόητη η αίσθηση του χάους και του απείρου που μου γεννούσε ο ορίζοντας.

Σύντομα φτάσαμε στην Έδεσσα όπου και κατεβήκαμε. Κάναμε βόλτες στον κεντρικό δρόμο και επισκεφθήκαμε κάτι γνωστούς του πατέρα μου. Μου φαίνεται ότι θα πρέπει να ήταν συμπατριώτες του από τη Ραιδεστό, αφού ανάλογες επισκέψεις θα γινόταν συχνές στο μέλλον, όταν θα βρισκόμασταν σε άλλες πόλεις. Θα πρέπει να μείναμε ένα βράδυ στην Έδεσσα.

Στη συνέχεια του ταξιδιού μας πάλι με το τρένο θυμάμαι να περνάμε μέσα από τα βουνά. Τώρα το τρένο ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά και στρατιώτες με όπλα που συχνά ανέβαιναν και περπατούσαν όρθιοι πάνω στα βαγόνια. Ο συρμός θα πρέπει να πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αφού οι στρατιώτες βγαίναν έξω και περπατούσαν παράλληλα στη γραμμή συνοδεύοντας το τρένο. Μαζί με το τρένο κινούνταν εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής δύο τανκ. Σε κάποιο σημείο, όπου ο δρόμος στένευε, ένα από τα δύο τανκ αναποδογύρισε και εγκλώβισε το πλήρωμά του. Οι στρατιώτες μαζί με άνδρες από τους επιβάτες του τρένου έτρεξαν και κατάφεραν να επαναφέρουν το τανκ και να απελευθερώσουν το πλήρωμά του. Μαζί με αυτούς βοήθησαν ήταν, θυμάμαι, και ο θείος μου. Με τα πολλά, την ίδια μέρα, αφού φαίνεται ότι το ταξίδι στη νύχτα θα ήταν επικίνδυνο, φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι ακόμα την καμπίνα του τρένου και όλους να αναρωτιούνται πότε θα φθάσουμε στη Θεσσαλονίκη. 

Μείναμε σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Παρατήρησα πάλι τη θάλασσα με κατάπληξη και άρχισα να συνηθίζω την ύπαρξη του ορίζοντα. Στη Θεσσαλονίκη συναντήσαμε ένα περιβάλλον που μου φάνηκε τότε κοσμοπολίτικο. Με ενθουσίασε η αίσθηση της απόλαυσης της ζωής που μου γεννούσαν οι γεμάτοι κόσμο δρόμοι. Κάθε βράδυ η παραλία πλημμύριζε από κόσμο  κι εμείς καθόμασταν σε ένα κέντρο και απολαμβάναμε το θέαμά του και την κίνηση. Τρώγαμε στο εστιατόριο «Όλυμπος - Νάουσα», που μου φάνηκε σαν τόπος μαγικός. Γοητεύτηκα από τον πλούτο των εκπλήξεων που μου επιφύλασσε κάθε επίσκεψη εκεί και από τους ήρεμους θορύβους και την ικανοποίηση που ήταν διάχυτη. Στη Θεσσαλονίκη δεν παραλείψαμε βέβαια να επισκεφθούμε πάλι και γνωστούς μας από τη Ραιδεστό.

Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα φαινόταν πολιτισμένα και ηρέμησαν όλοι, ξεχνώντας τις ανησυχίες που τους τυραννούσαν. Εμείς τα παιδιά δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε αυτό, το αισθανόμαστε όμως. Τώρα εξηγώ τη μεταβολή της διάθεσης των μεγάλων στο ότι βρισκόταν επιτέλους κοντά στη θάλασσα σε περιβάλλον που θεωρούσαν ασφαλές. Και είχαν δίκιο, λίγους μήνες μετά ο Δημοκρατικός Στρατός επεδίωξε να καταλάβει μία πόλη για να την ορίσει έδρα της κυβέρνησής του. Η πολιορκημένη Φλώρινα υπέστη επίθεση και αιματηρές οδομαχίες έλαβαν χώρα μέσα στην πόλη.

Το λεωφορείο μας έφερε στην Καβάλα χωρίς απρόοπτα, εκτός βέβαια από την μεταφορά του πάνω σε μία σχεδία από την μία έως την άλλη όχθη του ποταμού Στρυμόνα του οποίου οι γέφυρες είχαν ανατιναχθεί. Μόλις φθάσαμε στην Καβάλα θυμάμαι πως είδα σε κάποιο περίπτερο το νέο τεύχος του περιοδικού «Ελληνόπουλο» και παρά το ότι δεν διάβαζα ακόμη ζήτησα από τον πατέρα μου να μου το αγοράσει. Το έχω ακόμη και η ημερομηνία του είναι 12η Απριλίου 1947.

Στην Καβάλα μείναμε στο σπίτι του παππού μου στην Παναγία, λίγο κάτω από το κάστρο. Ήταν ένα παλιό σπίτι, ιδιοκτησία Τούρκων που το είχαν εγκαταλείψει με την Ανταλλαγή. Δεν θυμάμαι πόσο μείναμε. Η Καβάλα μου έδωσε για το παλιό τμήμα της την εντύπωση της Ανατολής. Στη συνοικία που μέναμε πλανιόταν ακόμη η ατμόσφαιρα μιας τουρκικής πόλης. Στο κάτω τμήμα όμως, κοντά στη θάλασσα και την πλατεία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχαν κέντρα και κινηματογράφοι που το βράδυ γέμιζαν ζωή. Υπήρχε μια πολιτισμένη αστική ατμόσφαιρα και μια ηρεμία που με γέμιζε ικανοποίηση.

Φύγαμε με το λεωφορείο ένα πρωινό για την Ξάνθη. Θυμάμαι πως καθόμουν με τη μητέρα μου στο μπροστινό κάθισμα κοντά στον οδηγό. Ρωτούσα συνεχώς πότε φθάνουμε. Φαίνεται ότι τα ταξίδια και τα λεωφορεία με είχαν κουράσει. Στον Νέστο περάσαμε πάλι με τη γνώριμη τώρα σχεδία, αφού κι εκεί δεν υπήρχε γέφυρα. Τέλος, το απόγευμα, είδαμε από μακριά τα βουνά και τα μοναστήρια της Ξάνθης. Η μητέρα μου με σήκωσε από το κάθισμα για να δω δύο χανούμισες με άσπρα μαντήλια που με τα γαϊδουράκια τους βρισκόταν μπροστά μας.

Στην Ξάνθη μείναμε σε ένα ξενοδοχείο για αρκετές μέρες. Φαίνεται ότι το διαμέρισμα που προοριζόταν για μας δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Ήταν ο πρώτος όροφος στο αρχοντικό Στάλιου, στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος. Για μέρες άκουγα συζητήσεις για τα χρήματα που ήταν να έρθουν. Πράγματι, ένα πρωινό κατέφθασε ένα φορτηγό και χωροφύλακες σε μοτοσικλέτες. Ήταν γεμάτο πράσινους σάκους με χαρτονομίσματα σε πακέτα. Εγώ είχα την εντύπωση ότι ήταν δικά μας. Ήταν τα χρήματα που θα κινούσαν τη νεκρή αγορά της Ξάνθης και που η Τράπεζα δάνειζε με ευνοϊκούς όρους στους επαγγελματίες και στους εμπόρους της Ξάνθης. Είχαν μόλις επιστρέψει από τη φυγή που τους επέβαλαν οι Βούλγαροι και προσπαθούσαν να ανορθώσουν τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις τους.

Για παραπάνω από ένα χρόνο περνούσα τον καιρό μου με το να ψάχνω τον μαγικό κόσμο του μικρού κήπου πίσω από το αρχοντικό Στάλιου. Και τί δεν ανακάλυπτα εκεί! Βρήκα ένα βουλγάρικο γραμματόσημο και ένα νόμισμα της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον φοίνικα. Μια χαλασμένη αριθμομηχανή συγκέντρωσε την προσοχή μου. Βρήκα επίσης πολλά έντομα που μου φάνηκαν σαν το πιο παράξενο πράγμα που είχα δει. Για ώρες καθόμουν ανάμεσα στα μπαούλα σε δωμάτιο του ορόφου το οποίο χρησιμοποιούσαμε για αποθήκη. Άκουγα τους θορύβους του δρόμου και της γειτονιάς και ονειροπολούσα. Για το διάστημα αυτό δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν πήγα σε νηπιαγωγείο. Ίσως γιατί δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία εκεί. Τα βράδια πηγαίναμε στην πλατεία και καθόμασταν σε ένα εστιατόριο από τα πολλά που είχε τότε η Ξάνθη. Τις Κυριακές μας έπαιρνε τα πρωινά η μητέρα μου και πηγαίναμε στον Δημοτικό Κήπο, ένα υπαίθριο κέντρο δίπλα στον Κόσσινθο, το ποτάμι της Ξάνθης. Καθόμασταν για ώρες κάτω από τα πλατάνια σε ένα κέντρο, που υπάρχει ακόμη. Γύρω μας κυλούσαν σε ποταμάκια νερά που κατέληγαν σε νερόμυλους. Εμείς τα παιδιά παίζαμε με άλλα παιδιά που βρίσκαμε εκεί. Ήταν όλα ειρηνικά και ηλιόλουστα. Μια μέρα όμως βρέθηκα κοντά σε ένα θάμνο από τους πολλούς που σχημάτιζαν τοίχο και περιόριζαν τους κήπους. Εκεί στον κορμό του θάμνου διάκρινα ένα βλήμα. Ήταν χάλκινο και λαμπύριζε στον ήλιο όταν το πήρα στα χέρια μου. Ήταν βαρύ και με κόπο το πήγα στη μητέρα μου.

Ένα ανάλογο επεισόδιο συνέβη στην υπόγεια αποθήκη της Τράπεζας, όπου πήγαινα συχνά και έψαχνα για περιοδικά και εφημερίδες που πολλές από αυτές ήταν βουλγάρικες. Το κτήριο της Τράπεζας είχε χρησιμοποιηθεί ως Αρχηγείο της Βουλγαρικής Αστυνομίας και αργότερα έμαθα ότι πολλοί πατριώτες βασανίστηκαν απάνθρωπα εκεί. Μια μέρα ακούμπησα με τα δάχτυλά μου ένα καλώδιο που ακόμα θυμάμαι ζωηρά πως είχε το μεταλλικό πυρήνα του γυμνό στο τέλος του. Ένα κύμα μιας άγνωστης δύναμης που γέμισε πόνο το κορμί μου ήταν το αποτέλεσμα. Πετάχτηκα μερικά μέτρα μακρύτερα μέσα σε μια αίσθηση ότι ο κόσμος τέλειωνε. Είχα υποστεί ηλεκτροπληξία. Τι ζητούσε όμως το καλώδιο αυτό σε κείνο το σημείο; Τώρα υποθέτω ότι το καλώδιο αποτελούσε τμήμα του εξοπλισμού βασανισμού των πατριωτών από τους Βούλγαρους και ότι έμεινε εκεί από αμέλεια των συντηρητών του κτηρίου. Αργότερα ο πατέρας μου ερεύνησε το πρόβλημα και έκοψε το καλώδιο και την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε αυτό.

Το 1947 πέρασε ειρηνικά. Ωστόσο, το 1948 βρεθήκαμε στο κέντρο των μαχών που γινόταν για να εξασφαλίσει ο δημοκρατικός στρατός μια επαρχιακή πόλη που θα έπαιζε τον ρόλο της έδρας μιας προσωρινής κυβέρνησης. Αντάρτικες μονάδες κατέβαιναν τη νύχτα προς τα βουνά Πριόνι που βρίσκονται ανατολικά της Ξάνθης. Εκεί εγκαθιστούσαν πυροβόλα και βομβάρδιζαν την πόλη. Κοντά στο σπίτι μας υπάρχει επιβλητικό αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ που υψώνεται πάνω απ΄ όλα τα κτίσματα της περιοχής, όπου και δεσπόζει. Σε αυτό το αρχοντικό είχε εγκατασταθεί η διοίκηση του στρατού. Σε μια μεγάλη βεράντα του αρχοντικού του Ισαάκ Δανιήλ, που βλέπει στα πόδια της όλη την πόλη, ο Στρατός είχε εγκαταστήσει μεγάλα μεγάφωνα που παιάνιζαν όλη τη μέρα και μετέδιδαν συνθήματα. Θυμάμαι ζωηρά το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» να παιανίζει τραγουδημένο από χορωδία χωρίς σταματημό. Γύρω είχε γεμίσει φορτηγά και τζιπ. Ο στρατός πηγαινοερχόταν συνεχώς. Το κτήριο της «Μεραρχίας», όπως ονομάζαμε τότε το αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ, ήταν τη νύχτα ο στόχος των βομβαρδισμών.

Κάθε βράδυ σχεδόν λίγο μετά που νύχτωνε τα αντάρτικα πυροβόλα άρχιζαν να βάλουν με στόχο την έδρα και το στρατόπεδο της πόλης. Δεν ξέρω πόσα βλήματα βρίσκαν τον στόχο τους. Το κτήριο της «Μεραρχίας» υπάρχει και σήμερα και δεν φαίνεται να έχει υποστεί ζημιές από βομβαρδισμούς. Πάντως τα βλήματα ακούγονταν να περνούν σφυρίζοντας από πάνω μας. Ο βομβαρδισμός άρχιζε συνήθως μόλις νύχτωνε, την ώρα που είχε δημιουργηθεί η λεγόμενη «βόλτα» και πολύς κόσμος βρισκόταν έξω κοντά στα πάρκα και το ποτάμι. Μόλις άρχιζαν να ακούγονται τα σφυρίγματα των οβίδων έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι να κρυφτούν. Δεν κατάλαβα αν η «βόλτα» αποτελούσε στόχο των βομβαρδισμών. Οπωσδήποτε, ο κόσμος επέμενε στη «βόλτα» και την επόμενη μέρα πήγαινε ξανά για να φύγει κακήν κακώς πανικόβλητος μετά από λίγες ώρες.

Την ίδια εποχή ο στρατός άδειασε τα χωριά των Πομάκων, ώστε οι αντάρτες να στερηθούν από τον ανεφοδιασμό που οι Πομάκοι, θέλοντας και μη, τους παρείχαν. Η Ξάνθη γέμισε αγρότες με τις οικογένειές τους. Πολλοί από αυτούς κοιμόταν στους δρόμους. Ο πατέρας μου, που ήταν συμπονετικός, πήρε ένα κοριτσάκι και το έφερε στο σπίτι μας. Έμεινε μαζί μας σχεδόν δύο χρόνια.

Αργότερα, το 1948, οι αντάρτες άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη. Άκουγες τη νύχτα πυροβολισμούς και πολυβολισμούς. Μόλις νύχτωνε οι στρατιώτες βγαίναν στο δρόμο και ακροβολιζόταν. Μπροστά στο σπίτι μας και σε όλο τον δρόμο ξάπλωναν στο πεζοδρόμιο με το όπλο στο χέρι. Επειδή το σπίτι μας βρισκόταν κοντά στην έδρα του στρατού, η οποία ήταν και στόχος των ανταρτών, μας είπαν ότι καλύτερα θα ήταν να πάμε σε άλλο σπίτι. Ωστόσο, δεν ξέρω γιατί, μείναμε εκεί και μάλιστα λίγα βράδια ερχόταν χωροφύλακες και μας βοηθούσαν να περάσουμε τη μάνδρα για να φύγουμε από το πίσω μέρος του σπιτιού. Μπροστά φαίνεται ότι ήταν επικίνδυνο. Δεν θυμάμαι σε ποιό σπίτι πηγαίναμε για να περάσουμε την υπόλοιπη νύχτα.

Το 1948 πήγα στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά μας στον περίβολο μιας εκκλησίας και ήταν σχολείο της Ορθόδοξης Κοινότητας από την Τουρκοκρατία. Όμως, για μερικούς μήνες εμείς τα παιδιά κατεβήκαμε με τη μητέρα μας στην Καβάλα. Φαίνεται ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και εμείς έπρεπε να απομακρυνθούμε. Στην Καβάλα πήγα για κάποιο διάστημα σε ένα ιδιωτικό σχολείο. Ο πατέρας μας δεν μπορούσε να έρθει να μας συναντήσει. Το ταξίδι με το λεωφορείο ήταν πολύ επικίνδυνο. Ακούγαμε πολλές ιστορίες, όπως αυτή που δεν έχω ξεχάσει: Κάποιος γνωστός μας καπνέμπορος πήρε ένα πρωινό το λεωφορείο για την Καβάλα, όπου είχε κάποια δουλειά. Το λεωφορείο σταματούσε για αρκετό διάστημα στο μέσο της διαδρομής στη Χρυσούπολη. Εκεί κατεβαίναν οι επιβάτες για φαγητό ή κανένα αναψυκτικό. Επιστρέφοντας στο λεωφορείο ο γνωστός μας επιβάτης βρήκε τη θέση του κατειλημμένη από κάποιο φαντάρο. Στις διαμαρτυρίες του ότι το εισιτήριό του είχε εκδοθεί για τη θέση αυτή, ο φαντάρος απάντησε ότι ήταν εξαντλημένος και είχε ανάγκη να κάνει το ταξίδι καθήμενος. Ο γνωστός μας καπνέμπορος αναγκάσθηκε να παραμείνει όρθιος. Σε μερικά χιλιόμετρα ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη. Το λεωφορείο είχε προσβληθεί από νάρκη της οποίας η έκρηξη σκότωσε τον φαντάρο στη θέση που είχε αυθαίρετα καταλάβει. 

Οι συζητήσεις και τα γεγονότα μου είχαν δημιουργήσει φοβίες. Έβλεπα παντού κινδύνους και αντάρτες να παραμονεύουν. Δύο χρόνια μετά την λήξη του Εμφυλίου δεν είχα ηρεμήσει. Θυμάμαι την Πρωτομαγιά του 1951 όταν πήγαμε στο δάσος του Ευμοίρου έξω από την Ξάνθη, όπως συνήθιζαν οι ξανθιώτες κάθε Πρωτομαγιά. Πήγαμε με ταξί. Το απόγευμα, όταν έφευγε ο κόσμος, το ταξί που θα επέστρεφε να μας πάρει δεν φάνηκε. Μ΄ έπιασε αγωνία. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι και ερήμωνε το δάσος, φανταζόμουν τα δένδρα να γίνονται απειλητικά κρύβοντας αντάρτες στα κλαδιά τους. Ηρέμησα μόνο όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας.


Μετά μερικούς μήνες από τη φυγή μας στην Καβάλα, γυρίσαμε πίσω στην Ξάνθη, σε αυτό που θεωρούσαμε σπίτι μας. Τώρα φαίνεται τα πράγματα ήταν καλύτερα. Είχαν αρχίσει μάλιστα να ηρεμούν και δεν ακούγαμε τίποτε για αντάρτες και πόλεμο, αν εξαιρεθούν οι ταλαιπωρημένοι αιχμάλωτοι με τα γένια που βλέπαμε να οδηγούν οι στρατιώτες φρουροί τους. Οι πόλεμοι είχαν πια περάσει. Μας περίμενε τώρα δουλειά και προσπάθειες που θα άλλαζαν τα πάντα.