Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Η Μουσουλμανική μειονότητα της Ελληνικής Θράκης


Δεν είμαι ειδικός στο θέμα, ωστόσο με απασχολεί όσο κάθε εχέφρονα Θρακιώτη και Έλληνα. Η ιστορία των ορεινών Θρακών  και του εκτουρκισμού της πεδιάδας της Ξάνθης έχει διάρκεια λίγων μόνον αιώνων. Οι Μουσουλμάνοι που ζουν σήμερα στη Θράκη δεν είναι ενιαία μειονότητα, αλλά αποτελούν ένα συνονθύλευμα τουρκογενών Τούρκων Μουσουλμάνων και φυγάδων από τα Βαλκάνια το 1878 Γιουρούκων, αφενός και τυχαίων Ρομά οι οποίοι πλαισιώνονται τον τελευταίο καιρό από ορεσίβιους εξισλαμισμένους γηγενείς Πομάκους. Ενώ, το σύνολο αυτού του πληθυσμού τάχτηκε μετά το 1922 κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη συντηρητική χαλιφική αντίδραση προς τους νεότουρκους και πολέμησε με τον ελληνικό στρατό. Κατά τον Μεσοπόλεμο και την ταραγμένη εποχή που ακολούθησε, ο εκτουρκισμός τμημάτων του μουσουλμανικού πληθυσμού πήρε κάποιες διαστάσεις. Πολιτικές θεωρήσεις των άτολμων Ελλήνων πολιτικών είναι υπεύθυνες για την αποδυνάμωση της αντιτουρκικής και φιλοϊσλαμικής ηγεσίας της μειονότητας με αποτέλεσμα μετά το τέλος του πανευρωπαϊκού πολέμου, η Τουρκία να κατορθώσει σχεδόν να εκτουρκίσει μία μειονότητα που έχει λίγη σχέση με αυτήν και βρίσκεται εκτός των συνόρων της. Το πρόβλημα της μουσουλμανικής μειονότητας είναι λοιπόν πολιτικό και πολιτισμικό και σαν τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από τις ελληνικές ηγεσίες, οι οποίες όμως αδιαφορούν και ασχολούνται με αυτό μόνο κατά τις περιόδους εκλογών. Η ανάμειξη της Τουρκίας και η σκιά του νεοοθωμανισμού πάνω από τη Θράκη πρέπει να αντιμετωπισθεί με πολιτικά μέσα.

Το πρώτο από αυτά θα είναι μία χωροταξική κοινωνική και πολιτική μελέτη της υφής της μειονότητας. Ανάλογα θα κινηθεί και ο οικονομικός σχεδιασμός. Έχουμε δημιουργήσει στη Θράκη ένα θεματικό πάρκο μειονοτήτων το οποίο δεν τολμούμε να αγγίσουμε, ούτε καν για να δώσουμε μια αναπτυξιακή και εκσυγχρονιστική ροπή στον πληθυσμό. Κατά τις δύο τελευταίες γενεές οι ελληνικοί ορεινοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν τους αιωνόβιους ελληνικούς οικισμούς και αναγκάστηκαν να κατοικήσουν πιο κοντά στις πεδιάδες και τις κοιλάδες όπου η σκληρή δουλειά του Πομάκου που καλλιεργεί καπνό του επιτρέπει μία αξιοπρεπή ζωή. Γιατί ο Έλληνας ποιμένας ή καλλιεργητής υποχρεώθηκε διά πυρός και σιδήρου να κατοικήσει στις πόλεις και στις βιομηχανικές ζώνες της Ελλάδας, ενώ ο Πομάκος αντίστοιχος πολίτης, κατοικεί σε μια απομακρυσμένη ορεινή περιοχή όπου χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις για τη δημιουργία ενός βιώσιμου περιβάλλοντος και την συνεχή επιδότηση των προϊόντων του;

Όσον αφορά τις μορφωτικές και γνωστικές δυνατότητες του πληθυσμού, όπως και τις επαγγελματικές ικανότητες, τα πράγματα είναι απογοητευτικά. Δεν βρέθηκε ελληνική κυβέρνηση ικανή να καταργήσει την τριγλωσσία που στηρίζει και διδάσκει η ελληνική παιδεία σε θαυμαστή συμφωνία με τις τουρκικές υποδείξεις και επιθυμίες. Ο ορεσίβιος Έλληνας Πομάκος μιλάει στο σπίτι του την πομακική ως μητρική  γλώσσα, διδάσκεται την τουρκική ως εθνική γλώσσα και την ελληνική ως γλώσσα του κράτους. Αυτό είναι μία τριγλωσσία που γίνεται γελοία αν προσθέσουμε την αγγλική που ενδεχομένως διδάσκεται κατά τό συρμό και την αραβική η οποία διδάσκεται στο τέμενος ως θρησκευτική γλώσσα. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κυκεώνα, όπου είναι δύσκολο για ένα παιδί να ξεφύγει από την αμάθεια και την αγλωσσία. Τα μικτά ελληνοτουρκικά σχολεία θα πρέπει να καταργηθούν με ένα σύστημα σχολείων όπου θα διδάσκεται η Πομακική και η Ελληνική ως δεύτερη γλώσσα. Με ποια λογική ο νέος Πομάκος μαθαίνει μία γλώσσα που είναι ξένη για αυτόν και δεν μαθαίνει τη δική του γλώσσα; Μήπως το ελληνικό κράτος προορίζει όλους τους Έλληνες Πομάκους για σταδιοδρομία και εργασία στην Τουρκία και γι΄ αυτό φροντίζει να τους εφοδιάζει με την τουρκική γλώσσα; Δεν είναι λοιπόν επιτρεπτό να υπάρχουν προνόμια για τους Πομάκους που αποφασίζουν να παρακολουθήσουν το τουρκικό ισλαμικό σχολείο, αφού αυτό βοηθά τον εκτουρκισμό τους.

Όσο για τα ινστιτούτα μελέτης και το μουσουλμανικό συμβούλιο παρά τω πρωθυπουργώ ομολογώ ότι έχω ξανακούσει τέτοιες κούφιες υποσχέσεις που οι Έλληνες πολιτικοί συνηθίζουν να αγνοούν και ξεχνάν όταν παύει η πολιτική πίεση των εκλογών. Αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχει το πρόβλημα της μουσουλμανικής μειονότητας που κατοικεί στην Ελλάδα.


Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Άνιση διπλωματία 2019




Η ανάλυση των ιστορικών και των αντικειμενικών δεδομένων δείχνει ότι στις ιστορικές συγκυρίες που βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο με την Τουρκία ή σε συγκυρίες όπου οι ισχυρές χώρες της Δύσης είχαν τη δυνατότητα να διαλέξουν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, είμαστε κατά κανόνα σε μειονεκτική θέση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να είναι και ο ιστορικός κανόνας με εξαίρεση τη βραχύχρονη και εύθραυστη ελληνοαγγλική συνεργασία το 1912-1922, όταν οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν από την Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου και μετά η διάθεση των Άγγλων υποστηρικτών άλλαξε ώστε να προτιμήσουν τη μαχόμενη Τουρκία απέναντι στη μαχόμενη Ελλάδα.

«Με τον Ψυχρό Πόλεμο οι Έλληνες έχασαν την Κύπρο όταν στην κρίσιμη στιγμή  οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την Ελλάδα και προτίμησαν να ενισχύσουν την επεκτατική Τουρκία. Έτσι, ο Ελληνισμός δεν κατόρθωσε τον 19ο αιώνα, ευρισκόμενος σε δημογραφική, ηθική και πολιτισμική άνοδο να διατηρήσει τη θέση του στην Ανατολή, ως ένα βαθμό για πολιτικούς λόγους, ήγουν λόγω της αντίθεσης των δυτικών δυνάμεων και των εξοντωτικών μεθόδων των Οθωμανών και κεμαλικών Τούρκων. Κατά τον Μικρασιατικό Πόλεμο, η ελληνική πολιτική ηγεσία οδηγήθηκε στο να χρησιμοποιηθεί ο ελληνικός στρατός ως μοχλός εκβιασμού και πειθαναγκασμού του Κεμαλισμού, που συνδιαλέχθηκε τελικά με τους Δυτικούς, αφού εκμεταλλεύθηκε έντεχνα ακόμη και τις ιδεοληψίες της νεαρής τότε Σοβιετικής Ένωσης. Στις 16.7.1922 μάλιστα, σε κρίσιμη στιγμή, και πριν τη μοιραία τουρκική επίθεση στο Αφιόν, δεν μπορέσαμε να χρησιμοποιήσουμε αποφασιστικά τη στρατιωτική μας ισχύ.

»Ευρισκόμενοι τότε, σε μοναδική θέση ισχύος στην Ανατολή, τέτοια που δεν είχαμε βρεθεί από την εποχή του Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγου, και κατέχοντες στην Ασία τα εδάφη της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας˙ είμαστε σε θέση, καταλαμβάνοντες την ουδέτερη Κωνσταντινούπολη, να ανορθώσουμε το κλονισμένο ηθικό της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, να αποφύγουμε το ασύλληπτο μέγεθος της Μικρασιατικής Καταστροφής και να επιδιώξουμε μία έντιμη, διαρκή και δίκαιη ειρήνη, περιορίζοντες τον Κεμαλισμό και τους Τούρκους στα Στενά και στην Ασία, όπου ανήκουν˙ διασώζοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής με την ομαλή, οργανωμένη, μεταφορά τους στην Ανατολική Θράκη. Αποτύχαμε σε αυτό, από ψυχολογική και πολιτική πίεση των δυτικών υποτιθέμενων συμμάχων μας, που λόγω του Ανατολικού Ζητήματος δεν επιθυμούσαν μία τέτοια εξέλιξη, αλλά και από εθελοδουλία δική μας. Η αλλοτρίωση της αστικής μας τάξης, η οποία είχε την ευθύνη του απελευθερωτικού πολέμου της Μικράς Ασίας, δεν επέτρεψε τη χωρίς δισταγμούς συμμετοχή όλων των δυνάμεών μας στον αγώνα μέχρι τα έσχατα όριά τους, όπως έγινε με τα παλληκάρια και τους ήρωες του πρώτου απελευθερωτικού μας αγώνα, που ενίκησαν, ενάντια στις γεωπολιτικές πραγματικότητες της εποχής τους.

»Αλλά και αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, πάλι η πίεση των Δυτικών, επικουρούμενη από το κράτος της καταστροφής και της ήττας και την εθελοδουλία μας, οδήγησε στη δραματική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, που σήμερα φαίνεται αδικαιολόγητη και που μάλλον μεγάλο τμήμα της θα κρατούσαμε, αν λάβουμε υπ' όψη τις εξελίξεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

»Με τη Θράκη στην κατοχή μας, και αποσυρόμενοι από τη ζώνη των Στενών, ίσως θα υποχρεώναμε την κεμαλική Τουρκία σε αναθεωρητική στάση στο πλευρό της παράταξης του Άξονα και θα πετυχαίναμε ίσως, την οριστική παγίωση της παρουσίας μας στην Ανατολική Θράκη μετά τη νίκη των Δημοκρατιών. Βέβαια, και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, όντες στο ίδιο στρατόπεδο με τη γεωπολιτικώς πανίσχυρη Τουρκία, πιεζόμαστε πάντα να την εξευμενίζουμε, ακολουθώντας την αδιέξοδη πολιτική του κατευνασμού, με αποτέλεσμα τον αφανισμό των ελληνικών μειονοτήτων στην Τουρκία, τη διχοτόμηση της Κύπρου, τη σημερινή δυσμενή συγκυρία και τις αναθεωρητικές επιδιώξεις της εθνικιστικής τουρκικής άρχουσας τάξης.»

Αυτή ήταν η ανάλυσή μας το 1978. Σήμερα, το 2019 , τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο. Ο κατευνασμός δεν οδήγησε πουθενά.  Η Τουρκία ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών στο Αιγαίο. Ήδη έχει  θέσει  υπερφίαλες αξιώσεις, όσον αφορά τα θέματα του Αιγαίου, της υφαλοκρηπίδας και την εκμετάλλευση των ζωνών του βυθού της Ανατολικής Μεσογείου.  Οι αξιώσεις αυτές προστέθηκαν και πάμπολλες άλλες. Ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας ανέβηκε στο βήμα της ελληνικής βουλής και δήλωσε κυνικά ότι η Συνθήκη της Λωζάνης  δεν ισχύει πλέον. Η Τουρκία τρέφεται πλέον από μεγαλοϊδεατικές ονειρώξεις.  Οι ΗΠΑ αρκούνται  σε καλά λόγια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει την αδιάφορη. Για όλους, η Τουρκία αποτελεί  μία δελεαστική αγορά  αγαθών και  όπλων.

Η άνιση διπλωματία καθιερώθηκε πλέον ως η μόνιμη στάση και διάθεση των Ευρωπαίων και Αμερικανών ιθυνόντων.  Είμαστε ένα κράτος χωρίς ισχυρή παρουσία. Δεδομένου ότι στο άμεσο μέλλον είναι πιθανό να δοκιμάσουμε και πάλι την αξιοπιστία των Συμμάχων μας χρειαζόμαστε ισχυρούς συμμάχους. Πρέπει χωρίς καθυστέρηση να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας και την αξιοπιστία μας στους σημερινούς συμμάχους μας και να ζητήσουμε βοηθητική υποστήριξη.

Αλλά, εκείνο κυρίως που χρειαζόμαστε είναι το κατάλληλο μαχητικό φρόνημα που θα επαναλάβει το ιστορικό κατόρθωμα μικρών λαών να αντιστέκονται και να νικούν ένα πολύ ισχυρότερο αντίπαλο. Θα πρέπει να θυμηθούμε το φρόνημα των Αθηναίων στρατιωτών στο Μαραθώνα το 490 π.Χ. των οποίων οι στρατιωτικοί παράγοντες και τα μεγέθη έχουν περίπου για τον εχθρό την αναλογία που έχουν και σήμερα.

Πως ένας μικρός λαός με φρόνημα είναι δυνατόν να νικήσει κατά κράτος τις πάνοπλες μάζες του εισβολέα που δεν τον κινεί τίποτε άλλο από την αρπαγή και τη στυγνή δύναμη;

Ο Πλάτων κατά την αρχαιότητα δίνει μία απάντηση με μυθικό τρόπο: Στον πόλεμο μεταξύ Αθήνας και Ατλαντίδας είναι η βαρβαρότητα αυτό που αφαιρεί από τους Άτλαντες τη δυνατότητα να καταλάβουν την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Πλάτων διατυπώνει μια μεγάλη ιδέα τοποθετώντας τη μυθική Αθήνα ως υπερασπίστρια της κοσμικής τάξης. Ο Αισχύλος διατυπώνει την υπόθεση ότι το πολιτικό σύστημα των Αθηνών, είναι καλύτερο από αυτό της Ατλαντίδας.  Οι νεώτεροι ερευνητές τοποθετούν την απάντηση σε ιδέες, όπως η ιδέα της Ελευθερίας και η ιδέα της Δημοκρατίας. Θα πρέπει λοιπόν να επανέλθουμε στη νομοτέλεια της παράδοσής μας και να καλλιεργήσουμε το εθνικό φρόνημα της νεολαίας μας και του λαού μας.



Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Εγκαίνια του "Φωτογραφικού Μουσείου Ραιδεστού"

Ραιδεστός, Ανατολική Θράκη, 01.12.2018


Έχω γεννηθεί και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στη Βόρειο Ελλάδα. Παρά τούτο όταν χρειάζεται να προσδιορίσω την πατρίδα μου μου έρχεται στο νου ένας τόπος φαντασιακός δημιουργημένος από τη νοσταλγία που χαρακτήριζε τον πατέρα μου και τα αδέλφια του γεννημένα στις αρχές του 20ού αιώνα στην πόλη Tekirdağ.

Από πολύ μικρός άκουγα ιστορίες για το Tekirdağ, τότε λεγόμενο Ραιδεστός και είχα δημιουργήσει μια ρομαντική εικόνα για ένα ανύπαρκτο τόπο. Σιγά-σιγά εξιδανίκευσα τον τόπο της νοσταλγίας του πατέρα μου και δημιούργησα μία παραδείσια εικόνα για τον κόσμο της Ραιδεστού, την οποία είχα τοποθετήσει στα όρια του μύθου και της ιστορίας.

“ Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων”, έλεγε ο Ηράκλειτος. Δηλαδή, ο δαίμων που χαρακτηρίζει υπαρξιακά κάθε άτομο, ξεκινά από τον τόπο και την κατοικία, το ήθος. Η ιδιαίτερη συγκρότηση του ατόμου δημιουργείται μετά τη συνείδηση του τόπου και του χώρου.  Για την ελληνική και τη βυζαντινή κοσμοαντίληψη ο χώρος είναι γεμάτος σημασίες, ορίζεται σαφώς και καθαγιάζεται με την παρουσία της Θείας Χάριτος. Ο τόπος αποκτά προστατευτικά μέσα για να αντιμετωπίσει τη βουλιμία του κακού που καραδοκεί έξω από τα σύνορα που έχουν καθαγιαστεί και είναι απρόσιτα.

Τα σύγχρονα μέσα μαζικής πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμη του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό κενό από σημασίες. Γίνεται χώρος που δεν είναι μόνιμος, που χρησιμεύει μόνο για να μας μεταφέρει εκεί που είναι ανάγκη να πάμε. Ο τόπος γίνεται μη τόπος. Ουσιαστική είναι η διαπίστωση ενός μεγάλου σύγχρονου διανοητή, του Martin Heidegger  ότι “η έλλειψη πατρίδας είναι σήμερα ένα παγκόσμιο πεπρωμένο”. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ιδεολογική και έχει την εξήγησή της,  πάντα κατά τον ίδιο διανοητή, “στην αποχώρηση του ιστορικού στοιχείου μέσα από το Είναι”. Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μέσα σε ένα “διαρκές παρόν”.

Για μένα, λοιπόν, το πρόβλημα του μοντέρνου χώρου και τα προβλήματα της σύγχρονης πόλης είχαν ξεκαθαριστεί από τις αντιλήψεις αυτές. Παράλληλα, είχα μια έντονη επιθυμία να γνωρίσω το παρελθόν και το παρόν του Tekirdağ. Από τα βιβλιοπωλεία στο Μοναστηράκι της Αθήνας και στη Κωνσταντινούπολη άρχισα, πριν από 60 χρόνια, να μαζεύω παλιές φωτογραφίες. Αυτές αφορούσαν όλο τον κόσμο, αλλά έρριξα το βάρος μου στη Ραιδεστό. Έτσι, μάζεψα σχεδόν όλες τις φωτογραφίες της Ραιδεστού των αρχών του 20ού αιώνα και έψαχνα με τον φακό το περιβάλλον που υπήρχε τότε και που είχε ζήσει ο πατέρας μου. Ήθελα να βρω τί υπήρχε εκεί. Το σπίτι μας στη Ραιδεστό, κτισμένο από τον παππού μου το 1908, είχε τα πρωτεία των ερευνών και των ονειροπολήσεών μου.
   
Το ιστορικό βάρος τέτοιων συλλογών έχει μεγάλη σημασία για τη συνείδηση και την κατανόηση της ταυτότητας και του πολιτισμού συγκεκριμένων λαών και εθνών και ιδίως αυτών που υφίστανται την τυραννία μιας κρίσης ταυτότητας. Η Ελλάδα είναι μια τέτοια χώρα. Η συλλογή που είχα ένιωθα ότι ικανοποιούσε μόνο εμένα και ότι ήταν αδικία να τη στερήσω και από άλλους ενδιαφερόμενους, που ήταν πολλοί. Γι΄ αυτό, όταν ο Δήμαρχος του Süleymanpaşa του Tekirdağ με βρήκε μετά από προσωπική του έρευνα, δεν δίστασα καθόλου να αποδεχθώ την τιμή που μου έκανε και μάλιστα να τον ευχαριστήσω γιατί στον σχεδιασμό του περιέλαβε ως στέγη του μουσείου φωτογραφίας το παλιό σπίτι του έκτισε ο παππούς μου και όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, αλλά και όπου έχει ζήσει για πολλά χρόνια ο αξιότιμος Δήμαρχος κύριος Ekrem Eşkinat. Δώρησα λοιπόν τη συλλογή μου στο Δήμο του Süleymanpaşa, γιατί εκεί ανήκει.

Επίσης ευχαριστώ εκ βαθέων το Δήμαρχο κύριο Ekrem Eşkinat για την πρωτοβουλία του να μεταφράσει  στην Τουρκική το βιβλίο μου για το ταξίδι μου “Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό”.

Είμαι υπερήφανος γιατί μια πρωτοβουλία που είχε ιδιαίτερα κίνητρα έγινε μια πραγματικότητα που μέσω του πολιτισμού φέρνει τους λαούς κοντά και έχει συμβολική σημασία.


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Χαράλαμπος Ποριάζης: «Οι Γερμανοί στη Λήμνο 1941-1944», Έκδοση ιδίου, Αθήνα, 2013, σσ. 398


  
Ο πρόσφατα αποθανών Χαράλαμπος Ποριάζης, γνωστός από την οικονομική και εμπορική δραστηριότητά του, μας δίνει με αυτό το βιβλίο το μέτρο της ιστοριοδιφικής του δραστηριότητας. Είναι γνωστό ότι η πρόσφατη κατοχή της χώρας μας από τρεις ευρωπαϊκές δυνάμεις, καθώς και οι αγώνες που προηγήθηκαν και συνόδευσαν την κατάληψη των βόρειων ελληνικών χωρών από τους Γερμανούς δεν έχουν αποτυπωθεί επαρκώς σε βιβλία όχι μόνο αναμνήσεων, αλλά και σε βιβλία επιστημονικής έρευνας.

Ιδιαίτερα μπορούμε να αναφέρουμε ότι η γενιά που έδωσε τον αγώνα στη Βόρειο Ήπειρο και τα βουνά της Ροδόπης, όπως και στα λιμάνια των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, φεύγει σήμερα. Ήδη, εμείς που ανήκουμε στη γενιά αυτή, έχουμε ακούσει ατέλειωτες ιστορίες και παθήματα αυτών που υπέστησαν την τριπλή κατοχή, πλην δεν έχουμε μία γενική ουσιαστική εικόνα των επιχειρήσεων και των δράσεων που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα: Τη φασιστική Ιταλία να νικάται στα βουνά της Ηπείρου και την πανίσχυρη Γερμανία να διεξάγει ένα τυπικό κεραυνοβόλο πόλεμο, να υπερπηδά την ισχυρή Γραμμή Μεταξά και να βρίσκεται χωρίς τη βοήθεια του στόλου της κυρίαρχη του Αιγαίου και της Κρήτης. Το αποτέλεσμα ίσως ήταν κοσμοϊστορικό. Στο μεν σοβιετικό μέτωπο η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα καθυστέρησε μερικές εβδομάδες με αποτέλεσμα την καθήλωση των γερμανικών στρατιών έξω από το Μόσχα τον χειμώνα του 1941. Η δε Γερμανία εγκατέλειψε τα σχέδια εισβολής στη Μέση Ανατολή με άξονα τις Ινδίες. Ίσως η σπατάλη δυνάμεων στην Ελλάδα την υποχρέωσε να σκεφθεί έτσι.

Ο τίτλος του βιβλίου δεν περιγράφει το περιεχόμενό του, δεν πρόκειται μόνο για τους Γερμανούς στη Λήμνο, αλλά για τους Γερμανούς σε όλο το Β.Α. Αιγαίο, εκτός της Κρήτης. Δίνεται στην αρχή μια εισαγωγή στην επίθεση των Γερμανών κατά των Οχυρών της Γραμμής Μεταξά, με έμφαση στα οχυρά του Εχίνου και του Νυμφαίου. Η έκθεση των γεγονότων είναι αυστηρά συγκροτημένη και το ύφος είναι δωρικό. Το κύριο βάρος δίνεται σε πρωτογενή στοιχεία που έχουν ληφθεί από τα αρχεία των επιτελείων των εμπλεκομένων δυνάμεων, από αναφορές εκθέσεων των κατά τόπους γερμανικών υπηρεσιών και την περιγραφή γεγονότων που είναι τελείως άγνωστα. Η μετάβαση των Γερμανών από νησί σε νησί γίνεται με πρωτόγονα μέσα. Οι στρατιωτικές μονάδες μεταφέρονται από κατασχεθέντα καΐκια. Η επεξεργασία και η παρουσίαση των γραπτών πηγών γίνεται κατά τρόπο άψογο. Θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη αναφορά στον πλούτο σπανίων φωτογραφιών, οι οποίες μόνες τους, περιγράφουν με σαφήνεια τα γεγονότα. Γεννά δέος η προσπάθεια του κυρίου Βύρωνα Τεζαψίδη να πλαισιώσει τα κείμενα και τα στοιχεία με εκπληκτικές φωτογραφίες οι οποίες εικονίζουν ζωντανά τα διάφορα συμβάντα σε όλο το Αιγαίο ως ο κύριος Τεζαψίδης να ήταν πολεμικός ανταποκριτής και φωτογράφος παρών σε όλες τις συγκρούσεις και δράσεις. Είναι αληθινά άξιο συγχαρητηρίων το ερευνητικό έργο του κυρίου Τεζαψίδη.

Είναι κρίμα γιατί το μοναδικό αυτό βιβλίο τυπώθηκε σε μικρό αριθμό αντιτύπων, ώστε γρήγορα εξαντλήθηκε, κυρίως γιατί μοιράστηκε στα σχολεία των παραμεθορίων περιοχών της Θράκης και της Λήμνου. Πιστεύουμε ότι μια δεύτερη έκδοση πρέπει να ακολουθήσει.

Η μικρή και τοπική ιστορία που διατυπώνουν ο κύριος Ποριάζης και ο κύριος Τεζαψίδης αφορούν τη βάση για την ιστορία που θα διηγηθεί και θα παραθέσει ένα πλήρες χρονικό της Γερμανικής και Ιταλικής κατοχής κατά τα μαύρα χρόνια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου.





Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Το προσφυγικό πρόβλημα συνεχίζεται.


Ακούμε από καιρού εις καιρόν την επαναφορά των όρων "προσφυγικός" και "αντιπροσφυγικός". Αυτό μου φαίνεται ότι αναβιώνει ένα ακόμη διχασμό στη μόνιμα διχασμένη ελληνική κοινωνία. Ωστόσο σκέπτομαι, ότι η μελέτη και ανάλυση η σχετική με το "προσφυγικό κίνημα" και τον "αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό" είναι πολύ ενδιαφέρουσα και μάλιστα πολλαπλώς χρήσιμη, αν λάβουμε υπ΄ όψη τη διάδοση που απολαμβάνουν οι αναθεωρητικές της ιστορίας αντιλήψεις στην ελληνική κοινωνία.
  
   Το γεγονός είναι ότι παραμένουν ακόμη οι αντινομίες, που χαρακτήριζαν τον πάλαι ποτέ Ανατολικό Ελληνισμό σε σχέση με το Νέο Ελληνικό Κράτος, το οποίο, ιδρύθηκε στις παρυφές και στο περιθώριο του τότε ελληνικού κόσμου. Οι αντινομίες σχηματοποιούνται ιδεολογικά από το γεγονός ότι το Νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε κάτω από την ιδεολογική κυριαρχία των δυτικών, ως πραγμάτωση της ρομαντικής αντίληψής τους για αναβίωση της κλασσικής ελληνικής αρχαιότητας. Πρόκειται για ένα αλλοτριωτικό εκσυγχρονισμό εκ των άνω και την υιοθέτηση αλλότριων θεσμών και μορφών διοίκησης.

    Στην καθ΄ ημάς Ανατολή, όμως, συνεχίζεται και μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους, η ανάπτυξη ενός εκσυγχρονισμού ο οποίος δεν υποκαθιστά την παράδοση και συμβιώνει με αυτήν. Απέναντι, λοιπόν, στην πολιτική και εθνικιστική μορφή της Μεγάλης Ιδέας οι Ρωμηοί της Ανατολής προβάλουν τη βυζαντινή οικουμενική αντίληψη.

    Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, το θέμα, που έχει άμεση σχέση με την κατανόηση της ταυτότητάς μας και την υπέρβαση της κρίσης της, έχει πολιτισμική βάση. Στην ουσία πρόκειται για τη σχέση μας με τη Δύση και το πόσο είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε την ιστορική παράδοση. Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η πρόσληψη του Βυζαντίου και του λαϊκού πολιτισμού μας αποτελούν το κλειδί για να μπορέσουμε να αρχίσουμε να κατανοούμε το πρόβλημα. Πολλοί θα μας πουν ότι αυτά είναι πράγματα ξεπερασμένα, που σήμερα είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. Ωστόσο, αν θέλουμε σοβαρά να προσεγγίσουμε την ταυτότητά μας και να διατηρήσουμε την ιστορική μνήμη οφείλουμε να τα αναζητήσουμε.



Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Μάχη στο Οχυρό Νυμφαία, Απρίλιος 1941




Η Ελλάδα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Η φιλειρηνική Ελλάδα βρίσκεται πάντα, κατά την μακρά ιστορική πορεία της, ανάμεσα σε εχθρικούς λαούς και πάνω στο δρόμο τον οποίο οι στρατιές και τα  στίφη των κατακτητών είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν.
Κατά τον καταστρεπτικό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα έγινε στόχος της δαιμονικής δύναμης που εξαπέλυσαν οι δύο αυτοκρατορίες του κακού επιδιώκοντας την υποδούλωση της χώρας μας. Πρώτη η υπερφίαλη, κατακτητική και επεκτατική Ιταλία της εποχής εκείνης επιχείρησε την κατάληψη της χώρας με απρόκλητη επίθεση. Η απροσδόκητη αντίσταση του Ελληνικού Λαού και του Ελληνικού Στρατού έδωσαν την πρώτη νίκη κατά των επεκτατικών σχεδίων της Ιταλίας και της συμμάχου της αλαζονικής και αδίστακτης Γερμανίας, η οποία μετά την ήττα των Ιταλών το 1940 πραγματοποίησε μια τεράστια επιχείρηση καθυπόταξης των Βαλκανίων και της Ελλάδας. Παράλληλα, η σύμμαχος των Γερμανών Βουλγαρία ήταν έτοιμη να επωφεληθεί από την νίκη των Γερμανών, που οι Βούλγαροι θεωρούσαν βέβαιη.
Την Άνοιξη του 1941 ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν νικητής στη Βόρειο Ήπειρο, μεγάλο τμήμα της οποίας είχε ήδη απελευθερώσει. Τότε επενέβη προς υποστήριξη των συμμάχων της Ιταλών και Αλβανών, η Γερμανία.

Η γραμμή των Οχυρών Μεταξά

Καθ΄ όλη την εποχή του Μεσοπόλεμου (1919-1939) η Βουλγαρία ακολουθούσε σταθερά μία αναθεωρητική πολιτική. Σκοπός της ήταν να εξέλθει στο Αιγαίο και να ακυρώσει τα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων. Μόνιμη διεκδίκησή της ήταν η Ελληνική Θράκη και τα λιμάνια της.
Με αυτές τις συνθήκες η Ελληνική Κυβέρνηση θεώρησε απαραίτητη την κατασκευή τεράστιων αμυντικών έργων. Ολόκληρη η μακρά μεθόριος των συνόρων Μακεδονίας και της Ελληνικής Θράκης με τη Βουλγαρία οχυρώθηκαν με μία γραμμή 21 γιγαντιαίων οχυρών κατασκευασμένων από σκυρόδεμα αρίστης ποιότητος και χάλυβα. Η αμυντική αυτή γραμμή άρχιζε από την κοιλάδα του Αξιού και κατέληγε στο Νέστο ποταμό, κάλυπτε δηλαδή, όλο σχεδόν το μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Ολόκληρη η αμυντική αυτή γραμμή των οχυρών που ονομάστηκε "Γραμμή Μεταξά" περιελάμβανε κατασκευές σε πολλά επίπεδα, υπόγειες στοές και μακρείς σήραγγες που κατέληγαν σε παρατηρητήρια, πολυβολεία και θέσεις άμυνας. Ο συνολικός αριθμός των ανδρών αυτών που επάνδρωναν τα οχυρά ήταν μόλις 10.000 και λειτουργούσε ως πολλαπλασιαστής των αμυνομένων δυνάμεων, πράγμα που δείχνει την αποτελεσματικότητα και τη δυναμικότητα των αμυντικών έργων. Μεταξύ των οχυρών υπήρχε συνεχής γραμμή οχυρωματικών έργων που υποστηριζόταν και κάλυπταν συνεχώς το ένα το άλλο. Στην περιφέρεια των οχυρών είχαν κατασκευαστεί διάφορα αμυντικά έργα που θα εμπόδιζαν την προσέγγιση του εχθρού. Από το υστέρημα και τον μόχθο του Ελληνικού Λαού το τεράστιο αυτό έργο συμπληρωνόταν από βοηθητικά αμυντικά συστήματα, ώστε κάθε οχυρό να υποστηρίζει το επόμενο σε συνεχές μακρό μέτωπο. Η γραμμή των οχυρών αποτελούσε έτσι ένα πάνοπλο αμυντικό σύστημα που έφραζε όλες τις προσβάσεις και τους δρόμους προς την Ανατολική Μακεδονία και τη θάλασσα. Στη Θράκη η κατασκευή της γραμμής οχυρών, που άρχισε το 1937, δεν είχε προλάβει να ολοκληρωθεί και είχαν κατασκευαστεί μόνο δύο ισχυρά οχυρά τα οποία κάλυπταν την Ξάνθη (Εχίνος) και την Κομοτηνή (Νυμφαία). Τα δύο αυτά οχυρά ήταν απομονωμένα από την υπόλοιπη συνεχή γραμμή των οχυρών.
Γενικά οι κατασκευές αυτές δεν είχαν ολοκληρωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά και η επάνδρωσή τους ήταν προβληματική, αφού ένας μεγάλος αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού είχε αποσπαστεί στο μέτωπο της Αλβανίας. Αυτό έγινε και για μεγάλο ποσοστό του αμυντικού εξοπλισμού, ο οποίος επαρκούσε για αντίσταση μόνο λίγων ημερών. Στη Νυμφαία, τα μικρότερα οχυρά που προβλεπόταν με το σχέδιο της συνεχούς γραμμής αμύνης, δεν είχαν κατασκευασθεί στους διπλανούς λόφους. Η δύναμη πυρός, λοιπόν, των οχυρών τον Απρίλιο του 1941 ήταν σοβαρά μειωμένη, ενώ απέναντί τους είχε παραταχθεί σε θέσεις μάχης ο ισχυρότερος και πιο εμπειροπόλεμος στρατός του κόσμου την εποχή εκείνη.
Οι Άγγλοι σύμμαχοι της Ελλάδας έλεγχαν τους ωκεανούς με το ισχυρό ναυτικό τους και ετοιμαζόταν να αποβιβάσουν ένα στρατιωτικό σώμα στη Μακεδονία προς υποστήριξη του αμυνόμενου Ελληνικού Στρατού. Σε σύσκεψη μεταξύ των Ελλήνων και Άγγλων στρατιωτικών αρχηγών στην Αθήνα, η αγγλική πλευρά ζήτησε την εγκατάλειψη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ώστε ο Ελληνικός και Αγγλικός Στρατός, δεδομένης της συντριπτικής υπεροχής της γερμανικής στρατιάς, να αμυνθεί σε στενότερο μέτωπο στη Θεσσαλία ή τη Θεσσαλονίκη. Η απαίτηση αυτή των Άγγλων απορρίφθηκε από το Ελληνικό Στρατηγείο, το οποίο αποφάσισε να δώσει μια χωρίς ελπίδα μάχη στη γραμμή των οχυρών. Η απόφαση αυτή είναι σύμφωνη με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις που δεν αφήνουν περιθώρια υποχώρησης ή εγκατάλειψης, όσο ισχυρός και να είναι ο κατακτητής αντίπαλος.

Ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν

Ἡ Μάχη τοῦ Οχυρού Νυμφαίας ἐντάσσεται στή γενικότερη μάχη τῶν ὀχυρῶν πού δόθηκε ἀπό τίς 6.4.1941 ἕως τίς 10.4.1941.
Γιά τήν προσβολή καί κατάληψη τῆς Ἐλλάδας τό γερμανικό στρατηγεῖο συγκρότησε μία ἐπιβλητική στρατιά ἀπό τέσσερα σώματα στρατοῦ μέ 18 μεραρχίες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τέσσερις τεθωρακισμένες, πού πλαισίωναν χιλιάδες αὐτοκίνητα, πυροβόλα καί μηχανικά πολεμικά μέσα καί συμπλήρωνε μία σύγχρονη ἀεροπορική δύναμη ἀπό 1200 ἀεροσκάφη.
Στίς 6 Ἀπριλίου 1941 ἡ γερμανική στρατιά προσέβαλε τήν συμπαγή γραμμή τῶν ὀχυρῶν καί ἡ Ἑλλάδα βρέθηκε νά πολεμᾶ καί μέ τήν Γερμανία. Σέ μερικές ὧρες τά ἐμπειροπόλεμα πληρώματα τῶν γερμανικῶν τεθωρακισμένων καί οἱ γερμανοί πιλότοι τῶν ἀεροπλάνων διεπίστωσαν ὅτι τά κτυπήματά τους ἀναποδίδονταν στά ἴσα καί ὅτι οἱ δρόμοι πρός τό Αἰγαῖο ἦταν κλειστοί. Ἡ χρήση μοντέρνων ὅπλων καί ἰσχυρῶν ἀεροπορικῶν μέσων ἀπεδείχθη ἀτελέσφορη, τόσο ὥστε τό βράδυ τῆς πρώτης μέρας τοῦ πολέμου ἐπεκράτησε ἀμηχανία στό γερμανικό στρατηγεῖο καί τό γερμανικό πολεμικό ἀνακοινωθέν γιά πρώτη φορά, μετά ἀπό πολλούς μῆνες, δέν ἀναφέρθηκε σέ σαρωτική νίκη τῶν Γερμανῶν, ἀλλά στήν "πείσμονα ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων".
Παρά τήν κινητοποίηση μεγάλων μέσων ἀπό τήν πλευρά τῶν Γερμανῶν καί τόν σκληρό ἀγώνα τῶν ὑπερασπιστῶν τους ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν συνεχίστηκε γιά δύο ἀκόμη ἡμέρες μέ τήν γραμμή τῶν ὀχυρῶν ἀραγή καί ἀκλόνητη. Ὡστόσο, στίς 8.4.1941 ἡ ἑλληνική στρατιά τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας και Θράκης βρισκόταν σέ θανάσιμο κίνδυνο: τεθωρακισμένες γερμανικές μονάδες εἶχαν ἤδη πλαγιοκοπήσει τήν γραμμή τῶν ὀχυρῶν εἰσβάλοντας στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ, ἀφοῦ ἡ Γιουγκοσλαβία εἶχε καταρρεύσει. Τά ἑλληνικά ὀχυρά εἶχαν περικυκλωθεῖ. Τό ἀπόγευμα τῆς 10.4.1941 ἡ ἑλληνική στρατιωτική διοίκηση τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί Θράκης συνθηκολόγησε μέ τούς Γερμανούς καί παρέδωσε τά ὀχυρά. Ο γερμανικός αστραπιαίος πόλεμος στα Βαλκάνια θα κατέληγε σε μια νέα γερμανική νίκη.

Το Οχυρό Νυμφαίας

Το Οχυρό Νυμφαίας είναι το τελευταίο προς Ανατολάς από τα 21 οχυρά της "Γραμμής Μεταξά". Βρίσκεται στις υπώροιες της Ανατολικής Ροδόπης σε δασώδη και λοφώφη περιοχή σε απόσταση 20 χιλιομέτρων περίπου από την πόλη της Κομοτηνής, την οποία κάλυπτε. Το οχυρό δεν έχει οπτική ή άλλη επαφή με τα υπόλοιπα οχυρά της γραμμής, των οποίων το πλησιέστερο βρίσκεται στον Εχίνο της Ξάνθης.
Το Οχυρό Νυμφαίας αποτελείται από τρεις υπόγειους ορόφους στους οποίους υπάρχουν όλες οι βοηθητικές εγκαταστάσεις, αλλά και οι θέσεις μάχης. Διαθέτει υπόγειες στοές με συνολικό μήκος περίπου δύο χιλιόμετρα. Ο πρώτος όροφος ήταν πάνοπλος και διέθετε την ισχυρότερη δύναμη πυρός του συγκροτήματος. Ο δεύτερος όροφος, στην ουσία το πρώτο υπόγειο, 99 σκαλοπάτια κάτω από τον πρώτο και ο τρίτος όροφος 66 σκαλοπάτια κάτω από τον δεύτερο διέθεταν πολυβόλα και τηλεβόλα μόνο προς την βόρεια πλευρά, ενώ στην πίσω πλευρά τους υπήρχαν οι θάλαμοι των οπλιτών. Η φρουρά του οχυρού ανερχόταν σε 464 οπλίτες και 14 αξιωματικούς, αλλά είχε πολλές ελλείψεις. Η φρουρά υπαγόταν στη νεοσύστατη Ταξιαρχία Έβρου.

Η Ταξιαρχία Έβρου

Η Ταξιαρχία Έβρου, που μόλις είχε συγκροτηθεί, διέθετε τρία τάγματα πεζικού, πέντε λόχους προκαλήψεως, δύο ελαφρές πυροβολαρχίες και αριθμούσε περί τους 2.000 άνδρες. Καθήκον της ήταν να προστατεύσει την εκτεταμένη περιοχή από τις όχθες της Λίμνης Βιστωνίδας ανατολικά μέχρι τον Έβρο. Οι δυνάμεις αυτές ήταν μηδαμινές μπροστά στο τμήμα μεραρχιών του γερμανικού στρατού που είχαν την ευθύνη της κατάλληψης της Ελληνικής Θράκης. Αυτό αποτελείτο από ένα ολόκληρο σώμα στρατού και τμήματα μιας τεθωρακισμένης μεραρχίας. Η Ταξιαρχία Έβρου είχε Διοικητή τον Ιωάννη Ζήση, έφεδρο υποστράτηγο. Το αμυντικό σχέδιο του ελληνικού επιτελείου χαρακτήριζε μια αμηχανία μπροστά στη συντριπτική υπεροχή των γερμανικών δυνάμεων.
Το γερμανικό στρατηγείο είχε δύο στόχους: Πρώτος στόχος ήταν να καταλάβει, αφού εξουδετερώσει τα Οχυρά Εχίνος και Νυμφαία και απωθήσει την Ταξιαρχία Έβρου, τις πόλεις της Θράκης και τα πλησιέστερα νησιά του Αιγαίου. Δεύτερος στόχος ήταν να αποθαρρύνει την Τουρκία από οποιαδήποτε ενέργεια.

Η Μάχη στο Οχυρό Νυμφαία

Το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 άρχισε η εισβολή των Γερμανών καθ΄ όλο το μήκος της "Γραμμής Μεταξά". Στον ανατολικό τομέα οι Γερμανοί απώθησαν τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως, τα οποία υποχώρησαν προς την Κομοτηνή. Το μεσημέρι οι Γερμανοί, υπό την προστασία του βαρέως πυροβολικού τους και της αεροπορίας τους, κατόρθωσαν να περικυκλώσουν το οχυρό. Ήδη από τις 8.30 το πρωί είχαν καταφθάσει τεθωρακισμένα τμήματα, τα οποία βοήθησαν στην περικύκλωση του οχυρού.  Ταυτοχρόνως, τμήματα του γερμανικού πεζικού προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν μέρος του υψώματος που ήταν κτισμένο το οχυρό. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ και όλη τη νύχτα. Παρά τον καταιγισμό των βομβαρδισμών των Γερμανών οι υπερασπιστές του οχυρού αντιστέκονταν με σθένος στην προσπάθεια των Γερμανών να επισκευάσουν τον δρόμο και τη γέφυρα που είχαν καταστρέψει οι Έλληνες. Η διάβαση βαρέων όπλων και πυρομαχικών προς Νότο ήταν κλειστή.
Τη νύχτα της 6ης Απριλίου 1941 τα γερμανικά πεζοπόρα τμήματα παρέκαμψαν το πολιορκημένο οχυρό και κατέλαβαν την Κομοτηνή. Το Οχυρό Νυμφαία είχε ωστόσο φράξει το δρόμο, ώστε τα τεθωρακισμένα των Γερμανών να μην μπορούν να ξεχυθούν στην πεδιάδα της Κομοτηνής. Το οχυρό όμως ήταν τελείως απομονωμένο και δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με την Ταξιαρχία Έβρου.
Καθ΄ όλη την ημέρα της 7ης Απριλίου το οχυρό βαλλόταν από το σύνολο του πυροβολικού των παρατεταγμένων Γερμανών, ενώ παράλληλα δεχόταν αεροπορικές επιθέσεις πιεζόμενο από το γερμανικό πεζικό. Στις 21.00 το βράδυ της 7ης Απριλίου οι Γερμανοί επικάθησαν στο οχυρό με τμήματα πεζικού και μονάδες μηχανικού. Οι Γερμανοί χρησιμοποιώντας χημικά αέρια, καπνογόνα και φλογοβόλα κατέπνιξαν την τελευταία αντίσταση των αμυνομένων που είχαν περιοριστεί σε ένα απομονωμένο πολυβολείο. Οι καπνοί δημιούργησαν αποπνικτική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των στοών του οχυρού. Η κατάσταση αυτή και η έλλειψη πυρομαχικών ανάγκασαν τον Διοικητή του οχυρού Ταγματάρχη Αλέξανδρο Αναγνωστό να ζητήσει την παράδοση. Το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό παραδώθηκε στους Γερμανούς.
Οι υπόλοιπες δυνάμεις της Ταξιαρχίας Έβρου απωθήθηκαν από τα γερμανικά τεθωρακισμένα και αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε τουρκικό έδαφος, εκτός από ένα τμήμα τους που διέφυγε από τη θάλασσα στη Νότιο Ελλάδα. Στα Κύψελα, τουρκικό χωριό του Έβρου, κατέφυγε η πλειονότητα των οπλιτών και των αξιωματικών. Εκεί, αφοπλίστηκαν από τους Τούρκους, ενώ ο Διοικητής Υποστράτηγος Ιωάννης Ζήσης αυτοκτόνησε. Αργότερα οι υπερασπιστές της Θράκης διέφυγαν στη Μέση Ανατολή.

Ἡ σημασία τῆς Μάχης τῶν Ὀχυρῶν

Ο πόλεμος στην Αλβανία και η Μάχη των Οχυρών είναι οι πρώτοι αγώνες που έδωσε ο Νέος Ελληνισμός για την προστασία των νέων ελληνικών χωρών, που με τον εθνοαπελευθερωτικό πόλεμο του 1912-1913 είχε ενσωματώσει στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Σε αυτούς τους πολέμους πολέμησαν με αυταπάρνηση και γεναιότητα οι νεοεγκατασταθέντες στη Μακεδονία και τη Θράκη και οι Ανατολικοί Ελληνικοί πληθυσμοί, οι οποίοι κατέφυγαν στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ἡ χωρίς ἐλπίδα νίκης Μάχη τῶν Ὀχυρῶν, δόθηκε ἐναντίον συντριπτικά ἰσχυροτέρων ἐχθρικῶν δυνάμεων καί ἐπαναλαμβάνει τή γνωστή ἀπό τήν ἀρχαία, μέση καί νεότερη ἑλληνική ἱστορία στάση τῶν Ἑλλήνων νά πολεμοῦν ἀνυποχώρητα καί μέ ὁποιεσδήποτε ἀντικειμενικές συνθῆκες. Ἤδη στήν κλασσική ἀρχαιότητα, οἱ μάχες τῶν Περσικῶν Πολέμων γέννησαν στούς ἱστορικούς, τούς ποιητές καί τούς φιλοσόφους τήν ἀπορία γιά τό τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἐμψυχώνει ἕναν ἀσθενέστερο ἀντίπαλο νά ἀντισταθεῖ ἀπέναντι σέ ἕναν ἰσχυρό εἰσβολέα καί νά νικήσει. Πέρα ἀπό τίς ἑρμηνεῖες πού ἀποδίδουν τήν ὑπεροχή τῶν Ἑλλήνων σέ ὅρους πολιτικῆς διακυβέρνησης, ὁ Πλάτων ἔδωσε μία φιλοσοφική ἑρμηνεία κατά τήν ὁποία νομοτελειακά ὁ πολιτισμός θά κατανικήσει τόν βαρβαρισμό καί θά ἐπιβάλει τήν κοσμική τάξη. Ἡ ιδέα τῆς κατίσχυσης τοῦ πολιτισμοῦ πρός τόν βαρβαρισμό συνεχίζει ἔκτοτε νά συνοδεύει τούς ἀγώνες τοῦ Γένους καί νά τροφοδοτεῖ τό φρόνημά του. Ἡ χιλιόχρονη Βυζαντινή Αὐτοκρατορία θά ἀγωνισθεῖ μέ ἀνάλογο φρόνημα κατά του βαρβαρισμού πού προέρχεται ἀπό Ἀνατολή καί Δύση.
Ἀλλά καί ἡ ἀντικειμενική ἱστοριογραφία ἀποδέχεται ὅτι ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν ὑπῆρξε μοιραία γιά τίς τύχες τοῦ Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἐπαναλειμμένα καί συζητεῖται συχνά ὅτι ἡ Ἰταλία δέν μποροῦσε νά κάνει τή σύμμαχό της Γερμανία νά κερδίσει τόν πόλεμο, μπόρεσε ὅμως νά κάνει νά τόν χάσει. Αὐτό, γιατί  ἡ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων στά βουνά τῆς Ἀλβανίας καί στή γραμμή τῶν Ὀχυρῶν στήν Ἀνατολική Μακεδονία ὑποχρέωσε τούς Γερμανούς νά καθυστερήσουν τά σχέδια τῆς ἐκστρατείας τους πρός Ἀνατολάς κατά πέντε ἑβδομάδες, καθυστέρηση μοιραία γιά τήν ἐπιτυχία τῆς ἐκστρατείας τους καί τήν τελική ἔκβαση τοῦ πολέμου.






Πεσόντες κατά τη Μάχη του Οχυρού Νυμφαία

Δεκανεύς Κορώνης Γεώργιος του Δημητρίου, 23 χρονών από Ελληνόπυργο Καρδίτσης
Στρατιώτης Κιουλμπαξιώτης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου, 23 χρονών από Σκόπελο Μυτιλήνης
Στρατιώτης Μαλλιαράκης Ιωάννης του Γεωργίου, 24 χρονών από Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης
Στρατιώτης Τσικνάκης Γεώργιος του Θεοδώρου, 24 χρονών από Κουμάσα Ηρακλείου Κρήτης
Στρατιώτης Μπάφας Γεώργιος του Ιωάννου, 24 χρονών από Βαθύπεδο Ιωαννίνων
Στρατιώτης Πατίρης Ευστράτιος του Νικολάου, 23 χρονών από Πλακάτου Λέσβου
Στρατιώτης Καραγεωργίου Γεώργιος του Ιγνατίου, 24 χρονών από Σκαλοχώρι Λέσβου

















































































Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Σύγχυση και ιδεολογία στην ελληνική γεωπολιτική σκέψη



 Ω Σόλων, Σόλων οι Έλληνες "αεί παίδες είναι" και "γέρος Έλληνας δεν υπάρχει"!, αδύνατον να σκεφθούν την Ιστορία! Είναι παιδιά και κανείς στην Ελλάδα δεν σκέφτεται ιστορικά. Ίσα-ίσα ξεχνούν ποιοι είναι, όπως και τα κατορθώματα των προγόνων τους.  Έτσι, προσφώνησε ο γέρος Αιγύπτιος ιερέας τον Σόλωνα, παππού του Σόλωνα που γνωρίζουμε, που επισκέπτονταν την Αίγυπτο για να θαυμάσει και να μάθει από τα αρχαία μνημεία της.

Δεν γνωρίζετε, συνέχισε ο ιερέας, τις τιμές που οφείλουμε στην Αθήνα για τα κατορθώματα της Παλιάς Αθήνας, στην οποία "επετέθησαν οι βάρβαροι Άτλαντες βασιλείς με σκοπό να την υποδουλώσουν. Η πόλη σας δεν έχασε το θάρρος της και  παρά την αδυναμία της κατόρθωσε να νικήσει τις στρατιές των δέκα βασιλέων και με τη βοήθεια των Θεών να απωθήσει τους Άτλαντες και να σώσει την Ευρώπη. Όλα αυτά έχουν ξεχαστεί σήμερα" και κανείς δεν ασχολείται με την παλιά δόξα όταν η Αθήνα ήταν ο θεματοφύλακας της κοσμικής τάξης.

Οι παραινέσεις και τα λόγια του σοφού Αιγύπτιου διατρέχουν τους αιώνες και είναι από μόνα τους αποδείξεις μιας μονιμότητας αισθημάτων και διαθέσεων που ταλανίζει τους Έλληνες όλο αυτό το διάστημα. Η αλαζονική συμπεριφορά και η άγνοια και η περιφρόνηση της Ιστορίας χαρακτηρίζει κάθε μεγάλη στιγμή των Ελλήνων που μεταφέρουν τις κατηγορίες του Αιγύπτιου ιερέα μέσα στο χρόνο.  

Ακόμη και στις πιο κρίσιμες στιγμές όταν κρίνεται η ύπαρξη του έθνους οι Έλληνες δεν χάνουν την τάση τους να ονειροπολούν και να φαντάζονται πράγματα και να ακολουθούν χιμαιρικά όνειρα που τους οδηγούν στην καταστροφή.

Για να επανέλθουμε στα καθ' ημάς δεν έχουμε παρά να σκεφθούμε  τί σημαίνει η αναγνώριση της καινοφανούς ομάδας των Σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας και τί επιπτώσεις μπορεί να έχει η αποδοχή του ονόματος "Βόρεια Μακεδονία". Το πρόβλημα με τους Σλαβομακεδόνες του νέου κρατικού μορφώματος ξεκινά από την απόσπαση της Εκκλησίας των Σκοπίων από το σώμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε, ο πανσλαβισμός και η αλυτρωτική διάθεση των Σλαβομακεδόνων δίνει στο πρόβλημα μια μονιμότητα που το καθιστά επικίνδυνο για την Ελλάδα. Το πρόβλημα παραμένει και εντείνεται με τον Μακεδονικό Αγώνα του 1903-1907 και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε τη λήξη του στα Βαλκάνια. Στον Μεσοπόλεμο η Κομιντέρν, μετά την αποχώρηση και κατάργηση της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, υποστηρίζει την καινοφανή αντίληψη της κατάργησης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια και ενοποίησης του χώρου σε ένα κρατικό μόρφωμα που θα ελεγχόταν από την Ρωσία μέσω της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ενισχύθηκε ιδίως από την Γιουγκοσλαβία του Τίτο για τη δημιουργία μιας ακόμη μεγαλύτερης Γιουγκοσλαβίας που θα κυβερνούσε ο ίδιος.

Τέλος, μετά τον πόλεμο κατά την μετατροπή του και συνέχεια σε ψυχρό η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας θυμήθηκε πάλι το αλυτρωτικό όνειρο της μιάς Μακεδονίας, η οποία θα περιελάμβανε τεράστιες εκτάσεις υπό την καθοδήγηση βέβαια του Τίτο. Σε μια τέτοια κατάσταση η Ελλάδα θα περιοριζόταν σε μια καινούργια Ελλάδα της Μελούνας και θα έχανε το Αιγαίο μετά την απόσχιση της Μακεδονίας και χωρίς το Αιγαίο, η επιβίωση της χώρας θα ήταν προβληματική.  

Σήμερα, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την κατάτμησή της σε μικρά κράτη-έθνη, η Ελλάδα δέχεται την απαίτηση του νέου κρατικού μορφώματος, που αποτελεί συνονθύλευμα Βουλγάρων, Αλβανών και Ρομά να χρησιμοποιήσει στην ονομασία του, που δεν έχει, το όνομα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα για την ενέργεια αυτή. Η λεγόμενη μέχρι σήμερα FYROM απαιτεί το όνομα της Μακεδονίας στο οποίο δεν έχει κανένα ιστορικό δικαίωμα, πλην των διεκδικήσεών της και της παραβίασης των ελληνικών συνόρων κατά τους πρόσφατους πολέμους. Είναι, λοιπόν, ένδειξη του ελληνικού ψευδοϊδεαλισμού και της ελληνικής δουλοπρέπειας η συμφωνία για την ονομασία του νέου κράτους σε "Βόρεια Μακεδονία". Τι έχουμε να κερδίσουμε παραχωρώντας το όνομα της Μακεδονίας χωρίς κανένα αντάλλαγμα; Οι φρούδες ελπίδες για μετριοπάθεια από μέρος των ιθυνόντων των Σκοπίων δεν είναι παρά όνειρα και ελπίδες να γίνουν τα πράγματα όπως τα επιθυμούμε. Δεν πιστεύουμε ότι τα Σκόπια θα πάψουν να διατυπώνουν τις ληστρικές αντιλήψεις τους και δεν πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα λειτουργήσουν όπως μας τα παρουσιάζουν οι Έλληνες πολιτικοί. Δικαιολογούμε τις επιθυμίες μας και τις συγχέουμε με την πραγματικότητα. Κανείς από τους ανιστόρητους υπερασπιστές της Μακεδονίας των Σλάβων δεν γνωρίζει τα δεδομένα του σχίσματος της Βουλγαρικής Εκκλησίας και τα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα.

Πορευόμενοι έτσι, χωρίς πυξίδα που είναι η γεωπολιτική σκέψη και χωρίς κατανόηση που είναι η ιστορική μνήμη βλέπουμε τη χώρα μας να οδηγείται από αποτυχία σε αποτυχία.